<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg027.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="6"><p>Ὅτι δὲ καὶ Πλάτων αὐτὸς οἶδε βλαπτομένην <lb/>τὴν ψυχὴν ἐπὶ τῇ κακοχυμίᾳ τοῦ
                        σώματος, ἡ ἑξῆς <lb/>ῥῆσις ἤδη δηλώσει. ὅπου γὰρ ἂν ἡ τῶν ὀξέων, καὶ τῶν
                        <lb/>ἁλυκῶν φλεγμάτων, ἢ καὶ ὅσοι πικροὶ καὶ χολώδεις χυμοὶ <lb/>κατὰ τὸ
                        σῶμα πλανηθέντες, ἔξω μὲν μὴ λάβωσιν ἀναπνοὴν, <lb/>ἐντὸς δὲ ἑλκόμενοι τὴν
                        ἀπ’ αὐτῶν ἀτμίδα τὸ τῆς <lb/>ψυχῆς διαθέσει σφόδρα συμμίξαντες ἀνακερασθῶσι,
                        παντοδαπὰ <lb/>νοσήματα τῆς ψυχῆς ἐμποιοῦσι, μᾶλλον καὶ ἥττω, <lb/>καὶ
                        ἐλάττω, καὶ πλείω. πρός τε τοὺς τρεῖς τρόπους ἐνεχθέντα <lb/>τῆς ψυχῆς, πρὸς
                        ὃν ἂν ἑκάστη αὐτῶν προσπίπτοι, <lb/>ποικίλας μὲν εἶναι δυσκολίας καὶ
                        δυσθυμίας παντοδαπὰς, <lb/>πολλάκις δὲ θρασύτητάς τε καὶ δειλίας, ἔτι τε
                        λήθας ἅμα <lb/>καὶ δυσθυμίας. ἐν ταύτῃ τῇ ῥήσει σαφῶς ὁ Πλάτων ὡμολόγησε
                        <lb/>τὴν ψυχὴν ἐν κακίᾳ τινὶ γίγνεσθαι διὰ τὴν ἐν τῷ σώματι <lb/>κακοχυμίαν.
                        ὥσπερ δὲ πάλιν ἐν νόσῳ καθίσταται διὰ τὴν ἐν <lb/>τῷ σώματι ἕξιν κατὰ τήνδε
                        τὴν ῥῆσιν. τὸ δὲ σπέρμα πολὺ <pb n="790"/> καὶ γλοιῶδες ἔχων, καθάπερ εἰ
                        δένδρον πολύκαρπον τοῦ <lb/>συμμέτρου πεφυκὸς, ἢ πολλὰς μὲν καθ’ ἕκαστον
                        ὠδῖνας, <lb/>πολλὰς δὲ ἡδονὰς κτώμενος ἐν ταῖς ἐπιθυμίαις, καὶ τοῖς
                        <lb/>περὶ τὰ τοιαῦτα τόκοις, ἐμμανής τε πλεῖστον τοῦ βίου γιγνόμενος,
                        <lb/>διὰ τὰς μεγίστας ἡδονὰς καὶ λύπας, καὶ νόσους, <lb/>καὶ ἄφρονα ἴσχων
                        ὑπὸ τοῦ σώματος τὴν ψυχὴν, οὐχ ὡς <lb/>νοσῶν, ἀλλ’ ὡς ἔχων κακῶς δοξάζεται.
                        τὸ δ’ ἀληθὲς, ἡ <lb/>περὶ τὰ ἀφροδίσια ἀκολασία, καὶ τὸ πολὺ μέρος διὰ τὴν
                        <lb/>ἑνὸς γένους ἕξιν ὑπὸ μανότητος, ὡς τὴν ἐν σώματι ῥοώδη <lb/>καὶ
                        ὑγραίνουσαν νόσον ψυχῆς γεγονέναι. ἱκανῶς μὲν οὖν <lb/>κᾀν ταύτῃ τῇ ῥήσει
                        τὴν ψυχὴν νοσεῖν ἀπεφῄνατο διὰ <lb/>μοχθηρὰν ἕξιν σώματος. ἀλλ’ οὐδὲν ἧττον
                        ἔτι καὶ διὰ <lb/>τῶν ἐφεξῆς ὑπ’ αὐτοῦ γεγραμμένων ἡ γνώμη κατάδηλος γίνεται
                        <lb/>τοῦ φιλοσόφου. τί γάρ φησι; καὶ σχεδὸν ἅπανθ’ <lb/>ὁπόσα ἡδονῶν
                        ἀκρασία, καὶ ὄνειδος ὡς ἐχόντων λέγεται τῶν <lb/>κακῶν, οὐκ ὀρθῶς
                        ὀνειδίζεται. κακὸς μὲν γὰρ ἑκὼν <lb/>οὐδεὶς, διὰ δὲ πονηρὰν ἕξιν τοῦ σώματος
                        καὶ ἀπαιδεύτους <lb/>τροφὰς κακὸς γίνεται. παντὶ δὲ ταῦτα ἐχθρὰ <lb/>καὶ
                        ἄκοντι προσγίνεται. ὅτι μὲν οὖν ὁ Πλάτων αὐτὸς <pb n="791"/> ὁμολογεῖ τὰ
                        προαποδεδειγμένα ὑπ’ ἐμοῦ, ἔκ τε τούτων αὐτοῦ <lb/>τῶν ῥήσεών ἐστι δῆλον, ἐξ
                        ἄλλων τε πολλῶν, ὧν τινὰς μὲν <lb/>ἐν τῷ Τιμαίῳ, καθάπερ καὶ τάσδε τὰς νῦν
                        εἰρημένας, τινὰς <lb/>δὲ ἐν ἄλλοις βιβλίοις αὐτοῦ ἔστιν εὑρεῖν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="7"><p><milestone unit="ed2page" n="452"/> Ὅτι δὲ καὶ Ἀριστοτέλης τῇ κράσει τοῦ τῆς
                        <lb/>μητρὸς αἵματος, ἐξ οὗ τὴν γένεσιν ἔχειν ἡμῶν φησι τὸ αἷμα, <lb/>τὰς τῆς
                        ψυχῆς δυνάμεις ἀκολουθεῖν οἴεται, δῆλόν ἐστι ἐκ <lb/>τῶνδε τῶν ῥήσεων. οὗτος
                        κατὰ μέν γε τὸ δεύτερον τὸ περὶ <lb/>ζώων μορίων οὕτως ἔγραψεν. ἔστι δὲ
                        ἰσχύος μὲν ποιητικώτερον <lb/>τὸ παχύτερον αἷμα καὶ θερμότερον·
                        αἰσθητικώτερον <lb/>δὲ τὸ λεπτότερον καὶ ψυχρότερον. τὴν αὐτὴν δὲ ἔχει
                        διαφορὰν <lb/>καὶ τῶν ἀνάπαλιν ὑπαρχόντων πρὸς τὸ αἷμα. διὸ καὶ
                        <lb/>μέλιτται καὶ ἄλλα τοιαῦτα ζῶα φρονιμώτερα τὴν φύσιν <lb/>ἐστὶν ἐναίμων
                        πολλῶν, καὶ τῶν ἐναίμων τὰ μὲν ψυχρὸν <lb/>ἔχοντα καὶ λεπτὸν αἷμα
                        φρονιμώτερα τῶν ἐναντία. ἄριστα <lb/>δὲ τὰ θερμὸν ἔχοντα καὶ λεπτὸν καὶ
                        καθαρὸν αἷμα· πρός <lb/>τε γὰρ ἀνδρίαν τὰ τοιαῦτα καὶ φρόνησιν ἔχει καλῶς.
                        διὸ ﻿<pb n="792"/> καὶ τὰ ἄνω μόρια πρὸς τὰ κάτω τὴν αὐτὴν ἔχει διαφορὰν,
                        <lb/>καὶ πρὸς τὸ θῆλυ τὸ ἄῤῥεν, καὶ δεξιὰ πρὸς τὰ ἀριστερὰ <lb/>τοῦ σώματος.
                        εὔδηλον οὖν ἐστιν, ὡς ὁ Ἀριστοτέλης ταύτῃ <lb/>τῇ ῥήσει ἕπεσθαι βουλομένοις
                        τὰς τῆς ψυχῆς δυνάμεις τῇ <lb/>φύσει τοῦ αἵματος ἀπεφήνατο ἕπεσθαι. οὐδὲν
                        ἥττω καὶ <lb/>κατωτέρω τοῦ συγγράμματος ἀποφαινόμενος τὴν δόξαν ἔγραψεν
                        <lb/>ᾧδε. τὰς δὲ καλουμένας ἶνας αἷμα τὸ μὲν ἔχει, τὸ δὲ <lb/>οὐκ ἔχει, οἷον
                        τὸ τῶν ἐλάφων καὶ δορκάδων, διόπερ οὐ <lb/>πήγνυται τὸ τοιοῦτον αἷμα. τοῦ
                        γὰρ αἵματος τὸ μὲν ὑδατῶδες <lb/>μᾶλλον ψυχρόν ἐστι, διὸ καὶ οὐ πήγνυται· τὸ
                        δὲ <lb/>γεῶδες πήγνυται ἐξατμιζομένου τοῦ ὑγροῦ ἐν ταῖς πήξεσι. <lb/>αἱ δὲ
                        ἶνες γῆς εἰσι. συμβαίνει δὲ ἐνίοτε κἂν γλαφυρώτερον <lb/>ἔχειν τὴν διάνοιαν
                        τοῦτο, οὐ διὰ τὴν ψυχρότητα τοῦ αἵματος, <lb/>ἀλλὰ διὰ λεπτότητα μᾶλλον, καὶ
                        διὰ τὸ καθαρὸν εἶναι. <lb/>τὸ γὰρ γεῶδες οὐδέτερον ἔχει τούτων.
                        εὐκινητότερον γὰρ <lb/>ἔχουσι τὴν αἴσθησιν τὰ λεπτοτέραν ἔχοντα τὴν ὕγρανσιν
                        <lb/>καὶ καθαρωτέραν. διὰ γὰρ τοῦτο καὶ τῶν ἀναίμων ἔνια <lb/>συνετωτέραν
                        ἔχει τὴν ψυχὴν ἐνίων ἐναίμων, καθάπερ εἴρηται <pb n="793"/> καὶ πρότερον,
                        οἷον ἡ μέλισσα καὶ τὸ γένος τῶν μυρμήκων, <lb/>καὶ εἴτι τῶν τοιούτων ἕτερόν
                        ἐστι. δειλότερα γὰρ πάντα τὰ <lb/>ὑδατώδη· ὁ γὰρ φόβος καταψύχει.
                        προσοδοποιεῖται τοίνυν <lb/>τὰ πάθη, τὰ τοιαύτην ἔχοντα τὴν ἐν τῇ καρδίᾳ
                        κρᾶσιν, τὸ <lb/>γὰρ ὕδωρ τῷ ψυχρῷ ποιητόν ἐστι. διὸ καὶ τὰ ἄλλα ἔναιμα
                        <lb/>δειλότερα τῶν ἀναίμων ἐστὶν, ὡς ἁπλῶς εἰπεῖν, καὶ ἀκινητίζει <lb/>γε
                        φοβούμενα, καὶ προΐεται περιττώματα, καὶ μεταβάλλει <lb/>ἔνια τὰς χρόας
                        αὐτῶν. τὰ δὲ πολλὰς ἔχοντα λίαν <lb/>ἶνας καὶ παχείας γεωδέστερα τὴν φύσιν
                        ἐστὶ, καὶ θυμώδη <lb/>τὸ ἦθος, καὶ ἐκστατικὰ διὰ τὸν θυμόν. θερμότητος γὰρ
                        <lb/>παρεκτικὸς ὁ θυμός. τὰ δὲ στερεὰ θερμανθέντα μᾶλλόν <lb/>εἰσιν ἢ
                        προσήκει θερμὰ, ὡς ἡ τῶν ἰνῶν φύσις ἐν τῷ ὑγρῷ. <lb/>αἱ γὰρ ἶνες στερεώτεραι
                        καὶ γεωδέστεραι γίνονται, οἷον αἱ <lb/>πυρίαι ἐν τῷ σώματι, καὶ ζέσιν
                        ποιοῦνται ἐν τοῖς θυμοῖς. <lb/>διό οἱ ταῦροι καὶ οἱ κάπροι θυμώδεις καὶ
                        ἐκστατικοί. τὸ <lb/>γὰρ αἷμα τούτων ἰνωδέστατον, καὶ τό γε τοῦ ταύρου
                        <lb/>τάχιστα πήγνυται πάντων. ἐξαιρουμένων δὲ τῶν ἰνῶν οὐ <pb n="794"/>
                        πήγνυται τὸ αἷμα· αἱ γὰρ ἶνες γεώδεις. καθάπερ ἐκ πηλοῦ <lb/>εἴ τις ἐξέλοι
                        τὸ γεῶδες, οὐκ ἂν ξηρανθείη τὸ ὕδωρ. οὕτως <lb/>καὶ τὸ αἷμα τῶν ἰνῶν μὲν
                        ἐξαιρουμένων οὐ πήγνυται, <lb/>μενουσῶν δὲ πήγνυται, οἷον καὶ ὑγρὰ γῆ καὶ
                        ὑπὸ ψύχους <lb/>ἂν πάθοι. τοῦ γὰρ θερμοῦ ὑπὸ τοῦ ψυχροῦ ἐκθλιβομένου
                        <lb/>συνεξατμίζεται τὸ ὑγρὸν, καθάπερ εἴρηται πρότερον, <milestone unit="ed2page" n="453"/>
                        <lb/>καὶ πήγνυται, οὐχ ὑπὸ θερμοῦ, ἀλλ’ ὑπὸ ψυχροῦ ξηραινόμενον. <lb/>ἐν δὲ
                        τοῖς σώμασιν ὑγρόν ἐστι <milestone unit="ed1page" n="348"/> διὰ τὴν
                        θερμότητα <lb/>τὴν ἐν τοῖς ζώοις. ταῦτα προειπὼν ὁ Ἀριστοτέλης <lb/>ἐφεξῆς
                        αὐτοῖς συνάπτει ταῦτα. πολλῶν δέ ἐστιν αἰτία ἡ τοῦ <lb/>αἵματος φύσις, καὶ
                        κατὰ τὸ ἦθος τοῖς ζώοις, καὶ κατὰ τὴν <lb/>αἴσθησιν εὐλόγως. ὕλη γάρ ἐστι
                        παντὸς τοῦ σώματος, ἡ <lb/>γὰρ τροφὴ ὕλη, τὸ δ’ αἷμα ἐσχάτη τροφή. πολλὴν
                        οὖν <lb/>ποιεῖ διαφορὰν θερμὸν ὂν καὶ ψυχρὸν, καὶ λεπτὸν, καὶ <lb/>πολὺ, καὶ
                        καθαρὸν, καὶ θολερόν. οὐσῶν δὲ καὶ ἄλλων <lb/>αὐτοῦ ῥήσεων ἐν ταῖς περὶ τῶν
                        ζώων αὐτοῦ πραγματείαις <lb/>καὶ τοῖς τῶν προβλημάτων αὐτοῦ βιβλίοις, ἔδοξέ
                        μοι περιττὸν <pb n="795"/> εἶναι παραγράφειν ἁπάσας. ἀρκεῖ γάρ μοι τὴν
                        Ἀριστοτέλους <lb/>ἐνδείξασθαι γνώμην, ἣν ἔχει περί τε τῶν κράσεων <lb/>τοῦ
                        σώματος καὶ τῶν τῆς ψυχῆς δυνάμεων. ὅμως δὲ προσθήσω <lb/>καὶ κατὰ τὸ πρῶτον
                        εἰρημένον τῆς τῶν ζώων ἱστορίας, <lb/>ὧν τινὰ μὲν ἄντικρυς εἰς τὴν κρᾶσιν
                        ἀνάγεται, τινὰ <lb/>δὲ διὰ μέσων τῶν φυσιογνωμονικῶν σημείων, καὶ μάλιστα
                        <lb/>κατὰ τὸν Ἀριστοτέλη. βούλεται γὰρ οὗτος τοῖς τῆς ψυχῆς <lb/>ἤθεσί τε
                        καὶ δυνάμεσιν οἰκείαν γίνεσθαι τὴν διάπλασιν <lb/>ὅλου τοῦ σώματος ἑκάστῳ
                        γένει ζώων. οἷον αὐτίκα τῶν <lb/>ἐναίμων ἡ γένεσις μέν ἐστιν ἐκ τοῦ τῆς
                        μητρὸς αἵματος, <lb/>ἀκολουθεῖ δὲ τῇ κράσει τούτου τὰ τῆς ψυχῆς ἤθη, καθότι
                        <lb/>καὶ διὰ τῶν προγεγραμμένων ῥήσεων ἀπεφήνατο. τῶν δὲ <lb/>ὀργανικῶν
                        μορίων ἡ διάπλασις οἰκεία τοῖς τῆς ψυχῆς ἤθεσι <lb/>γίγνεται κατ’ αὐτὸν τὸν
                        Ἀριστοτέλη. καὶ κατὰ τοῦτο δὴ <lb/>λοιπὸν οὐκ ὀλίγα πέφυκε περί τε ψυχῆς
                        ἠθῶν καὶ τῆς <lb/>τοῦ σώματος κράσεως. ἔνια δὲ τῶν φυσιογνωμονικῶν ἄντικρύς
                        <lb/>τε καὶ δι’ οὐδενὸς μέσου τὴν κρᾶσιν ἐνδείκνυται. τοιαῦτα <lb/>δέ ἐστι
                        κατὰ τὰς χρόας καὶ τρίχας, ἔτι τε τὰς φωνὰς, <pb n="796"/> καὶ τὰς ἐνεργείας
                        τῶν μορίων. ἀκούσωμεν οὖν ἤδη τῶν ὑπὸ <lb/>Ἀριστοτέλους γεγραμμένων ἐν τῷ
                        πρώτῳ περὶ ζώων ἱστορίας. <lb/>προσώπου δὲ τὸ μὲν ὑπὸ τὸ βρέγμα μεταξὺ τῶν
                        ὀμμάτων <lb/>μέτωπον· τοῦτο δὲ οἷς μὲν μέγα, βραδύτεροι, οἷς δὲ μικρὸν,
                        <lb/>εὐκίνητοι, καὶ οἷς μὲν πλατὺ, ἐκστατικοί. μία μὲν αὕτη <lb/>ῥῆσις.
                        ἑτέρα δὲ οὐ μετὰ πολὺ τόνδε τὸν τρόπον ἔχουσα. <lb/>ὑπὸ δὲ τῷ μετώπῳ ὀφρύες
                        διφυεῖς, ὧν αἱ μὲν εὐθεῖαι <lb/>φύουσαι μαλακοῦ ἤθους σημεῖον, αἱ δὲ πρὸς
                        τὴν ῥῖνα τὴν <lb/>καμπυλότητα ἔχουσαι στρυφνοῦ, αἱ δὲ πρὸς τοὺς κροτάφους
                        <lb/>μώμου καὶ εἴρωνος, αἱ δὲ κατεσπασμέναι φθόνου. εἶτα <lb/>πάλιν οὐ μετὰ
                        πολύ. κοινὸν δὲ βλεφαρίδος μέρος τῆς ἄνω <lb/>καὶ κάτω κανθοὶ, δύο μὲν πρὸς
                        τῇ ῥινὶ, δύο δὲ πρὸς τοῖς <lb/>κροτάφοις. οἷς μέν εἰσι μακροὶ, κακοηθείας
                        σημεῖον, οἷς <lb/>δὲ βραχεῖς, ἤθους βελτίονος. ὧν δὲ οἱ κτένες οἷον κρεῶδες
                        <lb/>ἔχοντες πρὸς τῷ μυκτῆρι, πονηρίας. καὶ μετὰ τοῦτο <lb/>πάλιν. ὀφθαλμοῦ
                        δὲ τοῦ μὲν λευκοῦ ὁμοίως ἐπὶ πολὺ <lb/>πᾶσι τὸ καλούμενον μέλαν διαφέρει.
                        τοῖς μὲν γάρ ἐστι μέλαν, ﻿<pb n="797"/> τοῖς δὲ καὶ σφόδρα γλαυκόν. οἷς δὲ
                        χαροπὸν, τοῦ <lb/>βελτίστου σημεῖόν ἐστι, καὶ πρὸς ὀξύτητα ὄψεως κράτιστον.
                        <lb/>καὶ δὴ καὶ τούτων ἐφεξῆς τάδε γράφει. τῶν δὲ ὀφθαλμῶν <lb/>οἱ μὲν
                        μικροὶ, οἱ δὲ μεγάλοι, οἱ μέσοι δὲ καὶ βέλτιστοι, <lb/>καὶ οἱ ἐκτὸς σφόδρα,
                        ἢ ἐντὸς, ἢ μέσως, τούτων οἱ ἐντὸς <lb/>μάλιστα ὀξυωπέστατοι ἐπὶ παντὸς ζώου,
                        οἱ δὲ μέσον ἤθους <lb/>βελτίστου σημεῖον. καὶ ἢ σκαρδαμυκτικοὶ, ἢ ἀτενεῖς, ἢ
                        μέσοι. <lb/>βελτίστου δὲ ἤθους σημεῖον οἱ μέσοι. ἐκείνων δὲ οἱ μὲν
                        <lb/>ἀναιδεῖς, οἱ δὲ ἀβέβαιοι. καὶ πάλιν οὐ μετὰ πολλὰ καὶ <lb/>τὸν περὶ τῶν
                        ὤτων λόγον ὡδί πως ἔγραψεν. εἰ μὲν πάνυ <lb/>μικρὰ, ἢ μέσα, ἢ ἐπανεστηκότα
                        σφόδρα ᾖ, τούτων τὰ μὲν <lb/>
                        <milestone unit="ed2page" n="454"/> μικρὰ κακοήθους σημεῖον, τὰ δὲ μέσα
                        βελτίστου <lb/>ἤθους, τὰ δὲ μεγάλα καὶ ἐπανεστηκότα μωρολογίας καὶ
                        <lb/>ἀδολεσχίας. ταῦτα μὲν ἐν τῷ πρώτῳ περὶ ζώων ἱστορίας <lb/>Ἀριστοτέλης
                        ἔγραψεν. ὀλίγα δὲ μέμνηται καὶ ἐν ἄλλῳ <lb/>συγγράμματι περὶ φυσιογνωμονικῶν
                        θεωρημάτων, ὧν καὶ <pb n="798"/> παρεθέμην ἄν τινας ῥήσεις, εἰ μήτε
                        μακρολογίας ἔμελλον <lb/>ἀποίσεσθαι δόξαν, ἀναλίσκειν τε τὸν χρόνον μάτην,
                        ἐξὸν <lb/>ἐπὶ τὸν πάντων ἰατρῶν τε καὶ φιλοσόφων πρῶτον εὑρόντα <lb/>τὴν
                        θεωρίαν ταύτην ἀφικέσθαι μάρτυρα, τὸν θεῖον <lb/>Ἱπποκράτη. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="8"><p>Γράφει τοίνυν οὕτως ἐν τῷ βιβλίῳ, ἐν ᾧ περὶ <lb/>ὑδάτων καὶ ἀέρων καὶ τόπων
                        διδάσκει. πρῶτον μὲν ἐπ’ <lb/>ἐκείνων τῶν πόλεων, ἃς ἐστράφθαι φησὶ πρὸς
                        ἄρκτους, ὡδί <lb/>πως αὐτοῖς ὀνόμασι· τά τε ἤθεα ἀγριώτερα, ἢ ἡμερώτερα.
                        <lb/>καὶ μετὰ ταῦτα πάλιν ἐπὶ τῶν πρὸς ἀνατολὴν ἐστραμμένων <lb/>ὡδί·
                        λαμπρόφωνοί τε οἱ ἄνθρωποι, ὀργήν τε καὶ ξύνεσιν <lb/>βελτίους τῶν πρὸς
                        βορᾶν. ἔπειτα προελθὼν ἐπὶ πλέον περὶ <lb/>τῶν αὐτῶν ὡδί πως διεξέρχεται τὴν
                        Ἀσίαν. πλεῖστον δὲ <lb/>διαφέρειν φημὶ τῆς Εὐρώπης εἰς τὰς φύσιας τῶν
                        ξυμπάντων <lb/>τῶν ἐκ γῆς φυομένων καὶ τῶν ἀνθρώπων. πολὺ γὰρ καλλίω
                        <lb/>καὶ μείζω πάντα γίγνονται ἐν τῇ Ἀσίᾳ, ἥ τε χώρη τῆς <lb/>χώρας
                        ἡμερωτέρα, καὶ τὰ ἤθεα τῶν ἀνθρώπων ἡμερώτερα. <lb/>τὸ δ’ αἴτιον τούτων ἡ
                        κρᾶσις τῶν ὡρέων. τὴν κρᾶσιν <pb n="799"/> αἰτίαν εἶναί φησιν οὐ μόνον τῶν
                        ἄλλων, ἃ διεξῆλθεν, ἀλλὰ <lb/>καὶ τῶν ἠθῶν. ὅτι δὲ τὴν τῶν ὡρῶν κρᾶσιν ἐν
                        θερμότητι <lb/>καὶ ψυχρότητι, ξηρότητί τε καὶ ὑγρότητι διαλλάττειν ἑτέραν
                        <lb/>τῆς ἑτέρας φησὶ, παμπόλλας ῥήσεις παρεθέμην ἐν τῇ πραγματείᾳ, <lb/>καθ’
                        ἣν ἐπιδείκνυμι τὴν αὐτὴν φυλάττοντα δόξαν <lb/>αὐτὸν περὶ τῶν στοιχείων ἐν
                        τῇ περὶ φύσεως ἀνθρώπου <lb/>βίβλῳ, καὶ τἄλλα πάντα συγγράμματα. ἀλλὰ καὶ
                        κατὰ τὰς <lb/>ἑπομένας ῥήσεις τῇ προκειμένῃ ταὐτὸν διδάσκων γράφει <lb/>ὡδὶ
                        περὶ τῆς εὐκράτου χώρας, ἣν καὶ τὰ τῶν ἀνθρώπων <lb/>ἤθη φησὶ ποιεῖν
                        εὔκρατα. οὔτε γὰρ ὑπὸ τοῦ θερμοῦ ἐκκέκαυται, <lb/>λέγει, οὔτε ὑπὸ τῶν αὐχμῶν
                        καὶ ἀνυδρίης ἀνεξήρανται, <lb/>οὔτε ὑπὸ ψύξεως πέττεται. διὰ τούτων οὖν
                        ἐφεξῆς <lb/>φησι. τὸ δὲ ἀνδρεῖον, καὶ τὸ ταλαίπωρον, καὶ τὸ θυμοειδὲς
                        <lb/>οὐκ ἂν δύναιτο ἐν τοιαύτῃ φύσει ἐγγίγνεσθαι, οὔτε <lb/>ὁμοφύλου, οὔτε
                        ἀλλοφύλου. ἀλλὰ τὴν ἡδονὴν ἀνάγκη κρατέειν. <lb/>καὶ μέντοι κατωτέρω πάλιν
                        ἐν τῷ αὐτῷ συγγράμματι <lb/>τάδε γράφει. περὶ δὲ τῆς ἀθυμίης τῶν ἀνθρώπων,
                        καὶ τῆς <lb/>ἀνανδρείης, ὅτι ἀπολεμώτεροί εἰσιν τῶν Εὐρωπαίων οἱ <pb n="800"/> Ἀσιηνοὶ καὶ ἡμερώτεροι τὰ ἤθεα, αἱ ὧραι αἴτιαι μάλιστα, <lb/>οὐ μεγάλας
                        τὰς μεταβολὰς ποιεύμεναι οὔτε ἐπὶ τὸ θερμὸν <lb/>οὔτε ἐπὶ τὸ ψυχρὸν, ἀλλὰ
                        παραπλήσιαι. καὶ μέντοι καὶ <lb/>μετ’ ὀλίγα πάλιν εἶπεν οὕτως. εὑρήσεις δὲ
                        καὶ τῶν Ἀσιηνῶν <lb/>διαφέροντας αὐτοὺς ἑωϋτῶν, καὶ τοὺς μὲν βελτίονας, τοὺς
                        <lb/>δὲ φαυλοτέρους ὄντας. τούτων δὲ αἱ μεταβολαὶ αἰτίαι τῶν <lb/>ὡρέων,
                        ὥσπερ μοι εἴρηται ἐν τοῖσι προτέροισι. καὶ κατωτέρω <lb/>τοῦ συγγράμματος,
                        ἡνίκα περὶ τῶν τὴν Εὐρώπην <lb/>οἰκούντων ὁ λόγος αὐτῷ γίγνεται, τάδε
                        γράφει. τὸ δὲ <lb/>ἄγριον καὶ τὸ ἄμικτον καὶ θυμοειδὲς ἐν τῇ τοιαύτῃ φύσει
                        <lb/>γίγνεται. καὶ μετὰ ταῦτα πάλιν ἐν ἑτέρᾳ ῥήσει γράφει ταυτί. <lb/>ὅσοι
                        μὲν ὀρεινὴν χώρην οἰκοῦσι, καὶ τραχεῖαν, καὶ ὑψηλὴν, <lb/>καὶ ἄνυδρον, καὶ
                        μεταβολαὶ αὐτέοισι γίγνονται τῶν ὡρέων, <lb/>μέγα δὲ τὸ διάφορον ἐνταῦθα.
                            <milestone unit="ed2page" n="455"/> εἰκὸς γὰρ εἴδεα μεγάλα <lb/>εἶναι,
                        καὶ πρὸς τὸ ταλαίπωρον καὶ ἀνδρεῖον εὖ πεφυκότα, <lb/>καὶ τό γε ἄγριον καὶ
                        θηριῶδες αἱ τοιαῦται φύσιες οὐχ <lb/>ἥκιστα ἔχουσιν. ὅσοι δὲ κοῖλα χωρία καὶ
                        λοιμώδεα καὶ <lb/>πνιγηρὰ, καὶ τῶν θερμῶν πνευμάτων πλέον μέρος μετέχουσιν
                        <lb/>ἢ τῶν ψυχρῶν, ὕδασί τε χρέονται θερμοῖσιν, οὗτοι δὲ μεγάλοι <pb n="801"/> μὲν οὐκ ἂν εἴησαν, οὐδ’ εὐμήκεες, εὐρέες δὲ πεφυκότες, <lb/>καὶ
                        σαρκώδεες, καὶ μελανότριχες, καὶ αὐτοὶ μέλανες <lb/>μᾶλλον, ἢ λευκότεροι,
                        φλεγματίαι τε ἧσσον, ἢ χολώδεες, τὸ <lb/>δὲ ἀνδρεῖον καὶ τὸ ταλαίπωρον ἐν τῇ
                        ψυχῇ φύσει μὲν οὐκ <lb/>ἂν ὁμοίως ἔχοιεν νόμος δὲ προσγενόμενος ὑπεργάσεται. <lb/>
                        <milestone unit="ed1page" n="349"/> νόμον εἴρηκε δηλονότι τὴν νόμιμον ἐν
                        ἑκάστῃ χώρᾳ <lb/>τοῦ βίου διαγωγὴν, ἣν δὴ καὶ τροφὴν, καὶ παιδείαν, καὶ
                        <lb/>συνήθειαν ἐπιχώριον ὀνομάζομεν, οὗ καὶ αὐτοῦ μεμνήσομαι <lb/>πρὸς τὸν
                        ὀλίγον ὕστερον εἰρησόμενον λόγον. ἐν γὰρ τῷ <lb/>παρόντι προσθεῖναι ταύτας
                        ἔτι βούλομαι τὰς ῥήσεις αὐτοῦ. <lb/>ὅσοι δὲ ὑψηλὴν οἰκέουσι χώρην, ἢ λισσὴν
                        καὶ ἀνεμώδεα <lb/>καὶ ἔνυδρον, εἶεν ἂν εἴδεα μεγάλοι, καὶ ἑωϋτοῖσι
                        παραπλήσιοι, <lb/>καὶ ἀνανδρότεροι δὲ καὶ ἡμερώτεραι τούτων αἱ γνῶμαι.
                        <lb/>καὶ συνάπτων γε ἐφεξῆς περὶ τοῦ χωρίου ἔτι τάδε γράφει. <lb/>ὅσοι δὲ
                        λεπτὰ, καὶ ἄνυδρα, καὶ ψιλὰ, τῇσι μεταβολῇσι τῶν <lb/>ὡρέων οὐκ εὔκριτα ἔχει
                        τῇ χώρῃ τὰ εἴδεα, ἀλλὰ σκληρὰ <lb/>καὶ εὔτονα, καὶ ξανθότερα, οἷς μελανώτερα
                        εἶναι τὰ εἴδεα, ﻿<pb n="802"/> καὶ τὰς ὁρμὰς αὐθάδεας τε καὶ ἰδιογνώμονας.
                        καὶ τί γὰρ, <lb/>ἵνα μὴ πολλῶν μνημονεύσω ῥήσεων αὐτοῦ, ἐφεξῆς ἐρεῖ;
                        εὑρήσεις <lb/>γὰρ ἐπὶ τὸ πολὺ τῆς χώρης τῇ φύσει ἀκολουθοῦντα <lb/>καὶ τὰ
                        εἴδεα τῶν ἀνθρώπων καὶ τοὺς τρόπους. αὐτὴν δὲ <lb/>δηλονότι τὴν χώρην κατὰ
                        τὸ θερμόν τε καὶ ψυχρὸν καὶ <lb/>ξηρὸν καὶ ὑγρὸν ἑτέρης χώρης διαφέρειν,
                        εἴρηκε πολλάκις <lb/>ἐν τῷ συγγράμματι. διὰ γοῦν πάλιν τῶν ἐφεξῆς φησιν·
                        ὅκου <lb/>μὲν γὰρ ἡ γῆ πικρὰ, καὶ μαλθακὴ, καὶ ἔνυγρος, καὶ τὰ <lb/>ὕδατα
                        κάρτα μετέωρα ἔχουσα, ὥστε θερμὰ εἶναι τοῦ θέρεος, <lb/>καὶ τοῦ χειμῶνος
                        ψυχρὰ, καὶ τῶν ὡρέων καλῶς κεῖται, ἐνταῦθα <lb/>καὶ οἱ ἄνθρωποι σαρκώδεές
                        εἰσι, καὶ ἄναρθροι, καὶ <lb/>ὑγροὶ, καὶ ταλαίπωροι, καὶ τὴν ψυχὴν κακοὶ,
                        ὥστε ἐπὶ πολὺ <lb/>τό γε ῥᾴθυμον καὶ τὸ ὑπνηλὸν ἔνεστιν ἐν αὐτοῖς ἰδεῖν, ἔς
                        <lb/>τε τὰς τέχνας παχέες, καὶ οὐ λεπτοὶ, οὐδὲ ὀξέες. ἐν τούτοις <lb/>πάλιν
                        ἐδήλωσε σαφέστατα, μὴ μόνον τὰ ἤθη ταῖς τῶν ὡρῶν <lb/>κράσεσιν, ἀλλὰ καὶ τὴν
                        ἀμβλύτητα τῆς διανοίας, ὥσπερ οὖν <lb/>καὶ τὴν σύνεσιν ἑπομένην. ὅμοια δὲ
                        τούτοις καὶ κατὰ τὴν <lb/>ἐχομένην ῥῆσιν ὑπ’ αὐτοῦ γέγραπται αὐτοῖς
                        ὀνόμασιν. ὅκου <pb n="803"/> δέ ἐστιν ἡ χώρη ψιλή τε καὶ ἀνώχυρος, καὶ
                        τρηχείη, καὶ <lb/>ὑπὸ τοῦ χειμῶνος πιεζομένη, ἢ καὶ ὑπὸ τοῦ ἡλίου κεκαυμένη,
                        <lb/>ἐνταῦθα σκληρούς τε καὶ ἰσχυροὺς, καὶ διηρθρωμένους, <lb/>καὶ εὐτόνους,
                        καὶ δασέας ἴδοις, τό τε ἐργαστικὸν ὀξὺ <lb/>ἐνεὸν ἐν τῇ φύσει τῇ τοιαύτῃ,
                        καὶ τὸ ἄγρυπνον, τά τε ἤθεα <lb/>καὶ τὰς ὀργὰς αὐθάδεας καὶ ἰδιογνώμονας,
                        τοῦ τε ἀγρίου <lb/>μᾶλλον μετέχοντας ἢ τοῦ ἡμέρου, ἔς τε τὰς τέχνας
                        ὀξυτέρούς <lb/>τε καὶ συνετωτέρους, καὶ τὰ πολέμου ἀμείνους εὑρήσεις.
                        <lb/>ἐν τούτῳ πάλιν τῷ λόγῳ σαφῶς οὐ μόνον τὰ ἤθη ταῖς τῆς <lb/>χώρας
                        κράσεσιν ἀκόλουθά φησιν ὑπάρχειν, ἀλλὰ καὶ πρὸς <lb/>τὰς τέχνας τοὺς μὲν
                        ὀξυτέρους, τοὺς δὲ ἀσυνετωτέρους, τοὺς <lb/>δὲ ἀμβλυτέρους τε καὶ παχέας τὴν
                        διάνοιαν. οὐκέτ’ οὖν <lb/>δέομαι τῶν κατὰ τὸ δεύτερον ἢ τὸ ἕκτον τῶν
                        ἐπιδημίων <lb/>γεγραμμένων φυσιογνωμονικῶν γνωρισμάτων ἁπάντων μνημονεύειν,
                        <lb/>ἀλλ’ ἀρκεῖ παραγράψαι δείγματος ἕνεκα τήνδε τὴν λέξιν <lb/>αὐτοῦ. ὧν ἡ
                        φλὲψ ἡ ἐν ἀγκῶνι σφύζει, μανικοὶ καὶ ὀξύθυμοι, <lb/>ὧν δ’ ἂν ἀτρεμέῃ,
                        τυφώδεις. κατὰ δὲ τὴν ῥῆσιν ὁ λόγος ἐστὶ <lb/>τοιοῦτος. ὧν ἀνθρώπων ἡ κατὰ
                        τὸν ἀγκῶνα ἀρτηρία σφοδροτάτην <pb n="804"/> ποιεῖται τὴν κίνησιν; οὗτοι
                        μανικοί εἰσι. φλέβας <lb/>μὲν γὰρ καὶ τὰς ἀρτηρίας ἐκάλουν οἱ παλαιοὶ, ὡς
                        δέδεικται <lb/>πολλάκις, οὐδέπω δὲ πᾶσαν ἀρτηριῶν κίνησιν ὠνόμαζον
                        <lb/>σφυγμὸν, ἀλλὰ μόνον τὴν <milestone unit="ed2page" n="456"/> αἰσθητὴν
                        αὐτὴν, αὐτῷ τῷ <lb/>ἀνθρώπῳ πάντως οὖσαν σφοδράν. Ἱπποκράτης δὲ, ὡς καὶ
                        <lb/>πρῶτος ἄρξας τοῦ μετὰ ταῦτα κρατήσαντος ἔθους, εἴρηκέ <lb/>που σφυγμὸν
                        ἁπασῶν τῶν ἀρτηριῶν τὴν κίνησιν, ὁποία τις <lb/>ἂν εἴη. κατὰ μέντοι τήνδε
                        τὴν ῥῆσιν ἔτι τῷ παλαιοτέρῳ <lb/>τρόπῳ τῆς ἑρμηνείας χρώμενος ἐκ σφοδρᾶς
                        κινήσεως τῆς <lb/>ἀρτηρίας ἐτεκμῄρατο τὸν μανικὸν καὶ ὀξύθυμον ἄνθρωπον,
                        <lb/>ἐπεὶ διὰ τὸ πλῆθος τῆς ἐν τῇ καρδίᾳ θερμασίας οὕτω <lb/>σφύζουσιν αἵδε
                        αἱ ἀρτηρίαι. καὶ μανικοὺς μὲν γὰρ καὶ <lb/>ὀξυθύμους τὸ πλῆθος τῆς θερμασίας
                        ἐργάζεται, νωθροὺς <lb/>δὲ καὶ βαρεῖς καὶ δυσκινήτους ἡ τῆς κράσεως
                        ψυχρότης. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="9"><p>Ἱπποκράτης μὲν οὖν ἐπιδείξας ἐν ὅλῳ τῷ <lb/>περὶ ὑδάτων καὶ ὡρῶν κράσεως
                        συγγράμματι, σώματος κράσει <lb/>ἕπεσθαι τὰς τῆς ψυχῆς δυνάμεις, οὐ μόνον
                        ὅσαι κατὰ <lb/>τὸ θυμοειδὲς ἢ ἐπιθυμητικὸν αὐτῆς εἰσιν, ἀλλὰ καὶ τὰς <pb n="805"/> κατὰ τὸ λογιστικὸν ἁπάσας, ἀξιοπιστότατός ἐστι μάρτυς, <lb/>εἴ
                        γέ τις ἐπὶ μάρτυρι ποιοῖτο, καθάπερ ἐνίοις ἔθος ἐστὶ, <lb/>τὴν τῶν δογμάτων
                        ἀλήθειαν. ἐγὼ δ’ οὐχ ὡς μάρτυρι τἀνδρὶ <lb/>πιστεύω τοῖς πολλοῖς ὡσαύτως,
                        ἀλλ’ ὅτι τὰς ἀποδείξεις <lb/>αὐτοῦ βεβαίας ὁρῶ, διὰ τοῦτο γοῦν καὶ αὐτὸν
                        ἐπαινῶ τὸν <lb/>Ἱπποκράτην. τίς γὰρ οὐχ ὁρᾷ τὸ σῶμα καὶ τὴν ψυχὴν.
                        <lb/>ἁπάντων τῶν ὑπὸ ταῖς ἄρκτοις ἀνθρώπων ἐναντιώτατα διακείμενα <lb/>τοῖς
                        ἐγγὺς τῆς διακεκαυμένης ζώνης; ἢ τίς οὐκ οἶδε <lb/>τοὺς ἐν τῷ μέσῳ τούτων,
                        ὅσοι τὴν εὔκρατον οἰκοῦσι χώραν, <lb/>ἀμείνους τε τὰ σώματα καὶ τὰ τῆς ψυχῆς
                        ἤθη καὶ σύνεσιν <lb/>καὶ φρόνησιν ἐκείνων τῶν ἀνθρώπων; ἀλλὰ διά τινας τῶν
                        <lb/>Πλατωνικοὺς μὲν ἑαυτοὺς ὀνομαζόντων, ἡγουμένους δὲ ἐμποδίζεσθαι
                        <lb/>μὲν ἐν ταῖς νόσοις τὴν ψυχὴν ὑπὸ τοῦ σώματος, <lb/>ὑγιαίνοντος δὲ ἰδίᾳ
                        ἐνεργεῖν, οὔτε ὠφελουμένην, οὔτε βλαπτομένην <lb/>ὑπ’ αὐτοῦ, ἀναγράψω τινὰς
                        ῥήσεις τοῦ Πλάτωνος, <lb/>ἐν αἷς ἀποφαίνεταί τινας διὰ τὴν τῶν τόπων κρᾶσιν
                        <lb/>εἰς φρόνησιν ὠφελουμένους τε καὶ βλαπτομένους ἄνευ τοῦ <lb/>νοσεῖν τὸ
                        σῶμα. κατὰ μέν γε τὰ πρῶτα τῶν Τιμαίου λόγων <pb n="806"/> ἔγραψε· Ταύτην δὴ
                        τὴν σύμπασαν διακόσμησιν καὶ σύνταξιν <lb/>ἡ θεὸς προτέρους ἡμᾶς
                        διακοσμήσασα κατῴκισεν, ἐκλεξαμένη <lb/>τὸν τόπον, ἐν ᾧ γεγένησθε, τῶν ὡρῶν
                        τὴν εὐκρασίαν <lb/>ἐν αὐτῷ κατιδοῦσα, ὅτι ἄνδρας φρονιμωτάτους οἴσει.
                        <lb/>ἀλλὰ καὶ συνάπτων ἐφεξῆς· ἅτε οὖν φιλοπόλεμός τε καὶ <lb/>φιλόσοφος ἡ
                        θεὸς οὖσα, τὸν προσφερεστάτους αὐτῇ μέλλοντα <lb/>οἴσειν τόπον ἄνδρας τοῦτον
                        ἐκλεξαμένη, πρῶτον κατῴκισεν. <lb/>ὅτι μὲν οὖν πολὺ δίδωσι τοῖς τόποις,
                        τουτέστι ταῖς <lb/>ἐπὶ τῆς γῆς οἰκήσεσιν, εἴς τε τὰ τῆς ψυχῆς ἤθη καὶ
                        σύνεσιν <lb/>καὶ φρόνησιν, ἤδη μὲν κᾀκ τούτων ἐστὶ δῆλον, ἀλλὰ κᾀν τῷ
                        <lb/>πέμπτῳ τῶν νόμων ὡδί πως ἔγραψε. μηδὲ τοῦθ’ ὑμᾶς λανθανέτω <lb/>περὶ
                        τόπων πρὸς τὸ γεννᾷν ἀνθρώπους ἀμείνους <lb/>καὶ χείρους. ἐναργῶς πάλιν
                        ἐνταῦθα γεννᾷν τοὺς τόπους <lb/>φησὶν ἀμείνους τε καὶ χείρους ἀνθρώπους. καὶ
                        ἐφεξῆς δὲ <lb/>πάλιν ἐπιφέρων τοῖσδε φησίν· οἱ μέν γέ που διὰ πνεύματα
                        <lb/>παντοῖα καὶ δι’ εἱλήσεις ἀλλόκοτοί τέ εἰσι καὶ ἀπαίσιοι <lb/>αὐτῶν, οἱ
                        μὲν δι’ ὕδατα, οἱ δὲ διὰ τὴν ἐκ τῆς γῆς τροφὴν <lb/>ἀναδιδοῦσαν, οὐ μόνον
                        τοῖς σώμασιν ἄμεινον καὶ χεῖρον, <lb/>ταῖς ψυχαῖς δὲ οὐχ ἧττον δυναμένην
                        πάντα τὰ τοιαῦτα ﻿<pb n="807"/> ἐμποιεῖν. ἐν τούτῳ τῷ λόγῳ πνεύματα σαφῶς
                        φησι καὶ <lb/>τὰς ἡλιάσεις, τουτέστι τὰς ἐξ ἡλίου θερμότητας εἰς τὰς
                        <lb/>τῆς ψυχῆς δυνάμεις προσθησομένας. εἰ μή τι ἄρα νομίζουσι <lb/>διὰ μὲν
                        τὰ πνεύματα, καὶ τὴν τοῦ περιέχοντος ἀέρος θερμότητα <lb/>
                        <milestone unit="ed2page" n="457"/> καὶ ψυχρότητα, καὶ τὴν τῶν ὑδάτων τε καὶ
                        <lb/>τῆς τροφῆς φύσιν ἀμείνους τε καὶ χείρους τὴν ψυχὴν ἀνθρώπους
                        <lb/>δύνασθαι γενέσθαι, ταῦτα δὲ αὐτὰ μὴ διὰ μέσων <lb/>τῶν κράσεων
                        ἐργάζεσθαι τὰ κατὰ ψυχὴν ἀγαθά τε καὶ <lb/>φαῦλα· καὶ γὰρ ταῦτα ἂν εἴη τῇ
                        συνέσει τῶν ἀνδρῶν ἀκόλουθα. <lb/>ἀλλ’ ἡμεῖς γε σαφῶς ἴσμεν, ὡς ἕκαστον
                        ἔδεσμα <lb/>καταπίνεται μὲν πρῶτον εἰς τὴν γαστέρα, προκατείργασται <lb/>δὲ
                        ἐν αὐτῇ, μετὰ ταῦτα δὲ διὰ τῶν ἐξ ἥπατος αὐτῇ καθηκουσῶν <lb/>φλεβῶν
                        ἀναληφθὲν ἐργάζεται τοὺς ἐν τῷ σώματι χυμοὺς, <lb/>ἐξ ὧν τρέφεται <milestone unit="ed1page" n="350"/> τἄλλα μόρια πάντα, καὶ σὺν αὐτοῖς
                        <lb/>ἐγκέφαλός τε καὶ καρδία καὶ ἧπαρ, ἐν δὲ δὴ τῷ τρέφεσθαι <lb/>θερμότερα
                        σφῶν αὐτῶν γίγνεται ψυχρότερά τε καὶ ὑγρότερα <lb/>συνεξομοιούμενα τῇ
                        δυνάμει τῶν ἐπικρατούντων χυμῶν. ὡς <lb/>σωφρονήσαντες κᾂν νῦν γοῦν οἱ
                        δυσχεραίνοντες, τροφὴν <pb n="808"/> δύνασθαι τοὺς μὲν σωφρονεστέρους, τοὺς
                        δὲ ἀκολαστοτέρους <lb/>ἐργάζεσθαι, καὶ τοὺς μὲν ἀκρατεστέρους, τοὺς δὲ
                        <lb/>ἐγκρατεστέρους, καὶ θαρσαλέους, καὶ δειλοὺς, ἡμέρους τε <lb/>καὶ
                        πρᾴους, ἐριστικούς τε καὶ φιλονείκους, ἡκέτωσαν πρός <lb/>με μαθησόμενοι,
                        τίνα μὲν ἐσθίειν αὐτοὺς χρὴ, τίνα δὲ πίνειν. <lb/>εἴς τε γὰρ τὴν ἠθικὴν
                        φιλοσοφίαν ὀνήσονται μέγιστα, <lb/>καὶ πρὸς ταύτῃ κατὰ τὰς τοῦ λογιστικοῦ
                        δυνάμεις ἐπιδώσουσιν <lb/>εἰς ἀρετὴν, συνετώτεροι καὶ μνημονικώτεροι
                        γενόμενοι <lb/>καὶ φιλομαθέστεροι καὶ φρονιμώτεροι. πρὸς γὰρ <lb/>ταῖς
                        τροφαῖς καὶ τοῖς πόμασι καὶ τοὺς ἀνέμους αὐτοὺς διδάξω, <lb/>καὶ τὰς τοῦ
                        περιέχοντος κράσεις, ἔτι τε τὰς χώρας, <lb/>ὁποίας μὲν αἱρεῖσθαι προσήκει,
                        ὁποίας δὲ φεύγειν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="10"><p>Ἀναμνήσω δὲ πάλιν αὐτοὺς, κᾂν μὴ θέλωσιν, <lb/>ὡς ὁ Πλάτων αὐτὸς, ἀφ’ οὗ
                        παρονομάζουσιν ἑαυτοὺς, <lb/>οὐχ ἅπαξ ἢ δὶς, ἀλλὰ πολλάκις ἔγραψε περὶ
                        τούτων. <lb/>ὡσαύτως δ’ οὖν μοι ἀρκέσει προσθεῖναι κατὰ τὸν ἐνεστῶτα
                        <lb/>λόγον πρὸς τῷ περὶ τροφῆς ἐκ Τιμαίου καὶ ἐκ τοῦ δευτέρου <lb/>τῶν
                        νόμων, ὧν οἱ μὲν δύο περὶ οἴνου πόσεώς εἰσιν. <pb n="809"/> Ἆρ’ οὐ
                        νομοθετήσομεν, πρῶτον μὲν τοὺς παῖδας μέχρις <lb/>ἐτῶν ὀκτωκαίδεκα τὸ
                        παράπαν οἴνου μὴ γεύεσθαι, διδάσκοντες, <lb/>ὡς οὐ χρὴ πῦρ ἐπὶ πῦρ
                        ὀχετεύειν, εἴς τε τὸ σῶμα <lb/>καὶ τὴν ψυχὴν, πρὶν ἐπὶ τοὺς πόνους ἐγχειρεῖν
                        πορεύεσθαι, <lb/>τὴν ἐκμανῆ εὐλαβούμενοι ἕξιν τῶν νέων; μετὰ δὲ τοῦτο,
                        <lb/>οἴνου μὲν δεῖ γεύεσθαι τοῦ μετρίου μέχρι τριάκοντα ἐτῶν· <lb/>μέθης δὲ
                        καὶ πολυοινίας τοπαράπαν νέους ἀπέχεσθαι· <lb/>τεσσαράκοντα δὲ ἐπιβαίνοντα
                        ἐτῶν, ἐν τοῖς ξυσσιτίοις εὐωχηθέντα, <lb/>καλεῖν τούς τε ἄλλους θεοὺς καὶ δὴ
                        καὶ Διόνυσον <lb/>παρακαλεῖν εἰς τὴν τῶν πρεσβυτέρων τελετὴν ἅμα καὶ
                        <lb/>παιδιάν· ἣν τοῖς ἄλλοις ἀνθρώποις ἐπίκουρον τῆς τοῦ <lb/>γήρως
                        αὐστηρότητος ἐδωρήσατο τὸν οἶνον φάρμακον, ὥστε <lb/>ἀνίας καὶ δυσθυμίας
                        λήθην γίγνεσθαι, μαλακώτερον ἐκ <lb/>σκληροῦ τὸ τῆς ψυχῆς ἦθος, καθάπερ εἰς
                        πῦρ σίδηρον <lb/>ἐντεθέντα γιγνόμενον, καὶ οὕτως εὐπλαστότερον εἶναι. ἐκ
                        <lb/>ταύτης τῆς ῥήσεως μεμνῆσθαι ποιεῖ καλοὺς καὶ γενναίους <lb/>τοὺς
                        Πλατωνικοὺς, καὶ οὐ μόνον ἀφ’ ἧς λέλεκται περὶ πόσεως <lb/>οἴνου ἐκείνῳ,
                        ἀλλὰ καὶ περὶ τῆς ἡλικιῶν διαφορᾶς. <pb n="810"/> ἐμμανῆ μὲν γὰρ εἶναί φησι
                        τὴν τῶν μειρακίων φύσιν, αὐστηρὰν <lb/>δὲ καὶ δύσθυμον καὶ σκληρὰν τὴν τῶν
                        γερόντων, <lb/>οὐ δή που διὰ τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐτῶν, ἀλλὰ διὰ τὴν τοῦ
                        <lb/>σώματος ἔχουσαν κρᾶσιν, τὴν οὖσαν ἑκάστῃ τῶν ἡλικιῶν. <lb/>ἡ μὲν γὰρ
                        τῶν μειρακίων θερμὴ καὶ πολύαιμος, ἡ δὲ <lb/>τῶν γερόντων ὀλίγαιμός τε καὶ
                        ψυχρά. καὶ διὰ τοῦτό γε <lb/>αὖ τοῖς μὲν γέρουσιν ὠφέλιμος οἴνου πόσις,
                            <milestone unit="ed2page" n="458"/> εἰς <lb/>συμμετρίαν θερμασίας
                        ἐπανάγουσα τὴν ἐκ τῆς ἡλικίας ψυχρότητα, <lb/>τοῖς δ’ αὐξανομένοις
                        ἐναντιωτάτη. ζέουσαν γὰρ <lb/>αὐτῶν τὴν φύσιν καὶ σφοδρῶς κινουμένην
                        ὑπερθερμαίνει <lb/>τε καὶ εἰς ἀμέτρους τε καὶ σφοδρὰς ἐκμαίνει κινήσεις.
                        ἀλλὰ <lb/>Πλάτωνι μὲν καὶ ταῦτα καὶ ἄλλα πολλὰ κατὰ τὸ δεύτερον <lb/>τῶν
                        νόμων εἴρηται περὶ πόσεως οἴνου τοῖς βουλομένοις <lb/>ἀναγινώσκειν ὠφέλιμα.
                        μόνης δὲ ἐγὼ ἔτι μιᾶς αὐτοῦ ῥήσεως <lb/>μνημονεύσω κατὰ τὸ τέλος εἰρημένης
                        ἁπάντων τῶν <lb/>περὶ πόσεως λόγων, ἔνθαπερ εἴρηκε τὸν τῶν Καρχηδονίων
                        <lb/>λόγον. ἔχει δὲ ἡ ῥῆσις οὕτω. ἀλλ’ ἔτι μᾶλλον τῆς Κρητῶν <lb/>καὶ
                        Λακεδαιμονίων χρείας προσθείμην ἂν τῷ Καρχηδονίων <pb n="811"/> νόμῳ,
                        μηδέποτε μηδένα ἐπὶ στρατοπέδου γεύεσθαι τοῦ πόματος, <lb/>ἀλλ’ ὑδροποσίαις
                        συγγίγνεσθαι τοῦτον τὸν χρόνον <lb/>ἅπαντα· καὶ κατὰ πόλιν μήτε δούλους
                        γεύεσθαί ποτε, <lb/>μηδὲ ἄρχοντας τοῦτον τὸν ἐνιαυτὸν, ὃν ἂν ἄρχωσι, μήτ’
                        <lb/>αὖ κυβερνήτας, μήτε δικαστὰς ἐνεργοὺς ὄντας, οἴνου γεύεσθαι
                        <lb/>τοπαράπαν, μηδὲ ὅστις βουλευόμενος εἰς βουλὴν <lb/>ἀξίαν τινὰ λόγου
                        συνέρχεται, μηδέ γε μεθ’ ἡμέραν τοπαράπαν <lb/>μηδένα, εἰ μὴ σωμασκίας ἢ
                        νόσων ἕνεκα, μηδ’ <lb/>αὖ νύκτωρ, ὅταν ἐπινοῇ τις παῖδας ποιεῖσθαι ἀνὴρ ἢ
                        <lb/>γυνή. καὶ ἄλλα δὲ πολλὰ ἄν τις λέγοι, ἐν οἷς τοῖς γε νοῦν <lb/>τε καὶ
                        νόμον ἔχουσιν ὀρθὸν οὐ ποτέος οἶνος. ταῦτα τοῦ <lb/>Πλάτωνος εἰρηκότος, οὐκ
                        ἐπὶ τῶν νοσούντων σωμάτων, <lb/>ἀλλ’ ἐπὶ τῶν ἀμέμπτως ὑγιαινόντων, εἴ γε
                        ὑμῖν δοκοῦσιν, ὦ <lb/>γενναιότατοι Πλατωνικοὶ, στρατεύειν, καὶ ἄρχειν, καὶ
                        δοκιμάζειν, <lb/>καὶ κυβερνᾷν ναῦς οἱ πίνοντες ὑγιαίνοντες, ἀποκρίνεσθέ
                        <lb/>μοι τοὐντεῦθεν ἐρωτῶντι, πότερον οὐχ ὥσπερ τις <lb/>τύραννος ὁ ποθεὶς
                        οἶνος κελεύει τὴν ψυχὴν μήτε νοεῖν <lb/>ἀκριβῶς, ἃ πρόσθεν ἐνόει, μήτε
                        πράττειν ὀρθῶς, ἃ πρόσθεν <lb/>ἔπραττε, καὶ διὰ τοῦτο φυλάττεσθαί φησιν ὁ
                        Πλάτων ﻿<pb n="812"/> ὡς πολέμιον. εἰ γὰρ ἅπαξ εἴσω τοῦ σώματος ἀφίκοιτο,
                        καὶ <lb/>τὸν κυβερνήτην κωλύει, ὡς προσήκει, μεταχειρίζεσθαι τοὺς
                        <lb/>οἴακας τῆς ναὸς, καὶ τοὺς στρατευομένους σωφρονεῖν ἐν <lb/>ταῖς
                        παρατάξεσι, καὶ τοὺς δικαστὰς, ὁπότε οὖν δικαίους <lb/>χρὴ εἶναι, ποιεῖ
                        σφάλλεσθαι, καὶ πάντας τοὺς ἄρχοντας <lb/>ἄρχειν κακῶς, καὶ προστάττειν
                        οὐδὲν ὑγιές. ἡγεῖται γὰρ τὸν <lb/>οἶνον ἀτμῶν θερμῶν ὅλον τὸ σῶμα, καὶ
                        μάλιστα τὴν κεφαλὴν <lb/>πληροῦντα, κινήσεως μὲν ἀμετροτέρας αἴτιον
                        γίγνεσθαι τῷ <lb/>ἐπιθυμητικῷ μέρει τῆς ψυχῆς καὶ τῷ θυμοειδεῖ, βουλῆς
                        <lb/>δὲ προπετεστέρας τῷ λογιστικῷ. καὶ μὴν, εἴπερ οὕτως ἔχει <lb/>ταῦτα,
                        διὰ μέσης τῆς κράσεως αἱ εἰρημέναι τῆς ψυχῆς <lb/>ἐνέργειαι φαίνονται
                        βλαπτόμεναι, πινόντων ἡμῶν τὸν οἶνον, <lb/>ὥσπερ γε πάλιν ὠφελούμεναί τινες.
                        ἀλλὰ γὰρ καὶ τόθ’ <lb/>ὑμᾶς, ἐὰν βούλησθε, διδάξω καθ’ ἕτερον καιρὸν, ἐκ τοῦ
                        <lb/>θερμαίνειν ὅσα βλάπτειν τε καὶ ὠφελεῖν ἡμᾶς οἶνος πέφυκεν. <lb/>ἐν δὲ
                        τῷ παρόντι τὴν ἐν τῷ Τιμαίῳ ῥῆσιν παραγράψω, <lb/>καθ’ ἣν προσεῖπεν ὁ Πλάτων
                        οὕτως. ταύτῃ κακοὶ <lb/>πάντες ἢ καλοὶ διὰ δύο ἀκουσιώτατα γιγνόμεθα, ὧν
                        αἰτιᾶται <lb/>μὲν αἰεὶ τοὺς φυτεύοντας τῶν φυτευομένων μᾶλλον, <pb n="813"/>
                        καὶ τοὺς τρέφοντας τῶν τρεφομένων. ἐφεξῆς δέ φησι. πειρατέον <lb/>μὴ ὅπῃ τις
                        δύναται καὶ διὰ τροφῆς, καὶ δι’ ἐπιτηδευμάτων, <lb/>μαθημάτων τε φυγεῖν μὲν
                        κακίαν, τοὐναντίον <lb/>δὲ ἑλεῖν ἀρετήν· ὥσπερ γὰρ ἐπιτηδεύματα καὶ μαθήματα
                        <lb/>κακίας μὲν ἀναιρετικὰ, γεννητικὰ δὲ ἀρετῆς ἐστιν, οὕτω <lb/>καὶ ἡ
                        τροφή. λεγομένης ἐνίοτε τροφῆς ὑπ’ αὐτοῦ οὐ μόνον <lb/>τῆς ἐπὶ σιτίοις, ἀλλὰ
                        καὶ συμπάσης τῶν παίδων τῆς διαίτης. <lb/>οὐχ οἷόν τε οὖν φάναι κατὰ τὸ
                        δεύτερον σημαινόμενον <lb/>εἰρῆσθαι νῦν ὑπ’ αὐτοῦ τὴν τροφήν. οὐ γὰρ τοῖς
                        <lb/>παισὶν, ἀλλὰ τοῖς τελείοις ποιεῖν κελευόμενος, ἔφη πειρατέον <lb/>μὴ
                        ὅπῃ τις δύναται καὶ διὰ τροφῆς καὶ δι’ ἐπιτηδευμάτων, <lb/>μαθημάτων τε
                        φυγεῖν τὴν κακίαν, τοὐναντίον <lb/>δὲ ἑλεῖν ἀρετήν. <milestone unit="ed2page" n="459"/> ἐπιτηδεύματα οὖν λέγει τὰ κατὰ <lb/>γυμναστικὴν
                        καὶ μουσικὴν μαθήματα, τά τε κατὰ γεωμετρίαν <lb/>καὶ ἀριθμητικήν. τροφὴν
                        οὐκ ἄλλην τινὰ νοεῖν οἷόν <lb/>τε παρὰ τὴν ἐκ τῶν σιτίων, καὶ ῥοφημάτων, καὶ
                        πομάτων, <lb/>ἐξ ὧν ἐστι καὶ οἶνος, ὑπὲρ οὗ πολλὰ διῆλθεν ὁ Πλάτων <pb n="814"/> ἐν τῷ δευτέρῳ τῶν νόμων. ὅστις δὲ βούλεται καὶ χωρὶς <lb/>ἐμοῦ
                        γνῶναί τι περὶ πάσης τῆς ἐν ταῖς τροφαῖς δυνάμεως, <lb/>ἔνεστιν ἀναγινώσκειν
                        αὐτῷ τοὺς τρεῖς περὶ τοῦδε τῶν ἡμετέρων <lb/>ὑπομνήσεις, καὶ τὸ τέταρτον ἐπ’
                        αὐταῖς, περὶ εὐχυμίας <lb/>τε καὶ κακοχυμίας, οὗ μάλιστα χρῄζομεν εἰς
                            <milestone unit="ed1page" n="351"/> τὸ <lb/>παρόν. πολλὰ μὲν οὖν ἡ
                        κακοχυμία ταῖς τῆς ψυχῆς ἐνεργείαις <lb/>λυμαίνεται, σώζει δὲ ἀβλαβεῖς αὐτὰς
                        ἡ εὐχυμία. </p></div></div></body></text></TEI>