<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg022.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="6"><p><milestone unit="ed2page" n="297"/>Μεταβάντες οὖν ἐπὶ τὸ μάλιστα προκείμενον
                        <lb/>ἐν τῇδε τῇ πραγματείᾳ δείξομεν αὐτοὺς μηδὲ τὰ <lb/>πρὸς τῶν ἰατρῶν
                        ἐζητημένα καλῶς ἀξιώσαντας ζητῆσαι, ἀλλ’ <lb/>οἰομένους, ἐὰν εἴπωσιν, ὑπὸ
                        τῆς φύσεως διαπλάττεσθαι τὸ <lb/>κυούμενον, οὐμενοῦν εἰρηκέναι μηδὲν πλέον
                        ὀνόματος ἅπασι <lb/>συνήθους. οὐδεὶς οὖν οὕτως ἐστὶν ἐννεὸς, ὡς μὴ νοεῖν,
                        εἶναί <lb/>τινα τῆς τοῦ κυουμένου γενέσεως αἰτίαν, ἣν ὀνομάζομεν
                        <lb/>ἅπαντες φύσιν, ἀγνοοῦντες αὐτῆς τὴν οὐσίαν. ἐγὼ δ’, ὥσπερ <lb/>ἔδειξα,
                        τὴν κατασκευὴν τοῦ σώματος ἡμῶν ἄκραν ἐνδείκνυσθαι <lb/>τοῦ ποιήσαντος αὐτὸ
                        σοφίαν τε ἅμα καὶ δύναμιν, οὕτως <lb/>εὔχομαι δεῖξαί μοι τοὺς φιλοσόφους τὸν
                        διαπλάσαντα, <lb/>πότερον θεός τίς ἐστι σοφὸς καὶ δυνατὸς, ὡς ἐννοῆσαι μὲν
                        <lb/>πρότερον, ὁποῖον ἑκάστου ζώου προσήκει κατασκευασθῆναι <lb/>τὸ σῶμα,
                        δεύτερον δὲ τὴν δύναμιν αὐτοῦ, καθ’ ἣν ἃ <pb n="688"/> προὔθετο
                        κατεσκεύασεν, ἢ ψυχή τις ἑτέρα παρὰ τὴν τοῦ <lb/>θεοῦ· οὐ γὰρ δὴ τῆς
                        ὀνομαζομένης φύσεως τὴν οὐσίαν, εἴτ’ <lb/>ἀσώματός τίς ἐστιν, εἴτε σωματικὴ,
                        σοφίας εἰς ἄκρον ἥκειν <lb/>ἐροῦσιν, ἥν γε μηδ’ ὅλως ἔχειν φασὶν, οὕτω
                        τεχνικῶς ἐνεργῆσαι <lb/>περὶ τὴν τῶν ἐμβρύων διάπλασιν οἷόν τε πεισθῆναι.
                        <lb/>τοῦτο γὰρ Ἐπικούρου τε καὶ τῶν ἄνευ προνοίας ἅπαντα <lb/>γίγνεσθαι
                        νομιζόντων ἀκούοντες οὐ πειθόμεθα. καὶ μὴν <lb/>ἀναγκαῖόν ἐστιν, ἢ κατά τινα
                        κίνησιν ἄλογόν τε καὶ ἄτεχνον <lb/>εἰς χρηστὸν τέλος ἀφικνεῖσθαι τὴν
                        διάπλασιν τῶν ἐμβρύων, <lb/>ἢ, καθάπερ οἱ τὰ θαύματα κατασκευάζοντες, ἀρχὴν
                        κινήσεως <lb/>αὐτοῖς παρασχόντες, ἀπέρχονται μὲν αὐτοὶ, τὰ δὲ
                        κατασκευασθέντα <lb/>μέχρι τινὸς οὐ πολλοῦ χρόνου κινεῖται τεχνικῶς,
                        <lb/>οὕτω καὶ τὰ σπέρματα τῶν φυτῶν καὶ τῶν ζώων κατασκευάσαντας <lb/>τοὺς
                        θεοὺς εἰς τοσαύτην διαδοχὴν κινήσεων <lb/>ἐπιτήδεια μηδὲν ἔτι πράττειν
                        αὐτούς. ἀλλὰ τὸ μὲν πρότερον <lb/>ἐλέγχειν οὐ χρῄζω, κατεγνωσμένον ὑπὸ τῶν
                        ἀνθρώπων, <lb/>πρὸς οὓς ὁ λόγος ἐστί μοι μάλιστα· τὸ δεύτερον δ’ ἐπισκεπτέον
                        <lb/>ἀκριβέστερον, εἰ δυνατόν ἐστιν ὑγρότητι τοιαύτῃ, <pb n="689"/> οἵα γοῦν
                        φαίνεται κατὰ τὴν γονὴν, εἰς τοσοῦτον ἀριθμὸν <lb/>ἀλλήλας διαδεχομένων
                        κινήσεων, μηδὲν ἁμαρτεῖν ἄχρι τοῦ <lb/>προσήκοντος τέλους. ὥσπερ γὰρ ἄριστον
                        τὸ κατὰ τύχην ἐν <lb/>τοσούτῳ πλήθει μορίων ἁμαρτηθῆναι μηδὲν, οὕτω καὶ
                        τολμηρὸν <lb/>τὴν ἀκολουθίαν τῆς κινήσεως γενέσθαι τεχνικὴν ὑπό <lb/>τινος
                        οὐσίας ἀλόγου, καθάπερ αὐτοί φασιν. ἔτι δὲ θαυμαστότερον <lb/>τὸ διὰ παντὸς
                        τοῦ βίου γιγνόμενον, ἁπάντων ἡμῶν <lb/>ὁρώντων, ὅτι οὐδεὶς τῶν τὴν
                        φυσιολογίαν ἀπαγγελλομένων οὔτε <lb/>κατενόησεν, οὔτε ἐζήτησεν, ὅπως
                        γίγνεται. τί δὲ τοῦτ’ ἔστι <lb/>τὸ κατὰ τὰς ἐνεργείας τῶν μορίων; ἕνεκα δὲ
                        σαφηνείας ἐφ’ <lb/>ἑνὸς ἢ δευτέρου παραδείγματος ὁ λόγος περανθήσεται.
                        <lb/>προκεχειρήσθω δὴ πρότερον μὲν ἄκρα χεὶρ, ἔχουσα δακτύλους <lb/>πάντας
                        συγκειμένους ἐκ τριῶν ὀστῶν, ἀλλήλοις διηρθρωμένους. <lb/>ἐφ’ ὧν, οἶμαι,
                        πρότερον ἄμεινον ἦν γυμνάσασθαι <lb/>τοὺς μέλλοντας εὑρήσειν τὰ κατὰ τὸν
                        οὐρανὸν καὶ σύμπαντα <lb/>τὸν κόσμον ὅπως κατεσκεύασται, διὰ τίνων ὀργάνων ἡ
                        <lb/>κίνησις αὐτοῖς γίγνεται, πῶς ποτὲ μὲν ἐκτεινομένων κατὰ <pb n="690"/>
                        τὰς διαρθρώσεις ὁμοῦ τε καὶ πολλὰς, ἑκάστου τ’ ἐν μέρει, <lb/>ποτὲ δὲ
                        καμπτομένων εἰς πλάγια διττῶς, <milestone unit="ed2page" n="298"/>ἤτοι πρὸς
                        <lb/>τὸν μικρὸν ἢ τὸν μέγαν δάκτυλον. εἰ γὰρ ἔγνωσαν, ὅτι διὰ <lb/>μυῶν
                        ἅπασαι γίγνονται, μὴ γινωσκομένων ἡμῶν, πρὶν γυμνωθῆναι <lb/>διὰ τῆς
                        ἀνατομῆς, ἐθαύμασαν ἂν, ὅπως οὐ μόνον <lb/>ἡμεῖς, ἀλλὰ καὶ τὰ μικρὰ παιδία,
                        κελευσάντων ἐκτεῖναι <lb/>τόνδε τὸν δάκτυλον ἢ κάμψαι, παραχρῆμα τὸ
                        κελευσθὲν <lb/>πράττει, μηδὲ γινώσκοντα τὸν κινοῦντα μῦν. ἔτι δὲ μᾶλλον
                        <lb/>ἐπὶ τῆς γλώττης, ἐφ’ ἧς οὐδὲ τοῖς ἀνατομικοῖς συμπεφώνηται <lb/>περὶ
                        τοῦ πλήθους τῶν κινούντων αὐτὴν μυῶν· τοσοῦτον <lb/>ἀποδέουσιν βεβαίως
                        γιγνώσκειν τὸν ἐξηγούμενον μῦν ἑκάστης <lb/>τῶν κατὰ μέρος κινήσεων. ἀλλὰ
                        καὶ τοῦτο τοῖς ἐπιμελεστέροις <lb/>τῶν ἰατρῶν ἐζήτηται· καί τις ἔφη, καθάπερ
                        τι ζῶον <lb/>ἕκαστον μῦν τῆς βουλήσεως ἡμῶν αἰσθανόμενον ἐπισπᾶσθαί <lb/>τε
                        καὶ περιάγειν τὴν γλῶτταν εἰς τὸ προσῆκον σχῆμα <lb/>τῆς ῥυθμιζομένης φωνῆς.
                        ἀλλὰ τοῦτο μὲν ἅπασι τοῖς ἄλλοις <lb/>οὐ πιθανὸν εἶναι δοκεῖ. θαυμαστὸν δὲ
                        φαίνεται, παιδίον <pb n="691"/> σμικρὸν ἀκοῦσαν τὴν ἄρτος φωνὴν, οὔτε πῶς ἡ
                        γλῶττα <lb/>σχηματίζεται γιγνῶσκον, οὔθ’ ὑπὸ τίνων μυῶν ἄγεται πρὸς <lb/>τὰς
                        κατὰ μέρος κινήσεις, καὶ στίχον γε ὅλον ἐφεξῆς λέγειν, <lb/>πολλὰς μεταβολὰς
                        τῆς γλώττης ποιουμένης, ἑκάστῃ φωνῇ <lb/>προσηκούσας. ὄντων οὖν ἐν ἡμῖν
                        πλεόνων ἢ τριακοσίων τῶν <lb/>μυῶν, οὐ πιθανὸν ἕκαστον αὐτῶν ζῶον ὑπάρχειν.
                        ὥστ’ ἐγὼ <lb/>διὰ τοῦτ’ ἀποστὰς ὡς ἀπιθάνου τῆς δόξης ἐπ’ ἄλλην μετῆλθον,
                        <lb/>ὑφ’ ἑτέρων ἀνδρῶν πρεσβευθεῖσαν, ὡς, ἑλκόντων <lb/>τοὺς μῦς ἐπὶ τὴν
                        ἑαυτῶν ἀρχὴν τῶν νεύρων, συμβαίνει ἕπεσθαι <lb/>τῷ κατωτέρω τῶν τὴν
                        διάρθρωσιν ἐργαζομένων ὀστῶν, <lb/>εἰς ἃ τοῦ μυὸς ἐμφύεται τὸ πέρας. ἀλλὰ
                        κᾀνταῦθα πρὸς <lb/>τῷ μὴ γινώσκειν ἡμᾶς, ὅντινα τῶν μυῶν ἐπισπᾶσθαι χρὴ,
                        <lb/>ἔτι καὶ τὸ μέγεθος αὐτῶν ἀντιμαρτυρεῖ, σμικροτάτων νεύρων <lb/>εἰς τοὺς
                        μῦς ἐμφυομένων, ἃ μήτ’ ἐπὶ ζῶντος τοῦ ζώου φαίνεται <lb/>κινούμενα κατὰ τὰς
                        προαιρετικὰς ἐνεργείας, ὥσπερ οἱ <lb/>μύες, <milestone unit="ed1page" n="220"/>ἀλλὰ μηδὲ τεθνεῶτος ἑλκόμενα διὰ τῶν ἡμετέρων <lb/>χειρῶν
                        ἐπισπᾶσθαι φαίνεται τοὺς μῦς, ὥσπερ ἐκεῖνοι ﻿<pb n="692"/> τὰ κατὰ τὰς
                        διαρθρώσεις ὀστᾶ. καὶ μὴν κᾀκ τοῦ κινεῖσθαι <lb/>τῶν μυῶν ἕκαστον οἰκείαν τῇ
                        βουλήσει κίνησιν οὐ πιθανόν <lb/>ἐστιν, ὁμοίως τοῖς θαύμασιν κατεσκευάσθαι
                        τὸ σπέρμα, <lb/>μὴ γιγνώσκειν δ’ αὐτὸ μηδ’ ὅλως παρακολουθοῦν οἷς πράττει.
                        <lb/>διὸ καὶ τῶν λεγόντων, ἑαυτοῦ περιπλάττειν τὸ σῶμα <lb/>τὴν ψυχὴν, ὁ
                        λόγος ἔκ τινων φαινομένων πιθανῶς κατασκευαζόμενος <lb/>ἐντεῦθεν ἀντιλογίαν
                        ἴσχει. κατασκευάζει μὲν <lb/>γὰρ αὐτὸν ἡ τῶν μερῶν τοῦ σώματος χρῆσις ἅμα τῷ
                        γεννηθῆναι <lb/>τοῖς ζώοις ὑπάρχουσα. φαίνεται γοῦν ἕκαστον ἐκείνῳ <lb/>τῷ
                        μέρει τοῦ σώματος ἀμυνόμενον, ὃ τῶν ἄλλων ὑπερέχει, <lb/>μόσχος μὲν
                        κυρίττων, πρὶν φῦσαι τὰ κέρατα, πῶλος δ’ ἵππου <lb/>λακτίζων οὐδέπω στερεαῖς
                        ταῖς ὁπλαῖς, ὥσπερ γε τὸ <lb/>μὲν σκυλάκιον δάκνειν ἐπιχειροῦν, καὶ εἰ
                        μηδέπω κρατεροὺς <lb/>ἔχει τοὺς ὀδόντας, ὅσα δὲ πτηνὰ τῶν ζώων ἐστὶν,
                        ἐγχειροῦντα <lb/>πέτεσθαι, καὶ εἰ μήπω δύναται. ταῦτα γὰρ ἐνδείκνυσθαι
                        <lb/>δοκεῖ, τὴν χρωμένην τοῖς μορίοις ψυχὴν ἐπίστασθαι <lb/>τὴν χρείαν
                        αὐτῶν, ὡς ἂν αὐτὴν κατεσκευακυῖαν, οὐχ ὑπ’ <lb/>ἄλλου γεγονόσι χρωμένην.
                        ἀλλὰ διὰ τί, βουληθέντων ἡμῶν <pb n="693"/> κινῆσαι μόριον ἡντιναοῦν
                        κίνησιν, εὐθέως κινεῖται, μὴ γινωσκόντων <lb/>τὸν κινοῦντα μῦν αὐτὸ, τῶν
                        ἀπορωτάτων ἐστίν. <lb/>μόγις γοῦν ἐξ ἀνατομῆς ἑκάστου μυὸς εὕρηται τοῖς
                        ἀνατομικοῖς <lb/>ἡ ἴδιος ἐνέργεια. καὶ διὰ τοῦτο ἐνίοις ἔδοξεν, ἄλλην
                        <lb/>μὲν εἶναι ψυχὴν τὴν κατασκευάσασαν ἕκαστον τῶν μορίων, <lb/>ἄλλην δὲ
                        τὴν ἐξορμῶσαν ἐπὶ τὰς προαιρετικὰς ἐνεργείας. <lb/>καὶ φαίνεται κατὰ τοῦτον
                        τὸν λόγον ἐν τοῖς τῶν ζώων <lb/>σώμασιν ἔτι διαμένειν ἡ διαπλάσασα
                            <milestone unit="ed2page" n="299"/>ψυχὴ τὰ μόρια· <lb/>οὐ γὰρ οἶόν τε
                        χρῆσθαι μὲν ἑκάστῳ προσηκόντως τὴν <lb/>νῦν οὖσαν, οἴχεσθαι δὲ τὴν
                        κατασκευάσασαν. ἄπορος οὖν <lb/>ὁ περὶ τῆς διαπλασάσης τὰ μόρια ψυχῆς λόγος
                        ἐκ πάσης <lb/>λαβῆς ὑπάρχει· ἓν μόνον ἐμοὶ γοῦν δοκεῖ σαφῶς ἐνδείκνυσθαι,
                        <lb/>τὴν τέχνην τοῦ κατασκευάσαντος ἡμᾶς, ἣν οὐχ οἷόν <lb/>τ’ ἐστὶν τὸν
                        ἐλευθέρᾳ γνώμῃ σκοπούμενον εἰς τύχην ἄλογον <lb/>ἀναφέρειν. ὄντων γοῦν ἐν τῷ
                        σώματι μυῶν πολὺ πλεόνων <lb/>ἢ τῶν τριακοσίων, ὑφ’ ὧν κινεῖται τὰ μόρια τὰς
                        προαιρετικὰς <lb/>κινήσεις, ἕκαστος αὐτῶν καὶ σχῆμα τὸ πρέπον ἔχει, <pb n="694"/> καὶ μέγεθος, καὶ κεφαλὴν, καὶ τελευτὴν, καὶ θέσιν, ἔμφυσίν
                        <lb/>τε νεύρου καὶ φλεβὸς καὶ ἀρτηρίας, ἁρμοττόντων τῷ <lb/>μυῒ κατά τε τὸ
                        μέγεθος καὶ τὸν τόπον τῆς ἐμφύσεως, ὧν <lb/>οὐδὲν ὄντων τοσούτων εὕροις ἂν
                        μέμψασθαι· δέδεικται γὰρ <lb/>ἐν τοῖς περὶ χρείας μορίων τοῦτο. καὶ μὴν εἰ,
                        τριακοσίων <lb/>μορίων κατασκευῆς ἑκάστης ἐχούσης σκοποὺς ι΄, πάντα
                        φαίνονται <lb/>κατωρθωμένα, τρισχίλιοι γίγνοιντ’ ἂν οἱ πάντες. καὶ <lb/>οὔπω
                        λέλεκται τὸ θαυμασιώτατον ἐν ταῖς κατασκευαῖς αὐτῶν, <lb/>ἴσον ἀκριβῶς εἶναι
                        τῶν ἐν τοῖς ἀριστεροῖς μέρεσι μυῶν τοῖς <lb/>κατὰ τὰ δεξιὰ, καθάπερ γε καὶ
                        τὰς ἀρτηρίας ταῖς ἀρτηρίαις, καὶ <lb/>τὰς φλέβας ταῖς φλεψὶ, καὶ τὰ νεῦρα
                        τοῖς νεύροις, ὥστε τοὺς <lb/>τρισχιλίους σκοποὺς διπλασιάζεσθαι. τὸ δ’ αὐτὸ
                        κᾀπὶ τῶν <lb/>ὀστῶν ἐστι, πλεόνων ὑπαρχόντων ἢ διακοσίων. καὶ γὰρ καὶ
                        <lb/>τούτων οἱ σκοποὶ καθ’ ἕκαστον αὐτῶν ὄντες πολὺ πλείους <lb/>τῶν δέκα
                        γίγνονται, καὶ δῆλον, ὅτι διπλασιασθέντες ἔσονται <lb/>πλείους τῶν δ. ἡ δ’
                        αὐτὴ τέχνη καὶ κατὰ τὰ σπλάγχνα <lb/>πάντ’ ἐστὶ, καὶ ὅλως ὁπωσοῦν μόριον,
                        ὡς, ἄν τις ἀριθμῇ <lb/>τοὺς σκοποὺς τῆς κατασκευῆς, εἰς μυριάδας, οὐ
                        χιλιάδας, <pb n="695"/> ἀριθμὸν ἀναχθῆναι, κατωρθωμένων εἰς ἄκρον ἁπάντων,
                        οὓς <lb/>ἐγὼ μὲν, ὡς ἔφην, οὐκ ἄν ποτε πεισθείην ἄνευ σοφωτάτου <lb/>τε καὶ
                        δυνατωτάτου δημιουργοῦ γεγονέναι. τίς δ’ οὗτός <lb/>ἐστιν, ἐλπίζομεν
                        ἔμπροσθεν ἀκούσεσθαι παρὰ τῶν φιλοσόφων, <lb/>οἵ γε καὶ περὶ τοῦ κόσμου καὶ
                        τῆς ὅλης γενέσεως <lb/>ἀποφαίνονται· πολὺ γὰρ εἶναι ῥᾷον ἡγούμην ἐγνῶσθαι
                        τοῦτο, <lb/>ὅπως αὐτοῖς κατεσκεύασται τὸ σῶμα. καὶ μαθητήν γε ἐμαυτὸν
                        <lb/>ὑποβαλὼν ἑνὶ τῷ πρώτῳ, καθ’ ὃν ἐν γεωμετρίᾳ τρόπον <lb/>ἀποδείξεις
                        ἠκηκόειν, οὕτως ἤλπιζον ἀκούσεσθαι καὶ παρ’ <lb/>ἐκείνου· γνοὺς δ’ αὐτὸν μὴ
                        ὅτι γραμμικὰς ἀποδείξεις, ἀλλὰ <lb/>μηδὲ ῥητορικὰς πίστεις λέγοντα, μετῆλθον
                        ἐφ’ ἕτερον, ὃς <lb/>καὶ αὐτὸς ἐξ ἰδίων ὑποθέσεων ἐναντία τῷ πρόσθεν
                        ἀπεφαίνετο, <lb/>καὶ τρίτην γε καὶ τετάρτην πειραθεὶς οὐδενὸς ὡς <lb/>ἔφην,
                        ἄμεμπτον ἀπόδειξιν ἤκουσα. λυπηθεὶς οὖν ἐπὶ τούτῳ <lb/>μεγάλως, ἐζήτησα
                        μέχρι κατ’ ἐμαυτὸν εὑρεῖν τινα λόγον <lb/>ἰσχυρὸν ἐπὶ ταῖς τῶν ζώων
                        κατασκευαῖς· εἶθ’ εὕρισκον οὐδένα. <lb/>τοῦτό γε αὐτὸ διὰ τοῦδε τοῦ
                        γράμματος ὁμολογῶ, <pb n="696"/> παρακαλῶν τοὺς περὶ ταῦτα δεινοὺς τῶν
                        φιλοσόφων ζητήσαντας, <lb/>εἴ τι σοφὸν εὑρίσκοιεν, ἀφθόνως ἡμῖν αὐτοὺς
                        κοινωνῆσαι. <lb/>ὅταν γὰρ θεασώμεθα τὰ παιδία φθεγγόμενα μὲν, <lb/>ἅττ’ ἂν
                        αὐτοῖς φθέγξασθαι κελεύσωμεν, οἷον, εἰ τύχῃ, σμύρναν, <lb/>καὶ σμίλην, καὶ
                        σμῆγμα, μήτε τοὺς κινοῦντας ἐπιτηδείως <lb/>τῇ τοιαύτῃ φωνῇ τὴν γλῶτταν μῦς
                        ἐπιστάμενα, μήτε <lb/>πολὺ μᾶλλον ἔτι τὰ τούτοις αὐτῶν νεῦρα, πιθανώτατον
                        μὲν <lb/>ἡγοῦμαι, τὸν διαπλάσαντα τὴν γλῶτταν, ὅστις ποτ’ ἐστὶν, ἢ
                        <lb/>αὐτὸν ἔτι διαμένειν ἐν τοῖς διαπλασθεῖσι μορίοις, ἢ ζῶα <lb/>τὰ μόρια
                        κατεσκευακέναι, γνωρίζοντα τὸ βούλημα τοῦ τῆς <lb/>ἡμετέρας ψυχῆς
                            ἡγεμονι<milestone unit="ed2page" n="300"/>κοῦ. τούτου δ’ ἀκόλουθον
                        εὑρίσκων, <lb/>ἄλλην μὲν εἶναι τὴν κατὰ τὸ ἡγεμονικὸν ἡμῶν ψυχὴν, <lb/>ἄλλας
                        δὲ τὰς ἐν ἑκάστῳ τῶν μορίων, ἢ πάντως γε <lb/>μίαν κοινὴν τὴν ἅπαντα
                        διοικοῦσαν, εἰς ἀπορίαν ἔρχομαι, <lb/>μηδ’ ἄχρι δυνατοῦ ἐπινοίας, μήτι γε
                        βεβαίας γνώσεως, εὑρίσκων <lb/>τι περὶ τοῦ διαπλάσαντος ἡμᾶς τεχνίτου. καὶ
                        γὰρ <lb/>ὅταν ἀκούσω τινῶν φιλοσόφων λεγόντων, τὴν ὕλην ἔμψυχον ﻿<pb n="697"/> οὖσαν ἐξ αἰῶνος, ἀποβλέπουσαν πρὸς τὰς ἰδέας, ἑαυτὴν <lb/>κοσμεῖν, ἔτι
                        καὶ μᾶλλον ἐννοῶ, μίαν εἶναι δεῖν ψυχὴν, τήν <lb/>τε διαπλάσασαν ἡμᾶς καὶ
                        τὴν νῦν χρωμένην ἑκάστῳ τῶν <lb/>μορίων. ἀνθίσταται δὲ τούτου πάλιν ἡ ἄγνοια
                        τῆς διοικούσης <lb/>ἡμᾶς ψυχῆς τῶν ὑπηρετούντων ταῖς ὁρμαῖς αὐτῆς
                        <lb/>μορίων. οἱ γὰρ ἐπιχειρήσαντες εἰπεῖν περὶ τῶν στοιχειωδῶν <lb/>φωνῶν
                        ἄχρι τοσούτου προῆλθον, ὡς ἀποφήνασθαι, τήνδε <lb/>μέν τινα γίγνεσθαι
                        στηριζομένης τῆς γλώττης πρὸς τοὺς <lb/>τομέας ὀνομαζομένους ὀδόντας, ἤτοι
                        τοὺς κατὰ τὴν ἄνω γένυν, <lb/>ἢ τὴν κάτω, τοὺς δὲ πρὸς τὸν οὐρανίσκον
                        ἀνακλωμένους, <lb/>ἢ πρὸς ἄλλο τι μόριον, ὥσπερ γε καὶ τὸ ἀναφερόμενον
                        <lb/>ἐκ τοῦ λάρυγγος πνεῦμα ποτὲ μὲν ἐπὶ τὰς εἰς τὴν <lb/>ῥῖνα συντρήσεις
                        ἀφικνεῖσθαι, ποτὲ δ’ ἀνεῳγμένου τοῦ στόματος <lb/>ἐκφυσᾶσθαι, καὶ ποτὲ
                        ἀθρόου καὶ πολλοῦ, ποτὲ δ’ <lb/>ἐλάττονός τε καὶ κατὰ βραχύ. τοὺς δὲ τὰς
                        κινήσεις ταύτας <lb/>ἐργαζομένους μῦς, οὐδεὶς οὐδὲ τοῦτο εἶπεν, ὅπου γε οὐδὲ
                        <lb/>τοῖς ἐπὶ πλεῖστον ἀνατομικῆς ἐμπειρίας ἀφικομένοις εὕρηνταί <lb/>πω
                        βεβαίως. ἀλλ’ οἱ μηδὲν τούτων μήθ’ εὑρόντες μήθ’ <pb n="698"/> ὅλως
                        ζητήσαντες ἀποφαίνονται προπετῶς οὐ μίαν ἀπόφασιν, <lb/>ἀλλ’ ἐφεξῆς ὁρμαθόν
                        τινα συνάπτοντες, οὗ τὴν πρώτην εὐθέως <lb/>ὑπόθεσιν ἄγνωστον μὲν αἰσθήσει,
                        λόγῳ δ’ ἀνεύρετον <lb/>ὑποτίθενται, τὴν καρδίαν ἁπάντων πρώτην γίγνεσθαι
                        λέγοντες· <lb/>δευτέραν δ’ ἐπὶ τῇδε, τἄλλα μόρια διαπλάττειν ἐκείνην, ὡς
                        <lb/>ἀπολλυμένου τοῦ διαπλάσαντος αὐτὴν, ὅστις ποτ’ ἐστὶ, καὶ <lb/>μηκέτ’
                        ὄντος· εἶτ’ ἐφεξῆς ὡς ἀκόλουθον ἐπιφέροντες, ὅτι <lb/>καὶ τὸ βουλευόμενον
                        ἡμῶν <milestone unit="ed1page" n="221"/>μέρος τῆς ψυχῆς ἐν ταύτῃ
                        <lb/>καθέστηκεν. εἰ δὲ τὸ βουλευόμενον, καὶ τῶν σιτίων, ὥς φασιν, <lb/>καὶ
                        πομάτων καὶ ἀφροδισίων καὶ χρημάτων ἐπιθυμοῦν, <lb/>καὶ δηλαδὴ καὶ τὸ
                        θυμούμενόν τε καὶ φιλονεικοῦν, ὧν <lb/>οὐδὲν ἀναγκαῖόν ἐστιν, ἀλλὰ καὶ
                        πρώτην μὲν ἐπιβολὴν ἐνίοις <lb/>ἐνδεχόμενον εἶναι δοκοῦν, ὕστερον δὲ διὰ
                        πολλῶν φαινομένων <lb/>ἐλεγχόμενον. ἡ μέν γε πρώτη διάπλασις ἐπ’ ἀρτηρίας τε
                        <lb/>καὶ φλέβας, χορίον τε καὶ ἧπαρ, οὐκ ἐπὶ τὴν καρδίαν ἡμᾶς <lb/>ποδηγεῖ
                        λόγῳ τε σκοπουμένους καὶ τοῖς ἐξ ἀνατομῆς <lb/>φαινομένοις. ἡ δ’ ἐπὶ ταύτῃ
                        δευτέρα τε καὶ τρίτη, καθότι <pb n="699"/> προείρηται πρόσθεν ἡμῖν, καὶ ὅσα
                        μετὰ τὸ τεχθῆναι, τὰ <lb/>μὲν οὐδ’ ὅλως ὄντα προσγίγνεται, τὰ δ’ ἐλλιπῆ ὄντα
                        τελειοῦται. <lb/>μάλιστα δ’ ἄν τις θαυμάσειε τὴν πρὸς τοὺς γεννήσαντας
                        <lb/>ὁμοιότητα τῶν ἐκγόνων, ὅπως γίγνεται· φαίνεται <lb/>γὰρ πάλιν ἡ
                        διαπλάττουσα τὸ σῶμα ψυχὴ παρὰ τῶν γονέων <lb/>εἰς τὸ κυούμενον ἥκειν, ὡς ἐν
                        τῷ σπέρματι περιεχομένη. <lb/>τίς μὲν οὖν αὐτῆς ἐστιν ἡ οὐσία, λέγειν οὐκ
                        ἔχω διὰ <lb/>τὸ παρά τινων ἀκηκοέναι πεπεισμένων, ὥς φασιν, ἀσώματον
                        <lb/>ὑπάρχουσαν τὴν ψυχὴν συνεισέρχεσθαι τῷ σπέρματι, <lb/>χρωμένην αὐτῷ
                        πρὸς τὴν τοῦ κυηθησομένου διάπλασιν, ὡς <lb/>ὕλῃ προσηκούσῃ. καί πού τινες
                        αὐτῶν οὐχ ὕλην, ἀλλ’ ὄργανον <lb/>ὑπάρχειν αὐτῆς τὸ σπέρμα φασὶν, ὕλην γὰρ
                        εἶναι τὸ <lb/>τῆς μητρὸς αἷμα, λεγόντων ἑτέρων τἀναντία. δοκεῖ γὰρ
                        <lb/>αὐτοῖς ὁ τεχνίτης αὐτὸς εἶναι τὸ σπέρμα, τισὶ μὲν ὅλον, <lb/>ἐνίοις δὲ
                        τὸ <milestone unit="ed2page" n="301"/>περιεχόμενον ἐν αὐτῷ πνεῦμα. καὶ μοι
                        <lb/>περὶ τούτων ἰδίᾳ γέγραπται κατά τι βιβλίον, ἐν ᾧ περὶ <lb/>τῶν ὑπὸ
                        Χρυσίππου λεγομένων ἐν τοῖς περὶ ψυχῆς αὐτοῦ <lb/>γράμμασιν ἐπισκέπτομαι,
                        καὶ προσέτι καθ’ ἕτερον, ἐν ᾧ <pb n="700"/> σκοποῦμαι, περὶ ὧν ἑαυτῷ
                        διαφέρεσθαι δοκεῖ Πλάτων ἐν <lb/>τοῖς περὶ ψυχῆς λόγοις. ἀλλ’, ὅπερ ἔφην,
                        οὐδεμίαν εὑρίσκων <lb/>δόξαν ἀποδεδειγμένην ἐπιστημονικῶς, ἀπορεῖν ὁμολογῶ
                        περὶ <lb/>ψυχῆς οὐσίας, οὐδ’ ἄχρι τοῦ πιθανοῦ προελθεῖν δυνάμενος. <lb/>ἐγὼ
                        μὲν οὖν ἀπορεῖν ὁμολογῶ περὶ τοῦ διαπλάσαντος <lb/>αἰτίου τὸ ἔμβρυον. ἄκραν
                        γὰρ ὁρῶ ἐν τῇ διαπλάσει σοφίαν <lb/>τε ἅμα καὶ δύναμιν, οὔτε τὴν ἐν τῷ
                        σπέρματι ψυχὴν, <lb/>φυτικὴν μὲν ὑπὸ τῶν περὶ τὸν Ἀριστοτέλην καλουμένην,
                        <lb/>ἐπιθυμητικὴν δὲ ὑπὸ Πλάτωνος, ὑπὸ δὲ τῶν <lb/>Στωϊκῶν οὐδὲ ψυχὴν ὅλως,
                        ἀλλὰ φύσιν ἡγουμένων, διαπλάττειν <lb/>τὸ ἔμβρυον, οὐ μόνον οὐκ οὖσαν σοφὴν,
                        ἀλλὰ <lb/>καὶ παντάπασιν ἄλογον, οὔτε αὖ πάλιν ἀποστῆναι τελέως <lb/>αὐτοῦ
                        δύναμαι διὰ τὴν πρὸς τὰ γεννήσαντα τῶν ἐκγόνων <lb/>ὁμοιότητα, τῆς τε μετὰ
                        τὸν τόκον ἐν ὅλῳ τῷ βίῳ λογικῆς <lb/>ψυχῆς ἀφίσταμαι, διὰ τὸ μὴ γινώσκειν
                        ἡμᾶς πρὸ τῆς <lb/>ἀνατομῆς μήτε τὰ μόρια τοῦ σώματος μήτε τὰς ἐνεργείας
                        <lb/>αὐτῶν. εἰπόντος δέ τινος τῶν διδασκάλων μοι τῶν <lb/>Πλατωνικῶν, τὴν
                        δι’ ὅλου κόσμου ψυχὴν ἐκτεταμένην <pb n="701"/> διαπλάττειν τὰ κυούμενα, τὴν
                        μὲν τέχνην καὶ δύναμιν ἀξίαν <lb/>ἐκείνης ἐνόμισα, σκορπίους δὲ καὶ
                        φαλάγγια, καὶ μυῖαν <lb/>καὶ κώνωπας, ἐχίδνας τε καὶ σκώληκας, ἕλμινθάς τε
                        καὶ <lb/>ἀσκαρίδας ὑπ’ ἐκείνης διαπλάττεσθαι νομίζειν οὐχ ὑπέμεινα,
                        <lb/>πλησίον ἀσεβείας ἥκειν ὑπολαβὼν τὴν τοιαύτην <lb/>δόξαν. οὐ μὴν οὐδὲ
                        τὴν τῆς ὕλης ψυχὴν εἰς τοσοῦτον <lb/>τέχνης ἥκειν εὔλογον εἶναί μοι δοκεῖ.
                        μόνον οὖν τοῦτο <lb/>περὶ τῆς διαπλαττούσης αἰτίας τὰ ζῶα δυνατὸν
                        ἀποφήνασθαί <lb/>με νομίζω, τὸ τέχνην τε καὶ σοφίαν αὐτὴν μεγίστην
                        <lb/>ὑπάρχειν, ὥσπερ γε καὶ μετὰ τὸ διαπλασθῆναι τὸ <lb/>σῶμα σύμπαν ἐν ὅλῳ
                        τῷ βίῳ διοικεῖσθαι τρισὶν ἀρχαῖς <lb/>αὐτὸ κινήσεων, τῆς τ’ ἐξ. ἐγκεφάλου
                        διὰ νεύρων καὶ <lb/>μυῶν, καὶ τῆς ἐκ καρδίας δι’ ἀρτηριῶν, καὶ τῆς ἐξ ἥπατος
                        <lb/>διὰ φλεβῶν. ἐκ τίνων δ’ ἀρχῶν ἐναργῶς, ὅτι οὐκ <lb/>ἐτόλμησα δοξάζειν,
                        ἐν πολλαῖς πραγματείαις ἐδήλωσα, καὶ <lb/>μάλιστα τῇ περὶ τῶν τῆς ψυχῆς
                        εἰδῶν, οὐσίαν ψυχῆς <lb/>ἀποφήνασθαι μηδαμόθι τολμήσας. οὔτε γὰρ εἰ
                        παντάπασιν <pb n="702"/> ἀσώματος, οὔτ’ εἰ σωματική τίς ἐστιν, οὔτ’ εἰ
                        τελέως <lb/>ἀΐδιος, οὔτ’ εἰ φθαρτὴ, γραμμικαῖς ἀποδείξεσιν εὗρόν <lb/>τινα
                        κεχρημένον, ὡς ἐν τῇ περὶ τῶν εἰδῶν τῆς ψυχῆς <lb/>πραγματείᾳ διῆλθον. </p></div></div></body></text></TEI>