<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg027.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="11"><p>Οὔκουν ἀναιρετικὸς ὅδ’ ὁ λόγος ἐστὶ τῶν <lb/>ἐκ φιλοσοφίας καλῶν, ἀλλ’
                        ὑφηγητικός τε καὶ διδασκαλικὸς <lb/>ἀγνοουμένου τινὸς ἐν αὐτοῖς τῶν
                        φιλοσόφων. οἵ τε γὰρ <lb/>ἡγούμενοι πάντας ἀνθρώπους ἐπιδεκτικοὺς ἀρετῆς
                        ὑπάρχειν, <lb/>οἵ τε μηδένα τὴν δικαιοσύνην αἱρεῖσθαι, ὅπερ ἴσον ἐστὶ τῷ
                        <lb/>μηδένα γίγνεσθαι φυσικὸν ὅρον, ἐξ ἡμισείας ἑκάτεροι τὴν <lb/>ἀνθρωπίνην
                        ἑωράκασι φύσιν. οὔτε γὰρ ἅπαντες ἐχθροὶ <lb/>φύονται δικαιοσύνης, οὔθ’
                        ἅπαντες φίλοι, διὰ τὰς κράσεις <lb/>τῶν σωμάτων ἑκάτεροι τοιοῦτοι γενόμενοι.
                        πῶς οὖν, φασὶ, <lb/>δικαίως τις ἐπαινοῖτο, καὶ ψέγοιτο, καὶ μισοῖτο, καὶ
                        φιλοῖτο, <lb/>γεγενημένος πονηρὸς, ἢ ἀγαθὸς, οὐ δι’ ἑαυτὸν, <pb n="815"/>
                        ἀλλὰ διὰ τὴν κρᾶσιν, ἣν ἐξ ἄλλων αἰτιῶν φαίνεται λαμβάνων; <lb/>ὅτι,
                        φήσομεν, ὑπάρχει τοῦτο πᾶσιν ἡμῖν, ἀσπάζεσθαι <lb/>μὲν τὸ ἀγαθὸν, καὶ
                        προσίεσθαι, καὶ φιλεῖν, ἀποστρέφεσθαι <lb/>δὲ καὶ μισεῖν καὶ φεύγειν τὸ
                        κακόν· ὅτι οὐκέτι <lb/>πρόσεστι σκεπτομένοις, οὔτε εἰ γεννητόν ἐστιν, οὔτε
                        εἰ μὴ <lb/>γεννητόν. οὐ γὰρ τὸ ἕτερον αὐτῶν τοιοῦτον ἐποίησεν, οὔτε
                        <lb/>κατεσκεύασεν αὐτὸ τοιοῦτον. τούς τ’ οὖν σκορπίους, καὶ <lb/>τὰ
                        φαλάγγια, καὶ τὰς ἐχίδνας ἀναιροῦμεν, ὑπὸ τῆς φύσεως <lb/>γεγονότα τοιαῦτα
                        καὶ οὐχ ὑφ’ ἑαυτῶν. ἀγέννητόν τε τὸν <lb/>πρῶτον καὶ μέγιστον θεὸν ὁ Πλάτων
                        λέγων εἶναι ὅμως <lb/>ἀγαθὸν ὀνομάζει, καὶ ἡμεῖς δὲ πάντες φύσει φιλοῦμεν
                        αὐτὸν, <lb/>ὄντα τοιοῦτον ἐξ αἰῶνος, οὐχ ὑφ’ ἑαυτοῦ γενόμενον <lb/>ἀγαθόν·
                        ὅλως γὰρ οὐδ’ ἐγένετό ποτε, διαπαντὸς ὢν ἀγέννητος <lb/>καὶ ἀΐδιος. εἰκότως
                        οὖν καὶ τῶν ἀνθρώπων τοὺς <lb/>πονηροὺς μισοῦμεν οὐ προλογιζόμενοι τὸ
                        ποιῆσαν αἴτιον <lb/>αὐτοὺς τοιούτους. ἔμπαλιν δὲ προσιέμεθα καὶ φιλοῦμεν
                        <lb/>τοὺς ἀγαθοὺς, εἴτ’ ἐκ φύσεως, εἴτ’ ἐκ παιδείας καὶ διδασκαλίας,
                        <lb/>εἴτ’ ἐκ προαιρέσεώς τε καὶ ἀσκήσεως ἐγένοντο <lb/>τοιοῦτοι. καὶ μέντοι
                        καὶ ἀποκτείνομεν τοὺς ἀνιάτους καὶ <pb n="816"/> πονηροὺς διὰ τρεῖς αἰτίας
                        εὐλόγους, ἵνα μὴ ἡμᾶς ἀδικήσωσι <lb/>ζῶντες, εἰς φόβον τε τοὺς ὁμοίους
                        αὐτοῖς ἐνάγωσιν, <lb/>ὡς κολασθησομένους ἐφ’ οἷς ἂν ἀδικήσωσι. καὶ τρίτον
                        ἐστὶ, <lb/>καὶ αὐτοῖς ἐκείνοις ἄμεινον τεθνάναι διεφθαρμένοις οὕτω <lb/>τὴν
                        ψυχὴν, ὡς ἀνίατον ἔχειν τὴν κακίαν, ὡς μηδ’ ὑπὸ τῶν <lb/>Μουσῶν αὐτῶν
                        παιδεύεσθαι, μηδέ γε ὑπὸ Σωκράτους ἢ <lb/>Πυθαγόρα βελτίους γενέσθαι.
                        θαυμάζω δὲ ἐν τῷδε τῶν <lb/>Στωϊκῶν ἅπαντας μὲν ἀνθρώπους εἰς ἀρετῆς κτῆσιν
                        ἐπιτηδείως <lb/>ἔχειν οἰομένων, διαστρέφεσθαι δὲ ὑπὸ τῶν οὐ καλῶς
                        <lb/>ζώντων. ἵνα γὰρ ἐάσω τἄλλα πάντα τὰ καταβάλλοντα <lb/>τὸν λόγον αὐτῶν,
                        ἓν δὲ μόνον ἐρωτήσω περὶ τῶν πρώτων <lb/>γενομένων ἀνθρώπων, οἳ μηδένα πρὸ
                        ἑαυτῶν ἔσχον ἕτερον. <lb/>ἡ διαστροφὴ πόθεν ἢ ὑπὸ τίνων αὐτοῖς ἐγένετο,
                        λέγειν <lb/>οὐχ ἕξου<milestone unit="ed2page" n="460"/>σιν. ὥσπερ κᾀν τῷ νῦν
                        χρόνῳ μικρὰ παιδία <lb/>θεώμενοι πονηρότατα, τίς ἐδίδαξεν αὐτὰ τὴν πονηρίαν,
                        <lb/>ἀδυνατοῖεν λέγειν, καὶ μάλισθ’ ὅταν ᾖ πολλὰ μὲν ἅμα ﻿<pb n="817"/>
                        τρεφόμενα τὴν αὐτὴν τροφὴν ὑπὸ τοῖς αὐτοῖς γονεῦσιν ἢ <lb/>διδασκάλοις ἢ
                        παιδαγωγοῖς, ἐναντιώτατα δὲ ταῖς φύσεσι. <lb/>τί γὰρ ἂν ἐναντιώτερον εἴη τοῦ
                        κοινωνικοῦ παιδίου τῷ φθονερῷ, <lb/>καθάπερ καὶ τοῦ ἐλεήμονος τῷ
                        ἐπιχαιρεκάκῳ, τοῦ δὲ <lb/>δειλοῦ τῷ πρὸς ἅπαντα θαρσαλέῳ, καὶ τοῦ μωροτάτου
                        τῷ <lb/>συνετωτάτῳ, καὶ τοῦ φιλαλήθους τῷ φιλοψευδεῖ; καὶ φαίνεταί <lb/>γε
                        τὰ παιδία, κᾂν ὑπὸ τοῖς αὐτοῖς γονεῦσι καὶ διδασκάλοις <lb/>καὶ παιδαγωγοῖς
                        τρέφηται, κατὰ τὰς εἰρημένας <lb/>ἐναντιώσεις ἀλλήλων διαφέροντα.
                        παραφυλάττει οὖν ὃ δεῖ <lb/>εἰπεῖν τὰ τοιαῦτα τῶν νῦν φιλοσόφων· ἄμεινον δ’
                        ἐστὶν <lb/>ἴσως εἰπεῖν οὐ φιλοσόφων, ἀλλ’ ἐπαγγελλομένων φιλοσοφεῖν·
                        <lb/>ὡς, εἴγε οὕτως ἐφιλοσόφουν, ἐφύλαττον αὐτὸ τοῦτο πρῶτον, <lb/>ἀπὸ τῶν
                        ἐναργῶς φαινομένων τὰς ἀρχὰς τῶν ἀποδείξεων <lb/>ποιεῖσθαι. καὶ τοῦτο
                        ἐοίκασι μάλιστα πάντων οἱ πάλαι <lb/>θειότατοι πρᾶξαί τε καὶ κληθῆναι σοφοὶ
                        παρὰ τοῖς ἀνθρώποις, <lb/>οὔτε συγγράμματα γράφοντες, οὔτε διαλεκτικὴν ἢ
                        <lb/>φυσικὴν ἐπιδεικνύμενοι θεωρίαν, ἀλλ’ ἐξ αὐτῶν μὲν τῶν <pb n="818"/>
                        ἀρετῶν, ἀσκήσαντες δὲ αὐτοὺς ἔργοις, οὐ λόγοις. οὗτοι νῦν <lb/>οἱ φιλόσοφοι
                        βλέποντες εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς τὰ παιδία, κᾂν <lb/>ἄριστα παιδεύηται καὶ μηδὲν ἔχῃ
                        θεάσασθαι παράδειγμα <lb/>κακίας, ὅμως ἁμαρτάνοντα, τινὲς μὲν αὐτῶν φύσει
                        κακοὺς <lb/>ἅπαντας ἀνθρώπους ἀπεφήναντο, τινὲς δὲ οὐδὲ ἅπαντας
                        <lb/>(σπάνιον γὰρ ὄντως ἔστι θεᾶσθαι παιδίον ἄμεμπτον) οἱ μὲν, <lb/>οὐδενὸς
                        ὄντος τοιούτου, πάντας ἀνθρώπους ἀπεφήναντο φύσει <lb/>κακοὺς ὑπάρχειν, οἱ
                        δ’ ἕνα ἢ δύο που κατὰ σπάνιον <lb/>ἰδόντες, οὐ πάντας, ἀλλὰ τοὺς πλείστους
                        ἔφασαν εἶναι κακούς. <lb/>εἰ γάρ τις οὐκ ἐπιτρίπτων τε καὶ φιλονεικῶν
                        ἐθελήσειεν <lb/>ἂν ἐλευθερίᾳ γνώμῃ (καθάπερ οἱ παλαιοὶ φιλόσοφοι) <lb/>τὰ
                        πράγματα θεάσασθαι, παντάπασιν ὀλίγους παῖδας εὑρήσει <lb/>πρὸς ἀρετὴν εὖ
                        πεφυκότας. καὶ παύσεται μὲν ὅμως <lb/>ἡγούμενος καὶ πεφυκέναι, διαστρέφεσθαι
                        δ’ αὐτὰ τῶν ἐξ <lb/>ἐπιστημόνων γονέων τε καὶ παιδαγωγῶν καὶ διδασκάλων·
                        <lb/>οὐ γὰρ ἐν ἄλλοις γέ τισιν ἐντυγχάνει τὰ παιδία. πάνυ δ’ <lb/>ἀληθεῖς
                        εἰσι καὶ οἵδε, στρέφεσθαι λέγοντες ἡμᾶς ὑπό γε <pb n="819"/> τῆς ἡδονῆς,
                        καίτοι γε αὐτῆς μὲν ἐχούσης πολὺ, τοῦ δ’ <lb/>ἀποστρεπτικοῦ τε καὶ τραχέος
                        ὄντος. εἰ μὲν γὰρ προσοικειούμεθα <lb/>πρὸς τὴν ἡδονὴν, οὐκ οὖσαν ἀγαθὸν,
                        ἀλλ’, ὡς <lb/>Πλάτων ἔφη, δέλεαρ μέγιστον κακοῦ, φύσει κακοὶ πάντες
                        <lb/>ἐσμέν· εἰ δ’ οὐ πάντες, ἀλλά τινες, ἐκεῖνοι μόνοι φύσει <lb/>μοχθηροὶ
                        τυγχάνουσιν ὄντες. ἐπεὶ τοίνυν, εἰ μὲν μηδεμίαν <lb/>ἔχομεν ἑτέραν ἐν ἡμῖν
                        δύναμιν οἰκειωμένην ἡδονὴν ἢ μᾶλλον <lb/>ἀρετὴν, μᾶλλον ἡδονῆς ἥ τις
                        ἰσχυροτέρα τῆς πρὸς τὴν <lb/>ἡδονὴν ἀγούσης ἡμᾶς φύσει. καὶ οὕτως εἴημεν
                        ἅπαντες κακοὶ, <lb/>τὴν μὲν κρείττονα δύναμιν καὶ ἀσθενεστέραν, ἰσχυροτέραν
                        <lb/>δὲ τὴν μοχθηρὰν ἔχοντες, ᾓ δὴ κρείττονός ἐστιν <lb/>ἰσχυροτέρα, ἥ τις
                        τοὺς πρώτους ἀνθρώπους ἀνέπεισεν ὑπὸ <lb/>τῆς ἀσθενεστέρας νικηθῆναι. ταῦτ’
                        οὖν αὐτὰ τῶν Στωϊκῶν <lb/>ἐμέμψατο καὶ ὁ πάντων ἐπιστημονικώτατος ὁ
                        Ποσειδώνιος, <lb/>ἐν οἷς ἐπαίνων ἐστὶ μεγίστων ἄξιος, ἐν τούτοις αὐτοῖς μὲν
                        <lb/>ὑπὸ τῶν ἄλλων οὐχ ἕπεται τῶν Στωϊκῶν. ἐκεῖνοι μὲν γὰρ <lb/>ἔπεισαν
                        αὐτοὺς τὴν πατρίδα μᾶλλον, ἢ τὰ δόγματα προδοῦναι, <lb/>Ποσειδώνιος δὲ τὴν
                        τῶν Στωϊκῶν αἵρεσιν μᾶλλον <pb n="820"/> ἢ τὴν ἀλήθειαν· διὰ τοῦτο κατὰ γε
                        τὴν περὶ τῶν παθῶν <lb/>πραγματείαν ἐναντιώτατα φρονεῖ Χρυσίππῳ <milestone unit="ed2page" n="461"/> καὶ ἐν <lb/>τῷ περὶ τῆς διαφορᾶς τῶν ἀρετῶν.
                        πολλὰ μὲν οὖν εἶπε <lb/>Χρύσιππος ἐν τοῖς λογικῶς ζητουμένοις περὶ τῶν παθῶν
                        <lb/>τῆς ψυχῆς μεμψάμενος, ἔτι δὲ πλείω τῶν ἐν τοῖς περὶ διαφορῶν <lb/>τῶν
                        ἀρετῶν. οὐ τοίνυν οὐδὲ Ποσειδωνίῳ δοκεῖ τὴν <lb/>κακίαν ἔξωθεν προσιέναι
                        τοῖς ἀνθρώποις οὐδεμίαν ἔχουσιν <lb/>ἰδίαν ῥίζαν ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν, ὅθεν
                        ὁρῶμεν εἰ βλαστάνει τε <lb/>καὶ αὐξάνει, ἀλλ’ αὐτὰ τοὐναντίον εἶναι. καὶ γὰρ
                        καὶ τῆς <lb/>κακίας ἐν ἡμῖν αὐτοῖς σπέρμα· καὶ δεόμεθα πάντες οὐχ <lb/>οὕτω
                        τοῦ φεύγειν τοὺς πονηροὺς, ὡς τοῦ διώκειν τοὺς καθαρίσοντάς <lb/>τε καὶ
                        κωλύσοντας ἡμῶν τὴν αὔξησιν τῆς κακίας. <lb/>οὐ γὰρ, ὡς οἱ Στωϊκοί φασιν,
                        ἔξωθεν, ἐπεὶ ἄρχεται <lb/>ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν τὸ σύμπαν τῆς κακίας, ἀλλὰ τὸ
                        <lb/>πλέον ἐξ ἑαυτῶν ἔχουσιν οἱ πονηροὶ τῶν ἀνθρώπων· ἔξωθεν <lb/>δὲ ἐλάττω
                        τούτων πολλῷ τὸ ἐπιαρχόμενόν ἐστιν. ἐκ <lb/>τούτου μὲν οὖν ἐθισμοί τε
                        γίνονται μοχθηροὶ τῷ τῆς ψυχῆς <lb/>ἀλόγῳ μέρει, καὶ δόξαι ψευδεῖς τῷ
                        λογιστικῷ· καθάπερ, <pb n="821"/> ὅταν ὑπὸ καλοῖς καὶ ἀγαθοῖς ἀνδράσι
                        παιδευώμεθα, δόξαι <lb/>μὲν ἀληθεῖς, ἐθισμοὶ δὲ χρηστοί. ταῖς κράσεσι δ’
                        ἕπεται <lb/>κατὰ μὲν τὸ λογιστικὸν ἀγχίνοιά τε καὶ μωρία κατὰ τὸ <lb/>μᾶλλόν
                        τε καὶ ἧττον. αἱ κράσεις δ’ αὗται τῇ τε πρώτῃ <lb/>γενέσει καὶ ταῖς εὐχύμοις
                        διαίταις ἀκολουθοῦσι καὶ συναυξάνει <lb/>ἄλληλα ταῦτα. διὰ γοῦν τὴν θερμὴν
                        κρᾶσιν ὀξύθυμοι <lb/>γίνονται· ταύταις πάλιν ταῖς ὀξυθυμίαις ἐκπυροῦσι τὴν
                        <lb/>ἔμφυτον θερμασίαν. ἔμπαλιν δὲ οἱ σύμμετροι ταῖς κράσεσι <lb/>συμμέτρως
                        τὰς τῆς ψυχῆς κινήσεις ἔχοντες εἰς εὐθυμίαν <lb/>ὠφελοῦνται. ὥσθ’ ὁ μὲν
                        ἡμέτερος λόγος ὁμολογεῖ τοῖς <lb/>ἐναργῶς φαινομένοις κατὰ τὰς αἰτίας, ὥσθ’
                        ὑπ’ οἴνου καὶ <lb/>φαρμάκων τινῶν, φασκομένων δ’ ὑπὸ διαίτης ἀγαθῆς τε καὶ
                        <lb/>καλῆς, ὥσπερ γε καὶ ὠφελούμεθά τε καὶ δι’ ἐπιτηδεύματά <lb/>τε καὶ
                        μαθήματα, οὐχ ἥκιστα δὲ τῇ φυσικῇ διαφορᾷ τῶν <lb/>παιδίων ἀποδιδοὺς τὴν
                        αἰτίαν. οἱ δ’ οὖν ἐκ τῆς τοῦ σώματος <lb/>κράσεως ἡγούμενοι τὴν ψυχὴν
                        ὠφελεῖσθαί τε καὶ <lb/>βλάπτεσθαι, περὶ δὲ τῆς τῶν παίδων διαφορᾶς οὐδὲν
                        <lb/>ἔχουσι λέγειν, ὧν τε ἐκ τῆς διαίτης ὠφελούμεθα, οὐδενὸς <pb n="822"/>
                        ἔχουσιν αἰτίαν ἀποδοῦναι, καθάπερ οὐδὲ τῆς ἐν τοῖς ἤθεσι <lb/>διαφορᾶς, καθ’
                        ἣν τὰ μὲν θυμικὰ, τὰ δὲ ἄθυμα, καὶ τὰ <lb/>μὲν συνετὰ, τὰ δὲ οὐ φαίνεται. ἐν
                        Σκύθαις μὲν γὰρ εἷς <lb/>ἀνὴρ ἐγένετο φιλόσοφος, Ἀθήνῃσι δὲ πολλοὶ τοιοῦτοι.
                        <lb/>πάλιν δ’ ἐν Ἀβδήροις ἀσύνετοι πολλοὶ, τοιοῦτοι δ’ Ἀθήνῃσιν <lb/>ὀλίγοι.
                    </p></div></div></body></text></TEI>