<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg027.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="10"><p>Ἀναμνήσω δὲ πάλιν αὐτοὺς, κᾂν μὴ θέλωσιν, <lb/>ὡς ὁ Πλάτων αὐτὸς, ἀφ’ οὗ
                        παρονομάζουσιν ἑαυτοὺς, <lb/>οὐχ ἅπαξ ἢ δὶς, ἀλλὰ πολλάκις ἔγραψε περὶ
                        τούτων. <lb/>ὡσαύτως δ’ οὖν μοι ἀρκέσει προσθεῖναι κατὰ τὸν ἐνεστῶτα
                        <lb/>λόγον πρὸς τῷ περὶ τροφῆς ἐκ Τιμαίου καὶ ἐκ τοῦ δευτέρου <lb/>τῶν
                        νόμων, ὧν οἱ μὲν δύο περὶ οἴνου πόσεώς εἰσιν. <pb n="809"/> Ἆρ’ οὐ
                        νομοθετήσομεν, πρῶτον μὲν τοὺς παῖδας μέχρις <lb/>ἐτῶν ὀκτωκαίδεκα τὸ
                        παράπαν οἴνου μὴ γεύεσθαι, διδάσκοντες, <lb/>ὡς οὐ χρὴ πῦρ ἐπὶ πῦρ
                        ὀχετεύειν, εἴς τε τὸ σῶμα <lb/>καὶ τὴν ψυχὴν, πρὶν ἐπὶ τοὺς πόνους ἐγχειρεῖν
                        πορεύεσθαι, <lb/>τὴν ἐκμανῆ εὐλαβούμενοι ἕξιν τῶν νέων; μετὰ δὲ τοῦτο,
                        <lb/>οἴνου μὲν δεῖ γεύεσθαι τοῦ μετρίου μέχρι τριάκοντα ἐτῶν· <lb/>μέθης δὲ
                        καὶ πολυοινίας τοπαράπαν νέους ἀπέχεσθαι· <lb/>τεσσαράκοντα δὲ ἐπιβαίνοντα
                        ἐτῶν, ἐν τοῖς ξυσσιτίοις εὐωχηθέντα, <lb/>καλεῖν τούς τε ἄλλους θεοὺς καὶ δὴ
                        καὶ Διόνυσον <lb/>παρακαλεῖν εἰς τὴν τῶν πρεσβυτέρων τελετὴν ἅμα καὶ
                        <lb/>παιδιάν· ἣν τοῖς ἄλλοις ἀνθρώποις ἐπίκουρον τῆς τοῦ <lb/>γήρως
                        αὐστηρότητος ἐδωρήσατο τὸν οἶνον φάρμακον, ὥστε <lb/>ἀνίας καὶ δυσθυμίας
                        λήθην γίγνεσθαι, μαλακώτερον ἐκ <lb/>σκληροῦ τὸ τῆς ψυχῆς ἦθος, καθάπερ εἰς
                        πῦρ σίδηρον <lb/>ἐντεθέντα γιγνόμενον, καὶ οὕτως εὐπλαστότερον εἶναι. ἐκ
                        <lb/>ταύτης τῆς ῥήσεως μεμνῆσθαι ποιεῖ καλοὺς καὶ γενναίους <lb/>τοὺς
                        Πλατωνικοὺς, καὶ οὐ μόνον ἀφ’ ἧς λέλεκται περὶ πόσεως <lb/>οἴνου ἐκείνῳ,
                        ἀλλὰ καὶ περὶ τῆς ἡλικιῶν διαφορᾶς. <pb n="810"/> ἐμμανῆ μὲν γὰρ εἶναί φησι
                        τὴν τῶν μειρακίων φύσιν, αὐστηρὰν <lb/>δὲ καὶ δύσθυμον καὶ σκληρὰν τὴν τῶν
                        γερόντων, <lb/>οὐ δή που διὰ τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐτῶν, ἀλλὰ διὰ τὴν τοῦ
                        <lb/>σώματος ἔχουσαν κρᾶσιν, τὴν οὖσαν ἑκάστῃ τῶν ἡλικιῶν. <lb/>ἡ μὲν γὰρ
                        τῶν μειρακίων θερμὴ καὶ πολύαιμος, ἡ δὲ <lb/>τῶν γερόντων ὀλίγαιμός τε καὶ
                        ψυχρά. καὶ διὰ τοῦτό γε <lb/>αὖ τοῖς μὲν γέρουσιν ὠφέλιμος οἴνου πόσις,
                            <milestone unit="ed2page" n="458"/> εἰς <lb/>συμμετρίαν θερμασίας
                        ἐπανάγουσα τὴν ἐκ τῆς ἡλικίας ψυχρότητα, <lb/>τοῖς δ’ αὐξανομένοις
                        ἐναντιωτάτη. ζέουσαν γὰρ <lb/>αὐτῶν τὴν φύσιν καὶ σφοδρῶς κινουμένην
                        ὑπερθερμαίνει <lb/>τε καὶ εἰς ἀμέτρους τε καὶ σφοδρὰς ἐκμαίνει κινήσεις.
                        ἀλλὰ <lb/>Πλάτωνι μὲν καὶ ταῦτα καὶ ἄλλα πολλὰ κατὰ τὸ δεύτερον <lb/>τῶν
                        νόμων εἴρηται περὶ πόσεως οἴνου τοῖς βουλομένοις <lb/>ἀναγινώσκειν ὠφέλιμα.
                        μόνης δὲ ἐγὼ ἔτι μιᾶς αὐτοῦ ῥήσεως <lb/>μνημονεύσω κατὰ τὸ τέλος εἰρημένης
                        ἁπάντων τῶν <lb/>περὶ πόσεως λόγων, ἔνθαπερ εἴρηκε τὸν τῶν Καρχηδονίων
                        <lb/>λόγον. ἔχει δὲ ἡ ῥῆσις οὕτω. ἀλλ’ ἔτι μᾶλλον τῆς Κρητῶν <lb/>καὶ
                        Λακεδαιμονίων χρείας προσθείμην ἂν τῷ Καρχηδονίων <pb n="811"/> νόμῳ,
                        μηδέποτε μηδένα ἐπὶ στρατοπέδου γεύεσθαι τοῦ πόματος, <lb/>ἀλλ’ ὑδροποσίαις
                        συγγίγνεσθαι τοῦτον τὸν χρόνον <lb/>ἅπαντα· καὶ κατὰ πόλιν μήτε δούλους
                        γεύεσθαί ποτε, <lb/>μηδὲ ἄρχοντας τοῦτον τὸν ἐνιαυτὸν, ὃν ἂν ἄρχωσι, μήτ’
                        <lb/>αὖ κυβερνήτας, μήτε δικαστὰς ἐνεργοὺς ὄντας, οἴνου γεύεσθαι
                        <lb/>τοπαράπαν, μηδὲ ὅστις βουλευόμενος εἰς βουλὴν <lb/>ἀξίαν τινὰ λόγου
                        συνέρχεται, μηδέ γε μεθ’ ἡμέραν τοπαράπαν <lb/>μηδένα, εἰ μὴ σωμασκίας ἢ
                        νόσων ἕνεκα, μηδ’ <lb/>αὖ νύκτωρ, ὅταν ἐπινοῇ τις παῖδας ποιεῖσθαι ἀνὴρ ἢ
                        <lb/>γυνή. καὶ ἄλλα δὲ πολλὰ ἄν τις λέγοι, ἐν οἷς τοῖς γε νοῦν <lb/>τε καὶ
                        νόμον ἔχουσιν ὀρθὸν οὐ ποτέος οἶνος. ταῦτα τοῦ <lb/>Πλάτωνος εἰρηκότος, οὐκ
                        ἐπὶ τῶν νοσούντων σωμάτων, <lb/>ἀλλ’ ἐπὶ τῶν ἀμέμπτως ὑγιαινόντων, εἴ γε
                        ὑμῖν δοκοῦσιν, ὦ <lb/>γενναιότατοι Πλατωνικοὶ, στρατεύειν, καὶ ἄρχειν, καὶ
                        δοκιμάζειν, <lb/>καὶ κυβερνᾷν ναῦς οἱ πίνοντες ὑγιαίνοντες, ἀποκρίνεσθέ
                        <lb/>μοι τοὐντεῦθεν ἐρωτῶντι, πότερον οὐχ ὥσπερ τις <lb/>τύραννος ὁ ποθεὶς
                        οἶνος κελεύει τὴν ψυχὴν μήτε νοεῖν <lb/>ἀκριβῶς, ἃ πρόσθεν ἐνόει, μήτε
                        πράττειν ὀρθῶς, ἃ πρόσθεν <lb/>ἔπραττε, καὶ διὰ τοῦτο φυλάττεσθαί φησιν ὁ
                        Πλάτων ﻿<pb n="812"/> ὡς πολέμιον. εἰ γὰρ ἅπαξ εἴσω τοῦ σώματος ἀφίκοιτο,
                        καὶ <lb/>τὸν κυβερνήτην κωλύει, ὡς προσήκει, μεταχειρίζεσθαι τοὺς
                        <lb/>οἴακας τῆς ναὸς, καὶ τοὺς στρατευομένους σωφρονεῖν ἐν <lb/>ταῖς
                        παρατάξεσι, καὶ τοὺς δικαστὰς, ὁπότε οὖν δικαίους <lb/>χρὴ εἶναι, ποιεῖ
                        σφάλλεσθαι, καὶ πάντας τοὺς ἄρχοντας <lb/>ἄρχειν κακῶς, καὶ προστάττειν
                        οὐδὲν ὑγιές. ἡγεῖται γὰρ τὸν <lb/>οἶνον ἀτμῶν θερμῶν ὅλον τὸ σῶμα, καὶ
                        μάλιστα τὴν κεφαλὴν <lb/>πληροῦντα, κινήσεως μὲν ἀμετροτέρας αἴτιον
                        γίγνεσθαι τῷ <lb/>ἐπιθυμητικῷ μέρει τῆς ψυχῆς καὶ τῷ θυμοειδεῖ, βουλῆς
                        <lb/>δὲ προπετεστέρας τῷ λογιστικῷ. καὶ μὴν, εἴπερ οὕτως ἔχει <lb/>ταῦτα,
                        διὰ μέσης τῆς κράσεως αἱ εἰρημέναι τῆς ψυχῆς <lb/>ἐνέργειαι φαίνονται
                        βλαπτόμεναι, πινόντων ἡμῶν τὸν οἶνον, <lb/>ὥσπερ γε πάλιν ὠφελούμεναί τινες.
                        ἀλλὰ γὰρ καὶ τόθ’ <lb/>ὑμᾶς, ἐὰν βούλησθε, διδάξω καθ’ ἕτερον καιρὸν, ἐκ τοῦ
                        <lb/>θερμαίνειν ὅσα βλάπτειν τε καὶ ὠφελεῖν ἡμᾶς οἶνος πέφυκεν. <lb/>ἐν δὲ
                        τῷ παρόντι τὴν ἐν τῷ Τιμαίῳ ῥῆσιν παραγράψω, <lb/>καθ’ ἣν προσεῖπεν ὁ Πλάτων
                        οὕτως. ταύτῃ κακοὶ <lb/>πάντες ἢ καλοὶ διὰ δύο ἀκουσιώτατα γιγνόμεθα, ὧν
                        αἰτιᾶται <lb/>μὲν αἰεὶ τοὺς φυτεύοντας τῶν φυτευομένων μᾶλλον, <pb n="813"/>
                        καὶ τοὺς τρέφοντας τῶν τρεφομένων. ἐφεξῆς δέ φησι. πειρατέον <lb/>μὴ ὅπῃ τις
                        δύναται καὶ διὰ τροφῆς, καὶ δι’ ἐπιτηδευμάτων, <lb/>μαθημάτων τε φυγεῖν μὲν
                        κακίαν, τοὐναντίον <lb/>δὲ ἑλεῖν ἀρετήν· ὥσπερ γὰρ ἐπιτηδεύματα καὶ μαθήματα
                        <lb/>κακίας μὲν ἀναιρετικὰ, γεννητικὰ δὲ ἀρετῆς ἐστιν, οὕτω <lb/>καὶ ἡ
                        τροφή. λεγομένης ἐνίοτε τροφῆς ὑπ’ αὐτοῦ οὐ μόνον <lb/>τῆς ἐπὶ σιτίοις, ἀλλὰ
                        καὶ συμπάσης τῶν παίδων τῆς διαίτης. <lb/>οὐχ οἷόν τε οὖν φάναι κατὰ τὸ
                        δεύτερον σημαινόμενον <lb/>εἰρῆσθαι νῦν ὑπ’ αὐτοῦ τὴν τροφήν. οὐ γὰρ τοῖς
                        <lb/>παισὶν, ἀλλὰ τοῖς τελείοις ποιεῖν κελευόμενος, ἔφη πειρατέον <lb/>μὴ
                        ὅπῃ τις δύναται καὶ διὰ τροφῆς καὶ δι’ ἐπιτηδευμάτων, <lb/>μαθημάτων τε
                        φυγεῖν τὴν κακίαν, τοὐναντίον <lb/>δὲ ἑλεῖν ἀρετήν. <milestone unit="ed2page" n="459"/> ἐπιτηδεύματα οὖν λέγει τὰ κατὰ <lb/>γυμναστικὴν
                        καὶ μουσικὴν μαθήματα, τά τε κατὰ γεωμετρίαν <lb/>καὶ ἀριθμητικήν. τροφὴν
                        οὐκ ἄλλην τινὰ νοεῖν οἷόν <lb/>τε παρὰ τὴν ἐκ τῶν σιτίων, καὶ ῥοφημάτων, καὶ
                        πομάτων, <lb/>ἐξ ὧν ἐστι καὶ οἶνος, ὑπὲρ οὗ πολλὰ διῆλθεν ὁ Πλάτων <pb n="814"/> ἐν τῷ δευτέρῳ τῶν νόμων. ὅστις δὲ βούλεται καὶ χωρὶς <lb/>ἐμοῦ
                        γνῶναί τι περὶ πάσης τῆς ἐν ταῖς τροφαῖς δυνάμεως, <lb/>ἔνεστιν ἀναγινώσκειν
                        αὐτῷ τοὺς τρεῖς περὶ τοῦδε τῶν ἡμετέρων <lb/>ὑπομνήσεις, καὶ τὸ τέταρτον ἐπ’
                        αὐταῖς, περὶ εὐχυμίας <lb/>τε καὶ κακοχυμίας, οὗ μάλιστα χρῄζομεν εἰς
                            <milestone unit="ed1page" n="351"/> τὸ <lb/>παρόν. πολλὰ μὲν οὖν ἡ
                        κακοχυμία ταῖς τῆς ψυχῆς ἐνεργείαις <lb/>λυμαίνεται, σώζει δὲ ἀβλαβεῖς αὐτὰς
                        ἡ εὐχυμία. </p></div></div></body></text></TEI>