<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg027.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p>Νῦν δ’ οἷς ἐξ ἀρχῆς προὐθέμην, προσθήσω <lb/>τὰ λείποντα, τοσοῦτον ἔτι πάλιν
                        ἐπειπὼν, ὡς οὐχ οἷόν <lb/>τ’ ἐστὶ πάντα δεικνύειν ἐν ἅπασι, καὶ ὡς δυοῖν
                        οὐσῶν αἱρέσεων <lb/>ἐν φιλοσοφίᾳ κατὰ τὴν πρώτην τομὴν, (ἔνιοι μὲν <lb/>γὰρ
                        ἡνῶσθαι τὴν κατὰ τὸν κόσμον οὐσίαν ἅπασαν, ἔνιοι <lb/>δὲ διῃρῆσθαί φασι
                        κενοῦ παραπλοκῇ,) τὴν δευτέραν αἵρεσιν <lb/>ἐφωράσαμεν οὐκ ἀληθῆ δι’ ἐκείνων
                        τῶν ἐλέγχων, οὓς <lb/>ἐν τῷ περὶ τῶν καθ’ Ἱπποκράτην στοιχείων ἐγράψαμεν.
                        <lb/>πρὸς δὲ τὸν παρόντα λόγον ὑπόθεσιν λαβόντες ἀλλοιοῦσθαι <lb/>τὴν οὐσίαν
                        ἡμῶν, καὶ τὴν κρᾶσιν αὐτῆς ἐν ὁμοιομερεῖ ἐργάζεσθαι <lb/>τὸ φυσικὸν σῶμα,
                        τὴν τῆς ψυχῆς οὐσίαν ἐδείξαμεν <lb/>κατὰ τὴν κρᾶσιν συνισταμένην, ἐάν γε μή
                        τις αὐτὴν <lb/>ὑπόθηται, καθάπερ ὁ Πλάτων, ἀσώματον ὑπάρχειν, ἄνευ <lb/>τοῦ
                        σώματος εἶναι δυναμένην. ὑποθεμένοις δὲ τοῦτο τὸ <lb/>ὑπὸ τῆς τοῦ σώματος
                        κράσεως ἐνεργεῖν κωλύεσθαι τὰς οἰκείας <lb/>ἐνεργείας ἱκανῶς μὲν ἤδη
                        δέδεικται, προστεθήσονται <lb/>δὲ καὶ ἄλλαι τινὲς ἀποδείξεις. ἀλλὰ νῦν γε
                        καὶ τούτου τοῦ <pb n="786"/> τρόπου εἰρημένου, τὸν περὶ τῶν κράσεων λόγον
                        προσθεῖναι <lb/>δοκεῖ μοι βέλτιον εἶναι. δυνήσονται γὰρ λέγειν οἱ τὴν ψυχὴν
                        <lb/>εἶδος εἶναι τοῦ σώματος ἡγούμενοι, τὴν συμμετρίαν τῆς <lb/>κράσεως, οὐ
                        τὴν ξηρότητα, συνετωτέραν αὐτὴν ἐργάζεσθαι, <lb/>καὶ ταύτῃ διαφωνήσουσι τοῖς
                        ἡγουμένοις, ὅσῳ περ ἂν ἡ <lb/>κρᾶσις γίνηται ξηροτέρα, τοσούτῳ καὶ τὴν ψυχὴν
                        ἀποτελεῖσθαι <lb/>ξυνετωτέραν, ἀλλ’ εἰ καὶ ξηρότητα μὴ ξυγχωρῆσαι
                        <lb/>ἐναντίαν εἶναι συνέσεως, εἴ γε μὴν ὑφ’ Ἡρακλείτου. καὶ <lb/>γὰρ οὗτος
                        οὕτως εἶπεν, αὐγὴ ξηρὴ, ψυχὴ σοφωτάτη, τὴν <lb/>ξηρότητα πάλιν ἀξιῶν εἶναι
                        συνέσεως αἰτίαν. τὸ γὰρ τῆς <lb/>αὐγῆς ὄνομα τοῦτ’ ἐνδείκνυται, καὶ βελτίονά
                        γε δόξαν ταύτην <lb/>εἶναι νομιστέον, ἐννοήσαντας καὶ τοὺς ἀστέρας
                        αὐγοειδεῖς <lb/>τε ἅμα καὶ ξηροὺς ὄντας ἄκραν σύνεσιν ἔχειν. εἰ γὰρ <lb/>μή
                        τις αὐτοῖς ὑπάρχειν τοῦτο φαίη, δόξει τῆς τῶν θεῶν <lb/>ὑπεροχῆς ἀναίσθητος
                        εἶναι. διὰ τί τοίνυν εἰς ἔσχατον ἀφικνούμενοι <lb/>γῆρας παρεληρήθησαν οὐκ
                        ὀλίγοι, τῆς τοῦ γήρως <lb/>ἡλικίας ἐπιδεδειγμένης εἶναι ξηρᾶς; οὐ διὰ τὴν
                        ξηρότητα <lb/>φήσομεν, ἀλλὰ διὰ τὴν ψυχρότητα· φανερῶς γὰρ ﻿<pb n="787"/>
                        αὕτη πᾶσι τοῖς ἔργοις τῆς ψυχῆς λυμαίνεται. ἀλλὰ ταῦτα <lb/>μὲν, εἰ καὶ
                        πάρεργά ἐστιν, ἀλλ’ ἐναργῶς τῆς προκειμένης νῦν <lb/>ἡμῖν πραγματείας
                        ἐνδείκνυται τὰ τῆς ψυχῆς ἔργα καὶ πάθη <lb/>ταῖς τοῦ σώματος ἑπόμενα
                        κράσεσιν. εἰ μὲν εἴδους ἐστὶν <lb/>ὁμοιομεροῦς σώματος ἡ ψυχὴ, τὴν ἀπόδειξιν
                        ἐξ αὐτῆς τῆς <lb/>οὐσίας ἕξομεν ἐπιστημονικωτάτην· εἰ δ’ ὑποθώμεθα ταύτην
                        <lb/>ἀθάνατον εἶναι, φύσιν ἰδίαν ἔχουσαν, ὃ Πλάτων ἔλεγεν, <lb/>ἀλλὰ τό γε
                        δεσπόζεσθαι καὶ δουλεύειν τῷ σώματι, καὶ <lb/>κατ’ αὐτὸν ἐκεῖνον
                        ὁμολογεῖται, διά τε τὴν τῶν βρεφῶν <lb/>ἄνοιαν καὶ τὴν τῶν ἐν γήρᾳ
                        ληρούντων, ἔτι τε τῶν εἰς <lb/>παραφροσύνην, ἢ μανίαν, ἢ ἐπιλησμοσύνην, ἢ
                        ἄνοιαν ἀφικνουμένων <lb/>ἐπὶ φαρμάκων δόσεσιν, ἤ τισιν ἐν τῷ σώματι
                        <lb/>γεννηθεῖσι <milestone unit="ed1page" n="347"/> μοχθηροῖς χυμοῖς. ἄχρι
                        μὲν γὰρ τοῦ λήθην, <lb/>ἢ ἄνοιαν, ἢ ἀκινησίαν, ἢ ἀναισθησίαν ἕπεσθαι τοῖς
                        <lb/>εἰρημένοις, ἐμποδίζεσθαι φαίη τις ἂν αὐτὴν ἐνεργεῖν αἷς <lb/>ἔχει φύσει
                        δυνάμεσιν· ὅταν δὲ οἴηται βλέπειν τὰ μὴ βλεπόμενα, <lb/>καὶ ἀκούειν ἃ μηδεὶς
                        ἐφθέγξατο, καὶ φθέγγηταί τι <pb n="788"/> τῶν αἰσχρῶν, ἢ ἀποῤῥήτων, ἢ ὅλως
                        ἀνοήτων, οὐ μόνον <lb/>ἀπωλείας ἐστὶ τεκμήριον ὧν εἶχε δυνάμεων ἡ ψυχὴ
                        συμφύτων, <lb/>ἀλλὰ τῆς τῶν ἐναν<milestone unit="ed2page" n="451"/>τίων
                        ἐπεισόδου. τοῦτο μὲν <lb/>οὖν ἤδη καὶ ὑποψίαν τινὰ ἀφαιρεῖ μεγάλην ὅλῃ τῇ
                        τῆς <lb/>ψυχῆς οὐσίᾳ, μὴ οὐκ ἀσώματος ᾖ. πῶς γὰρ ἂν ὑπὸ τῆς <lb/>τοῦ σώματος
                        κοινωνίας εἰς τὴν ἐναντίαν ἑαυτῆς φύσιν ἀχθείη <lb/>μήτε ποιότης τις οὖσα
                        τοῦ σώματος, μήτ’ εἶδος, μήτε πάθος, <lb/>μήτε δύναμις; ἀλλὰ τοῦτο μὲν
                        ἐάσωμεν, ἵνα μὴ τὸ <lb/>πάρεργον ἡμῖν γένηται αὖ πολὺ μεῖζον ἔργου οὗ
                        προὐθέμεθα. <lb/>οὐδ’ ὑπὸ τῶν τοῦ σώματος κακῶν δυναστεύεσθαι <lb/>τὴν ψυχὴν
                        ἐναργῶς ἐν μελαγχολίαις, καὶ φρενίτισιν, καὶ <lb/>μανίαις φαίνεται. τὸ μὲν
                        γὰρ ἀγνοῆσαι διὰ νόσημα σφᾶς <lb/>τε αὐτοὺς καὶ τοὺς ἐπιτηδείους, ὅπερ ὅ τε
                        Θουκυδίδης ἐκβῆναι <lb/>πολλοῖς φησιν, ἔν τε τῇ λοιμώδει νόσῳ τῇ νῦν
                        <lb/>γενομένῃ ἔτεσιν οὐ πολλοῖς, ἣν καὶ ἡμεῖς ἐθεασάμεθα, <lb/>παραπλήσιον
                        εἶναι δόξει τῷ μὴ βλέπειν διὰ λήμην, ἢ ὑπόχυσιν, <lb/>οὐδὲν αὐτῆς τῆς
                        ὀπτικῆς δυνάμεως πεπονθυίας. <pb n="789"/> τὸ δ’ ἀνθ’ ἑνὸς τρία βλέπειν
                        αὐτῆς τῆς ὀπτικῆς δυνάμεώς <lb/>ἐστι μέγιστον πάθος, ὃ τῷ φρενιτίζειν
                        ἔοικεν. </p></div></div></body></text></TEI>