<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg023.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><p>Ἐπὶ δὲ τὸ λοιπὸν τῶν προτεθειμένων μεταβάντες <lb/>ἐπιδείξομεν, ὡς οὐδ’ εἰ
                        παρὰ τῆς καρδίας θλιβούσης <lb/>ἐπιπέμποιτο τὸ πνεῦμα ταῖς ἀρτηρίαις,
                        πιθανὸν οὐδ’ <lb/>αὐτὸ οὕτως ἐστὶ τὸ τῆς παρεμπτώσεως δόγμα. τί γὰρ καὶ
                        <lb/>βούλεται; πότερον τὸ εἰς ἔσχατον πεφυκέναι συστέλλεσθαι <lb/>τὰς
                        ἀρτηρίας, ὥσπερ καὶ τὰς φλέβας, ἢ, ὅπερ ἀληθές ἐστι, <pb n="710"/> μέχρι
                        τινός; ἔστω τὸ πρότερον, τὸ εἰς ἔσχατον, ἵνα μηδὲν <lb/>παραλείπηται. ἀλλ’
                        εἰ τοῦτο, μοχθηρὸς ὁ λόγος ἔσται καὶ <lb/>ἀπέραντος παρὰ τὸ τῆς διαιρέσεως
                        ἐλλειπές. οὐκέτι γὰρ <lb/>ἔξεστι λέγειν, κενουμένου τοῦ πνεύματος ἤτοι κενὸς
                        ἔσται <lb/>τόπος ἀθρόος, ἢ τὸ συνεχὲς ἀκολουθήσει. ἀλλ’ ὑπομνήσωμεν
                        <lb/>αὐτὸν, ὡς καὶ τρίτον ἐστὶ παραλειπόμενον ἐν τῇ διαιρέσει, <lb/>τὸ
                        κενούμενον ἀγγεῖον συσταλήσεται, καὶ διὰ τοῦτ’ <lb/>ἀπέραντος ὁ λόγος
                        γενήσεται. παραληφθέντος γὰρ ἑνὸς <lb/>λήμματος ἀληθοῦς, τοῦ, ἀλλὰ μὴν οὐ
                        γίγνεται κενὸς <lb/>ἀθρόος τόπος, οὐκέτ’ ἔξεστι λέγειν τὸ, ἄρα συνεχὲς
                        ἀκολουθήσει. <lb/>ἀλλὰ τί ποτ’ ἔσται τὸ συμπέρασμα; ἤτοι ἄρα <lb/>τὸ συνεχὲς
                        ἀκολουθήσει, ἢ τὸ ἀγγεῖον συσταλήσεται. οὕτως <lb/>μὲν οὖν μοχθηρὸς ὁ τῆς
                        παρεμπτώσεως ἐπιδειχθήσεται λόγος, <lb/>εἰ τελέως ἡ ἀρτηρία συστέλλοιτο. εἰ
                        δὲ μέχρι ποσοῦ <lb/>τινος, ἐκεῖνος αὖθις ὁ λόγος ἀποδειχθήσεται μοχθηρὸς,
                        <lb/>ἐὰν τὸ κατὰ τοὺς ἁπαλοὺς καλάμους ἀναμνησθῶμεν φαινόμενον, <lb/>οὓς
                        ἐμφυσῶντες ἐπὶ τοσοῦτον αὐτοὺς διαστέλλομεν, <lb/>ἐφ’ ὅσον πεφύκασιν. εἶτ’
                        αὖθις ἐκκενοῦται κατὰ τὸ πέρας <pb n="711"/> ὁ ἀὴρ τοσοῦτος, εἰς ὅσον ὁ
                        κάλαμος πέφυκε συστέλλεσθαι. <lb/>πλέον γὰρ ἂν ὁ κάλαμος οὔτ’ ἐκτείνοιτο
                        φυσώντων, οὔτ’ αὖ <lb/>συστέλλοιτο. ὅσον γὰρ ἐνεφυσήσαμεν, τοσοῦτ’ ἀναγκαῖον
                        <lb/>κενοῦσθαι μόνον· ὅσον δ’ ἔφθανεν ἀέρος περιέχεσθαι, καὶ <lb/>πρὶν ἡμᾶς
                        ἐμφυσῆσαι, τοῦθ’ ὑπομένειν ἀναγκαῖον. οὕτως <lb/>οὖν ἔχει καὶ κατὰ τὰς
                        ἀρτηρίας· περιέχεται μὲν γάρ τι <lb/>πνεῦμα, καὶ συνεσταλμένων αὐτῶν,
                        ἐπιπέμπεται δ’ ἕτερον <lb/>ὑπὸ τῆς καρδίας πληρούσης, καὶ τοῦτο ἐπιπληροῖ
                        μὲν αὐτῶν <lb/>τὰς κοιλίας, παρ’ ὃν χρόνον ἐξέρχεται, καὶ τὴν διαστολὴν
                        <lb/>ἐργάζεται, κενουμένων δὲ συστέλλεσθαι πάλιν, εἰς ὅσον <lb/>ἐξ ἀρχῆς
                        ἐπιτρέψει. οὐκ οὖν οὐκέτι οὐδὲ κατὰ τοῦτον τὸν <lb/>λόγον οὐδεμία τῆς τοῦ
                        αἵματος παρεμπτώσεως ἀνάγκη. τά <lb/>τε γὰρ ἄλλα καὶ πολὺ σφοδρότερον διὰ
                        τοῦ στόματος ἐμφυσῶμεν <lb/>ἡμεῖς τοῖς καλάμοις ἢ ταῖς ἀρτηρίαις ἡ καρδία.
                        <lb/>χρὴ δὲ δήπου τὸ σφοδρότερον ἐμφυσώμενον μᾶλλόν τε καὶ <lb/>θᾶττον
                        κενοῦσθαι. ἀλλ’ ὅμως οὐδ’ εἰ τὸν κάλαμον αὐτὸν <lb/>ἐπιστήσειέ τις κατὰ τῶν
                        ἀνέμων ἁπάντων, οὐδ’ οὕτως ἔσται <lb/>τις ἐν τοῖς καλάμοις τόπος κενὸς, ἀλλ’
                        ἀεὶ μὲν ὁδὸν ἕξει <pb n="712"/> τὴν εὐρυχωρίαν τοῦ καλάμου τὸ διαῤῥέον
                        πνεῦμα, κενωθήσεται <lb/>δ’ οὐδέποθ’ οὕτως, ὡς δεηθῆναί τινος ἑτέρου σώματος
                        <lb/>ἀναπληροῦντος τὴν χώραν τοῦ κενωθέντος. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><p><milestone unit="ed2page" n="157"/>Ἐπεὶ τοίνυν τὸ προκείμενον ἱκανῶς
                        <lb/>ἀποδέδεικται, τί κωλύει προσθεῖναί τινα καὶ τῶν ἄλλων <lb/>ἀτόπων;
                        ἅπαντα μὲν γὰρ διελθεῖν ἀδύνατον, οὕτω πολὺ <lb/>πλῆθος αὐτῶν ἐστιν. ἓν μὲν
                        δὴ καὶ πρῶτον ἄτοπον τὸ <lb/>δεῖν πάντα ἐπὶ πάσῃ τρώσει, κᾂν τὸ δέρμα μόνον
                        ᾖ τετρωμένον <lb/>ὑπὸ τῆς λεπτοτάτης βελόνης, ἁπάσας μὲν τὰς ἀρτηρίας
                        <lb/>αἵματος πληροῦσθαι, πυρετὸν δ’ ἐξ ἀνάγκης ἕπεσθαι. <lb/>φανερὸν δ’
                        ἔσται τὸ λεγόμενον, ἁρμοζομένης ἡμῶν τῆς ἀποδείξεως <lb/>ἐπ’ αὐ<milestone unit="ed1page" n="223"/>τῶν τῶν κατὰ τὰς ἀρτηρίας τρώσεων. <lb/>καὶ μὲν
                        δή μοι νόει βελόνην λεπτὴν διὰ τῆς μασχάλης εἰς <lb/>ὅλην τὴν χεῖρα
                        νενεμημένην ἀρτηρίαν. τί τοίνυν συμβήσεται <lb/>κατὰ τὸν Ἐρασίστρατον;
                        ἐκκενοῦσθαι μὲν δηλονότι <lb/>τὸ κατ’ αὐτὴν πνεῦμα, συγκενοῦσθαι δ’ αὐτῇ καὶ
                        τὸ τῶν <lb/>πλησίων ἀρτηριῶν. πλησίον δ’ εἰσὶ τῆς εἰρημένης αἵ τ’ ἀπ’
                        <lb/>αὐτῆς εἰς τὴν χεῖρα νεμόμεναι καὶ ἡ μεγάλη ἡ ἀπὸ τῆς ﻿<pb n="713"/>
                        καρδίας, ἀφ’ ἧς αὐτὴ πέφυκεν. ἀλλ’ εἴπερ αὕτη κενωθήσεται, <lb/>πᾶσα
                        δήπουθεν ἀνάγκη, πλησίον οὖσαν αὐτῆς τὴν <lb/>ἀριστερὰν κοιλίαν τῆς καρδίας
                        συνεκκενοῦσθαι, τήν τ’ ἐπὶ <lb/>τὴν κεφαλὴν ἀνιοῦσαν καὶ τὴν ἐπὶ τὴν ῥάχιν
                        καταφερομένην. <lb/>εἰ γὰρ ἅπαντι τῷ κενουμένῳ μέρει τῆς ἀρτηρίας τὰ
                        <lb/>πλησιάζοντα συνεκκενοῦται, πλησιάζει δὲ ἀεὶ τὰ ἀπ’ αὐτῆς <lb/>πεφυκότα,
                        καὶ ἀφ’ ὧν αὐτὴ πέφυκεν, εὔδηλον, ὡς ἥ τ’ ἀριστερὰ <lb/>κοιλία τῆς καρδίας
                        καὶ τῶν εἰρημένων ἑκατέρα συνεκκενωθήσεται <lb/>τῇ κατὰ τὴν μασχάλην. ἐπεὶ
                        τοίνυν ἀπὸ μὲν <lb/>τῆς ἑτέρας αὐτῶν αἱ κατὰ τὸν τράχηλόν τε καὶ τὴν κεφαλὴν
                        <lb/>ἅπασαι πεφύκασιν, ἀπὸ δὲ τῆς ἑτέρας αἱ καθ’ ὅλον <lb/>τὸ λοιπὸν σῶμα,
                        δῆλον, ὡς καὶ ταύτην ἀνάγκη συνεκκενοῦσθαι <lb/>μέχρι τῶν περάτων. ἀλλ’ ὅταν
                        πρῶτον ἐπὶ τὰ πέρατα <lb/>τῶν ἀρτηριῶν ἡ κένωσις τοῦ πνεύματος ἐξικνῆται,
                        μεταχεῖσθαι <lb/>συμβήσεται κατὰ τὰς ἀναστομώσεις ἐκ τῶν φλεβῶν εἰς
                        <lb/>αὐτὰς τὰς ἀρτηρίας αἷμα, καὶ τοῦτο μόνον τῷ κενουμένῳ <lb/>πνεύματι, τὸ
                        μὲν ἀπὸ τῶν κάτω μερῶν τοῦ σώματος ἐπὶ τὴν <lb/>κατὰ ῥάχιν ἀρτηρίαν καὶ τὴν
                        καρδίαν ἀφικνεῖσθαι, κᾄπειθ’ <pb n="714"/> οὕτως ἐπὶ τὴν μασχάλην, τὸ δ’ ἀπὸ
                        τοῦ κατὰ τὴν κεφαλὴν <lb/>ἐπὶ μὲν τὴν ἄνω φερομένην, τὴν προτέραν, ἑξῆς δ’
                        <lb/>ἐπὶ τὸν τράχηλον καὶ τὴν τετρωμένην. οὕτω δὲ καὶ τὸ <lb/>διὰ τῶν κατὰ
                        τὴν χεῖρα πασῶν ἀρτηριῶν μεταληφθὲν αἷμα, <lb/>τῷ πνεύματι συνακολουθοῦν,
                        ἐπὶ τὴν διῃρημένην ἀρτηρίαν <lb/>ἐγχυθήσεται, καὶ πᾶν οὕτω τὸ καθ’ ὅλον τὸν
                        ὄγκον αἷμα <lb/>ῥυήσεται πρὸς τὴν διαίρεσιν. ἀλλὰ τοῦτο μὲν καὶ πάνυ
                        <lb/>ἀληθές. φαίνεται δὲ διὰ μιᾶς ἀρτηρίας ἡστινοσοῦν τῶν <lb/>ἀξιολόγων, εἰ
                        μὴ κωλύσειας αὐτῶν τὴν ῥύσιν, ἅπαν ἐκκενούμενον <lb/>τὸ καθ’ ὅλον τὸν ὄγκον
                        αἷμα. μάχεται δ’, ὡς ἐδείξαμεν, <lb/>οὐ τοῖς κατὰ τὰς ἀρτηρίας αἷμα
                        περιέχειν φάσκουσιν, <lb/>ἀλλ’ Ἐρασιστράτῳ τε καὶ τοῖς οἰκείοις, ὄργανα τοῦ
                        ζωτικοῦ <lb/>πνεύματος ὑπάρχειν αὐτάς. ἀναγκαῖον γὰρ ἔσται, βελόνῃ
                        <lb/>τρωθείσης τῆς εἰρημένης ἀρτηρίας, πρῶτον μὲν ἐκκενοῦσθαι <lb/>τὸ
                        ζωτικὸν πνεῦμα πᾶν, ἔπειτα δὲ εἰς ἁπάσας τὰς <lb/>ἀρτηρίας αἷμα μεταχεῖσθαι·
                        τὸ δὲ πάντων δεινότατον, ὅτι <lb/>καὶ εἰς αὐτὴν τὴν ἀριστερὰν κοιλίαν τῆς
                        καρδίας. εἶτα πῶς <lb/>οὐκ ἐπνίγη τὸ ζῶον, αἵματος ἐμπλησθείσης τῆς κοιλίας
                            <pb n="715"/> ταύτης, ἢ οὐκ ἀπέθανεν ἔμπροσθεν, ἡνίκα ἐξεκενοῦτο τὸ
                        <lb/>πνεῦμα τὸ ζωτικὸν, ἢ τὰς τῶν μυῶν κινήσεις οὐκ ἀπέλειπεν, <lb/>ἢ τὰς
                        αὐτῶν τῶν ἀρτηριῶν οὐκ ἐβλάβη, <milestone unit="ed2page" n="158"/>ἢ πυρετὸς
                        <lb/>οὐκ ἠκολούθησεν αὐτῷ; πάντα γὰρ ταῦτα ἀναγκαῖον <lb/>ἦν συμπίπτειν κατὰ
                        τὸν Ἐρασίστρατον οὕτως, ὅτε μήτε τὰς <lb/>κινήσεις τῶν ἀρτηριῶν ὑπελάμβανε
                        τεταγμένας διαμεῖναι <lb/>δύνασθαι, μηδὲ τὴν τοῦ πνεύματος χορηγίαν ἐν ἅπασι
                        <lb/>τοῖς μορίοις ἀκώλυτον, ὅτι μὴ κενὰ παντελῶς αἵματος ὑπάρχουσιν,
                        <lb/>ἕπεσθαί τε πυρετὸν ἐξ ἀνάγκης, ὅταν εἰς τὸ ἐντὸς <lb/>τῶν βουβώνων καὶ
                        μασχαλῶν ἀρτηρίας αἵματος παρέμπτωσις <lb/>γένηται. καὶ μὴν οὐδὲν τούτων
                        φαίνεται συμπίπτον τῷ ζώῳ. <lb/>πειραθῆναι δὲ ἔστι παντὶ τῷ βουλομένῳ,
                        καθότι καὶ ἡμεῖς <lb/>ἐπειράθημεν πολλάκις τρώσαντες τὴν προειρημένην
                        ἀρτηρίαν. <lb/>οὐ χαλεπῶς δὲ ἐξευρήσεις αὐτὴν καὶ πρὶν γυμνῶσαι <lb/>τὸ
                        δέρμα τῷ σφυγμῷ τεκμαιρόμενος. διασημαίνει γὰρ ἡ <lb/>κίνησις ἐν μὲν τοῖς
                        ἰσχνοῖς ζώοις ἐπιπλέον, ἐν δὲ τοῖς πίοσιν <lb/>πλησίον τοῦ κατ’ ὀλέκρανον
                        ἄρθρου. ταύτῃ τοίνυν, εἴπερ <lb/>ἂν δεήσῃ, τιτρώσεις, ᾒ γραφεῖον ὀρθώσας καὶ
                        καθιεὶς, <pb n="716"/> ἢ βελόνην, ἤ τι τῶν ἰατρικῶν μαχαιρίων τῶν ἰσχνῶν, ἤ
                        τι <lb/>τῶν παραπλησίων ὀργάνων, ὅσα βραχεῖαν δύναται ποιῆσαι <lb/>τὴν
                        διαίρεσιν, ἵνα τά τ’ ἄλλα πάνθ’, ὅσα πρόσθεν εἴρηται, <lb/>κατὰ τὸν τόπον
                        ἀποδείξῃς αὐτῶν, καὶ ὡς οὐδὲν οὔθ’ αἱ <lb/>τῶν ἀρτηριῶν κινήσεις οὔθ’ αἱ τῶν
                        μυῶν παραβλάπτονται. <lb/>μὴ τοίνυν ὅτι μεγάλης ἀρτηρίας τιτρωσκομένης
                        ἀνάγκη <lb/>ταῦτα συμβαίνειν, ἀλλὰ καὶ μικρᾶς τῆς τυχούσης καὶ τοῦ
                        <lb/>δέρματος μόνον. οὐ γὰρ τοῦτο βούλεται πλέγμα τῶν τριῶν <lb/>ἀγγείων
                        ὑπάρχειν, ὥστ’, εἰ καθ’ ὁτιοῦν αὐτῶν μέρος νύξειας <lb/>βελόνῃ λεπτῇ, πάντως
                        τὰ τρία γένη τῶν ἀγγείων τετρώσεται. <lb/>νυττέσθω τοίνυν τὸ κατὰ τὸν
                        βραχίονα δέρμα τὸ ἐπικείμενον <lb/>τῇ κατὰ τὰς μασχάλας ἀρτηρίᾳ, εἶτ’
                        ἐκκενούσθω <lb/>τὸ διὰ τῆς ἀδήλου μὲν πρὸς τὴν ὄψιν διαπνοῆς, ὅπερ
                        <lb/>Ἐρασίστρατος βούλεται γίγνεσθαι, τετρωμένης ἀρτηρίας <lb/>πνεῦμα,
                        συνεκκενούσθω δ’ αὐτῷ καὶ τὸ συνεχὲς τὸ κατὰ <lb/>τὴν ὑποκειμένην ἀρτηρίαν
                        τὴν μεγάλην, τὴν διὰ τῆς μασχάλης. <lb/>πάντη γάρ που τό γε ἐπικείμενον τοῖς
                        μορίοις τοῦ <lb/>σώματος δέρμα πρὸς τῶν ὑποκειμένων ἀρτηριῶν ἀποφύσεις
                        <lb/>τινὰς λαμβάνει· ἀλλ’ εἰ καὶ παρ’ ἄλλων τινῶν, οὐδὲν ἐμοί <pb n="717"/>
                        γ’ οὖν διαφέρει. συνεκκενωθήσονται γὰρ, αἵτινες ἂν <lb/>ὦσι, ταῖς κατὰ τὸ
                        τιτρωσκόμενον δέρμα συνεχέσιν, ἐκείναις <lb/>δὲ αἱ λοιπαὶ πᾶσαι· ταῦτα γὰρ
                        ἐδείχθη μικρῷ πρόσθεν. <lb/>εἶτα πῶς οὐκ ἄτοπον, κᾂν εἰ τῇ λεπτοτάτῃ βελόνῃ
                        <lb/>τρωθείη τὸ δέρμα, εὐθὺς οὕτω πάσας μὲν ἐμπίπλασθαι <lb/>τὰς ἀρτηρίας
                        αἵματος, πυρετὸν δ’ ἐξ ἀνάγκης ἕπεσθαι; </p></div></div></body></text></TEI>