<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg027.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><p>Ἆρ’ οὖν ὑπὸ μὲν τῆς κατὰ τὸ θερμόν τε <lb/>καὶ ψυχρὸν κράσεως ὑπαλλάττεσθαι
                        πεφύκασιν αἱ δυνάμεις <lb/>τῆς ψυχῆς, ὑπὸ δὲ τῆς κατὰ τὸ ξηρόν τε καὶ ὑγρὸν
                        <lb/>οὐδὲν πάσχειν; καὶ μὴν τούτου πολλὰ τεκμήρια κατά τε <lb/>φάρμακα καὶ
                        τὴν ὁσημέραι δίαιταν ἔχομεν, ἃ τάχ’ ἂν <lb/>ἐφεξῆς εἴποιμι σύμπαντα πρότερον
                        ἀναμνήσας ὧν ὁ Πλάτων <lb/>ἔγραψε λόγων ὑπὸ τῆς τοῦ σώματος ὑγρότητος εἰς
                        λήθην <lb/>ἔρχεσθαι τὴν ψυχὴν ὧν πρότερον ἠπίστατο, πρὶν ἐνδεθῆναι <lb/>τῷ
                        σώματι. λέγει γὰρ ᾧδέ πως αὐτοῖς ῥήμασιν ἐν <lb/>Τιμαίῳ, κατ’ ἐκεῖνο τὸ
                        χωρίον τοῦ συγγράμματος, ἔνθα <lb/>φησὶ τοὺς θεοὺς δημιουργῆσαι τὸν
                        ἄνθρωπον, ἐνδόντας τὴν <lb/>ἀθάνατον ψυχὴν εἰς ἐπίῤῥυτον σῶμα καὶ ἀπόῤῥυτον,
                        εὔδηλον <lb/>ὅτι τὴν ὑγρότητα τῆς βρεφῶν οὐσίας αἰνιττόμενος. <lb/>ἐφεξῆς
                        γοῦν τούτοις τάδε φησίν· Αἱ δὲ εἰς ποταμὸν ἐνδεθεῖσαι <lb/>πολὺν οὔτ’
                        ἐκρατοῦντο, καὶ βίᾳ ἐφέροντό τε καὶ <lb/>ἔφερον. καὶ μετ’ ὀλίγα πάλιν·
                        Πολλοῦ γὰρ ὄντος τοῦ κατακλύζοντος <lb/>καὶ ἀποῤῥέοντος κύματος, ὃ τὴν
                        τροφὴν παρεῖχεν, <pb n="781"/> ἔτι μείζονα θόρυβον ἀπειρ<milestone unit="ed1page" n="346"/>γάζετο τὰ προσπίπτοντα τῶν <lb/>παθημάτων
                        ἑκάστοις. καὶ μέντοι καὶ διέλθωμεν αὐτὰ πάλιν. <lb/>ἐφεξῆς γάρ φησι· Διὰ δὴ
                        ταῦτα πάντα τὰ πάθη κατ’ <lb/>ἀρχὰς ἡ ψυχὴ γίνεται τὸ πρῶτον, ὅταν εἰς σῶμα
                        ἐνδεθῇ <lb/>θνητὸν, ὅταν δὲ τὸ τῆς αὐξήσεως καὶ πρὸς ἔλαττον ἐπῇ <lb/>ῥεῦμα,
                        πάλιν δὲ περίοδοι λαμβανόμεναι γαλήνης τὴν ἑαυτῶν <lb/>ὁδὸν ἴασι, καὶ
                        καθιστῶνται μᾶλλον ἐπιόντος τοῦ χρόνου. <lb/>τότε ἤδη πρὸς τὸ κατὰ φύσιν
                        ἰόντων σχῆμα ἑκάστου <lb/>τῶν κύκλων αἱ περιφοραὶ κατευθυνόμεναι, τό τε
                        θάτερον <lb/>καὶ τὸ ταὐτὸν προσαγόμεναι κατ’ ὀρθὸν, εὔφρονα τὸν ἔχοντα
                        <lb/>αὐτὰς γινόμενον ἀποτελοῦσιν. ὅταν, φησὶ, τὸ τῆς αὐξήσεως καὶ
                        <lb/>τροφῆς ἔλαττον ἐπῇ ῥεῦμα, τὴν ὑγρότητα δηλονότι λέγων, <lb/>τὴν
                        ἔμπροσθεν ὑπ’ αὐτοῦ εἰρημένην τῆς κατὰ ψυχὴν ἀνοίας <lb/>αἰτίαν γινομένην,
                        ὡς τῆς μὲν ξηρότητος εἰς σύνεσιν, τῆς δ’ <lb/>ὑγρότητος εἰς ἄνοιαν ἀγούσης
                        τὴν ψυχήν. <milestone unit="ed2page" n="449"/> ἀλλ’ εἴπερ <lb/>ὑγρότης μὲν
                        ἄνοιαν ἐργάζεται, ξηρότης δὲ σύνεσιν, ἡ μὲν ἄκρα <lb/>ξηρότης ἄκραν
                        ἐργάζεται σύνεσιν, ἡ δ’ ἐπίμικτος ὑγρότης τοσοῦτον <lb/>ἀφαιρήσει τῆς
                        τελείας συνέσεως, ὅσον ἐκοινώνησεν ὑγρότητος. ﻿<pb n="782"/> τίνος οὖν ἦν
                        τοῦ ζώου τοιοῦτόνδε σῶμα, τίνος ἄμοιρον ὑγρότητος, <lb/>ὥσπερ τὰ τῶν ἄστρων;
                        οὐδενὸς οὐδ’ ἐγγύς. ὥστε <lb/>οὐδὲ συνέσεως ἄκρας ἐγγύς ἐστι σῶμα θνητοῦ
                        ζώου, πάντα <lb/>δ’, ὥσπερ ὑγρότητος, οὕτω καὶ ἀνοίας μετέχει. ὁπότ’ οὖν
                        <lb/>τὸ λογικὸν τῆς ψυχῆς μονοειδῆ οὐσίαν ἔχον τῇ τοῦ σώματος <lb/>κράσει
                        συμμεταβάλλεται, τί χρὴ νομίσαι πάσχειν τὸ θνητὸν <lb/>εἶδος αὐτῆς; ἢ δῆλον,
                        ὅτι πάντη δουλεύειν τῷ σώματι; <lb/>ἄμεινον δὲ φάναι, μὴ δουλεύειν, ἀλλ’
                        αὐτὸ δὴ τοῦτ’ εἶναι <lb/>τὸ θνητὸν τῆς ψυχῆς, τὴν κρᾶσιν τοῦ σώματος.
                        ἐδείχθη <lb/>γὰρ ἔμπροσθεν ἡ θνητὴ ψυχὴ κρᾶσις οὖσα τοῦ σώματος. <lb/>ἡ μὲν
                        οὖν τῆς καρδίας κρᾶσις τὸ θυμοειδές ἐστι τῆς ψυχῆς, <lb/>ἡ δὲ τοῦ ἥπατος τὸ
                        καλούμενον ὑπὸ τοῦ Πλάτωνος <lb/>μὲν ἐπιθυμητικὸν, θρεπτικὸν δὲ καὶ φυτικὸν
                        ὑπὸ τοῦ <lb/>Ἀριστοτέλους. Ἀνδρόνικον δὲ τὸν Περιπατητικὸν, ὅτι <lb/>μὲν
                        ὅλως ἐτόλμησεν ἀποφήνασθαι τὴν οὐσίαν τῆς ψύχης <lb/>ὡς ἐλεύθερος ἀνὴρ ἄνευ
                        τοῦ περιπλέκειν ἀσαφῶς, <lb/>ἐπαινῶ τε πάνυ καὶ ἀποδέχομαι τὴν φράσιν τοῦ
                        ἀνδρός· <lb/>εὑρίσκω γὰρ αὐτὸν καὶ κατ’ ἄλλα πολλὰ τοιοῦτον. <pb n="783"/>
                        ὅτι δέ τοι κρᾶσιν εἶναί φησιν, ἢ δύναμιν ἑπομένην τῇ <lb/>κράσει, καὶ
                        μέμφομαι τῇ προσθήκῃ τῆς δυνάμεως. ἡ γάρτοι <lb/>ψυχὴ πολλὰς ἔχει δυνάμεις,
                        οὐσία τις οὖσα, καὶ <lb/>τοῦτο ὀρθῶς Ἀριστοτέλει λέλεκται, καὶ πρόσθεν τοῦτο
                        <lb/>διώρισται καλῶς ἡ ὁμωνυμία. λεγομένης γὰρ οὐσίας, καὶ <lb/>τῆς ὕλης,
                        καὶ τοῦ εἴδους, καὶ τοῦ συναμφοτέρου, τὴν κατὰ <lb/>τὸ εἶδος οὐσίαν
                        ἀπεφήνατο ψυχὴν ὑπάρχειν, οὐκ ἐγχωρῶν <lb/>λέγειν ἄλλο τι παρὰ τὴν κρᾶσιν,
                        ὡς ὀλίγον ἔμπροσθεν <lb/>ἐδείκνυτο. ἐν ταὐτῷ δὲ γένει τῆς οὐσίας καὶ ἡ τῶν
                        Στωϊκῶν <lb/>περιέχεται δόξα. πνεῦμα μὲν γάρ τι τὴν ψυχὴν εἶναι
                        <lb/>βούλονται, καθάπερ καὶ τὴν φύσιν, ἀλλ’ ὑγρότερον μὲν <lb/>καὶ
                        ψυχρότερον τὸ τῆς φύσεως, ξηρότερον δὲ καὶ θερμότερον <lb/>τὸ τῆς ψυχῆς.
                        ὥστε καὶ τοῦθ’ ὕλη μέν τις οἰκεία τῆς <lb/>ψυχῆς ἐστι τὸ πνεῦμα, τὸ δὲ τῆς
                        ὕλης εἶδος ἤτοι κράσεως, <lb/>ἐν συμμετρίᾳ γιγνομένης τῆς ἀερώδους τε καὶ
                        πυρώδους οὐσίας. <lb/>οὔτε γὰρ ἀέρα μόνον οἷόν τε φάναι τὴν ψυχὴν, οὔτε
                        <lb/>πῦρ, ὅτι μήτε ψυχρὸν ἄκρως ἐμφανῇ γίγνεσθαι ζώου σῶμα, <pb n="784"/>
                        μήτε ἄκρως θερμὸν, ἀλλὰ μηδὲ ἐπικρατούμενον ὑπὸ θατέρου <lb/>κατὰ μεγάλην
                        ὑπεροχὴν, ὅπου γε, κᾀν βραχεῖ πλεῖον <lb/>γένηται τοῦ συμμέτρου, πυρέττει
                        μὲν τὸ ζῶον ἐν ταῖς τοῦ <lb/>πυρὸς ἀμέτροις ὑπεροχαῖς, καταψύχεται δὲ καὶ
                        πελιδνοῦται <lb/>καὶ δυσαίσθητον ἢ παντελῶς ἀναίσθητον γίνεται κατὰ <lb/>τὰς
                        τοῦ ἀέρος κράσεις. οὗτος γὰρ αὐτὸς, ὅσον μὲν ἐφ’ <lb/>ἑαυτῷ, ψυχρός ἐστιν,
                        ἐκ δὲ τῆς πρὸς τὸ πυρῶδες στοιχεῖον <lb/>ἐπιμιξίας εὔκρατος γίνεται. δῆλον
                        οὖν ἤδη σοι γέγονεν, <lb/>ὡς ἡ τῆς ψυχῆς οὐσία κατὰ ποιὰν κρᾶσιν ἀέρος τε
                        <lb/>καὶ πυρὸς γίνεται κατὰ τοὺς Στωϊκοὺς, καὶ συνετὸς μὲν ὁ <lb/>Χρύσιππος
                        ἀπείργασται διὰ τὴν τούτων εὔκρατον μίξιν, οἱ <lb/>δὲ Ἱπποκράτους υἱεῖς, οὓς
                        ἐπὶ μωρίᾳ σκώπτουσιν οἱ κωμικοὶ, <lb/>διὰ τὴν ἄμετρον θέρμην. ἴσως οὖν τις
                        ἐρεῖ, μήτε Χρύσιππον <lb/>ἐπαινεῖσθαι δεῖν ἐπὶ συνέσει, μήτ’ ἐκείνους ἐπὶ
                        μωρίᾳ <lb/>ψέγεσθαι. παραπλησίως δὲ καὶ εἰς τὰ τοῦ θυμοειδοῦς <lb/>ἔργα καὶ
                        πάθη μήτε τοὺς εὐτόλμους ἐπαινεῖσθαι χρῆν, <lb/>μήτε τοὺς ἀτόλμους ψέγεσθαι.
                        περὶ μὲν οὖν τούτων ὀλίγον <lb/>πρόσθεν ἐπισκεψόμεθα. </p></div></div></body></text></TEI>