<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg022.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><p><milestone unit="ed2page" n="288"/>Σκοπώμεθα δ’ ἐπ’ αὐτοῖς, ὅπως εἰκός
                        <lb/>ἐστι τὸ κυούμενον ὑπὸ τῆς κατὰ τὸ σπέρμα δυνάμεως ἅπαν <lb/>ἐφεξῆς
                        διαπλασθῆναι, τὴν ἀρχὴν τῆς εὑρέσεως αὖθις ἀπὸ <lb/>τῶν κατὰ τὰς ἀνατομὰς
                        ὁρωμένων ποιησάμενοι. <milestone unit="ed1page" n="215"/>φαίνεται <lb/>γὰρ
                        τῶν εἰρημένων τεττάρων ἀγγείων, ἃ κατὰ τὸν <lb/>ὀνομαζόμενον ὀμφαλὸν ἅμα τῷ
                        κατὰ τὸν οὐραχὸν πόρῳ <lb/>συνίστησιν εὐθὺς ἅμα τῷ διελθεῖν τὸ δέρμα τοῦ
                        κυουμένου, <lb/>τὸ μὲν ἕτερον ζεῦγος ἑνούμενόν τε παραχρῆμα καὶ <lb/>μίαν
                        φλέβα μεγάλην γεννῆσαν ἐμφύεσθαι τῷ ἥπατι. λέγω <lb/>δὲ ἐμφύεσθαι τὴν ἐκ τῆς
                        ἀνατομικῆς ἰδέαν ἑρμηνεύων. <lb/>οὐ γὰρ δὴ προϋπάρχοντί γε τῷ ἥπατι τὴν
                        ἔμφυσιν ἡ φλὲψ <lb/>αὕτη ποιεῖται, τοὐναντίον γὰρ ἅπαν εἰκός ἐστι γίγνεσθαι,
                        <lb/>ὁπόταν εἴσω διασχῇ καθάπερ τι δένδρου στέλεχος ἡ κατὰ <lb/>τὸν ὀμφαλὸν
                        φλὲψ, δισχιδὲς μὲν τὸ πρῶτον γίγνεσθαι, <lb/>τῶν μερῶν δ’ αὐτῆς ἑκάτερον
                        ἀποφύσεις ποιεῖσθαι πολλὰς <pb n="661"/> ἀνάλογον τοῖς ἐπὶ τῶν δένδρων
                        κλάδοις, εἶτα τῷ μὲν ἑτέρῳ <lb/>μορίῳ τῆς σχίσεως τῶν φλεβῶν ἐπιφύεσθαι τὴν
                        εἰρημένην σάρκα <lb/>τῆς κατὰ τὸ ἧπαρ οὐσίας, τῷ δ’ ἑτέρῳ, τῷ τὸ μεσεντέριον
                        <lb/>γεννῶντι, τήν τε γαστέρα καὶ τὸν σπλῆνα, καὶ τὴν <lb/>τῶν ἐντέρων ἕλικα
                        πᾶσαν, ἐπίπλοόν τε καὶ τὸ καλούμενον <lb/>ἀπευθυσμένον ἔντερον, οὐ δήπου καὶ
                        ταῦτα πρόσθεν ὑπάρχοντα, <lb/>συγγενόμενα δὲ τῇ σχίσει τῶν φλεβῶν, ὥσπερ ἡ
                        κατὰ <lb/>τὸ ἧπαρ οὐσία καθ’ ἑκάστην τε τῶν φλεβῶν ἰδίᾳ παραφυομένη <lb/>καὶ
                        κοινῇ συμπάσαις ἔξωθεν ἅμα πρὸς μίαν ἰδέαν <lb/>σπλάγχνου διαπλαττομένη. οὐ
                        μὴν οὕτω γε καὶ αἱ ἀρτηρίαι <lb/>μετὰ τὸ διασχεῖν ἔσω τοῦ δέρματος εὐθέως
                        οὔτε παραφυομένην <lb/>ἑαυταῖς ἔχουσι τὴν οὐσίαν ἑτέραν, οὔτ’ εἰς πολλὰ
                        <lb/>μόρια κατασχίζονται, διαμένουσι δὲ μέχρι πολλοῦ δύο, παραλαμβάνουσαί
                        <lb/>τε τὴν κύστιν τοῦ κυουμένου καὶ κατ’ αὐτοῦ <lb/>στηριζόμεναι φέρονται
                        κατά τε ἄλλα καὶ πρὸς τὸ βάθος <lb/>τοῦ σώματος, ἄχρι περ ἂν ἐπὶ τὸ πλατὺ
                        καὶ ἱερὸν <lb/>ὀστοῦν ὀνομαζόμενον ἀφίκωνται, καθ’ οὗ φαίνονται δύο τινὲς
                        <lb/>ἀρτηρίαι, μία καθ’ ἑκάτερον μέρος ἐπὶ τὰ σκέλη φερομένη, <lb/>τῆς ἐπὶ
                        τῇ ῥάχει μεγίστης εἰς αὐτὰς ἐσχισμένης, ἥτις ﻿<pb n="662"/> φαίνεται τῇ τῆς
                        καρδίας ἀριστερᾷ κοιλίᾳ συνημμένη. οὐ μὴν, <lb/>ὥσπερ ἐπὶ τῆς τοῦ ἥπατος
                        γενέσεως οὐδὲν ὑπολείπεται ζήτημα, <lb/>κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον ἐπὶ τῆς
                        καρδίας φαίνεται. <lb/>τὸ μὲν γὰρ ἧπαρ, ἐπὶ θατέρῳ μέρει τῆς ἐξ ὀμφαλοῦ
                        φερομένης <lb/>φλεβὸς σχισθὲν πολυειδῶς, τὴν πολυειδῆ διάφυσίν τε <lb/>καὶ
                        παράφυσιν ἔσχε· τῇ καρδίᾳ δὲ τὴν ὕλην, ἐξ ἧς τὴν <lb/>γένεσιν ἕξει, παρὰ τῆς
                        κυούσης ἤτοι διὰ τῶν ἀρτηριῶν <lb/>ἀναγκαῖόν ἐστιν ἢ διὰ μέσου τοῦ ἥπατος
                        χορηγεῖσθαι κατὰ <lb/>τὴν ἐξ αὐτοῦ φερομένην φλέβα μετέωρον εἰς τὴν τῶν ἄνω
                        <lb/>τοῦδε τοῦ σπλάγχνου μορίων γένεσιν. μακρὸς δ’ ἂν οὗτος <lb/>ὁ χρόνος
                        εἴη, καὶ οὐκ εὐθέως ἅμα ταῖς πρώταις ἡμέραις, <lb/>ἐν αἷς τὸ ἧπαρ ἀρχὴν
                        ἴσχει τῆς γενέσεως, ὀλίγον ἀπέχει τοῦ <lb/>τῆς μήτρας σώματος. ὃ γὰρ
                        ὑποφαίνεσθαι στρογγύλον, <lb/>ἐρυθρὸν, ἔνδον τοῦ χορίου κατὰ τὴν ἑκταίαν
                        γονὴν Ἱπποκράτης <lb/>ἔφη, τοῦτ’ ἂν εἴη τὸ ἧπαρ ἀδιάρθρωτον ἔτι καὶ
                        <lb/>ἀδιάπλαστον. ἔν γε μὴν ταῖς ὑπὲρ τὰς τριάκονθ’ ἡμέρας <lb/>τῶν ἐμβρύων
                        ἐκτρώσεσιν ἐγγὺς ἀλλήλων σαφῶς φαίνεται τὰ <lb/>τρία ταῦτα τοῦ ζώου μόρια,
                        τό θ’ ἧπαρ καὶ ἡ καρδία καὶ <lb/>ὁ ἐγκέφαλος, μεῖζον μὲν ἀμφοῖν τῶν ἑτέρων
                        τὸ ἧπαρ, ἀπολειπόμενα <pb n="663"/> δ’ αὐτοῦ πάμπολυ κατὰ μέγεθος ἥ τε
                        καρδία καὶ <lb/>ὁ ἐγκέφαλος. οὐ μὴν ὁπηνίκα γε πρώτη ἡ καρδία τὴν ἀρχὴν
                        <lb/>τῆς διαπλάσεως ἔχει, δυνατὸν εὑρεῖν· αἵ τε γὰρ ἀμβλώσεις <lb/>αἱ κατὰ
                        τὸν πρῶτον μῆνα γιγνόμεναι σαφὲς οὐδὲν διδάσκουσιν, <lb/>ἥ τ’ ἐπὶ τῶν ὁμοίων
                        ἀνθρώποις ζώων ἀνατομὴ <lb/>κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον οὐδ’ αὐτή τι δηλοῖ
                        βέβαιον, ἔστ’ <lb/>ἂν <milestone unit="ed2page" n="289"/>ἀδιάρθρωτον ᾖ τὸ
                        κύημα. διαρθροῦσθαι δ’ ἀρξαμένου, <lb/>τῶν μὲν ἄλλων μορίων τὰ πλεῖστα
                        περιγραφὴν <lb/>οὐδεμίαν ἴσχει σαφῆ, μόνα δ’ ἀλλήλοις ἐγγὺς ὁρᾶται τρία
                        <lb/>ταῦτα, καθάπερ ἀρτίως εἶπον, ἥ τε καρδία καὶ ὁ ἐγκέφαλος <lb/>καὶ τὸ
                        ἧπαρ. κατ’ ἀρχὰς μὲν οὖν, ἡνίκα τὰ περὶ <lb/>σπέρματος ὑπομνήματα γράφων
                        ἠναγκάσθην καὶ περὶ τῆς <lb/>κατὰ τὸν χρόνον τάξεως ἑκάστου τῶν μορίων τῆς
                        διαπλάσεως <lb/>εἰπεῖν τι, τὴν καρδίαν ἔφην ὁμοίως τῷ ἥπατι κατὰ <lb/>τὰς
                        πρώτας ἡμέρας τῆς κυήσεως οἷον κρηπῖδά τινα τῆς <lb/>γενέσεως ἴσχειν, ἐκ τῆς
                        ἐπὶ τῶν τελείων χρείας αὐτῆς ἀξιολογωτάτης <lb/>οὔσης ἐπὶ τὸν λογισμὸν
                        τοῦτον ἀγόμενος. ὡς <lb/>δὲ τοῖς ἄλλοις ἅπασιν ἰατροῖς τε καὶ φιλοσόφοις
                        εὗρον <lb/>ἀρέσκον ὁμοίως τοῖς φυτοῖς ἄχρι τῆς σαφοῦς διαπλάσεως <pb n="664"/> διοικούμενον τὸ κύημα, πιθανώτερον ἔδοξέ μοι, μηδεμίαν <lb/>αὐτῆς εἶναι
                        χρείαν ἐν ἀρχῇ τῆς γενέσεως, ἀλλὰ τοῦ μὲν <lb/>ἥπατος ὑστέραν αὐτὴν
                        διαπλάττεσθαι πάντως, ἐζήτουν δ’, <lb/>ὅπως γίγνεται τοῦτο. δυοῖν γὰρ δή που
                        τούτων ἀναγκαῖον <lb/>εἶναι τὸ ἕτερον, ἢ παρὰ τοῦ ἥπατος, αἵματος ἀνιόντος,
                        <lb/>ἅμα τῇ τῆς ἡπατίτιδος φλεβὸς γενέσει καὶ τὴν καρδίαν ἐκ <lb/>τούτου
                        γεννᾶσθαι δεῖν, ἢ διὰ τῆς μεγάλης ἀρτηρίας, ἐχούσης <lb/>αἷμα καὶ αὐτῆς,
                        οὐχ, ὡς Ἐρασίστρατος οἴεται, μόνον <lb/>πνεῦμα. τοὺς πολλοὺς δ’ εἰκὸς
                        ἐξηπατῆσθαι, καὶ μάλιστα <lb/>τοὺς φιλοσόφους, ὡς ἂν οὐδὲν ἐπισταμένους τῶν
                        ἐν ταῖς <lb/>διαιρέσεσι τῶν ζώων φαινομένων, ὧν μάλιστ’ ἐστὶ χρήσιμα <lb/>τὰ
                        κατὰ τὴν ἐπὶ τῶν ζώντων ἀνατομὴν ἐγχειρουμένην τεχνικῶς <lb/>εἰς γύμνωσιν
                        τῶν ἐν τῷ βάθει μορίων. ὥστε καὶ κατὰ <lb/>τοῦτο μακρὸς ὁ λόγος γίγνεται
                        τοῖς ἐπιστημονικῶς αὐτὸν <lb/>ὅλον ἐκμαθεῖν ὀρεγομένοις. ἓν μὲν γάρ ἐστιν
                        ὑπόμνημά <lb/>μοι γεγραμμένον, ἐν ᾧ σκοποῦμαι τὴν χρείαν τῆς ἀναπνοῆς,
                        <lb/>ἕτερον δ’ ἐπ’ αὐτῷ τὸ περὶ τῆς τῶν ἀρτηριῶν τε καὶ τῶν <lb/>ἐν αὐτοῖς
                        σφυγμῶν, ἐν οἷς ὁ γυμνασάμενος εἴσεται τὸ <pb n="665"/> κυούμενον οὔτ’
                        ἀρτηριῶν ἔχον ἀναγκαίαν χρείαν ἐν ἀρχῇ <lb/>τῆς γενέσεως, οὔτε σφυγμῶν, οὔτε
                        καρδίας, ὥσπερ οὐδὲ τὰ <lb/>φυτά. καὶ μέντοι καὶ περὶ τῆς τῶν φυτῶν γενέσεως
                        ἐσκέφθαι <lb/>τι χρὴ πρότερον. ἐκ γὰρ τῶν εἰς ταῦτα ἀναγκαίων <lb/>ἔνεστι
                        καὶ τὸ γινώσκειν, ὁποίων τε καὶ ὁπόσων δεῖται τὸ <lb/>κύημα, μέχρις ἂν ὑπὸ
                        μιᾶς διοικῆται ψυχῆς, ὡς τὰ φυτά. <lb/>καλοῦμεν δὲ τὴν ψυχὴν ταύτην, ὅταν μὴ
                        περὶ τούτου προκείμενον <lb/>ᾖ σκοπεῖν, τῷ κοινῷ πάσης οὐσίας προσρήματι
                        <lb/>φύσιν ὀνομάζοντες, ὃ κᾀν ταῖς ἀκριβέσι σκέψεσιν οἱ περὶ <lb/>Χρύσιππον
                        ἐφύλαξαν, οὐχ ὡς Ἀριστοτέλης τε καὶ Πλάτων <lb/>ἀποστάντες ὠνόμασαν
                        ἀμφότεροι μὲν ψυχὴν, ἀλλ’ ὁ μὲν <lb/>Ἀριστοτέλης τὸ θρεπτικὸν αὐτῆς
                        προσθεὶς, ὁ δὲ Πλάτων <lb/>τὸ ἐπιθυμητικόν. ἐπεὶ τοίνυν ὁ νῦν ἡμῖν
                        προκείμενος λόγος <lb/>οὐ κατὰ τὸ πάρεργον, ὥσπερ ὅταν ἄλλο τι προηγουμένως
                        <lb/>σκοπῶμεν, ἀλλ’ εἰς ἐσχάτην ἀκρίβειαν ἐκπονεῖται, τῆς <lb/>κατὰ τὰ φυτὰ
                        γενέσεώς τε καὶ διοικήσεως ἀναμνήσωμεν <lb/>ὑμᾶς αὐτοὺς πρότερον. ἅτε γὰρ
                        ἀμίκτου τε καὶ μόνης οὔσης <pb n="666"/> αὐτῆς, ὡς ἂν μήτε τὸ θυμοειδὲς
                        ἐχόντων μήτε τὸ λογιστικὸν, <lb/>ἐλπίς ἐστιν εἰλικρινῆ τε καὶ ἀνόθευτον
                        εὑρεῖν αὐτῶν <lb/>τὴν διοίκησιν. ἡ δ’ οὖν αὖθις ἀρχὴ περὶ τῆς τῶν φυτῶν
                        <lb/>γενέσεως ἡμῖν γιγνέσθω, σπέρματος ἀναμνησθεῖσιν εἰς γῆν <lb/>συμμέτρως
                        ὑγρὰν καὶ θερμὴν ἐμβληθέντος. ἔστω δὲ τοῦτο <lb/>δρυὸς <milestone unit="ed2page" n="290"/>ἤ τινος οὕτως ὑψηλοῦ φυτοῦ· ῥᾷον μὲν γὰρ <lb/>ἐν
                        μεγάλῳ σώματι κατοψόμεθα τῆς διοικούσης αὐτὰ φύσεως <lb/>τὰς ἐνεργείας.
                        αὐτίκα μὲν ἐκ τοῦ σπέρματος ὁρᾶται διττή <lb/>τις ἀπόφυσις γιγνομένη, κάτω
                        μὲν εἰς τὴν γῆν ἑτέρα, πρὸς <lb/>δὲ τὸν ὑπὲρ γῆς ἀέρα παραπλησία τις ἄλλη.
                        λεπταὶ δ’ οὖσαι <lb/>τό γε κατ’ ἀρχὰς αἱ ἀποφύσεις αἵδε τοῦ χρόνου
                        <lb/>προϊόντος ἁδρύνονταί τε ἅμα καὶ κατὰ <milestone unit="ed1page" n="216"/>τὸ μῆκος ἐκτείνονται, <lb/>κᾀπειδὰν ἤδη μέγεθος ἀξιόλογον ἔχωσιν, εἰς
                        ἀποφύσεις <lb/>σχίζονται. καὶ μέντοι τούτων αὐτῶν αὖθις εἰς ἑτέρας
                        <lb/>ἀποφύσεις διαιρουμένων, εἶτ’ ἐκείνων εἰς ἄλλας, ἐν ἑκάστῳ <lb/>μορίῳ
                        τοῦ χρόνου πάσας αὐτὰς ἅμα τρέφεσθαί τε καὶ <lb/>αὐξάνεσθαι συμβαίνει, καὶ
                        δὴ καὶ καρποὺς ἐπιφύεσθαι <lb/>τοῖς πέρασιν αὐτῶν ἅπασι, τελειωθέντος τοῦ
                        φυτοῦ. ﻿<pb n="667"/> τὴν αὐτὴν οὖν ἔχοντος τοῦ κυήματος ἐν τῇ πρώτῃ γενέσει
                        <lb/>τοῖς φυτοῖς διοίκησιν, ἐλαχίστη μὲν εἰκότως ἡ αὔξησις αὐτοῦ
                        <lb/>γίγνεται κατὰ τὸν πρῶτον χρόνον· ὁπόταν δὲ σαφῶς <lb/>ἄρξηται
                        διαρθροῦσθαι, πλείων, ὥσπερ γε καὶ διαρθρωθέντων <lb/>μεγίστη, κατὰ πολλὰ
                        μόρια τῆς διοικούσης αὐτῶν φύσεως <lb/>ἐνεργούσης ἅμα. τίς οὖν ὅρος ἐστὶ τοῦ
                        πρώτου χρόνου, <lb/>καθ’ ὃν οὐδέπω δεῖται τῆς καρδίας τὸ κυούμενον; ἐμοὶ μὲν
                        <lb/>δοκεῖ, καθ’ ὃν οὐδὲ τῶν φλεβῶν ἡ κατὰ τὸ ἧπαρ ἐγένετο <lb/>σύμπασα
                        σχίσις. καλῶ δὲ σύμπασαν, ἐπεὶ διττή τίς ἐστιν <lb/>οὐκ ἐμοὶ πρώτῳ φανεῖσα
                        τοιαύτη, συμφωνουμένοις δὲ τοῖς <lb/>ἀνατομικοῖς ἀνδράσιν ἅπασιν. ἡ γὰρ ἐξ
                        ὀμφαλοῦ φλὲψ ἅμα <lb/>τῷ πρώτως εἰς τὴν ἐντὸς χώραν ἀφικέσθαι τοῦ περὶ τὸ
                        <lb/>κυούμενον δέρματος εὐθέως σχίζεται δίχα, καθάπερ εἰς <lb/>δύο μόρια
                        μέγιστα κατὰ τὰ πολλὰ τῶν δένδρων ὁρᾶται <lb/>τὸ πρέμνον διαιρούμενον, εἶθ’
                        ἑκατέρας τῶν φλεβῶν τῶνδε <lb/>δίκην κλάδου ἀποφυούσης ἑτέρας φλέβας,
                        ἐκείνων τε πάλιν <lb/>ἑτέρας, εἶτα τούτων γεννωμένων ἄλλας, ἄχρι περ ἂν εἴς
                        <lb/>τινα πέρατα τελευτήσωσιν ἑκάτεραι τῶν κατασχίσεων, ἡ τοῦ <pb n="668"/>
                        ἥπατος ἴδιος οὐσία, περὶ ἧς διῆλθον ἔμπροσθεν, ἐν κύκλῳ <lb/>τε περιφύεται
                        καὶ τὰ μεταξὺ τῶν σχίσεων ἀναπληροῖ, καθάπερ <lb/>τις στοιβή. καὶ οὕτως αἱ
                        μὲν ἀπὸ τῆς ταπεινοτέρας <lb/>φλεβὸς ἀποφύσεις ἐν τοῖς σιμοῖς τοῦ σπλάγχνου
                        γίγνονται <lb/>μέρεσιν, οἷς περιλαμβάνει τὰ δεξιὰ τῆς γαστρὸς, αἱ δ’ ἀπὸ
                        <lb/>τῆς ὑψηλοτέρας ἐν τοῖς κυρτοῖς, ἔνθα τοῦ διαφράγματος <lb/>ψαύει. καὶ
                        διὰ ταύτην γε τὴν αἰτίαν αἱ δύο πύλαι τοῦ <lb/>ἥπατος ἐγένοντο τοῖς
                        ἐμβρύοις· τῆς γάρ τοι μεγάλης φλεβὸς, <lb/>ἣν δι’ ὀμφαλοῦ φερομένην ὁρῶμεν,
                        αἱ κατὰ τὸ σῶμα <lb/>φλέβες ἅπασαι μόριά τε καὶ ἀποβλαστήματά εἰσιν, τῆς
                        <lb/>μὲν ὑψηλοτέρας πύλης γενομένης ἕνεκα τοῦ γεννηθῆναι τὰς <lb/>κατὰ τὸ
                        ἧπαρ ἁπάσας, τῆς ταπεινοτέρας δὲ ἕνεκα τοῦ τὰς <lb/>εἰς τὴν γαστέρα καὶ
                        σπλῆνα, καὶ τὸ ὑπόλοιπον, ἔντερά τε <lb/>πάντα. συμπληρωθέντος δὲ τοῦ
                        ἥπατος, ἐκ μὲν τῶν κατὰ <lb/>τὰ κυρτὰ μέρη φλεβῶν αὐτοῦ καθάπερ ἔκ τινων
                        ῥιζῶν ἀθροίζεται <lb/>στέλεχος ἡ μεγίστη τῶν ἐν τῷ σώματι φλεβῶν, ἣν διὰ
                        <lb/>τοῦτο κοίλην ὀνομάζουσιν κατ’ ἐξοχὴν δή τινα πρὸς τὰς ἄλλας
                        <lb/>φλέβας, ἐνδεικνύμενοι τὸ μέγεθος αὐτῆς· Ἱπποκράτης <pb n="669"/> δ’ ἀπὸ
                        τοῦ ἥπατος, ὅθεν ἑώρα τὴν ἔκφυσιν ἔχουσαν, ἡπατῖτιν <lb/>ἐκάλεσεν. ταύτης
                        οὖν τῆς φλεβὸς ἐκτεταμένης κατὰ <lb/>τὸ μῆκος τοῦ ζώου, τὸ μέν τι κάτω
                        φέρεται κατὰ μέσης <lb/>τῆς ῥάχεως ἐστηριγμένον, τὸ δ’ ἄνω διὰ μέσου τοῦ
                        θώρακος <lb/>ἐπὶ τὸν τράχηλον ἀναφέρεται, πρώτας μὲν ἀποφύσεις <lb/>εἰς τὸ
                        διάφραγμα ποιούμενον οὐ σμικρὰς, ἐπ’ αὐταῖς δ’ <lb/>ἑτέρας πάντως λεπτὰς εἴς
                        τε τοὺς διαφράττοντας ὑμένας τὸν <lb/>θώρακα <milestone unit="ed2page" n="291"/>καὶ τὸν περικάρδιον χιτῶνα, μετὰ δὲ ταῦτα <lb/>εἰς τὴν δεξιὰν
                        κοιλίαν τῆς καρδίας καὶ τὸν θώρακα. κατὰ <lb/>δὲ τὸν αὐτὸν χρόνον εὔλογόν
                        ἐστι καὶ τὰς ἐκ τῶν ταπεινοτέρων <lb/>πυλῶν φλέβας εἰς πάντα τὰ κατὰ τὴν
                        γαστέρα μόρια <lb/>κατασχιζομένας αἰτίας τῆς γενέσεως αὐτοῖς γίγνεσθαι.
                        <lb/>ἐν ᾧ δ’ ἐπὶ τὴν καρδίαν ἀναφέρεται τὸ ἄνω μέρος τῆς ἡπατίτιδος, <lb/>ἐν
                        τούτῳ τὸ καταφερόμενον ἀποφύσεις ἑαυτοῦ τάς <lb/>τ’ ἐπὶ τοὺς νεφροὺς
                        ποιεῖται, (πρῶτοι μὲν γὰρ οὗτοι κεῖνται <lb/>πλησίον τοῦ ἥπατος,) καὶ εἰς τὰ
                        περὶ τὴν ῥάχιν χωρία <lb/>τὰ κατ’ ὀσφὺν, ὥσπερ γε τὸ ἄνω τοῦ διαφράγματος
                        μέρος <lb/>τῆς ῥάχεώς τε καὶ τοῦ θώρακος εὔλογον, ἀπὸ τῆς ἀναφερομένης
                        <lb/>ἡπατίτιδος ἀποφύσεις λαμβάνον, ὕλην τῆς γενέσεως <pb n="670"/> ἐξ αὐτῶν
                        ἴσχειν, ἐν ᾧ χρόνῳ καὶ καρδία πλάττεται. παραγίγνεσθαι <lb/>γὰρ ἐπ’ αὐτὴν
                        ἤδη δύναται καὶ τὸ τῶν ἀρτηριῶν <lb/>προειρημένον ζεῦγος εἰς μίαν ἀνηγμένον.
                        καὶ αὐτὸ ἐπὶ μέσης <lb/>τῆς ῥάχεως ἐστηριγμένον ὁρῶμεν, ἄχρι περ ἂν ἐγγὺς
                        <lb/>ἀφίκηται τῆς καρδίας. ἐκ ταύτης οὖν τὴν καρδίαν πιθανόν <lb/>ἐστιν
                        ἀρυομένην αἷμα θερμότερον πολλῷ τοῦ κατὰ <lb/>τὰς φλέβας εἰς τοσοῦτον καὶ
                        αὐτὴν θερμοτέραν γίνεσθαι <lb/>τοῦ ἥπατος, εἰς ὅσον καὶ τὸ αἷμα τοῦ αἵματός
                        ἐστι <lb/>θερμότερον. οὐσῶν δὲ δυοῖν αὐτῆς κοιλιῶν, εἰς μὲν τὴν <lb/>δεξιὰν
                        τὸ ἐκ τοῦ ἥπατος αἷμα παραγίγνεται, μετρίως θερμὸν <lb/>ὑπάρχον, εἰς δὲ τὴν
                        ἀριστερὰν πολλῷ θερμότερον <lb/>τοῦδε τὸ διὰ τῶν ἀρτηριῶν. ὅταν δὲ τὰς
                        κοιλίας σχῇ καὶ <lb/>τὰς ὕλας ἀμφοτέρας, ὡς ἂν ἤδη πεπληρωμένης αὐτῶν τῆς
                        <lb/>οὐσίας, αὐτή τε σφύζει καὶ τὰς ἀρτηρίας ἅμα ἑαυτῇ κινεῖ <lb/>τὴν αὐτὴν
                        ἑαυτῇ κίνησιν, ὥστε τὸ κυούμενον οὐ μόνον <lb/>ὡς φυτὸν ἔτι τὴν διοίκησιν
                        ἔχειν, ἀλλ’ ἤδη καὶ ὡς ζῶον, <lb/>ὁποῖα ζῶα χῆμαί τ’ εἰσὶ καὶ κήρυκες καὶ
                        πίνναι καὶ <lb/>ὄστρεα καὶ λοπάδες, ἤτοι γ’ ὀλιγίστης, ἢ οὐδ’ ὅλως δεόμενον
                            <pb n="671"/> κινήσεως σφυγμικῆς. ἐδείχθησαν γὰρ οἱ σφυγμοὶ τοῖς θερμοῖς
                        <lb/>σώμασιν ὑπάρχοντες, οὐδὲν δ’ οὔτ’ ἄναιμον ζῶόν ἐστι <lb/>σαφῶς θερμὸν,
                        οὔτε τῶν σαφῶς θερμῶν ἄναιμον. ἦν μὲν <lb/>οὖν καὶ χωρὶς τοῦ παρὰ τῆς
                        καρδίας θερμοῦ σύμφυτος <lb/>ὑπάρχουσα χλιαρὰ θερμότης τῷ κατὰ τὰς φλέβας
                        αἵματι, <lb/>καὶ διὰ τοῦτο καὶ τῷ ἥπατι· τὴν καρδίαν δ’ ἔχει τὰ ζῶα
                        <lb/>καθάπερ τινὸς πυρὸς ἑστίαν, καὶ γὰρ καὶ χωρὶς ταύτης ἡ <lb/>θερμασία
                        τῶν ἐναίμων ζώων παραπλησία τῇ κατὰ τοὺς <lb/>οἴκους ἐστὶν ὥρᾳ θέρους, ἀλλ’
                        ὥσπερ οἶκος, ἀναφθέντος <lb/>ἐν αὐτῷ πυρὸς, γίνεται θερμότερος, οὕτω καὶ τὸ
                        σῶμα <lb/>τῶν ζώων ἐκ τῆς καρδίας ἐπικτᾶται θερμότητα πλείονα <lb/>τῆς
                        ἐμφύτου ταῖς τε φλεψὶ καὶ τῷ ἥπατι, καὶ δηλονότι καὶ <lb/>τῷ αἵματι τῷ κατ’
                        αὐτά. κατὰ γὰρ τὰς ἀρτηρίας Ἐρασίστρατος <lb/>μὲν οὐδ’ ὅλως οἴεται
                        περιέχεσθαι τὸν χυμὸν τοῦτον, <lb/>ἡμεῖς δ’ ἡγούμεθα, καθάπερ καὶ φαίνεται
                        λεπτομερέστερον <lb/>καὶ θερμότερον ἐν αὐταῖς ὑπάρχον αἷμα· τοιοῦτον
                        <lb/>γάρ τι κᾀν τῷ τρωθῆναι τὸ ῥέον ἐξ αὐτῶν ἐστιν. καί μοι <lb/>δοκεῖ καὶ
                        Πλάτων ἐνδείκνυσθαι τοῦτο δι’ ὧν φησιν ἐν <lb/>Τιμαίῳ· Τὴν δὲ καρδίαν ἅμα
                        τῶν φλεβῶν πηγὴν καὶ ﻿<pb n="672"/> τοῦ περιφερομένου κατὰ πάντα τὰ μέλη
                        σφοδρῶς αἵματος <lb/>εἰς τὴν δορυφορικὴν οἴκησιν κατέστησαν. οὐ γὰρ ἁπλῶς
                        <lb/>εἶπεν, αἵματος αὐτὴν εἶναι πηγὴν, ἀλλὰ τοῦ περιφερομένου <lb/>κατὰ
                        πάντα τὰ μέλη σφοδρῶς· οὐ τοιοῦτον δ’ ἐστὶ τὸ κατὰ <lb/>τὰς ἰδίως
                        ὀνομαζομένας φλέβας, ὡς οἵ γε παλαιοὶ κοινὸν <lb/>ὄνομα τὸ τῶν φλεβῶν
                        ἑκατέρῳ τῷ γένει τῶν ἀγγείων ἐπέφερον. <lb/>ὥσπερ δὲ τὴν καρδίαν ὑστέραν
                        ἥπατος εὔλογον ἦν <lb/>γενέσθαι, καὶ διὰ τοῦτο τῇ τῆς κυούσης μήτρᾳ
                        πλησιέστερον <lb/>ἐτάχθη τὸ ἧπαρ, <milestone unit="ed2page" n="292"/>οὕτω
                        τὸν ἐγκέφαλον ἔτι καὶ ταύτης <lb/>ποῤῥωτέρω ταχθῆναι προσῆκον ἦν, ὡς ἂν καὶ
                        τῆς κατασκευῆς <lb/>αὐτοῦ γενησομένης ὑστέρας, ὅτι μηδὲ χρήζει τι τὸ
                        <lb/>κυούμενον ζῶον ἐγκεφάλου διὰ τὸ μήθ’ ὁρᾷν αὐτὸ δεῖσθαι, <lb/>μήτ’
                        ἀκούειν, μήτε γεύεσθαι, μήτ’ ὀσφραίνεσθαι, καθάπερ <lb/>οὐδὲ τοῖς κώλοις
                        ἐνεργεῖν, οὐδ’ ὅλως ἑτέραν τινὰ προαιρετικὴν <lb/>ἐνέργειαν ἢ τὴν τῆς ἁφῆς
                        αἴσθησιν ἔχειν, ἢ φαντασίαν, <lb/>ἢ <milestone unit="ed1page" n="217"/>λογισμὸν, ἢ μνήμην. ὕστερον οὖν ποτε <lb/>κατὰ τρίτην τύξιν χρόνου
                        ἐγκέφαλός τε καὶ τὰ κατὰ τὸ <lb/>πρόσωπον ἅπαντα διεπλάσθη, καθ’ ὃν καιρὸν
                        ἤδη καὶ τὰ <pb n="673"/> κῶλα διηρθρώθη, καὶ πᾶν εἴτι πρόσθεν εἴρηται μόριον
                        <lb/>εἰς τελειότητα τῆς ἑαυτοῦ κατασκευῆς ἀφίκετο. πρόδηλον δ’, <lb/>ὅτι καὶ
                        τὸ τῆς κεφαλῆς ὀστοῦν ὕστερον ἁπάντων τῶν ἄλλων <lb/>ὀστῶν ἐπάγη, καὶ διὰ
                        τοῦτο κατὰ τὸ βρέγμα λεπτὸν <lb/>οὕτως ἐστὶ καὶ ἀσθενὲς, ὡς ἐπὶ τῶν νεογενῶν
                        παιδίων ὁρᾶσθαι <lb/>τὴν κίνησιν τοῦ ἐγκεφάλου, μὴ μόνον ψαυόντων ἡμῶν,
                        <lb/>ἀλλὰ καὶ βλεπόντων. καὶ τέταρτος ἤδη χρόνος οὗτος ἥκει <lb/>μετὰ τὴν
                        πρώτην σύλληψιν, ἐν ᾧ κρατύνεται τὰ κατὰ τὴν <lb/>κίνησιν ὕστερα
                        διαπλασθέντα μόρια. καὶ διὰ τοῦτο ταῖς <lb/>μὲν τῆς θρεπτικῆς ψυχῆς
                        ἐνεργείαις τὰ βρέφη ῥωμαλεωτάταις <lb/>χρῆται, δευτέραις δὲ κατὰ ῥώμην ταῖς
                        ἀπὸ τῆς καρδίας, <lb/>ἀῤῥώστοις δὲ ταῖς ἀπ’ ἐγκεφάλου, μὴ ὅτι θεῖν ἤδη
                        <lb/>τοῖς σκέλεσιν ἢ βαδίζειν, ἀλλὰ μηδὲ στῆναι δυνάμενα, πολὺ <lb/>δὲ
                        μᾶλλον ἢ λογίσασθαί τι τῶν συμφερόντων, ἢ μαθεῖν, <lb/>ἢ μνημονεῦσαί τινος
                        αἰσθητοῦ παθήματος ἢ λογικοῦ μαθήματος. <lb/>ὕστερον δ’ αὐτοῖς καὶ τὸ τῆς
                        κεφαλῆς ὀστοῦν <lb/>κρατύνεται, καὶ οἱ ὀδόντες ἐκφύονται, τριχοῦταί τε τὸ
                        <lb/>κρανίον, ὥστε καὶ τοῖς σώμασιν ἀτελῆ τὰ γεννηθέντα καὶ <pb n="674"/> τῷ
                        τῆς ψυχῆς ἀρίστῳ μορίῳ τῷ λογιστικῷ σαφῶς φαίνεται· <lb/>σὺν γὰρ τοῖς
                        ὀργάνοις τελειούμεναι αἱ τῆς ψυχῆς δυνάμεις <lb/>ἐνεργοῦσιν. ἔνεστι δὲ τοῦτο
                        μαθεῖν τῷ βουληθέντι τὸ βιβλίον <lb/>ἀναγνῶναι, καθ’ ὃ δείκνυμι ταῖς τοῦ
                        σώματος κράσεσιν <lb/>ἕπεσθαι τὰς τῆς ψυχῆς δυνάμεις. </p></div></div></body></text></TEI>