<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg027.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><p>Ὅτι μὲν οὖν τρία τῆς ψυχῆς ἐστιν εἴδη, καὶ <lb/>ὁ Πλάτων βούλεται ταῦτα, δι’
                        ἑτέρων ἐπιδέδεικται, καθάπερ <lb/>γε καὶ ὅτι τὸ μὲν ἐν ἥπατι, τὸ δὲ ἐν
                        καρδίᾳ, τὸ δὲ <lb/>ἐν ἐγκεφάλῳ καθίδρυται. ὅτι δὲ ἐκ τούτων τῶν εἰδῶν τε <pb n="773"/> καὶ μερῶν τῆς ὅλης ψυχῆς τὸ λογιστικὸν ἀθάνατόν ἐστι,
                        <lb/>Πλάτων μὲν φαίνεται πεπεισμένος· ἐγὼ δὲ, οὔθ’ ὡς ἔστιν, <lb/>οὔθ’ ὡς
                        οὐκ ἔστιν, ἔχω διατείνασθαι πρὸς αὐτόν. πρῶτον <lb/>οὖν ἐπισκεψώμεθα περὶ
                        τῶν ἐν καρδίᾳ καὶ ἥπατι τῆς <lb/>ψυχῆς εἰδῶν, ἃ κᾀκείνῳ κᾀμοὶ συνωμολόγηται
                        φθείρεσθαι <lb/>κατὰ τὸν θάνατον. ἔχοντος δὲ ἰδίαν οὐσίαν ἑκατέρου τῶν
                        <lb/>σπλάγχνων, ἥτις μέν ἐστιν ἀκριβῶς αὕτη, μηδέπω ζητῶμεν,
                        <lb/>ἀναμνησθῶμεν δὲ περὶ τῆς κοινῆς ἁπάντων σωμάτων <lb/>συστάσεως. ἐκ
                        δυοῖν γὰρ ἀρχῶν ἡμῖν ἐδείχθη σύνθετος <lb/>ὑπάρχειν, ὕλης μὲν ἀποίου κατ’
                        ἐπίνοιαν, ἐχούσης δὲ ἐν <lb/>αὑτῇ ποιοτήτων τεττάρων κρᾶσιν, θερμότητος,
                        ψυχρότητος, <lb/>ὑγρότητος, ξηρότητος. ἐκ τούτων καὶ χαλκὸς, καὶ
                        <lb/>σίδηρος, καὶ χρυσὸς, ἥ τε σὰρξ, νεῦρά τε καὶ χόνδρος, <lb/>καὶ πιμελὴ,
                        καὶ πάνθ’ ἁπλῶς τὰ πρωτόγονα μὲν ὑπὸ <lb/>Πλάτωνος, ὁμοιομερῆ δ’ ὑπ’
                        Ἀριστοτέλους ὀνομαζόμενα <lb/>γέγονεν. ὥστε, εἴγε αὐτὸς οὗτος Ἀριστοτέλης
                        εἶδος εἶναι <lb/>τοῦ σώματος εἴπῃ τὴν ψυχὴν, ἐρωτητέον αὐτὸν ἢ τούς <lb/>γ’
                        ἀπ’ αὐτοῦ, ποτέραν τὴν μορφὴν εἶδος εἰρῆσθαι πρὸς <pb n="774"/> αὐτοῦ
                            νο<milestone unit="ed1page" n="345"/>μίσομεν, ὥσπερ ἐν τοῖς ὀργανικοῖς
                        σώμασιν, <lb/>ἢ τὴν ἑτέραν ἀρχὴν τῶν φυσικῶν σωμάτων, σῶμα δημιουργήσασαν,
                        <lb/>ὅπερ ὁμοιομερές ἐστι καὶ ἁπλοῦν, ὡς πρὸς αἴσθησιν <lb/>οὐκ ἔχον
                        ὀργανικὴν σύνθεσιν. ἀποκρινοῦνται γὰρ <lb/>ἐξ ἀνάγκης τὴν ἑτέραν ἀρχὴν τῶν
                        φυσικῶν σωμάτων, εἴ γε <lb/>δὴ τούτων εἰσὶ πρώτως ἐνέργειαι. δέδεικται γὰρ
                        τοῦθ’ ἡμῖν <lb/>ἑτέρωθι, καὶ νῦν, ἂν δεήσῃ, πάλιν εἰρήσεται. καὶ μὴν
                        <lb/>εἴπερ ἐξ ὕλης τε καὶ εἴδους ἅπαντα συνέστηκε τὰ τοιαῦτα <lb/>σώματα,
                        δοκεῖ δὲ καὶ αὐτῷ τῷ Ἀριστοτέλει, τῶν τεττάρων <lb/>ποιοτήτων ἐγγινομένων τῇ
                        ὕλῃ τῶν φυσικῶν, γίγνεσθαι <lb/>σωματικὴν ἐκ τούτων κρᾶσιν, ἀναγκαῖον αὐτὸ
                        τίθεσθαι τὸ <lb/>εἶδος, ὥστε πως καὶ ἡ τῆς ψυχῆς οὐσία κρᾶσις ἔσται τῶν
                        <lb/>τεττάρων, εἴπερ ποιοτήτων ἐθέλεις λέγειν, ὑγρότητός τε <lb/>καὶ
                        ξηρότητος, καὶ ψυχρότητος καὶ θερμότητος, ἤτοι σωμάτων, <lb/>ὑγροῦ, καὶ
                        θερμοῦ, καὶ ψυχροῦ, καὶ ξηροῦ, τῇ <lb/>δὲ τῆς ψυχῆς οὐσίᾳ τὰς δυνάμεις αὐτῆς
                        δεικνύναι ἑπομένας, <lb/>εἴ γε καὶ τὰς ἐνεργείας. εἰ μὲν οὖν καὶ τὸ
                        λογιζόμενον <lb/>εἶδος τῆς ψυχῆς ᾖ, θνητὸν ἔσται· καὶ γὰρ καὶ αὐτὸ <pb n="775"/> κρᾶσίς τις ἐγκεφάλῳ, <milestone unit="ed2page" n="447"/> καὶ
                        πάνθ’ οὕτω τὰ τῆς ψυχῆς <lb/>εἴδη τε καὶ μέρη τὰς δυνάμεις ἑπομένας ἕξει τῇ
                        κράσει, <lb/>καὶ ἔσται τοιαύτη ἡ τῆς ψυχῆς οὐσία. εἰ δ’ ἀθάνατός <lb/>ἐστιν,
                        ὡς Πλάτων βούλεται, διὰ τί χωρίζεται, ψυχθέντος <lb/>σφοδρῶς, ἢ
                        ὑπερθερμανθέντος, ἢ ὑπερξηρανθέντος, <lb/>ἢ ὑπερυγρανθέντος τοῦ ἐγκεφάλου,
                        καλῶς ἂν ἐπεποιήκει <lb/>γράψας αὐτὸς, ὥσπερ καὶ τἄλλα τὰ κατ’ αὐτὴν ἔγραψε.
                        <lb/>γίνεται γὰρ ὁ θάνατος κατὰ τὸν Πλάτωνα, χωριζομένης <lb/>τῆς ψυχῆς ἀπὸ
                        τοῦ σώματος. διὰ τί δὲ αὐτὴν κένωσις αἵματος <lb/>χωρίζει πολλὴ, καὶ κώνειον
                        ποθὲν, καὶ πυρετὸς διακαὴς, <lb/>εἰ μὲν ὁ Πλάτων ἔζη, παρ’ ἐκείνου πάντως ἂν
                        <lb/>ἠξίωσα μαθεῖν. ἐπεὶ δ’ οὔτ’ ἐκεῖνός ἐστιν ἔτι, καὶ τῶν <lb/>Πλατωνικῶν
                        διδασκάλων οὐδεὶς οὐδεμίαν αἰτίαν ἐδιδάξατό <lb/>με, δι’ ἣν ὑφ’ ὧν εἶπον ἡ
                        ψυχὴ τοῦ σώματος ἀναγκάζεται <lb/>χωρίζεσθαι, τολμῶ λέγειν αὐτὸς, ὡς οὐ πᾶν
                        εἶδος σώματος <lb/>ἐπιτήδειόν ἐστιν ὑποδέξασθαι τὴν λογιστικὴν ψυχήν.
                        ἀκόλουθον <lb/>γὰρ ὁρῶ τοῦτο τῷ περὶ ψυχῆς δόγματι τοῦ Πλάτωνος, <pb n="776"/> ἀπόδειξίν γε μὴν οὐδεμίαν ἔχω λέγειν αὐτοῦ διὰ <lb/>τὸ μὴ γινώσκειν με
                        τὴν οὐσίαν τῆς ψυχῆς ὁποία τίς ἐστιν, <lb/>ἐκ τοῦ γένους τῶν ἀσωμάτων
                        ὑποθεμένων ἡμῶν ὑπάρχειν <lb/>αὐτήν. ἐν μὲν γὰρ σώματι τὰς κράσεις ὁρῶ
                        πάμπολύ τε <lb/>διαφερούσας ἀλλήλων καὶ παμπόλλας οὔσας. ἀσωμάτου δ’
                        <lb/>οὐσίας αὐτῆς καθ’ ἑαυτὴν εἶναι δυναμένης, οὐκ οὔσης δὲ <lb/>ποιότητος,
                        ἢ εἴδους σώματος, οὐδεμίαν νοῶ διαφορὰν, <lb/>καίτοι πολλάκις ἐπισκεψάμενός
                        τε καὶ ζητήσας ἐπιμελῶς, <lb/>ἀλλ’ οὐδὲ πῶς οὐδὲν οὖσα τοῦ σώματος εἰς ὅλον
                        αὐτὸ <lb/>δύναιτ’ ἂν ἐκτείνεσθαι. τούτων μὲν οὐδὲν οὐδ’ ἄχρι φαντασίας
                        <lb/>ἐννοῆσαι δεδύνημαι, καίτοι προθυμηθεὶς χρόνῳ <lb/>παμπόλλῳ. γινώσκω δ’
                        ἐκεῖνο ἐναργῶς φαινόμενον, ὡς ἡ <lb/>μὲν τοῦ αἵματος κένωσις καὶ ἡ τοῦ
                        κωνείου πόσις καταψύχουσι <lb/>τὸ σῶμα, πυρετὸς δὲ σφοδρὸς ὑπερθερμαίνει.
                        <lb/>καὶ πάλιν ἐρῶ ταὐτὸν, διὰ τί ψυχόμενον ἢ ὑπερθερμαινόμενον <lb/>τὸ σῶμα
                        καταλείπει τελέως ἡ ψυχὴ, πολλὰ ζητήσας <lb/>οὐχ εὗρον, ὥσπερ γε οὐδὲ, διὰ
                        τί χολῆς μὲν ξανθῆς ﻿<pb n="777"/> ἐν ἐγκεφάλῳ πλεοναζούσης εἰς παραφροσύνην
                        ἑλκόμεθα, <lb/>διὰ τί δὲ τῆς μελαίνης εἰς μελαγχολίαν, διὰ τί δὲ τὸ
                        <lb/>φλέγμα καὶ ὅλως τὰ ψυκτικὰ παραίτια ληθάργοις, ἐξ ὧν <lb/>καὶ μνήμης,
                        καὶ συνέσεως βλάβαις ἁλισκόμεθα. καὶ μέντοι <lb/>καὶ διὰ τιμωρίαν αὐτὴν
                        ἐργάζεται κώνειον ποθὲν, ᾧ <lb/>καὶ τοὔνομα ἔνθεν παρώνυμον ἀπὸ τοῦ πάθους,
                        ὃ πάσχον <lb/>ὁρῶ ὑπ’ αὐτοῦ τὸ σῶμα. λύπης δὲ ἁπάσης καὶ δυσθυμίας
                        <lb/>κουφίζει σαφῶς οἶνος πινόμενος· ἑκάστης γὰρ ἡμέρας <lb/>τούτῳ χρώμεθα.
                        καὶ Ζήνων, ὥς φασιν, ἔλεγεν, ὅτι καθάπερ <lb/>οἱ πικροὶ θέρμοι βρεχόμενοι τῷ
                        ὕδατι γίνονται γλυκεῖς, <lb/>οὕτω καὶ αὐτὸν ὑπ’ οἴνου διατίθεσθαι. φασὶ δὲ
                        καὶ <lb/>τὴν οἰνοπίαν ῥίζαν ἔτι καὶ μᾶλλον ἐργάζεσθαι τοῦτο, καὶ <lb/>ταύτην
                        εἶναι τὸ τῆς Αἰγυπτίας ξένης φάρμακον, ὅ φησιν ὁ ποιητής·</p><lg><l>Αὐτίκ’ ἄρ’ εἰς οἶνον βάλε φάρμακον, ἔνθεν ἔπινον,</l><l>Νηπενθές τ’ ἄχολόν τε κακῶν ἐπίληθον ἁπάντων.</l></lg><p>ἡ μὲν οὖν οἰνοπία ῥίζα χαιρέτω· δεόμεθα γὰρ αὐτῆς οὐδὲν <pb n="778"/> εἰς τὸν
                        λόγον, ὁρῶντες ὁσημέραι τὸν οἶνον ἐργαζόμενον, <lb/>ὅσα περ οἱ ποιηταὶ
                        λέγουσιν·</p><lg><l>Οἶνός σε τρώει μελιηδὴς, ὅστε καὶ ἄλλους</l><l>Βλάπτει, ὃς ἄν μιν χανδὸν ἕλοι μηδ’ αἴσιμα πίνοι.</l><l>Οἶνος καὶ Κένταυρον ἀγακλυτὸν Εὐρυτίωνα</l><l>Ἄασ’ ἐνὶ μεγάρῳ μεγαθύμου Πειριθόοιο</l><l>Ἐς Λαπίθας ἐλθόνθ’· ὁ δ’ ἐπεὶ φρένας ἄασεν οἴνῳ,</l><l>Μαινόμενος κάκ’ ἔρεξε δόμον κατὰ Πειριθόοιο.</l></lg><p>καὶ ἀλλαχόθι περὶ αὐτοῦ φησι Νηλέως·</p><l>Ὅστ’ ἐφέηκε πολύφρονά περ μάλ’ ἀεῖσαι</l><p><milestone unit="ed2page" n="448"/>Καί θ’ ἁπαλὸν γελάσαι, καί τ’ ὀρχήσασθαι
                        ἀνῆκε,</p><l>Καί τι ἔπος προέηκεν, ὅπερ τ’ ἄῤῥητον ἄμεινον.</l><p>οὕτω δὲ καὶ Θεόγνις ἔλεγεν· Οἶνος πινόμενος πουλὺς κακόν· <lb/>ἢν δέ τις
                        αὐτὸν Πίνῃ ἐπισταμένως, οὐ κακὸν, ἀλλ’ <lb/>ἀγαθόν. ὄντως γὰρ, εἰ συμμέτρως
                        ποθείη, καὶ πέψει, καὶ <lb/>ἀναδώσει, καὶ αἱματώσει, καὶ θρέψει. μεγάλα δὲ
                        συντελεῖ <lb/>μετ’ αὐτοῦ καὶ τὴν ψυχὴν ἡμῶν ἡμερωτέραν <pb n="779"/> τε ἅμα
                        καὶ θαρσαλεωτέραν ἐργάζεσθαι, διὰ μέσης δηλονότι <lb/>τῆς κατὰ τὸ σῶμα
                        κράσεως, ἥντινα ἀνάπαλιν ἐργάζεται <lb/>διὰ μέσων τῶν χυμῶν. οὐ μόνον δὲ, ὡς
                        ἔφην, <lb/>κρᾶσις· σώματος ὑπαλλάττει καὶ τὰς ἐνεργείας τῆς ψυχῆς, <lb/>ἀλλὰ
                        καὶ χωρίζειν αὐτὴν ἀπὸ τοῦ σώματος δύναται. τί γὰρ <lb/>ἂν ἄλλο τις εἴποι,
                        θεώμενος τὰ ψύχοντά τε καὶ θερμαίνοντα <lb/>φάρμακα παραχρῆμα τὸν
                        προσενεγκάμενον ἀναιροῦντα; <lb/>τοῦ γένους δέ εἰσι τούτων καὶ οἱ τῶν θηρίων
                        <lb/>ἰοί. τοὺς δηχθέντας οὖν ὑπὸ τῆς ἀσπίδος ὁρῶμεν ἀποθνήσκοντας
                        <lb/>αὐτίκα παραπλήσιον τῆς ἀπὸ κωνείου πόσεως, <lb/>ὡς καὶ τοῦ ταύτης ἰοῦ
                        ψύχοντος. ἀναγκαῖον ἔσται <lb/>καὶ τοῖς ἰδίαν οὐσίαν ἔχειν ὑποθεμένοις τὴν
                        ψυχὴν ὁμολογῆσαι, <lb/>δουλεύειν αὐτὴν ταῖς τοῦ σώματος κράσεσιν, εἴ γε
                        <lb/>καὶ χωρίζειν ἐξουσίαν ἔχουσι, καὶ παραφρονεῖν ἀναγκάζουσι, <lb/>καὶ
                        μνήμην καὶ σύνεσιν ἀφαιρεῖσθαι, καὶ λυπηρότερα, καὶ <lb/>ἀτολμότερα, καὶ
                        ἀθυμότερα ἐργάζεσθαι, καθάπερ ἐν ταῖς <lb/>μελαγχολίαις φαίνεται. καὶ τούτων
                        ἔχει τἀναντία ὁ πίνων <lb/>τὸν οἶνον συμμέτρως. </p></div></div></body></text></TEI>