<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg022.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="1"><head>ΓΑΛΗΝΟΥ ΠΕΡΙ ΚΥΟΥΜΕΝΩΝ <lb/>ΔΙΑΠΛΑΣΕΩΣ.</head><p>Περὶ τῆς τῶν κυουμένων διαπλάσεως ἐπεχείρησαν <lb/>μέν τι καὶ φιλόσοφοι
                        γράφειν, μηδεμίαν ἀφορμὴν <lb/>ὧν λέγουσιν ἐξ ἀνατομῆς περιεχόμενοι. καὶ
                        θαυμαστόν γε <lb/>οὐδέν ἐστιν ἁμαρτεῖν τῆς ἀληθείας αὐτοὺς, διαφωνῆσαί
                        <lb/>τε πρὸς ἀλλήλους. ὅπου γὰρ τοῖς ἀνατεμοῦσιν ἐπιμελῶς <lb/>ἠγνοήθη τινὰ,
                        πολὺ δήπου μᾶλλον εἰκὸς ἦν ἁμαρτεῖν, ὅσοι <lb/>ταῖς ἑαυτῶν ὑπονοίας
                        ἐπίστευσαν ἄνευ τῶν ἐξ ἀνατομῆς <lb/>φαινομένων. Ἱπποκράτης δὲ πρῶτος ὧν
                        ἴσμεν ἔγραψέ τι <pb n="653"/> περὶ διαπλάσεως ἐμβρύων ἀληθῶς, οὐ λογικαῖς
                        ὑπονοίαις τὴν <lb/>ἀκολουθίαν τῆς ζητήσεως ἐπιτρέψας, ἀλλ’ αἰσθηταῖς
                        διαγνώσεσιν, <lb/>οὐδ’ οὖν οὐδὲ ταύταις ὀλίγαις, ὥσπερ ἔνιοι καθολικὰς
                        <lb/>ἀποφάσεις ἐκ τῶν ἅπαξ ἢ δὶς ὀφθέντων ποιησάμενοι. καὶ <lb/>νῦν γοῦν τις
                        ἰατρὸς θεασάμενος ἐκτρωθὲν ἔμβρυον ἡμερῶν <lb/>τριάκοντα καὶ δυοῖν, ἔχον ἤδη
                        σαφῆ τὴν τῆς διαπλάσεως <lb/>ὑπογραφὴν, ὡς ἐπὶ πάντων ἐμβρύων οὕτω
                        γιγνόμενον ἀπεφῄνατο, <lb/>μηδὲ τὰ πρὸς Ἱπποκράτους εἰρημένα, μή τί γε
                        <lb/>δὴ τῶν ἄλλων, ὅσοι περὶ τούτων ἱστόρησαν, ἀνεγνωκώς. <lb/>οὐ γὰρ
                        ἀποτετμημένος εἷς ὅρος ἐστὶν τοῖς ἐμβρύοις οὔτε <lb/>τῆς σαφοῦς διαπλάσεως,
                        οὔτε τῆς κινήσεως, οὔτε τῆς ἀποκυήσεως, <lb/>ἀλλ’, ὡς Ἱππο<milestone unit="ed2page" n="286"/>κράτει τε γέ<milestone unit="ed1page" n="214"/>γραπται καὶ <lb/>τοῖς ἀξιοπιστοτάτοις τοῖς μετ’ αὐτὸν, ᾧδ’ ἔχει τὸ σύμπαν.
                        <lb/>ἑκταίαν γονὴν ἐκπεσοῦσαν ἰδὼν ὁ γράψας τὸ περὶ φύσεως <lb/>παιδίου
                        βιβλίον, εἴτ’ αὐτὸς Ἱπποκράτης ἐστὶν εἴθ’ ὁ μαθητὴς <lb/>αὐτοῦ Πόλυβος,
                        ἀκριβῶς τε ἅμα καὶ σαφῶς διηγήσατο <lb/>κατὰ τήνδε τὴν ῥῆσιν· Καὶ μὴν ἓξ
                        ἡμέρας μείνασαν <pb n="654"/> ἐν τῇσι μήτρῃσι γονὴν καὶ ἔξω πεσοῦσαν αὐτός
                        τε εἶδον <lb/>καὶ ὁκοίη μοι ἐφαίνετο ἐν τῇ γνώμῃ τότε, ἀπ’ ἐκείνων τὰ
                        <lb/>λοιπὰ τεκμήρια ποιέομαι. ὡς δὲ εἶδον τὴν γονὴν ἑκταίην <lb/>οὖσαν, ἐγὼ
                        διηγήσομαι. γυναικὸς οἰκέτις μουσουργὸς ἦν πολύτιμος, <lb/>παρ’ ἄνδρας
                        φοιτῶσα, ἣν οὐκ ἔδει λαβεῖν ἐν γαστρὶ, <lb/>ὅκως μὴ ἀτιμοτέρη εἴη. ἠκηκόει
                        δὲ ἡ μουσουργὸς, <lb/>οἷα αἱ γυναῖκες πρὸς ἀλλήλας λέγουσιν, ὅτι, ἢν γυνὴ
                        μέλλῃ <lb/>λήψεσθαι ἐν γαστρὶ, οὐκ ἐξέρχεται ἡ γονὴ, ἀλλ’ ἐμμένει.
                        <lb/>ταῦτα ἀκούσασα ξυνῆκε, καὶ τοῦτ’ ἐφύλασσεν ἀεί. καὶ ὡς <lb/>ᾔσθετο οὐκ
                        ἐξιοῦσαν τὴν γονὴν, καὶ ἔφρασε τῇ δεσποίνῃ, <lb/>καὶ ὁ λόγος ἦλθεν πρὸς ἐμέ.
                        καὶ ἐγὼ ἀκούσας ἐκελευσάμην <lb/>αὐτὴν πρὸς τὴν γῆν πηδῆσαι. καὶ ἐπεὶ
                        ἑπτάκις ἐπεπήδητο, <lb/>ἡ γονὴ κατεῤῥύη ἐπὶ τὴν γῆν, καὶ ψόφος ἐγένετο,
                        <lb/>κᾀκείνη ἐθεᾶτο καὶ ἐθαύμαζεν. ὁκοίη δ’ ἦν, ἐγὼ ἐρέω· <lb/>οἷον εἴ τις
                        ὠοῦ ὠμοῦ τὸ ἔξω λεπύριον περιέλοι, ἐν δὲ τῷ <lb/>ἔνδον ὑμένι τὸ ἔσω ὑγρὸν
                        διαφαίνοιτο. τρόπος μέν τις ἦν <lb/>τοιοῦτος, ἅλις εἰπεῖν, ἦν δὲ ἐρυθρὸν καὶ
                        στρογγύλον. ἐν <lb/>δὲ τῷ ὑμένι ἐφαίνοντο ἐνεοῦσαί τινες ἶνες λευκαὶ καὶ
                        παχεῖαι <pb n="655"/> εἰλημέναι ξὺν ἰχῶρι παχεῖ καὶ ἐρυθρῷ, καὶ ἀμφὶ
                        <lb/>τὸν ὑμένα ἔξωθεν αἱμάλωπες, κατὰ δὲ τὸ μέσον ἐπεῖχε <lb/>λεπτὸν, ὅ τί
                        μοι ἐδόκει εἶναι ὀμφαλὸς, καὶ ἐκείνῳ τὴν <lb/>πνοὴν καὶ ἔξω καὶ ἔσω
                        ποιεῖσθαι τὸ πρῶτον, καὶ ὁ ὑμὴν <lb/>ἐξ ἐκείνου ἐτέτατο πᾶς ὁ περιέχων τὴν
                        γονήν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="2"><p>Ἐν τούτῳ τῷ λόγῳ τὸν μὲν περιέχοντα τὴν <lb/>γονὴν ὑμένα τὸ καλούμενον
                        χορίον, τὸ δὲ τὰς λευκὰς καὶ <lb/>παχείας ἶνας ἔχον ἐν ἑαυτῷ ξὺν ἰχῶρι παχεῖ
                        καὶ ἐρυθρῷ <lb/>φλεβῶν καὶ ἀρτηριῶν ὑπογραφὴν τῆς γενέσεως ἡγητέον ὑπάρχειν.
                        <lb/>αὐξανόμενον γοῦν τὸ κύημα διὰ παντὸς ὁρᾶται περιεχόμενον <lb/>ὑπὸ τοῦ
                        χορίου, μεστοῦ φλεβῶν τε καὶ ἀρτηριῶν <lb/>ὄντος. οὐδὲ γὰρ ἄλλό τι παρὰ
                        ταῦτα τὰ τρία τὴν οὐσίαν <lb/>αὐτοῦ συντίθησιν, ἀλλ’ εἰσὶ πάμπολλαι φλέβες
                        καὶ ἀρτηρίαι, <lb/>πλησίον ἀλλήλων ἐκτεταμέναι, περιλαμβανόμεναί τε <lb/>καὶ
                        συναπτόμεναι συνεχεῖ σώματι λεπτῷ καὶ ὑμενοειδεῖ. <lb/>διαιρουμένων δὲ τῶν
                        κυούντων ζώων, ὅσα μὴ πόῤῥω τῆς <lb/>ἀνθρωπίνης ἐστὶ φύσεως, οἷον αἰγῶν, καὶ
                        προβάτων, καὶ <pb n="656"/> ὑῶν, βοῶν τε καὶ ἵππων, καὶ ὄνων, φαίνεται τὸ
                        χορίον <lb/>τοῦτο συμπεφυκὸς τῇ μήτρᾳ τοῦ κυοῦντος ζώου κατὰ τὰς
                        <lb/>ἀρτηρίας τε καὶ φλέβας. ἡ δ’ ἀρχὴ τῆς γενέσεως τῶν ἀγγείων <lb/>τούτων
                        ἐστὶν ἐκ τῶν κατὰ τὰς μήτρας ἀρτηριῶν καὶ <lb/>φλεβῶν, ὧν εἰς τὴν ἐντὸς
                        χώραν τῆς μήτρας ἀνεστόμωται <lb/>τὰ πέρατα, καὶ διὰ τούτων μόνων ἡ κοινωνία
                        τοῖς κυουμένοις <lb/>ἐστὶ πρὸς τὰς κυούσας. οὐδαμόθι γὰρ ἄλλοθι τέτρηται
                        <lb/>τὸ χορίον, ἀλλ’ οὐδὲ ψαύει κατά γε τὰς μήτρας, <lb/>ὅτι μὴ κατὰ ταῦτα
                        μόνα, τὸ δ’ ἄλλο κύτος αὐτοῦ τὸ μεταξὺ <lb/>ταῖς μήτραις μὲν ἔνδοθεν
                        ὑποτέταται, ψαύει δ’ <lb/>αὐτῶν μόνων ἄνευ συμφύσεως. τά γε μὴν ἀγγεῖα τὰ
                        κατ’ <lb/>αὐτὸ στενοτάτας μὲν ἔχει τὰς ἀρχὰς, δι’ ὧν, ὡς ἔφην, <lb/>ἥνωται
                        τοῖς πέρασιν τῶν κατὰ τὴν μήτραν ἀγγείων, ἀποχωροῦντα <lb/>δ’ αὐτῆς ἐς
                        ταὐτὸν ἀλλήλοις ἀφικνεῖται τρόπον <lb/>ὁμοιότατον ταῖς ῥίζαις τῶν φυτῶν.
                            <milestone unit="ed2page" n="287"/>ὡς γὰρ ἐπ’ ἐκείνων <lb/>ἐκ πολλῶν καὶ
                        λεπτῶν περάτων ἀλλήλαις συνιόντων ἕτεραι <lb/>ῥίζαι παχύτεραι γεννῶνται,
                        κᾀκείνων αὖθις ἀλλήλαις <lb/>ἑνουμένων ἕτεραι, καὶ τοῦτο γινόμενον οὐ
                        παύεται, μέχρις <lb/>ἂν ἅπασαι τελευτήσωσιν εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ πρέμνου, ﻿<pb n="657"/> κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον αἱ κατὰ τὸ χορίον ἀρτηρίαι καὶ
                        <lb/>φλέβες συνιοῦσαι πρὸς ἀλλήλας ἑτέρας γεννῶσιν ἑαυτῶν <lb/>εὐρυτέρας, ἐξ
                        ὧν ἀλλήλαις συνιουσῶν, εἶτα γεννωμένων αὖθις <lb/>ἄλλας, καὶ τούτου πάνυ
                        πολλάκις αὐταῖς συμβάντος, <lb/>εἰς δύο μὲν ἀρτηρίας, δύο δὲ φλέβας ἡ πάντων
                        τῶν κατὰ <lb/>μέρος ἀγγείων κεφαλαιοῦται σύνοδος, ὧν ἐν τῷ μεταξὺ γεννᾶταί
                        <lb/>τις πόρος εἰς τὸν πυθμένα τῆς κύστεως τοῦ κυουμένου <lb/>συντετρημένος,
                        ὃν οἱ δεινοὶ περὶ τὰς ἀνατομὰς ὠνόμασαν <lb/>οὐραχόν. τὸ δ’ ἕτερον τοῦ πόρου
                        τοῦδε στόμα <lb/>χωριζόμενον τῶν τεττάρων ἀγγείων εὐρύνεται κατὰ βραχὺ
                        <lb/>λεπτὸν ὑμένα παραπλήσιον ἀλλᾶντι τὸ σχῆμα γεννῆσαν, ἐπιτεταμένον
                        <lb/>ἔξωθεν ἑτέρῳ τοιούτῳ, ᾧ περιέχεται τὸ ἔμβρυον. <lb/>ὀνόματα δὲ τοῖς δύο
                        τούτοις ὑμέσιν οἱ ἀνατομικοὶ τέθεινται, <lb/>τῷ μὲν ἀπὸ τοῦ σχήματος
                        ἀλλαντοειδεῖ, θατέρῳ δὲ <lb/>τῷ περιέχοντι τὸ ἔμβρυον ἀμνειῷ. ταῦτα μὲν
                        ἔξωθέν ἐστι <lb/>τοῦ κυουμένου. κατ’ αὐτὸ δὲ τὸ ἔμβρυον ἴδια μόρια, πρῶτον
                        <lb/>μὲν ἁπάντων τὸ δέρμα, σκέπασμα καὶ ἀμφίεσμα σύμφυτον <lb/>ὑπὸ τοῦ
                        δημιουργήσαντος αὐτὸ γεγονὸς, εἶθ’ ἑξῆς <pb n="658"/> ὑπ’ αὐτῷ τὰ συνεχῆ
                        τοῖς τέσσαρσιν ἀγγείοις ἔνδον τοῦ δέρματος <lb/>μόρια, ὧν οὐδὲν οἷόν τ’
                        ἐστὶν γεννηθῆναι πρὸ τοῦ <lb/>τὰ πάντα τὰ κατὰ τὸ χορίον ἀγγεῖα τὴν
                        συναγωγὴν εἰς τὰ <lb/>προειρημένα τέτταρα σχεῖν. δεῖται γὰρ δηλονότι τῶν τοῦ
                        <lb/>κυουμένου μορίων ἕκαστον εἴς τε τὴν πρώτην γένεσιν <lb/>ἅπασάν τε τὴν
                        μετὰ ταῦτα διοίκησιν ἐπιτηδείου τροφῆς, <lb/>οὐδεμία δ’ ἄλλη τοῖς ἐμβρύοις
                        ἐστὶ τρόφιμος ὕλη παρὰ <lb/>τὴν ἐκ τῆς κυούσης αὐτὸ χορηγουμένην. οὐκ οὖν
                        οἷόν τε <lb/>γεννηθῆναί τι τῶν κατ’ αὐτὰ μορίων ἄνευ τῆς αἱματικῆς
                        <lb/>οὐσίας. οὐ μὴν οὐδ’ ὅσα λευκὰ καὶ ἄναιμα τῶν μορίων <lb/>ἐστὶν, ἐξ
                        αὐτοῦ τοῦ αἵματος οἷόν τε γεννᾶσθαι, καθάπερ <lb/>ἡ τοῦ ἥπατος οὐσία.
                        ταχίστην οὖν ἴσχει τὸ σπλάγχνον τοῦτο <lb/>τὴν γένεσιν ἐξ αἵματος, ὡς ἂν
                        ὁμοιοτάτην αὐτῷ τὴν τοῦ <lb/>σώματος οὐσίαν ἔχον. ἐὰν γὰρ διατεμὼν φλέβα
                        ζώου τοῦ <lb/>ῥέοντος αἵματος ἐάσῃς ἐμπεσεῖν συμμέτρως ὕδατι θερμῷ,
                        <lb/>παραπλησίαν ἴσχει τὴν πῆξιν ἥπατος οὐσίᾳ. τοῦτο μὲν οὖν <lb/>τὸ
                        σπλάγχνον ἑτοιμότατον πήγνυται μόνῳ τῷ περιέχεσθαι <lb/>κατὰ τὸ τῆς μήτρας
                        σῶμα πάσχον τοῦτο. τῶν δ’ ἄλλων <pb n="659"/> μορίων ἕκαστον, ὅσα σαρκοειδῆ
                        τ’ ἐστὶ καὶ ἔναιμα, πλείονος <lb/>χρόνου δεῖται πρὸς τὴν γένεσιν, ὥσπερ γε
                        τὸ τῶν ἀρτηριῶν <lb/>τε καὶ φλεβῶν σῶμα, παντάπασιν ἄναιμον ὑπάρχον, ἐκ τῆς
                        <lb/>τοῦ σπέρματος οὐσίας εὔλογόν ἐστι τὴν πρώτην γένεσιν <lb/>ἐσχηκέναι,
                        προσπεσόντος αὐτοῦ τοῖς πέρασι τῶν εἰς τὴν μήτραν <lb/>καθηκόντων ἀγγείων·
                        ἕτοιμόν τε γάρ ἐστι καὶ ῥᾷστον <lb/>ἐκ τῆς οὐσίας ἑαυτοῦ, γλισχρότητα πολλὴν
                        ἐχούσης, <lb/>τοιαύτην ἰδέαν ἐργάσασθαι μορίου. γενομένης δὲ τῆς πρώτης
                        <lb/>ῥιζώσεως τῶν ἀγγείων ἐπὶ τοῖς στόμασι τῶν εἰς τὴν <lb/>μήτραν
                        καθηκόντων, εἰκὸς δήπου τὸ διαπλάσαν αὐτὸ σπέρμα <lb/>τροφὴν αὐτοῖς
                        ἐκπορίζειν, ἕλκον ἐκ τῆς μήτρας τὸ αἷμα, <lb/>καὶ κατὰ σμικρὸν οὕτως
                        εὐρύνειν μὲν τὰ πρῶτα γεννηθέντα, <lb/>προάγειν δ’ εἰς μῆκος, αὐξάνον τε καὶ
                        κατὰ βραχὺ συνάγον <lb/>ἐς ταὐτὸ τὰ λεπτότερα πρὸς τὴν τῶν εὐρυτέρων
                        γένεσιν. <lb/>τὰ μὲν οὖν ἀγγεῖα καὶ τοὺς ὑμένας εὔλογον οὕτως γεννᾶσθαι,
                        <lb/>τὴν μὲν πρώτην σύστασιν ἐκ τῆς τοῦ σπέρματος οὐσίας <lb/>λαβόντα, τὴν
                        δ’ ἐφεξῆς εἰς μῆκός τε καὶ εὖρος ἐπίδοσιν, <pb n="660"/> ὡς ἐπὶ τῶν δένδρων
                        ὁρῶμεν ἐκ τῆς ἀρχῆς τοῦ <lb/>πρέμνου τό θ’ ὑπόλοιπον αὐτοῦ πρὸς ὕψος
                        ἀνατεινόμενον <lb/>εἴς τε τοὺς κλάδους σχιζόμενον γεννᾶσθαι. τοῦτο μὲν ἡμῖν
                        <lb/>οἷον θεμέλιον τῶν ἐφεξῆς εἰρησομένων ὑποβεβλήσθω. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><p><milestone unit="ed2page" n="288"/>Σκοπώμεθα δ’ ἐπ’ αὐτοῖς, ὅπως εἰκός
                        <lb/>ἐστι τὸ κυούμενον ὑπὸ τῆς κατὰ τὸ σπέρμα δυνάμεως ἅπαν <lb/>ἐφεξῆς
                        διαπλασθῆναι, τὴν ἀρχὴν τῆς εὑρέσεως αὖθις ἀπὸ <lb/>τῶν κατὰ τὰς ἀνατομὰς
                        ὁρωμένων ποιησάμενοι. <milestone unit="ed1page" n="215"/>φαίνεται <lb/>γὰρ
                        τῶν εἰρημένων τεττάρων ἀγγείων, ἃ κατὰ τὸν <lb/>ὀνομαζόμενον ὀμφαλὸν ἅμα τῷ
                        κατὰ τὸν οὐραχὸν πόρῳ <lb/>συνίστησιν εὐθὺς ἅμα τῷ διελθεῖν τὸ δέρμα τοῦ
                        κυουμένου, <lb/>τὸ μὲν ἕτερον ζεῦγος ἑνούμενόν τε παραχρῆμα καὶ <lb/>μίαν
                        φλέβα μεγάλην γεννῆσαν ἐμφύεσθαι τῷ ἥπατι. λέγω <lb/>δὲ ἐμφύεσθαι τὴν ἐκ τῆς
                        ἀνατομικῆς ἰδέαν ἑρμηνεύων. <lb/>οὐ γὰρ δὴ προϋπάρχοντί γε τῷ ἥπατι τὴν
                        ἔμφυσιν ἡ φλὲψ <lb/>αὕτη ποιεῖται, τοὐναντίον γὰρ ἅπαν εἰκός ἐστι γίγνεσθαι,
                        <lb/>ὁπόταν εἴσω διασχῇ καθάπερ τι δένδρου στέλεχος ἡ κατὰ <lb/>τὸν ὀμφαλὸν
                        φλὲψ, δισχιδὲς μὲν τὸ πρῶτον γίγνεσθαι, <lb/>τῶν μερῶν δ’ αὐτῆς ἑκάτερον
                        ἀποφύσεις ποιεῖσθαι πολλὰς <pb n="661"/> ἀνάλογον τοῖς ἐπὶ τῶν δένδρων
                        κλάδοις, εἶτα τῷ μὲν ἑτέρῳ <lb/>μορίῳ τῆς σχίσεως τῶν φλεβῶν ἐπιφύεσθαι τὴν
                        εἰρημένην σάρκα <lb/>τῆς κατὰ τὸ ἧπαρ οὐσίας, τῷ δ’ ἑτέρῳ, τῷ τὸ μεσεντέριον
                        <lb/>γεννῶντι, τήν τε γαστέρα καὶ τὸν σπλῆνα, καὶ τὴν <lb/>τῶν ἐντέρων ἕλικα
                        πᾶσαν, ἐπίπλοόν τε καὶ τὸ καλούμενον <lb/>ἀπευθυσμένον ἔντερον, οὐ δήπου καὶ
                        ταῦτα πρόσθεν ὑπάρχοντα, <lb/>συγγενόμενα δὲ τῇ σχίσει τῶν φλεβῶν, ὥσπερ ἡ
                        κατὰ <lb/>τὸ ἧπαρ οὐσία καθ’ ἑκάστην τε τῶν φλεβῶν ἰδίᾳ παραφυομένη <lb/>καὶ
                        κοινῇ συμπάσαις ἔξωθεν ἅμα πρὸς μίαν ἰδέαν <lb/>σπλάγχνου διαπλαττομένη. οὐ
                        μὴν οὕτω γε καὶ αἱ ἀρτηρίαι <lb/>μετὰ τὸ διασχεῖν ἔσω τοῦ δέρματος εὐθέως
                        οὔτε παραφυομένην <lb/>ἑαυταῖς ἔχουσι τὴν οὐσίαν ἑτέραν, οὔτ’ εἰς πολλὰ
                        <lb/>μόρια κατασχίζονται, διαμένουσι δὲ μέχρι πολλοῦ δύο, παραλαμβάνουσαί
                        <lb/>τε τὴν κύστιν τοῦ κυουμένου καὶ κατ’ αὐτοῦ <lb/>στηριζόμεναι φέρονται
                        κατά τε ἄλλα καὶ πρὸς τὸ βάθος <lb/>τοῦ σώματος, ἄχρι περ ἂν ἐπὶ τὸ πλατὺ
                        καὶ ἱερὸν <lb/>ὀστοῦν ὀνομαζόμενον ἀφίκωνται, καθ’ οὗ φαίνονται δύο τινὲς
                        <lb/>ἀρτηρίαι, μία καθ’ ἑκάτερον μέρος ἐπὶ τὰ σκέλη φερομένη, <lb/>τῆς ἐπὶ
                        τῇ ῥάχει μεγίστης εἰς αὐτὰς ἐσχισμένης, ἥτις ﻿<pb n="662"/> φαίνεται τῇ τῆς
                        καρδίας ἀριστερᾷ κοιλίᾳ συνημμένη. οὐ μὴν, <lb/>ὥσπερ ἐπὶ τῆς τοῦ ἥπατος
                        γενέσεως οὐδὲν ὑπολείπεται ζήτημα, <lb/>κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον ἐπὶ τῆς
                        καρδίας φαίνεται. <lb/>τὸ μὲν γὰρ ἧπαρ, ἐπὶ θατέρῳ μέρει τῆς ἐξ ὀμφαλοῦ
                        φερομένης <lb/>φλεβὸς σχισθὲν πολυειδῶς, τὴν πολυειδῆ διάφυσίν τε <lb/>καὶ
                        παράφυσιν ἔσχε· τῇ καρδίᾳ δὲ τὴν ὕλην, ἐξ ἧς τὴν <lb/>γένεσιν ἕξει, παρὰ τῆς
                        κυούσης ἤτοι διὰ τῶν ἀρτηριῶν <lb/>ἀναγκαῖόν ἐστιν ἢ διὰ μέσου τοῦ ἥπατος
                        χορηγεῖσθαι κατὰ <lb/>τὴν ἐξ αὐτοῦ φερομένην φλέβα μετέωρον εἰς τὴν τῶν ἄνω
                        <lb/>τοῦδε τοῦ σπλάγχνου μορίων γένεσιν. μακρὸς δ’ ἂν οὗτος <lb/>ὁ χρόνος
                        εἴη, καὶ οὐκ εὐθέως ἅμα ταῖς πρώταις ἡμέραις, <lb/>ἐν αἷς τὸ ἧπαρ ἀρχὴν
                        ἴσχει τῆς γενέσεως, ὀλίγον ἀπέχει τοῦ <lb/>τῆς μήτρας σώματος. ὃ γὰρ
                        ὑποφαίνεσθαι στρογγύλον, <lb/>ἐρυθρὸν, ἔνδον τοῦ χορίου κατὰ τὴν ἑκταίαν
                        γονὴν Ἱπποκράτης <lb/>ἔφη, τοῦτ’ ἂν εἴη τὸ ἧπαρ ἀδιάρθρωτον ἔτι καὶ
                        <lb/>ἀδιάπλαστον. ἔν γε μὴν ταῖς ὑπὲρ τὰς τριάκονθ’ ἡμέρας <lb/>τῶν ἐμβρύων
                        ἐκτρώσεσιν ἐγγὺς ἀλλήλων σαφῶς φαίνεται τὰ <lb/>τρία ταῦτα τοῦ ζώου μόρια,
                        τό θ’ ἧπαρ καὶ ἡ καρδία καὶ <lb/>ὁ ἐγκέφαλος, μεῖζον μὲν ἀμφοῖν τῶν ἑτέρων
                        τὸ ἧπαρ, ἀπολειπόμενα <pb n="663"/> δ’ αὐτοῦ πάμπολυ κατὰ μέγεθος ἥ τε
                        καρδία καὶ <lb/>ὁ ἐγκέφαλος. οὐ μὴν ὁπηνίκα γε πρώτη ἡ καρδία τὴν ἀρχὴν
                        <lb/>τῆς διαπλάσεως ἔχει, δυνατὸν εὑρεῖν· αἵ τε γὰρ ἀμβλώσεις <lb/>αἱ κατὰ
                        τὸν πρῶτον μῆνα γιγνόμεναι σαφὲς οὐδὲν διδάσκουσιν, <lb/>ἥ τ’ ἐπὶ τῶν ὁμοίων
                        ἀνθρώποις ζώων ἀνατομὴ <lb/>κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον οὐδ’ αὐτή τι δηλοῖ
                        βέβαιον, ἔστ’ <lb/>ἂν <milestone unit="ed2page" n="289"/>ἀδιάρθρωτον ᾖ τὸ
                        κύημα. διαρθροῦσθαι δ’ ἀρξαμένου, <lb/>τῶν μὲν ἄλλων μορίων τὰ πλεῖστα
                        περιγραφὴν <lb/>οὐδεμίαν ἴσχει σαφῆ, μόνα δ’ ἀλλήλοις ἐγγὺς ὁρᾶται τρία
                        <lb/>ταῦτα, καθάπερ ἀρτίως εἶπον, ἥ τε καρδία καὶ ὁ ἐγκέφαλος <lb/>καὶ τὸ
                        ἧπαρ. κατ’ ἀρχὰς μὲν οὖν, ἡνίκα τὰ περὶ <lb/>σπέρματος ὑπομνήματα γράφων
                        ἠναγκάσθην καὶ περὶ τῆς <lb/>κατὰ τὸν χρόνον τάξεως ἑκάστου τῶν μορίων τῆς
                        διαπλάσεως <lb/>εἰπεῖν τι, τὴν καρδίαν ἔφην ὁμοίως τῷ ἥπατι κατὰ <lb/>τὰς
                        πρώτας ἡμέρας τῆς κυήσεως οἷον κρηπῖδά τινα τῆς <lb/>γενέσεως ἴσχειν, ἐκ τῆς
                        ἐπὶ τῶν τελείων χρείας αὐτῆς ἀξιολογωτάτης <lb/>οὔσης ἐπὶ τὸν λογισμὸν
                        τοῦτον ἀγόμενος. ὡς <lb/>δὲ τοῖς ἄλλοις ἅπασιν ἰατροῖς τε καὶ φιλοσόφοις
                        εὗρον <lb/>ἀρέσκον ὁμοίως τοῖς φυτοῖς ἄχρι τῆς σαφοῦς διαπλάσεως <pb n="664"/> διοικούμενον τὸ κύημα, πιθανώτερον ἔδοξέ μοι, μηδεμίαν <lb/>αὐτῆς εἶναι
                        χρείαν ἐν ἀρχῇ τῆς γενέσεως, ἀλλὰ τοῦ μὲν <lb/>ἥπατος ὑστέραν αὐτὴν
                        διαπλάττεσθαι πάντως, ἐζήτουν δ’, <lb/>ὅπως γίγνεται τοῦτο. δυοῖν γὰρ δή που
                        τούτων ἀναγκαῖον <lb/>εἶναι τὸ ἕτερον, ἢ παρὰ τοῦ ἥπατος, αἵματος ἀνιόντος,
                        <lb/>ἅμα τῇ τῆς ἡπατίτιδος φλεβὸς γενέσει καὶ τὴν καρδίαν ἐκ <lb/>τούτου
                        γεννᾶσθαι δεῖν, ἢ διὰ τῆς μεγάλης ἀρτηρίας, ἐχούσης <lb/>αἷμα καὶ αὐτῆς,
                        οὐχ, ὡς Ἐρασίστρατος οἴεται, μόνον <lb/>πνεῦμα. τοὺς πολλοὺς δ’ εἰκὸς
                        ἐξηπατῆσθαι, καὶ μάλιστα <lb/>τοὺς φιλοσόφους, ὡς ἂν οὐδὲν ἐπισταμένους τῶν
                        ἐν ταῖς <lb/>διαιρέσεσι τῶν ζώων φαινομένων, ὧν μάλιστ’ ἐστὶ χρήσιμα <lb/>τὰ
                        κατὰ τὴν ἐπὶ τῶν ζώντων ἀνατομὴν ἐγχειρουμένην τεχνικῶς <lb/>εἰς γύμνωσιν
                        τῶν ἐν τῷ βάθει μορίων. ὥστε καὶ κατὰ <lb/>τοῦτο μακρὸς ὁ λόγος γίγνεται
                        τοῖς ἐπιστημονικῶς αὐτὸν <lb/>ὅλον ἐκμαθεῖν ὀρεγομένοις. ἓν μὲν γάρ ἐστιν
                        ὑπόμνημά <lb/>μοι γεγραμμένον, ἐν ᾧ σκοποῦμαι τὴν χρείαν τῆς ἀναπνοῆς,
                        <lb/>ἕτερον δ’ ἐπ’ αὐτῷ τὸ περὶ τῆς τῶν ἀρτηριῶν τε καὶ τῶν <lb/>ἐν αὐτοῖς
                        σφυγμῶν, ἐν οἷς ὁ γυμνασάμενος εἴσεται τὸ <pb n="665"/> κυούμενον οὔτ’
                        ἀρτηριῶν ἔχον ἀναγκαίαν χρείαν ἐν ἀρχῇ <lb/>τῆς γενέσεως, οὔτε σφυγμῶν, οὔτε
                        καρδίας, ὥσπερ οὐδὲ τὰ <lb/>φυτά. καὶ μέντοι καὶ περὶ τῆς τῶν φυτῶν γενέσεως
                        ἐσκέφθαι <lb/>τι χρὴ πρότερον. ἐκ γὰρ τῶν εἰς ταῦτα ἀναγκαίων <lb/>ἔνεστι
                        καὶ τὸ γινώσκειν, ὁποίων τε καὶ ὁπόσων δεῖται τὸ <lb/>κύημα, μέχρις ἂν ὑπὸ
                        μιᾶς διοικῆται ψυχῆς, ὡς τὰ φυτά. <lb/>καλοῦμεν δὲ τὴν ψυχὴν ταύτην, ὅταν μὴ
                        περὶ τούτου προκείμενον <lb/>ᾖ σκοπεῖν, τῷ κοινῷ πάσης οὐσίας προσρήματι
                        <lb/>φύσιν ὀνομάζοντες, ὃ κᾀν ταῖς ἀκριβέσι σκέψεσιν οἱ περὶ <lb/>Χρύσιππον
                        ἐφύλαξαν, οὐχ ὡς Ἀριστοτέλης τε καὶ Πλάτων <lb/>ἀποστάντες ὠνόμασαν
                        ἀμφότεροι μὲν ψυχὴν, ἀλλ’ ὁ μὲν <lb/>Ἀριστοτέλης τὸ θρεπτικὸν αὐτῆς
                        προσθεὶς, ὁ δὲ Πλάτων <lb/>τὸ ἐπιθυμητικόν. ἐπεὶ τοίνυν ὁ νῦν ἡμῖν
                        προκείμενος λόγος <lb/>οὐ κατὰ τὸ πάρεργον, ὥσπερ ὅταν ἄλλο τι προηγουμένως
                        <lb/>σκοπῶμεν, ἀλλ’ εἰς ἐσχάτην ἀκρίβειαν ἐκπονεῖται, τῆς <lb/>κατὰ τὰ φυτὰ
                        γενέσεώς τε καὶ διοικήσεως ἀναμνήσωμεν <lb/>ὑμᾶς αὐτοὺς πρότερον. ἅτε γὰρ
                        ἀμίκτου τε καὶ μόνης οὔσης <pb n="666"/> αὐτῆς, ὡς ἂν μήτε τὸ θυμοειδὲς
                        ἐχόντων μήτε τὸ λογιστικὸν, <lb/>ἐλπίς ἐστιν εἰλικρινῆ τε καὶ ἀνόθευτον
                        εὑρεῖν αὐτῶν <lb/>τὴν διοίκησιν. ἡ δ’ οὖν αὖθις ἀρχὴ περὶ τῆς τῶν φυτῶν
                        <lb/>γενέσεως ἡμῖν γιγνέσθω, σπέρματος ἀναμνησθεῖσιν εἰς γῆν <lb/>συμμέτρως
                        ὑγρὰν καὶ θερμὴν ἐμβληθέντος. ἔστω δὲ τοῦτο <lb/>δρυὸς <milestone unit="ed2page" n="290"/>ἤ τινος οὕτως ὑψηλοῦ φυτοῦ· ῥᾷον μὲν γὰρ <lb/>ἐν
                        μεγάλῳ σώματι κατοψόμεθα τῆς διοικούσης αὐτὰ φύσεως <lb/>τὰς ἐνεργείας.
                        αὐτίκα μὲν ἐκ τοῦ σπέρματος ὁρᾶται διττή <lb/>τις ἀπόφυσις γιγνομένη, κάτω
                        μὲν εἰς τὴν γῆν ἑτέρα, πρὸς <lb/>δὲ τὸν ὑπὲρ γῆς ἀέρα παραπλησία τις ἄλλη.
                        λεπταὶ δ’ οὖσαι <lb/>τό γε κατ’ ἀρχὰς αἱ ἀποφύσεις αἵδε τοῦ χρόνου
                        <lb/>προϊόντος ἁδρύνονταί τε ἅμα καὶ κατὰ <milestone unit="ed1page" n="216"/>τὸ μῆκος ἐκτείνονται, <lb/>κᾀπειδὰν ἤδη μέγεθος ἀξιόλογον ἔχωσιν, εἰς
                        ἀποφύσεις <lb/>σχίζονται. καὶ μέντοι τούτων αὐτῶν αὖθις εἰς ἑτέρας
                        <lb/>ἀποφύσεις διαιρουμένων, εἶτ’ ἐκείνων εἰς ἄλλας, ἐν ἑκάστῳ <lb/>μορίῳ
                        τοῦ χρόνου πάσας αὐτὰς ἅμα τρέφεσθαί τε καὶ <lb/>αὐξάνεσθαι συμβαίνει, καὶ
                        δὴ καὶ καρποὺς ἐπιφύεσθαι <lb/>τοῖς πέρασιν αὐτῶν ἅπασι, τελειωθέντος τοῦ
                        φυτοῦ. ﻿<pb n="667"/> τὴν αὐτὴν οὖν ἔχοντος τοῦ κυήματος ἐν τῇ πρώτῃ γενέσει
                        <lb/>τοῖς φυτοῖς διοίκησιν, ἐλαχίστη μὲν εἰκότως ἡ αὔξησις αὐτοῦ
                        <lb/>γίγνεται κατὰ τὸν πρῶτον χρόνον· ὁπόταν δὲ σαφῶς <lb/>ἄρξηται
                        διαρθροῦσθαι, πλείων, ὥσπερ γε καὶ διαρθρωθέντων <lb/>μεγίστη, κατὰ πολλὰ
                        μόρια τῆς διοικούσης αὐτῶν φύσεως <lb/>ἐνεργούσης ἅμα. τίς οὖν ὅρος ἐστὶ τοῦ
                        πρώτου χρόνου, <lb/>καθ’ ὃν οὐδέπω δεῖται τῆς καρδίας τὸ κυούμενον; ἐμοὶ μὲν
                        <lb/>δοκεῖ, καθ’ ὃν οὐδὲ τῶν φλεβῶν ἡ κατὰ τὸ ἧπαρ ἐγένετο <lb/>σύμπασα
                        σχίσις. καλῶ δὲ σύμπασαν, ἐπεὶ διττή τίς ἐστιν <lb/>οὐκ ἐμοὶ πρώτῳ φανεῖσα
                        τοιαύτη, συμφωνουμένοις δὲ τοῖς <lb/>ἀνατομικοῖς ἀνδράσιν ἅπασιν. ἡ γὰρ ἐξ
                        ὀμφαλοῦ φλὲψ ἅμα <lb/>τῷ πρώτως εἰς τὴν ἐντὸς χώραν ἀφικέσθαι τοῦ περὶ τὸ
                        <lb/>κυούμενον δέρματος εὐθέως σχίζεται δίχα, καθάπερ εἰς <lb/>δύο μόρια
                        μέγιστα κατὰ τὰ πολλὰ τῶν δένδρων ὁρᾶται <lb/>τὸ πρέμνον διαιρούμενον, εἶθ’
                        ἑκατέρας τῶν φλεβῶν τῶνδε <lb/>δίκην κλάδου ἀποφυούσης ἑτέρας φλέβας,
                        ἐκείνων τε πάλιν <lb/>ἑτέρας, εἶτα τούτων γεννωμένων ἄλλας, ἄχρι περ ἂν εἴς
                        <lb/>τινα πέρατα τελευτήσωσιν ἑκάτεραι τῶν κατασχίσεων, ἡ τοῦ <pb n="668"/>
                        ἥπατος ἴδιος οὐσία, περὶ ἧς διῆλθον ἔμπροσθεν, ἐν κύκλῳ <lb/>τε περιφύεται
                        καὶ τὰ μεταξὺ τῶν σχίσεων ἀναπληροῖ, καθάπερ <lb/>τις στοιβή. καὶ οὕτως αἱ
                        μὲν ἀπὸ τῆς ταπεινοτέρας <lb/>φλεβὸς ἀποφύσεις ἐν τοῖς σιμοῖς τοῦ σπλάγχνου
                        γίγνονται <lb/>μέρεσιν, οἷς περιλαμβάνει τὰ δεξιὰ τῆς γαστρὸς, αἱ δ’ ἀπὸ
                        <lb/>τῆς ὑψηλοτέρας ἐν τοῖς κυρτοῖς, ἔνθα τοῦ διαφράγματος <lb/>ψαύει. καὶ
                        διὰ ταύτην γε τὴν αἰτίαν αἱ δύο πύλαι τοῦ <lb/>ἥπατος ἐγένοντο τοῖς
                        ἐμβρύοις· τῆς γάρ τοι μεγάλης φλεβὸς, <lb/>ἣν δι’ ὀμφαλοῦ φερομένην ὁρῶμεν,
                        αἱ κατὰ τὸ σῶμα <lb/>φλέβες ἅπασαι μόριά τε καὶ ἀποβλαστήματά εἰσιν, τῆς
                        <lb/>μὲν ὑψηλοτέρας πύλης γενομένης ἕνεκα τοῦ γεννηθῆναι τὰς <lb/>κατὰ τὸ
                        ἧπαρ ἁπάσας, τῆς ταπεινοτέρας δὲ ἕνεκα τοῦ τὰς <lb/>εἰς τὴν γαστέρα καὶ
                        σπλῆνα, καὶ τὸ ὑπόλοιπον, ἔντερά τε <lb/>πάντα. συμπληρωθέντος δὲ τοῦ
                        ἥπατος, ἐκ μὲν τῶν κατὰ <lb/>τὰ κυρτὰ μέρη φλεβῶν αὐτοῦ καθάπερ ἔκ τινων
                        ῥιζῶν ἀθροίζεται <lb/>στέλεχος ἡ μεγίστη τῶν ἐν τῷ σώματι φλεβῶν, ἣν διὰ
                        <lb/>τοῦτο κοίλην ὀνομάζουσιν κατ’ ἐξοχὴν δή τινα πρὸς τὰς ἄλλας
                        <lb/>φλέβας, ἐνδεικνύμενοι τὸ μέγεθος αὐτῆς· Ἱπποκράτης <pb n="669"/> δ’ ἀπὸ
                        τοῦ ἥπατος, ὅθεν ἑώρα τὴν ἔκφυσιν ἔχουσαν, ἡπατῖτιν <lb/>ἐκάλεσεν. ταύτης
                        οὖν τῆς φλεβὸς ἐκτεταμένης κατὰ <lb/>τὸ μῆκος τοῦ ζώου, τὸ μέν τι κάτω
                        φέρεται κατὰ μέσης <lb/>τῆς ῥάχεως ἐστηριγμένον, τὸ δ’ ἄνω διὰ μέσου τοῦ
                        θώρακος <lb/>ἐπὶ τὸν τράχηλον ἀναφέρεται, πρώτας μὲν ἀποφύσεις <lb/>εἰς τὸ
                        διάφραγμα ποιούμενον οὐ σμικρὰς, ἐπ’ αὐταῖς δ’ <lb/>ἑτέρας πάντως λεπτὰς εἴς
                        τε τοὺς διαφράττοντας ὑμένας τὸν <lb/>θώρακα <milestone unit="ed2page" n="291"/>καὶ τὸν περικάρδιον χιτῶνα, μετὰ δὲ ταῦτα <lb/>εἰς τὴν δεξιὰν
                        κοιλίαν τῆς καρδίας καὶ τὸν θώρακα. κατὰ <lb/>δὲ τὸν αὐτὸν χρόνον εὔλογόν
                        ἐστι καὶ τὰς ἐκ τῶν ταπεινοτέρων <lb/>πυλῶν φλέβας εἰς πάντα τὰ κατὰ τὴν
                        γαστέρα μόρια <lb/>κατασχιζομένας αἰτίας τῆς γενέσεως αὐτοῖς γίγνεσθαι.
                        <lb/>ἐν ᾧ δ’ ἐπὶ τὴν καρδίαν ἀναφέρεται τὸ ἄνω μέρος τῆς ἡπατίτιδος, <lb/>ἐν
                        τούτῳ τὸ καταφερόμενον ἀποφύσεις ἑαυτοῦ τάς <lb/>τ’ ἐπὶ τοὺς νεφροὺς
                        ποιεῖται, (πρῶτοι μὲν γὰρ οὗτοι κεῖνται <lb/>πλησίον τοῦ ἥπατος,) καὶ εἰς τὰ
                        περὶ τὴν ῥάχιν χωρία <lb/>τὰ κατ’ ὀσφὺν, ὥσπερ γε τὸ ἄνω τοῦ διαφράγματος
                        μέρος <lb/>τῆς ῥάχεώς τε καὶ τοῦ θώρακος εὔλογον, ἀπὸ τῆς ἀναφερομένης
                        <lb/>ἡπατίτιδος ἀποφύσεις λαμβάνον, ὕλην τῆς γενέσεως <pb n="670"/> ἐξ αὐτῶν
                        ἴσχειν, ἐν ᾧ χρόνῳ καὶ καρδία πλάττεται. παραγίγνεσθαι <lb/>γὰρ ἐπ’ αὐτὴν
                        ἤδη δύναται καὶ τὸ τῶν ἀρτηριῶν <lb/>προειρημένον ζεῦγος εἰς μίαν ἀνηγμένον.
                        καὶ αὐτὸ ἐπὶ μέσης <lb/>τῆς ῥάχεως ἐστηριγμένον ὁρῶμεν, ἄχρι περ ἂν ἐγγὺς
                        <lb/>ἀφίκηται τῆς καρδίας. ἐκ ταύτης οὖν τὴν καρδίαν πιθανόν <lb/>ἐστιν
                        ἀρυομένην αἷμα θερμότερον πολλῷ τοῦ κατὰ <lb/>τὰς φλέβας εἰς τοσοῦτον καὶ
                        αὐτὴν θερμοτέραν γίνεσθαι <lb/>τοῦ ἥπατος, εἰς ὅσον καὶ τὸ αἷμα τοῦ αἵματός
                        ἐστι <lb/>θερμότερον. οὐσῶν δὲ δυοῖν αὐτῆς κοιλιῶν, εἰς μὲν τὴν <lb/>δεξιὰν
                        τὸ ἐκ τοῦ ἥπατος αἷμα παραγίγνεται, μετρίως θερμὸν <lb/>ὑπάρχον, εἰς δὲ τὴν
                        ἀριστερὰν πολλῷ θερμότερον <lb/>τοῦδε τὸ διὰ τῶν ἀρτηριῶν. ὅταν δὲ τὰς
                        κοιλίας σχῇ καὶ <lb/>τὰς ὕλας ἀμφοτέρας, ὡς ἂν ἤδη πεπληρωμένης αὐτῶν τῆς
                        <lb/>οὐσίας, αὐτή τε σφύζει καὶ τὰς ἀρτηρίας ἅμα ἑαυτῇ κινεῖ <lb/>τὴν αὐτὴν
                        ἑαυτῇ κίνησιν, ὥστε τὸ κυούμενον οὐ μόνον <lb/>ὡς φυτὸν ἔτι τὴν διοίκησιν
                        ἔχειν, ἀλλ’ ἤδη καὶ ὡς ζῶον, <lb/>ὁποῖα ζῶα χῆμαί τ’ εἰσὶ καὶ κήρυκες καὶ
                        πίνναι καὶ <lb/>ὄστρεα καὶ λοπάδες, ἤτοι γ’ ὀλιγίστης, ἢ οὐδ’ ὅλως δεόμενον
                            <pb n="671"/> κινήσεως σφυγμικῆς. ἐδείχθησαν γὰρ οἱ σφυγμοὶ τοῖς θερμοῖς
                        <lb/>σώμασιν ὑπάρχοντες, οὐδὲν δ’ οὔτ’ ἄναιμον ζῶόν ἐστι <lb/>σαφῶς θερμὸν,
                        οὔτε τῶν σαφῶς θερμῶν ἄναιμον. ἦν μὲν <lb/>οὖν καὶ χωρὶς τοῦ παρὰ τῆς
                        καρδίας θερμοῦ σύμφυτος <lb/>ὑπάρχουσα χλιαρὰ θερμότης τῷ κατὰ τὰς φλέβας
                        αἵματι, <lb/>καὶ διὰ τοῦτο καὶ τῷ ἥπατι· τὴν καρδίαν δ’ ἔχει τὰ ζῶα
                        <lb/>καθάπερ τινὸς πυρὸς ἑστίαν, καὶ γὰρ καὶ χωρὶς ταύτης ἡ <lb/>θερμασία
                        τῶν ἐναίμων ζώων παραπλησία τῇ κατὰ τοὺς <lb/>οἴκους ἐστὶν ὥρᾳ θέρους, ἀλλ’
                        ὥσπερ οἶκος, ἀναφθέντος <lb/>ἐν αὐτῷ πυρὸς, γίνεται θερμότερος, οὕτω καὶ τὸ
                        σῶμα <lb/>τῶν ζώων ἐκ τῆς καρδίας ἐπικτᾶται θερμότητα πλείονα <lb/>τῆς
                        ἐμφύτου ταῖς τε φλεψὶ καὶ τῷ ἥπατι, καὶ δηλονότι καὶ <lb/>τῷ αἵματι τῷ κατ’
                        αὐτά. κατὰ γὰρ τὰς ἀρτηρίας Ἐρασίστρατος <lb/>μὲν οὐδ’ ὅλως οἴεται
                        περιέχεσθαι τὸν χυμὸν τοῦτον, <lb/>ἡμεῖς δ’ ἡγούμεθα, καθάπερ καὶ φαίνεται
                        λεπτομερέστερον <lb/>καὶ θερμότερον ἐν αὐταῖς ὑπάρχον αἷμα· τοιοῦτον
                        <lb/>γάρ τι κᾀν τῷ τρωθῆναι τὸ ῥέον ἐξ αὐτῶν ἐστιν. καί μοι <lb/>δοκεῖ καὶ
                        Πλάτων ἐνδείκνυσθαι τοῦτο δι’ ὧν φησιν ἐν <lb/>Τιμαίῳ· Τὴν δὲ καρδίαν ἅμα
                        τῶν φλεβῶν πηγὴν καὶ ﻿<pb n="672"/> τοῦ περιφερομένου κατὰ πάντα τὰ μέλη
                        σφοδρῶς αἵματος <lb/>εἰς τὴν δορυφορικὴν οἴκησιν κατέστησαν. οὐ γὰρ ἁπλῶς
                        <lb/>εἶπεν, αἵματος αὐτὴν εἶναι πηγὴν, ἀλλὰ τοῦ περιφερομένου <lb/>κατὰ
                        πάντα τὰ μέλη σφοδρῶς· οὐ τοιοῦτον δ’ ἐστὶ τὸ κατὰ <lb/>τὰς ἰδίως
                        ὀνομαζομένας φλέβας, ὡς οἵ γε παλαιοὶ κοινὸν <lb/>ὄνομα τὸ τῶν φλεβῶν
                        ἑκατέρῳ τῷ γένει τῶν ἀγγείων ἐπέφερον. <lb/>ὥσπερ δὲ τὴν καρδίαν ὑστέραν
                        ἥπατος εὔλογον ἦν <lb/>γενέσθαι, καὶ διὰ τοῦτο τῇ τῆς κυούσης μήτρᾳ
                        πλησιέστερον <lb/>ἐτάχθη τὸ ἧπαρ, <milestone unit="ed2page" n="292"/>οὕτω
                        τὸν ἐγκέφαλον ἔτι καὶ ταύτης <lb/>ποῤῥωτέρω ταχθῆναι προσῆκον ἦν, ὡς ἂν καὶ
                        τῆς κατασκευῆς <lb/>αὐτοῦ γενησομένης ὑστέρας, ὅτι μηδὲ χρήζει τι τὸ
                        <lb/>κυούμενον ζῶον ἐγκεφάλου διὰ τὸ μήθ’ ὁρᾷν αὐτὸ δεῖσθαι, <lb/>μήτ’
                        ἀκούειν, μήτε γεύεσθαι, μήτ’ ὀσφραίνεσθαι, καθάπερ <lb/>οὐδὲ τοῖς κώλοις
                        ἐνεργεῖν, οὐδ’ ὅλως ἑτέραν τινὰ προαιρετικὴν <lb/>ἐνέργειαν ἢ τὴν τῆς ἁφῆς
                        αἴσθησιν ἔχειν, ἢ φαντασίαν, <lb/>ἢ <milestone unit="ed1page" n="217"/>λογισμὸν, ἢ μνήμην. ὕστερον οὖν ποτε <lb/>κατὰ τρίτην τύξιν χρόνου
                        ἐγκέφαλός τε καὶ τὰ κατὰ τὸ <lb/>πρόσωπον ἅπαντα διεπλάσθη, καθ’ ὃν καιρὸν
                        ἤδη καὶ τὰ <pb n="673"/> κῶλα διηρθρώθη, καὶ πᾶν εἴτι πρόσθεν εἴρηται μόριον
                        <lb/>εἰς τελειότητα τῆς ἑαυτοῦ κατασκευῆς ἀφίκετο. πρόδηλον δ’, <lb/>ὅτι καὶ
                        τὸ τῆς κεφαλῆς ὀστοῦν ὕστερον ἁπάντων τῶν ἄλλων <lb/>ὀστῶν ἐπάγη, καὶ διὰ
                        τοῦτο κατὰ τὸ βρέγμα λεπτὸν <lb/>οὕτως ἐστὶ καὶ ἀσθενὲς, ὡς ἐπὶ τῶν νεογενῶν
                        παιδίων ὁρᾶσθαι <lb/>τὴν κίνησιν τοῦ ἐγκεφάλου, μὴ μόνον ψαυόντων ἡμῶν,
                        <lb/>ἀλλὰ καὶ βλεπόντων. καὶ τέταρτος ἤδη χρόνος οὗτος ἥκει <lb/>μετὰ τὴν
                        πρώτην σύλληψιν, ἐν ᾧ κρατύνεται τὰ κατὰ τὴν <lb/>κίνησιν ὕστερα
                        διαπλασθέντα μόρια. καὶ διὰ τοῦτο ταῖς <lb/>μὲν τῆς θρεπτικῆς ψυχῆς
                        ἐνεργείαις τὰ βρέφη ῥωμαλεωτάταις <lb/>χρῆται, δευτέραις δὲ κατὰ ῥώμην ταῖς
                        ἀπὸ τῆς καρδίας, <lb/>ἀῤῥώστοις δὲ ταῖς ἀπ’ ἐγκεφάλου, μὴ ὅτι θεῖν ἤδη
                        <lb/>τοῖς σκέλεσιν ἢ βαδίζειν, ἀλλὰ μηδὲ στῆναι δυνάμενα, πολὺ <lb/>δὲ
                        μᾶλλον ἢ λογίσασθαί τι τῶν συμφερόντων, ἢ μαθεῖν, <lb/>ἢ μνημονεῦσαί τινος
                        αἰσθητοῦ παθήματος ἢ λογικοῦ μαθήματος. <lb/>ὕστερον δ’ αὐτοῖς καὶ τὸ τῆς
                        κεφαλῆς ὀστοῦν <lb/>κρατύνεται, καὶ οἱ ὀδόντες ἐκφύονται, τριχοῦταί τε τὸ
                        <lb/>κρανίον, ὥστε καὶ τοῖς σώμασιν ἀτελῆ τὰ γεννηθέντα καὶ <pb n="674"/> τῷ
                        τῆς ψυχῆς ἀρίστῳ μορίῳ τῷ λογιστικῷ σαφῶς φαίνεται· <lb/>σὺν γὰρ τοῖς
                        ὀργάνοις τελειούμεναι αἱ τῆς ψυχῆς δυνάμεις <lb/>ἐνεργοῦσιν. ἔνεστι δὲ τοῦτο
                        μαθεῖν τῷ βουληθέντι τὸ βιβλίον <lb/>ἀναγνῶναι, καθ’ ὃ δείκνυμι ταῖς τοῦ
                        σώματος κράσεσιν <lb/>ἕπεσθαι τὰς τῆς ψυχῆς δυνάμεις. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><p>Τί ποτ’ οὖν ἔδοξε Χρυσίππῳ καὶ ἄλλοις <lb/>πολλοῖς φιλοσόφοις Στωϊκοῖς τε καὶ
                        Περιπατητικοῖς ἀποφήνασθαι <lb/>περὶ καρδίας, ὡς πρώτη τε φύεται τῶν τοῦ
                        ζώου <lb/>μορίων, ὑπ’ αὐτῆς τε τἄλλα γίγνοιτο, καὶ ὡς τῷ πρώτως
                        <lb/>διαπλασθέντι καὶ φλεβῶν καὶ νεύρων ἀναγκαῖον ὑπάρχειν <lb/>ἀρχήν; οὔτε
                        γὰρ πρώτη σαφῶς φαίνεται γινομένη, καὶ δέδεικται <lb/>πρόσθεν, ὡς ἐπὶ πασῶν
                        τῶν τεχνῶν ὁ αὐτὸς τεχνίτης <lb/>ἐργάζεται τό τε πρῶτον μέρος τοῦ
                        δημιουργουμένου <lb/>καὶ τὰ μετ’ αὐτὸ πάντα μέχρι τῆς συμπληρώσεως, ἀρτηρίας
                        <lb/>τε καὶ φλέβας ἀναγκαῖόν ἐστιν ἐκ τῆς τοῦ σπέρματος οὐσίας <lb/>πρώτας
                        ἁπάντων γεννηθῆναι, καθότι κᾀν τοῖς περὶ <lb/>σπέρματος ὑπομνήμασι
                        δέδεικται.· ὥστε, κᾂν ἄλλος τις <lb/>ὁμοίως τοῖς ἀποφηναμένοις περὶ καρδίας
                        ἢ τὸ χορίον ἢ τὸ <pb n="675"/> ἧπαρ ἀρχὴν εἶναι λέγει πασῶν τῶν κατὰ τὸ ζῶον
                        ἐνεργειῶν, <lb/>οὐ πεισθησόμεθα, γενέσεως μὲν ἀρχὰς ἑκάστῳ τῷ γένει τῶν
                        <lb/>σωμάτων ἑτέρας εἰδότες, ἑτέρας δὲ τῆς διοικήσεως. οἰκοδομοῦσι <lb/>μὲν
                        γὰρ ἄλλοι τὰς πόλεις, διοικοῦσι δ’ ἄλλοι, καθάπερ <lb/>γε καὶ τὰς ναῦς καὶ
                        πᾶν ὁτιοῦν ἄλλο δημιουργοῦσι <lb/>μὲν ἕτεροι, χρῶνται δ’ ὀρθῶς ἕτεροι τοῖς
                        δημιουργηθεῖσι. <lb/>καὶ κατά γε τὰς διοικούσας τὸν βίον ἡμῶν δυνάμεις ὁ
                        λογισμὸς <lb/>ἁπασῶν ὕστατος γενόμενός τε καὶ τελειούμενος ὅμως <lb/>αὐτὸς
                        ἄρχει, <milestone unit="ed2page" n="293"/>καὶ διοικεῖ τὰ κατὰ τοὺς ἀνθρώπους
                        <lb/>εὐδαιμόνως μὲν, ὅταν ἡ σύμπασα ψυχὴ κατὰ φύσιν ἔχῃ, κακοδαιμόνως
                        <lb/>δ’, ὅταν εἰς τὸ παρὰ φύσιν ἐκτραπῇ. ἀλλ’ οὔ <lb/>μοι πρόκειται νῦν
                        σκοπεῖσθαι περὶ τῆς κατὰ τὰς πράξεις <lb/>ἐνεργείας, ἐνεστησάμην γὰρ ἐν τῷδε
                        τῷ λόγῳ περὶ διαπλάσεως <lb/>τῶν κυουμένων εἰπεῖν, εὔχρηστον μὲν λόγον αὐτὸν
                        <lb/>καθ’ αὑτὸν οὐ μόνον τοῖς φιλοσόφοις, ἀλλὰ καὶ τοῖς <lb/>ἰατροῖς, διὰ δὲ
                        τοὺς ἀφ’ ὧν οὐ χρὴ τὰ λήμματα πρὸς τὰς <lb/>ἀποδείξεις λαμβάνοντας ἀναγκαίως
                        ἡμῖν ζητηθέντα· παρέντες <lb/>γὰρ ἐξ αὐτοῦ τοῦ ζητουμένου τῆς οἰκείας φύσεως
                        ἄρχεσθαι <pb n="676"/> τῶν ἀποδείξεων ἔνιοι τὰς ἐκ τῶν ἀδήλων μετέρχονται.
                        <lb/>τοῖς δ’ ἰατροῖς χρήσιμον ἱκανῶς ἐστιν, ὁπόταν ἤτοι <lb/>τὸ ἥμισυ τοῦ
                        σώματος, ἢ καὶ ἅπαν ὀλίγου δεῖν ἐξαίφνης <lb/>παραλυθὲν, ἀκίνητόν τε ταῖς
                        κατὰ προαίρεσιν ἐνεργείαις <lb/>γεγένηται, καὶ πρὸς τούτοις γε ἤτοι
                        παντάπασιν ἀναίσθητον, <lb/>ἢ ἀμυδρῶς αἰσθανόμενον, ἐπίστασθαι, τίνι χρὴ
                        τόπῳ <lb/>τοῦ σώματος ἐπιβάλλειν τὰ βοηθήματα. τοῦτο δὲ οὐχ οἷόν <lb/>τε
                        γνῶναι πρὸ τοῦ ζητηθῆναι, πότερον ἐξ αὑτῶν τήν τ’ <lb/>αἴσθησιν ἔχει καὶ τὴν
                        εἰρημένην κίνησιν ἅπαντα τοῦ ζώου <lb/>τὰ μόρια, ἢ διὰ νεύρων αὐτοῖς ἐπιῤῥεῖ
                        τις ἐξ ἐγκεφάλου <lb/>δύναμις, ὡς πᾶσιν ὡμολόγηται τοῖς ἀνατομικοῖς, ἢ,
                        καθάπερ <lb/>ἔνιοί φασιν, ἐκ καρδίας. οἱ Στωϊκοὶ δ’ οὐκ οἶδ’ ὅπως
                        <lb/>ἀχρήστως εἰς τὴν τοῦ τέλους εὕρεσιν, ἐν ᾧ κριθέντι τὴν <lb/>εὐδαιμονίαν
                        εἶναί φασιν, ἐπεχείρησαν οὐ ζητῆσαι μόνον, <lb/>ἀλλὰ καὶ χωρὶς τῶν ἐξ
                        ἀνατομῆς φαινομένων, ἐξ ὧν εὑρεθῆναι <lb/>δυνατὸν ἦν αὐτά. ἀλλὰ γὰρ ,
                        ἐπειδήπερ ἧκον, ὥσπερ <lb/>ἐν ἄλλοις πολλοῖς, οὕτω κᾀνταῦθα πρὸς ἀχρήστου
                        πράγματος <lb/>ἑαυτοῖς ἐπίσκεψιν, ἐχρῆν αὐτοὺς ἐκ τῶν ἐναργῶς φαινομένων
                            ﻿<pb n="677"/> ὁμοίως τοῖς ἀνατομικοῖς ἰατροῖς τὰς ἀρχὰς τῆς ἀποδείξεως
                        <lb/>πεποιῆσθαι. οἱ δέ γε ἀποφηνάμενοι, τὴν καρδίαν <lb/>πρώτην
                        διαπεπλάσθαι, μήτε φαινόμενον ἐξ ἀνατομῆς ἔχοντες <lb/>εἰπεῖν, ἐξ οὗ τὴν
                        ἀρχὴν τῆς εὑρέσεως ἐποιήσαντο, μήτε <lb/>λογικήν τινα ἀπόδειξιν ἄλλην,
                        ἑτέραν ἀφ’ ἑτέρας συνάπτουσιν <lb/>ἄγνοιαν, ὑπὸ τῆς καρδίας τἄλλα γεγονέναι
                        φάσκοντες, <lb/>εἶναί τε ταύτην, ὥσπερ τῆς γενέσεως αὐτῶν, οὕτω καὶ τῆς
                        <lb/>διοικήσεως ἡγεμόνα. πρότερον μὲν οὖν, ὅτ’ οὔπω τὰ τῆς <lb/>ἀνατομῆς εἰς
                        τοσοῦτον προεληλύθει γνώσεως, εἰς ὅσον νῦν <lb/>προελήλυθεν, εἰκὸς ἦν
                        ἀπορεῖν τι περὶ τῆς ἐπιπεμπούσης <lb/>ἀρχῆς διὰ τῶν νεύρων τοῖς τοῦ ζώου
                        μορίοις αἴσθησίν τε <lb/>καὶ κίνησιν. ἤδη δὲ καὶ πολλοῖς τοῖς τ’ ἀνατομικοῖς
                        ὡμολογημένης <lb/>ταύτης τῶν παθῶν τῆς ἰάσεως ἐκ πολυχρονίας τε <lb/>καὶ
                        συμφώνου πείρας ἅπασι τοῖς ἰατροῖς κεκριμένης, καὶ <lb/>μηδενὸς ἔτι μήτ’ ἐπὶ
                        τῶν ἄνευ πυρετοῦ μαινομένων, ἢ μελαγχολώντων, <lb/>ἢ τὸν λογισμὸν, ἢ τὴν
                        μνήμην ὁπωσοῦν βεβλαμμένων, <lb/>ἢ μετὰ πυρετοῦ φρενιτιζόντων, ἢ ληθάργῳ
                        κατειλημμένων, <lb/>ἢ ἐπιλήπτων, ἢ ἀποπλήκτων, ἀφισταμένου <pb n="678"/> τῆς
                        κατὰ τὴν κεφαλὴν ἐπιμελείας, αὐτοὶ μόνοι ζητοῦσιν ἔτι <lb/>τὰ σαφῶς
                        γιγνωσκόμενα πᾶσι τοῖς εὑρεῖν αὐτὰ βουληθεῖσιν. <lb/>ἀλλὰ τούτων μὲν ἅλις ἔν
                        γε τῷ παρόντι, δέδεικται γὰρ <lb/>ἑτέρωθι, περὶ ὧν ἀχρήστως ὡς πρὸς τὸ τέλος
                        εἰς μακρὰς <lb/>ζητήσεις ἐνέβαλον ἑαυτοὺς ἔνιοι τῶν φιλοσόφων, οὐδὲ πιθανὴν
                        <lb/>πρόφασιν εὑρεῖν τῆς ζητήσεως αὐτῶν δυνάμενοι, καθάπερ <lb/>οἱ
                        θεωρητικοὶ ὑποθέμενοι τὴν εἴτε φιλοσοφίαν χρὴ <lb/>λέγειν εἴτ’ εὐδαιμονίαν.
                    </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p><milestone unit="ed2page" n="294"/>Ὃ δὲ προσθεῖναι τοῖς προειρημένοις
                        <lb/>ἀναγκαῖόν ἐστιν, ἀγνοούμενον καὶ αὐτὸ τοῖς γενναίοις φιλοσόφοις,
                        <lb/>ὥσπερ καὶ τἄλλα τὰ ἐξ ἀνατομῆς φαινόμενα, καιρὸς <lb/>ἤδη μοι φράσαι,
                        τὴν ἀρχὴν ἀφ’ ὧν Ἡρόφιλος ἔγραψε ποιησαμένῳ. <lb/>τὰς γὰρ ἀνατομικὰς
                        διηγήσεις ἀξιοῖ μηδεμίαν ἐκ τοῦ <lb/>φάναι τόδε τι μόριον ἐκ τοῦδε πεφυκέναι
                        πρόληψιν ἐργάζεσθαι <lb/>πρὸς τὰ δόγματα, καθάπερ ἔνιοι κακῶς ἀκούοντες
                        <lb/>ποιοῦσιν· ἐξ ἄλλων γὰρ φαινομένων τὰς διοικούσας ἡμᾶς <lb/>εὑρίσκεσθαι
                        δυνάμεις, οὐκ ἐξ αὐτῆς ἁπλῶς τῆς θέας τῶν <pb n="679"/> μορίων. διορισμῶν δέ
                        τινων ὁ λόγος οὗτος χρῄζει, λελεγμένων <lb/>μὲν ἐπὶ πλέον ἐν τοῖς περὶ τὸν
                        Ἱπποκράτην καὶ Πλάτωνα <lb/>δογμάτων ὑπομνήμασιν, ἐν κεφαλαίοις δὲ καὶ νῦν
                        <lb/>ἀναγκαίοις οὖσι λεχθῆναι. πρῶτος μὲν οὖν διορισμός <lb/>ἐστιν ἀπὸ τῶν
                        ἀποτεμνομένων ἢ βρόχῳ διαλαμβανομένων <lb/>
                        <milestone unit="ed1page" n="218"/>ἀρτηριῶν τε καὶ φλεβῶν καὶ νεύρων, ἐφ’ ὧν
                        ὁρᾶται <lb/>τὰ μὲν ἐπὶ θάτερα μέρη τῶν βρόχων ἐνεργοῦντα τὰς οἰκείας
                        <lb/>ἐνεργείας, τὰ δ’ ἀπολλύντα τελέως. τὸ δ’ αὐτὸ τοῦτο κᾀπὶ <lb/>τοῦ
                        νωτιαίου μυελοῦ φαινόμενον ἐναργῶς ἰδεῖν ἔστιν. διαιρεθέντος <lb/>γὰρ αὐτοῦ
                        κατά τινα τόπον τῆς ῥάχεως, ὅσα μὲν <lb/>ἀνωτέρω τῆς ἀπ’ αὐτοῦ πέφυκε νεῦρα,
                        διασώζοντα φαίνεται <lb/>τήν τε κίνησιν καὶ τὴν αἴσθησιν, ὅσα δὲ κατωτέρω,
                        πάντ’ <lb/>ἀπολλύντα παραχρῆμα. δῆλον οὖν ἐκ τούτου γίνεται, τὰς
                        <lb/>δυνάμεις ταύτας ἄνωθεν ἐπιῤῥεῖν αὐτῷ παρ’ ἐγκεφάλου. <lb/>κατὰ δὲ τὸν
                        αὐτὸν λόγον, ὅταν, ἀρτηρίας ἡστινοσοῦν βροχισθείσης, <lb/>ὅσα μὲν ἀνωτέρω
                        τοῦ βρόχου συνεχῆ τῇ καρδίᾳ <lb/>φαίνεται σφύζον, ὡς ἔμπροσθεν, ἄσφυκτον δ’
                        αὐτίκα γίνεται <lb/>τὸ ἄλλο, πρόδηλον δή που κᾀνταῦθα ταῖς ἀρτηρίαις ἀπὸ
                        <lb/>τῆς καρδίας τὴν ἀρχὴν εἶναι τῆς κινήσεως. αὕτη μὲν οὖν <pb n="680"/>
                        ἀρίστη τε καὶ σαφεστάτη κρίσις ἀρχῆς ἐνεργειῶν. ἐφεξῆς δ’ <lb/>αὐτῆς τῶν
                        ἐξεταζομένων σωμάτων ἡ οὐσία, πότερον ἡ αὐτὴ <lb/>κατὰ πάντ’ ἐστὶ, ἢ
                        διαφέρουσα παντοίως. ἡ μὲν γὰρ τοῦ <lb/>νωτιαίου τε καὶ τῶν νεύρων ἡ αὐτὴ
                        κατὰ πάντ’ ἐστὶ τῇ <lb/>ἐγκεφάλου, καθάπερ γε καὶ ἡ τῶν περιεχόντων αὐτὰ
                        σκεπασμάτων <lb/>τῇ τῶν περιεχουσῶν μηνίγγων τὸν ἐγκέφαλον· ἡ <lb/>δὲ τῶν
                        ἀρτηριῶν οὐδὲν οὐδ’ ἐγγὺς ἔχουσα τῇ τῆς καρδίας <lb/>οὐσίᾳ, καθάπερ οὐδὲ ἡ
                        τῶν φλεβῶν τῇ τοῦ ἥπατος. ὅταν <lb/>μὲν οὖν ἡ αὐτὴ φαίνηται, πρόδηλόν ἐστιν
                        ἀποβλαστήματ’ <lb/>εἶναι τὰ λεπτότερα τῶν παχυτέρων, οὐ δυνάμενα γεννηθῆναι
                        <lb/>χωρὶς ἐκείνων, ὥσπερ οὐδ’ οἱ κλάδοι χωρὶς τοῦ στελέχους. <lb/>ὅταν δ’
                        ἄλλη μὲν ἡ τῆς φλεβὸς οὐσία φαίνηται σαφῶς, <lb/>ἄλλη δ’ ἥ τε τῆς καρδίας
                        καὶ τοῦ ἥπατος, ἄδηλόν <lb/>ἐστιν, ὅσον ἐπὶ τοῖσδε τοῖς φαινομένοις, εἴτ’ ἐκ
                        καρδίας ἡ <lb/>κοίλη φλὲψ ἐκπεφυκυῖα τὴν ἔκφυσιν εἰς ἧπαρ παρέσχηκεν,
                        <lb/>εἴτ’ ἐξ ἥπατος ἔχουσα τὴν ἀρχὴν εἰς τὴν καρδίαν καταπέφυκεν, <lb/>ἢ
                        τούτων μὲν οὐδέτερον, ἄλλο δέ τι τρίτον ἐστὶ <lb/>μόριον ἀρχὴ τῆς φλεβὸς
                        ταύτης. ὥστ’ εἰκότως ἐπὶ μὲν <pb n="681"/> τῆς ἡπατίτιδος φλεβὸς ἐζήτηται
                        τοῖς ἀνατομικοῖς ἡ ἀρχὴ <lb/>τῆς γενέσεως, περὶ δὲ τῶν νεύρων ὡμολόγηται,
                        κᾂν εὑρεθῇ <lb/>τὸ ἧπαρ ἀρχὴ τῆς γενέσεως τῇ κοίλῃ φλεβὶ, καὶ οὕτως
                        <lb/>ἄδηλον, ὅσον ἐπὶ τῷδε, πότερον, ὥσπερ ἐγένετο πρότερον, <lb/>οὕτω καὶ
                        τῆς ἐν τοῖς τελείοις διοικήσεως ἀρχὴ καθέστηκεν, <lb/>ἢ παρ’ ἄλλου τινὸς
                        αὐτοῖς τοῦθ’ ὑπάρχει. <milestone unit="ed2page" n="295"/>διορισθῆναι <lb/>δὲ
                        χρὴ καὶ περὶ τοῦ, πότερον τὰ μεγάλα τῶν ἀγγείων <lb/>ἀρχαὶ τοῖς μικροῖς
                        εἰσιν, ἢ τὰ μικρὰ τοῖς μεγάλοις· ἡμάρτηται <lb/>γάρ τι καὶ περὶ τῶνδε τῶν
                        ἰατρῶν ἐνίοις, ὥσπερ καὶ <lb/>τῷ φάντι, τῶν εἰς τὴν γαστέρα καὶ τὰ ἔντερα
                        καθηκουσῶν <lb/>φλεβῶν ἀρχὴν εἶναι τὰ πέρατα, μηδ’ ἐπινοηθῆναι δυναμένης
                        <lb/>τοῖς πέρασι τούτοις τῆς γενέσεως ἄνευ τοῦ τὴν ἐκ <lb/>τοῦ χορίου φλέβα
                        παραγενομένην εἰς ἧπαρ ἀπόφυσιν ἑαυτῆς <lb/>πέμψαι διανεμηθησομένην εἰς
                        αὐτά. εὔλογον γάρ ἐστιν ἐκ <lb/>τοῦ φαινομένου τούτου λογίζεσθαι, τὰς μὲν ἐν
                        τῇ μήτρᾳ <lb/>τῶν φλεβῶν ἀρχὰς ἐοικέναι τοῖς ἐπὶ τῶν δένδρων πέρασι <lb/>τῶν
                        ῥιζῶν, στελέχει δέ τινι τὴν εἰς ἧπαρ ἀφικνουμένην <lb/>δι’ ὀμφαλοῦ, καὶ
                        τούτων οὕτως ἐχόντων ἅπαντα τὰ <lb/>κατὰ τὸ ζῶον ὁρώμενα πέρατα τῶν φλεβῶν
                        ἀκρέμοσιν, οὐ ﻿<pb n="682"/> ῥίζαις, ἀνάλογον ἔχειν. ἐπεχείρησα δέ ποτε καὶ
                        περὶ τοῦδε <lb/>τοῦ λόγου διασκέψασθαι, καθ’ ὃν ἐγχωρεῖ φάναι τρόπον,
                        <lb/>πρώτους ἁπάντων ἐκ τοῦ σπέρματος γενέσθαι τοὺς χιτῶνας <lb/>τῶν δύο
                        τούτων ἀγγείων, ἃ καὶ τοῖς ἐμβρύοις καὶ τοῖς τελείοις <lb/>φαίνεται τὰ
                        μέγιστα· λέγω δὲ τήν τε μεγάλην ἀρτηρίαν <lb/>καὶ τὴν μεταξὺ τοῦ ὀμφαλοῦ τε
                        καὶ τοῦ ἥπατος φλέβα· <lb/>καὶ τούτων σχιζομένων, τὰς κατὰ τὸ χορίον
                        γεννᾶσθαι, κᾄπειτα <lb/>τούτων τὰ πέρατα τοῖς ἐπὶ τῶν δένδρων ἐοικέναι
                        πέρασι <lb/>τῶν ῥιζῶν. ἀλλὰ καὶ κατὰ τοῦτον τὸν λόγον οὔτε τὸ <lb/>ἧπαρ οὔθ’
                        ἡ καρδία φαίνεται πρῶτα γιγνόμενα. δεῖται γὰρ <lb/>δή που προφανῶς εἰς τὴν
                        γένεσιν αἱματικῆς οὐσίας, ἣν διὰ <lb/>τῶν ἀγγείων ἐκ τῆς μήτρας ἀναγκαῖόν
                        ἐστιν ἀφικνεῖσθαι. <lb/>πάλιν οὖν, ὅπερ ἤδη καὶ πρόσθεν ἔφαμεν, τὸ μὲν
                        σπέρμα <lb/>τὸν τοῦ δημιουργοῦ λόγον ἕξει, τὰ δ’ ἀγγεῖα, δι’ ὧν ἐπισπᾶται
                        <lb/>παρὰ τῆς κυούσης αἷμα πρὸς τὴν τῶν σπλάγχνων <lb/>γένεσιν, ἁπάντων
                        πρῶτα γεννηθήσονται, δεύτερα δ’ ἐπ’ <lb/>αὐτοῖς ἧπάρ τε καὶ καρδία, καθάπερ
                        οἰκίας θεμέλιον καὶ <lb/>πλοίου τρόπις. ἐν ᾧ δὲ χρόνῳ διαπλάττει ταῦτα ἡ ἐν
                        τῷ <pb n="683"/> σπέρματι δύναμις, εὔλογον δή που καὶ ἄλλα τινὰ
                        διαπλάττεσθαι, <lb/>παρακείμενά τε τοῖσδε καὶ μεταξὺ κείμενα τούτων <lb/>τε
                        καὶ τῆς μήτρας. οὐδέποτε γὰρ εἰκὸς ἵστασθαι τὴν περὶ <lb/>τὰ φυτὰ καὶ τὰ ζῶα
                        διαπλάττουσαν δύναμιν, ἀλλὰ πᾶσαν <lb/>δύναμιν ἅπασιν ἅμα τοῖς μέρεσιν
                        ἐπιφύειν τε καὶ προσαύξειν. <lb/>οὐκ οὖν ἀποστήσεται τῆς τῶν ἄλλων
                        δημιουργίας ἡ <lb/>διαπλάττουσα τὰ ζῶα φύσις, ἀλλὰ τάς τε φλέβας, ὥσπερ
                        <lb/>γε καὶ τὰς ἀρτηρίας, ἀεὶ προάξει κατασχίζουσα, ταύταις τε <lb/>τἄλλα
                        σπλάγχνα, καθάπερ ἧπάρ τε καὶ καρδίαν ἐλέχθη <lb/>παραφύειν, ἅμα καὶ τὸ
                        σχῆμα τὸ πρέπον καὶ θέσιν, ὅσα <lb/>τἄλλα τοιαῦτα προσήκει τοῖς μορίοις
                        ἔχειν, ἀπεργάζεσθαι <lb/>προσηκόντως. παντοίως οὖν ἐλέγχονται προπετῶς
                        ἀποφαινόμενοί <lb/>τινες ὑπὸ τοῦ πρώτου διαπλασθέντος μορίου τἄλλα
                        <lb/>γεννᾶσθαι. τὸ γὰρ ἐκεῖνον δημιουργῆσαν αἴτιον οὐ δή που <lb/>μετὰ τὸ
                        συμπληρῶσαι τὸ μόριον ἐξῆλθεν ἐκ τοῦ κυουμένου, <lb/>προστάξαν οἷς ἐποίησεν
                        τἄλλα γεννῆσαι· κατὰ γάρ τοι τὸν <lb/>λόγον τοῦτον αἱ ἀρτηρίαι καὶ φλέβες αἱ
                        πρῶται γεννηθεῖσαι <lb/>τἄλλα γεννήσουσιν. οὐ μὴν οὐδὲ φαίνονται τῆς ἥπατος
                        <lb/>ἢ καρδίας οὐσίας ἀποφύσεις οὖσαι τῶν ἀρτηριῶν καὶ φλεβῶν <pb n="684"/>
                        σώματα, καθάπερ ἐγκεφάλου τε καὶ μηνίγγων ὅ τε νωτιαῖος <lb/>καὶ τὰ νεῦρα.
                        πιθανώτατον οὖν ἐστιν ὡς ἐν ἀδήλοις ἀποφήνασθαι, <lb/>τὸ τὰς ἀρτηρίας καὶ
                        φλέβας γεννῆσαν, αὐτὸ <lb/>τοῦτο κατασχίζον αὐτὰς, προσάγειν ἐπὶ πάντα τοῦ
                        κυουμένου <lb/>τὰ μέρη, περιπλάττον αὐτὰ κατὰ τοὺς οἰκείους τὰ μόρια.
                        <lb/>πιθανώτατα δὲ καὶ τὰ διαπλασθέντα, τὴν τελεωτάτην <lb/>ἴσχοντα
                        συμπλήρωσιν, ἐνεργεῖν ἄρξασθαι ταῖς οἰκείαις τῆς <lb/>ἑαυτῶν οὐσίας
                        ἐνεργείαις, καὶ μήτε τοὺς νεφροὺς δεῖσθαί <lb/>τινος ἄλλου μορίου πρὸς τὴν
                        ἰδίαν ἐνέργειαν, μήτε τὰς <lb/>μήτρας, μήτε σπλῆνα, μήτ’ ἔντερα, μήθ’ ὅλως
                        ἄλλο μηδὲν <lb/>
                        <milestone unit="ed2page" n="296"/>ὄργανον φυσικόν. ἐπεὶ δὲ οὔτε κατὰ τὸ
                        ποσὸν ἡ <lb/>οὐσία διαμένει τῶν μορίων, ἀποῤῥοῆς αὐτῶν ἱκανῆς ὁσημέραι
                        <lb/>γιγνομένης, οὔτε ἡ κατὰ τὸ ποιὸν, ἀλλοιοῦται γὰρ <lb/>καὶ κατὰ τοῦτο
                        πολυειδῶς, ἐπικουρίας δεῖται τῆς ἐξ ἀλλήλων, <lb/>ὅπως ἀναπληροῦται τὸ
                        κενούμενον, ἐπανορθοῦταί τε <lb/>ἀλλοιούμενον. ἅστινας ἐπικουρίας, ὅσαι τέ
                        εἰσι καὶ ὁποῖαι, <lb/>μὴ ὅτι τῶν φιλοσόφων τις εὗρεν ἀκριβῶς, ἀλλ’ οὐδὲ τῶν
                        <lb/>ἰατρῶν, ὅσοι χωρὶς ἀνατομῆς ἐπὶ τὴν ζήτησιν αὐτῶν ἧκον. <pb n="685"/> ἡ
                        γοῦν καρδία (ταύτην γὰρ μόνην ἔνιοι διοικεῖν βούλονται <lb/>τὸ ζῶον) ἐπειδὰν
                        στερηθῇ τῆς ἀναπνοῆς, αὐτή τε παύεται <lb/>κινουμένη, καὶ σὺν αὐτῇ τὸ πᾶν
                        ζῶον ἀπόλλυται. στερίσκεται <lb/>δὲ τῆς ἀναπνοῆς οὐ μόνοις τοῖς
                        ἀπαγξαμένοις, ἢ διὰ τὴν <lb/>φλεγμονὴν τῶν περὶ λάρυγγα μορίων φραχθέντος
                        τοῦ πόρου <lb/>τῆς εἰσπνοῆς, ἀλλὰ καὶ τῶν κινούντων τὸν θώρακα νεύρων
                        <lb/>κακωθέντων ἤτοι διὰ τομῆς ἢ <milestone unit="ed1page" n="219"/>θλάσεως
                        ἢ βρόχου, <lb/>ὧν ἁπάντων ἐστὶν ὁ νωτιαῖος μυελὸς ἀρχὴ, καθάπερ ἐγκέφαλος
                        <lb/>ἐκείνου. ὥσπερ οὖν ὁ ἐγκέφαλος εἰς τὴν διαμονὴν τῇ <lb/>καρδίᾳ χρήσιμος
                        ὑπάρχει, διὰ νεύρων τὸν θώρακα κινῶν, <lb/>οὗ διαστελλομένου μὲν εἰσπνοὴ
                        γίγνεται, συστελλομένου δ’ <lb/>ἐκπνοὴ, κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον ἐγκεφάλῳ
                        παρέχει τινὰ <lb/>χρείαν ἡ καρδία, καὶ τούτοις τὸ ἧπαρ, ὡς ἐν τοῖς περὶ
                        <lb/>τούτων ἀποδέδεικται λόγοις. οὐ μόνον δὲ ταῖς τρισὶ ταύταις <lb/>ἀρχαῖς
                        ὑπ’ ἀλλήλων ὠφελεῖσθαι συμβέβηκεν, ἀλλὰ καὶ τοῖς <lb/>ἄλλοις ἅπασι μορίοις.
                        αὐτίκα γοῦν, ἵν’ ἀφ’ ἑνὸς ἀναμνήσω <lb/>τὰ καθ’ ἕκαστον τῶν ἄλλων ἐν τοῖς
                        περὶ χρείας μορίων εἰρημένα, <lb/>δι’ ἧπαρ ἐγένοντο καὶ οἱ νεφροὶ καὶ
                        κύστεις δύο, <pb n="686"/> κατὰ μὲν αὐτοῦ τοῦ σπλάγχνου τὴν ἐπίφυσιν ἡ
                        χοληδόχος <lb/>ἔχουσα, τοῖς νεφροῖς δ’ αὖθις ἡ οὐρηδόχος τεταγμένη, τὰ
                        <lb/>δ’ ἰλυώδη περιττώματα τοῦ σπλάγχνου καθαίρων ὁ σπλήν. <lb/>ὅτι δὲ καὶ ἡ
                        γαστὴρ προπέττει τῷ ἥπατι τὴν τροφὴν, ἥ τε <lb/>τῶν ἐντέρων ἕλιξ ἀναδόσεως
                        ἕνεκα ἐγένετο τῆς εἰς αὐτὰ, <lb/>δέδεικται καὶ ταῦτα καὶ τἄλλα πάντα τὰ καθ’
                        ἕκαστον τόπον <lb/>τοῦ σώματος ἐν τοῖς περὶ χρείας μορίων ὑπομνήμασιν,
                        <lb/>ὧν οὐδὲν οὐδ’ ἄχρι βραχέος ἐγνωκότες οἱ τῇ καρδίᾳ πάντ’
                        <lb/>ἀνατιθέντες ἰατροί τε καὶ φιλόσοφοι τολμηρῶς ἀποφαίνονται. <lb/>ἀλλὰ
                        ταῦτα μὲν ἴσως ἐπὶ πλεῖον ἢ κατὰ τὰ προκείμενα <lb/>νῦν ἐκτέταται πάντα,
                        εἰκότως τῶν ἀνατομικῶν ἰατρῶν <lb/>ἀγανακτούντων ἐφ’ οἷς οὐ μόνον
                        ἀποφαίνονταί τινες ὑπὲρ <lb/>ὧν οὐκ ἴσασιν, ἀλλὰ καὶ θρασέως ἐπιτιμῶσι τοῖς
                        ἐπισταμένοις· <lb/>οἵ γε νομίζουσι, τὸ πρῶτον διαπλασθὲν ὑπὸ τῆς φύσεως
                        <lb/>μόριον αὐτὸ διαπλάττειν τἄλλα, καὶ τοῦτ’ εἶναι τὴν <lb/>καρδίαν, οὐ
                        μόνον ἀπατώμενοι κατ’ ἀμφοτέρας τὰς ἀποφάσεις, <lb/>ἀλλὰ κᾂν συγχωρηθῇ, μὴ
                        μόνον ἁπάντων πρώτην ﻿<pb n="687"/> διαπλάττεσθαι τὴν καρδίαν, ἀλλὰ καὶ
                        τἄλλα διαπλάττειν <lb/>αὐτὴν, οὐκ ἐξ ἀνάγκης ἑπόμενον, τοῖς δὲ τὰς ἐν τοῖς
                        τελείοις <lb/>ζώοις ἐνεργείας ὑπ’ ἐκείνης γίγνεσθαι, οὐδὲ ταὐτόν <lb/>ἐστιν
                        ἢ γενέσεως ἢ διοικήσεως ἀρχὴν εἶναί τι. </p></div></div></body></text></TEI>