<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg020.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="1"><head>ΓΑΛΗΝΟΥ ΠΕΡΙ ΧΡΕΙΑΣ ΑΝΑΠΝΟΗΣ
<lb/>ΒΙΒΛΙΟΝ.</head><p>Τίς ἡ τῆς ἀναπνοῆς χρεία; ὅτι γὰρ οὐχ
<lb/>ἡ τυχοῦσα, φανερὸν ἐκ τοῦ μηδὲ βραχύτατον ἡμᾶς χρόνον
<lb/>ἀρκεῖν δύνασθαι, ἀπολλυμένης αὐτῆς. ᾧ καὶ δῆλον, ὅτι
<lb/>πρὸς οὐδεμίαν τῶν κατὰ μέρος ἐνεργειῶν, ἀλλ’ εἰς αὐτὴν
<lb/>τὴν ζωὴν διαφέρει. ὥσπερ γὰρ, ὅσα γέγονε πρὸς τὸ βαδίζειν,
<lb/>τούτων στερηθέντες εἰς τὸ βαδίζειν βλαπτόμεθα,
<lb/>καὶ ὅσα πρὸς τὸ βλέπειν χρήσιμα, τούτων στερηθέντες
<lb/>οὐ βλέπομεν, οὕτως, ὅσα πρὸς τὸ ζῇν ἀναγκαῖα, τούτων

<pb n="471"/>

στερηθέντες ἀποθνήσκομεν. τί ποτε οὖν τηλικοῦτόν ἐστι
<lb/>τὸ παρὰ τῆς ἀναπνοῆς ἡμῖν χρηστόν; ἆρά γε τῆς ψυχῆς
<lb/>αὐτῆς ἐστι γένεσις, ὡς Ἀσκληπιάδης φησίν; ἢ γένεσις μὲν
<lb/>οὐχὶ, ῥῶσις δέ τις, ὡς τοῦ Νικάρχου Πραξαγόρας; ἢ τῆς
<lb/>ἐμφύτου θερμασίας ἀνάψυξίς τις, ὡς Φιλιστίων τε καὶ Διοκλῆς
<lb/>ἔλεγον; ἢ καὶ θρέψις καὶ ἔμψυξις, ὡς Ἱπποκράτης;
<lb/>ἢ τούτων μὲν οὐδὲν, ἐπιπληρώσεως δὲ ἕνεκεν ἀρτηριῶν
<lb/>ἀναπνέομεν, ὡς Ἐρασίστρατος οἴεται; σχεδὸν γὰρ τοσαῦται
<lb/>γεγόνασιν αἱρέσεις περὶ χρείας ἀναπνοῆς, εἰ καί τινες τῶν
<lb/>εἰρημένων δοκοῖεν μὴ διαφέρειν, ὥσπερ ἥ τε τῶν λεγόντων
<lb/>ῥώννυσθαι τὴν ἔμφυτον θερμασίαν ὑπὸ τῆς ἀναπνοῆς, καὶ
<lb/>ἡ τῶν ῥιπίζεσθαι. διαφέρουσι γὰρ οὐδὲν αὗται τῆς λεγούσης
<lb/>ἐμψύχεσθαι· πλὴν οὐ τὴν λέξιν χρὴ, ἀλλὰ τὴν διάνοιαν
<lb/>σκοπεῖν, ἥτις ἐν ἁπά<milestone unit="ed2page" n="414"/>σαις ἐστὶ μία. τὴν γὰρ
<lb/>ψύξιν οὐκ αὐτὴν δήπου δι’ αὑτὴν, ὥσπερ οὐδὲ τὴν ῥίπισιν,
<lb/>ἢ τὴν ῥῶσιν, ἀλλ’ ὅτι φυλάττουσι τὴν ἔμφυτον θερμότητα,
<lb/>διὰ τοῦτο εἶναί φασι χρησίμους. καὶ εἰ τοῦτό ἐστι

<pb n="472"/>

τὸ κοινὸν ταῖς τρισὶ δόξαις, ἡ φυλακὴ τῆς ἐμφύτου θερμασίας,
<lb/>χαλεπὸς ὁ περὶ πασῶν αὐτῶν γίνεται λόγος καὶ δυσδιαίρετος,
<lb/>ὅτι ψυχῆς οὐσίαν οὐκ ἴσμεν. εἴπερ οὖν ἐνέργεια
<lb/>μὲν ψυχῆς ἡ ζωὴ, μεγάλα δ’ αὐτὴ φαίνεται πρὸς τῆς ἀναπνοῆς
<lb/>ὠφελεῖσθαι, μέχρι πόσου τὸν τρόπον τῆς ὠφελείας
<lb/>ἀγνοεῖν εἰκός ἐστιν ἡμᾶς; μέχρις ἂν, οἶμαι, τὴν οὐσίαν τῆς
<lb/>ψυχῆς ἀγνοῶμεν. ἀλλ’ ὅμως τολμητέον τε καὶ ζητητέον τὸ
<lb/>ἀληθές. εἰ γὰρ καὶ μὴ τύχωμεν αὐτοῦ, πάντως δήπου
<lb/>πλησιέστερον, ἢ νῦν ἐσμεν, ἀφιξόμεθα. καὶ πρῶτόν γε δύο
<lb/>κεφάλαια πασῶν τῶν εἰρημένων αἱρέσεων ποιησάμενοι, πότερον
<lb/>αὐτῶν ἀληθέστερόν ἐστιν, εὑρεῖν πειραθῶμεν. ἐοίκασι
<lb/>γὰρ αἱ μὲν εἰς τὴν οὐσίαν ἀποβλέπειν τοῦ εἰσπνεομένου
<lb/>ἀέρος, αἱ δὲ εἰς τὴν ποιότητα. τὸ μὲν οὖν γεννᾶσθαι
<lb/>λέγειν τὴν ψυχὴν, καὶ τὸ τρέφεσθαι, καὶ τὸ τὰς
<lb/>ἀρτηρίας ἐπιπληροῦσθαι, τὴν οὐσίαν ἐστὶ μόνον αἰτιωμένων,
<lb/>τὸ δὲ ῥιπίζεσθαι, καὶ ῥώννυσθαι, καὶ ψύχεσθαι, τὴν
<lb/>ποιότητα· καθ’ ὃν, οἶμαι, λόγον καὶ σιτίον ὁ μὲν ὡς

<pb n="473"/>

γλυκὺ προσφερόμενος, ἢ αὐστηρὸν, ἢ θερμὸν, ἢ ψυχρὸν,
<lb/>τὴν ποιότητα μόνον, ὁ δ’ ὡς τρέφον, εἰς τὴν οὐσίαν ἀποβλέπων
<lb/>αἴρεται. τοῦτ’ οὖν πρῶτον διορισόμεθα, πότερον
<lb/>αὐτῆς τῆς οὐσίας χρῄζομεν τοῦ κατὰ τὴν εἰσπνοὴν ἐρχομένου
<lb/>ἀέρος, ἢ τῆς ποιότητος, ἢ ἀμφοτέρων.
</p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="2"><p>Ἐπεὶ τοίνυν εἰσπνεύσαντες μὲν τῆς μὲν
<lb/>οὐσίας εὐποροῦμεν, πνιγόμεθα δὲ οὐδὲν ἧττον, ἢ εἰ μηδόλως
<lb/>εἰσεπνεύσαμεν, ἐμφαίνεσθαι δοκεῖ τὸ μὴ δεῖσθαι τῆς
<lb/>οὐσίας. ἀλλὰ πρὸς τοῦθ’ ὁ Ἐρασίστρατός φησιν, ὅτι μηδ’
<lb/>ἕλκειν δύναται τὸν ἐκ τοῦ πνεύμονος ἀέρα κατὰ τὴν τῆς
<lb/>ἀναπνοῆς ἐπίσχεσιν ἡ καρδία· φυλάττεσθαι γὰρ τῶν ἀναπνευστικῶν
<lb/>ὀργάνων τὸν ἴσον ὄγκον τῆς διαστάσεως ἐν
<lb/>ταῖς τοιαύταις καταστάσεσιν. εἴπερ οὖν εἵλκυσέ τι μέρος
<lb/>ἀέρος ἡ καρδία, κενὸς ἂν ὁ τοῦ καταληφθέντος ἐγένετο τόπος.
<lb/>τοῦτο δὲ ἐγένετο ἀδύνατον. ἵν’ οὖν μὴ γένηται ἀδύνατον,
<lb/>οὐδὲ μεταλήψεσθαί φησι τὴν ἀρχήν. δεῖ γὰρ, ἵνα
<lb/>τι μεταληφθῇ, μὴ μόνον εἶναι τὸ ἕλξον, ἀλλὰ καὶ τὸ μεταδιδοῦν·

<pb n="474"/>

οὐ μεταδίδωσιν δὲ ὁ θώραξ, τὸν ἴσον ὄγκον τῆς
<lb/>διαστάσεως φυλάττων, οὐδ’ <milestone unit="ed1page" n="160"/>οὖν οὐδ’ ἡ καρδία δύναται
<lb/>μεταλαμβάνειν, ἀλλ’ ἐπιχειρεῖ μὲν, ὡς ἔμπροσθεν,
<lb/>ἀνύει δ’ οὐδὲν, κᾀντεῦθεν τὸ πνίγεσθαι. ἐπεὶ τοίνυν, ἵν’
<lb/>ἑλκύσῃ τι τοῦ ἀέρος ἡ καρδία, συγχωρεῖν χρὴ τὸν θώρακα,
<lb/>συγχωρεῖ δ’, ἡνίκα μεταβάλλῃ τὴν διάστασιν, μεταβάλλει
<lb/>δ’ εἰσπνεόντων ἢ ἐκπνεόντων, τηνικαῦτα ἡ καρδία
<lb/>μεταλήψεται. ταυτὶ μὲν ὁ Ἐρασίστρατος. οἱ δ’ ἀντιλέγοντες
<lb/>αὐτῷ πρῶτα μὲν οὐδ’ ἀποδεῖξαί που, μηδ’ ὅλως παρεσπάρθαι
<lb/>τοῖς σώμασί που κενὸν, ἀλλ’ ὅτι μὴ ἀθρόον,
<lb/>ὑπομιμνήσκουσιν· ἔπειτα δὲ, εἰ καὶ τοῦτο συγχωρηθείη, τὸ
<lb/>μηδ’ ὅλως ἐν τῷ κόσμῳ μηδαμοῦ παραπεπλέχθαι κενὸν, ἀλλά
<lb/>τοί γ’ οὐκ ἀδύνατον εἶναί φασι, τὴν αὐτὴν οὐσίαν, χεομένην τε
<lb/>καὶ πάντη τεινομένην, μείζονα τοῦ πρόσθεν τόπον ἐπι<milestone unit="ed2page" n="415"/>λαμβάνειν·
<lb/>καὶ τρίτον, ὅτι τοῖς ἐναργέσιν ὁ λόγος αὐτοῦ μάχεται.
<lb/>βλέπομεν γὰρ, ὡς ἕλκει κατὰ τὰς ἐπισχέσεις τῆς ἀναπνοῆς ἡ
<lb/>καρδία τὸν ἐκ τοῦ πνεύμονος ἀέρα. τοῦτο δ’ ἕπεται τῷ διαστέλλεσθαι

﻿<pb n="475"/>

τὴν καρδίαν. οὐδὲ γὰρ ἐνδέχεται κατ’ αὐτὸν, διαστέλλεσθαι
<lb/>μὲν, μηδὲν δ’ ἕλκειν· κενὸς γὰρ ἂν οὕτω γένοιτο τόπος.
<lb/>εἰ δ’ οὐ διαστέλλεται, δῆλον ὡς οὐδὲ κινεῖται. ἀλλὰ μὴν
<lb/>φαίνεται κινουμένη· τὸ ἐναντίον ἄρα τοῦ πρώτου ὑπερφαίνεται,
<lb/>τὸ τὴν καρδίαν ἕλκειν ἐν ταῖς ἐπισχέσεσιν τῆς ἀναπνοῆς
<lb/>τὸν ἀέρα. πρὸς δὲ ταῦθ’ οἱ Ἐρασιστράτειοι πάλιν ἀμφισβητοῦσι
<lb/>περί τε χύσεως καὶ συστολῆς τὰ ἐναντία σκευάζειν
<lb/>πειρώμενοι καὶ περὶ τῆς κενοῦ παραπλοκῆς, καὶ ὡς ἡ
<lb/>μὲν καρδία παρὰ μὲν τοῦ πνεύμονος οὐδὲν ἕλκει τηνικαῦτα,
<lb/>παρὰ μέντοι τῆς μεγάλης ἀρτηρίας, ᾗ πρόσθεν ἐχορήγει.
<lb/>τινὲς δὲ οὐδὲ διαστέλλεσθαι ἢ συστέλλεσθαι λέγουσιν
<lb/>αὐτὴν, ἀλλ’ οἷον κραδαίνεσθαι. τὰ μὲν γὰρ ὑπὸ τῶν περὶ
<lb/>τὸν Ἀσκληπιάδην εἰρημένα κάλλιον εἶναί μοι δοκεῖ παραλιπεῖν,
<lb/>ἄτοπά τε φανερῶς ὄντα καὶ τῶν προσηκόντων ἐλέγχων
<lb/>ὑπὸ Ἀσκληπιάδου τετυχηκότα. διττὴν οὖν ἀνάγκη πρός γε
<lb/>τούτους γενέσθαι τὴν ἀντιλογίαν, πρὸς μὲν τοὺς παρὰ τῆς
<lb/>ἀρτηρίας ἕλκεσθαι τὸν ἀέρα λέγοντας, ἀντιλέγοντας τὴν
<lb/>διὰ τῶν ὑμένων ἐπίφυσιν κωλύουσαν, ὡς αὐτὸς ὁ Ἐρασίστρατος

<pb n="476"/>

εἴρηκε, πρὸς δὲ τοὺς κραδαίνεσθαι μόνον, ὅτι παρὰ
<lb/>τὸ φαινόμενον λέγουσι· φαίνεται γὰρ ἐν μέρει διαστελλομένη
<lb/>τε καὶ συστελλομένη· κοινὴν δ’ αὖ πρὸς ἀμφοτέρους, τὴν πασῶν
<lb/>τῶν ἀρτηριῶν κίνησιν ὁμοίως γινομένην κατὰ τε τὴν ἀναπνοὴν
<lb/>καὶ τὴν ἐπίσχεσιν. ἡ μὲν οὖν περὶ χύσεως οὐσίας ζήτησις
<lb/>εἰς τὸ ἀπέραντον μῆκος λόγου ἑκατέροις ἐκπίπτει. πρὸς δὲ
<lb/>τὸ μὴ δύνασθαι παρὰ τῆς μεγάλης ἀρτηρίας ἑλκύσαι τι τὴν
<lb/>καρδίαν διὰ τὴν τῶν ὑμένων ἐπίφυσιν ἀπολογούμενοι
<lb/>φασὶ, περὶ τῆς κατὰ φύσιν οἰκονομίας ταῦτα εἰρηκέναι τὸν
<lb/>Ἐρασίστρατον, οὐ περὶ τῆς βιαίου καὶ παρὰ φύσιν. ἐπειδὴ
<lb/>γὰρ ἀναγκαῖόν ἐστι διαστελλομένην ἑλκύσαι τὴν καρδίαν,
<lb/>ὅταν μὲν ἐκ τοῦ πνεύμονος ἕλκειν ἔχῃ, παρὰ τῆς μεγάλης
<lb/>ἀρτηρίας μὴ λαμβάνεσθαι, κωλυόντων τῶν ὑμένων·
<lb/>ὅταν δ’ ἀπορῇ τῆς ἐκ τοῦ πνεύμονος χορηγίας, τηνικαῦτα
<lb/>ἐκ τῆς μεγάλης ἀρτηρίας ἀντισπᾷν, βιαζομένην τοὺς ὑμένας.
<lb/>περὶ δὲ τῆς τῶν ἀρτηριῶν κινήσεως, ὁμοίως ἔν τε ταῖς
<lb/>ἀναπνοαῖς καὶ ταῖς ἐπισχέσεσι γιγνομένης, οὔ φασι χρῆναι

<pb n="477"/>

θαυμάζειν οἱ Ἐρασιστράτειοι, τοσοῦτον γὰρ μόνον παραλλάττειν
<lb/>αὐτὴν τῆς ἐν τῷ κατὰ φύσιν διοικήσεως, ὅτι μὴ
<lb/>παρὰ τοῦ πνεύμονος, ἀλλὰ παρὰ τῆς μεγάλης ἀρτηρίας ἡ
<lb/>καρδία τὴν ὁλκὴν τοῦ πνεύματος ποιησαμένη πάλιν εἰς
<lb/>ἐκείνην πέμπει· καὶ δι’ αὐτό γέ φασι πνίγεσθαι τὸ ζῶον,
<lb/>ὅτι τῆς παρὰ τοῦ πνεύμονος ἐστέρηται χορηγίας. τὰ μὲν δὴ
<lb/>πρὸς ἑκατέρων ἀντιλεγόμενα τοιαῦτα τετύχηκεν ὄντα, καὶ
<lb/>πρὸς τούτοις ἔτι τὸ μήπω μὲν εἰρημένον, νῦν δὲ ἰδίᾳ καὶ
<lb/>χωρὶς τῶν ἄλλων εἰρησόμενον, ὅτι μοι δοκεῖ περαίνειν
<lb/>ἐναργέστατον μόνον. ἐν μὲν γὰρ δὴ ταῖς ἐπισχέσεσι τῆς
<lb/>ἀναπνοῆς τί τὸ κωλῦόν ἐστιν ἕλκειν μὲν τὴν καρδίαν ἐκ
<lb/>τοῦ πνεύμονος ἀέρα, συστέλλεσθαι δὲ τὸν θώρακα, πεφυκότα
<lb/>γε τοῦτο πάσχειν; εἰ μὲν γὰρ μήτε διαστῆναι, μήτε
<lb/>συνιζῆσαι δυνάμενον ὄργανον ἦν, ἴσως ἃν τινα νοῦν εἶχε τὸ
<lb/>πρὸς Ἐρασιστράτου λεγόμενον. ἐπειδὴ δὲ κατ’ αὐτὸν ἐκεῖνον
<lb/>συστέλλεσθαι δύναται, τί κωλύει καὶ νῦν εἰς τοσοῦτον
<lb/>συνιζάνειν αὐτὸν, εἰς ὅσον ὑπὸ τῆς καρδίας ἐκκενοῦται;
<lb/>
<milestone unit="ed2page" n="416"/>τά τε γὰρ ἄλλα καὶ διὰ μυῶν ὑπὸ τῆς τοῦ ζώου

<pb n="478"/>

προαιρέσεως κινεῖσθαί φησιν ὁ Ἐρασίστρατος τὸν θώρακα,
<lb/>κᾂν ὁτιοῦν χαλεπὸν θλίψῃ πανταχόθεν αὐτὸν τοῖς μυσὶ,
<lb/>μετὰ τοῦ κωλῦσαι τὴν ἄνωθεν κένωσιν, ὅπερ ἐν ταῖς καλουμέναις
<lb/>τοῦ πνεύματος καταλήψεσι κᾀν ταῖς ἀποπατήσεσι
<lb/>γίνεται. πανταχόθεν γὰρ ἐν ταῖς τοιαύταις ἐνεργείαις
<lb/>θλίβομέν τε τὸν θώρακα καὶ συστέλλομεν, βιαίως κλείσαντες
<lb/>τὸν ἄνω πόρον τῆς τραχείας ἀρτηρίας, ὡς μηδὲν δι’
<lb/>αὐτῆς κενοῦσθαι. ὡς, εἴγε μὴ μόνον θλίψαιμεν, ἀλλὰ καὶ
<lb/>τοῦτον ἀνοίξαιμεν, λάβρος ἐκτὸς ὁ ἀὴρ μετά τινος φέρεται
<lb/>ψόφου, καὶ καλεῖται τὸ τοιοῦτον ἐκφύσησίς τις, ἀπὸ τῆς
<lb/>ἀψόφου μόνον ἐκπνοῆς διαφέρουσα πλήθει καὶ τάχει
<lb/>κενώσεως. ἵνα γὰρ εἰσπνευσθεὶς ἀὴρ ἀθρόως αὖθις ἀντεκπνευσθῇ,
<lb/>τάσεως πολλῆς πανταχόθεν ἐδέησε τῷ θώρακι.
<lb/>τὸ μὲν δὴ τῆς τάσεως κοινὸν τρισὶν ἐνεργείαις, τὸ δὲ
<lb/>ἠνεῶχθαι τὸν ἄνω πόρον ἴδιον τῆς ἐκφυσήσεως. οὐδὲν μὲν
<lb/>οὖν χαλεπὸν, οὐδ’ ὅταν ἐπέχωμεν τὴν ἀναπνοὴν, θλίβειν
<lb/>πανταχόθεν τὸν θώρακα, κλείσαντας τὸν ἄνω πόρον· οὕτως

<pb n="479"/>

γὰρ οὐχ ὅπως ἀντιπράττειν, ἀλλὰ καὶ συνεργεῖν ἑλκούσῃ
<lb/>τῇ καρδίᾳ δυνήσεται. καὶ φανερῶς ἐξελήλεγκται ψεῦδος ὂν
<lb/>τὸ πρὸς Ἐρασιστράτου λεγόμενον, ὡς οὐχ οἷόν τέ ἐστι τὴν
<lb/>καρδίαν μεταλαβεῖν ἐκ πνεύμονος ἀέρα κατὰ τὰς ἐπισχέσεις
<lb/>τῆς ἀναπνοῆς. ἔστι γὰρ ἑκάστῳ τὴν πεῖραν ἐφ’ ἑαυτοῦ
<lb/>λαβεῖν, μυριάκις εἰσπνεύσαντα πλεῖστον θλίβειν πανταχόθεν
<lb/>τὸν θώρακα καὶ μηδὲν ἀντεκπνέοντα. φανήσεται γὰρ
<lb/>σφύζουσα μὲν ἐν τούτῳ ἡ καρδία, πνιγόμενος δ’ ὁ ἄνθρωπος,
<lb/>καὶ τοσοῦτόν γε μᾶλλον καὶ θᾶττον πνιγόμενος, ὅσον
<lb/>πλεῖον εἰσέπνευσεν. ὅπερ καὶ αὐτὸ μετρίως ἐνδείκνυται, μὴ
<lb/>τῆς οὐσίας, ἀλλὰ τῆς ποιότητος τοῦ πνεύματος δεῖσθαι τὴν
<lb/>καρδίαν. εἰ γὰρ ἡ καρδία τῆς οὐσίας ἐδεῖτο, μειζόνως ἂν
<lb/>ἐκ τῆς ἀπορίας αὐτῆς, ἤπερ ἐκ τῆς αὐτῆς εὐπορίας, αἱ βλάβαι
<lb/>συνέπιπτον. οὐ μὴν φαίνεταί γε τοῦτο γιγνόμενον, ἀλλ’,
<lb/>ὅταν εὐπορῇ πλείστου πνεύματος, ἀνιᾶται τηνικαῦτα μάλιστα.
<lb/>τρίτον ἐπὶ τούτοις οὐ τὸ τυχὸν γνώρισμα τὸ τὴν
<lb/>ἴασιν τοῖς οὕτω πνιγομένοις ἐκπνοὴν εἶναι. χρῆν δὲ μᾶλλον
<lb/>εἰσπνοὴν εἶναι, εἰ δι’ ἔνδειαν οὐσίας ἀέρος ἐπνιγόμεθα.

﻿<pb n="480"/>

τρία δὴ ταῦτα φανερῶς καταβάλλει τὸν Ἐρασιστράτου λόγον,
<lb/>ἓν μὲν δὴ καὶ πρῶτον, τὸ δύνασθαι τὴν καρδίαν ἕλκειν
<lb/>ἀέρα κατὰ τὰς τῆς ἀναπνοῆς ἐπισχέσεις, οὐδὲν γὰρ ἐφάνη
<lb/>πρὸς τοῦτο ἀντιπράττων ὁ θώραξ, ἕτερον δὲ δεύτερον, τὸ
<lb/>τηνικαῦτα πνίγεσθαι μᾶλλον, ἡνίκα εἰσπνεύσωμεν πλέον,
<lb/>καὶ τρίτον, τὸ μηδ’ εἰ πάνυ σφόδρα θλίβομεν τὸν θώρακα
<lb/>πανταχόθεν ἐν ταῖς ἐπισχέσεσι τῆς <milestone unit="ed1page" n="161"/>ἀναπνοῆς, δαπανᾶσθαι
<lb/>τὸν ἀέρα πρὸς τῆς καρδίας, ἀλλ’ ὀρέγεσθαι τὸ
<lb/>ζῶον ἐκπνεῦσαι, καὶ τοῦτ’ εἶναι τὸ τῆς πνίξεως ἄκος. ἐκ
<lb/>τούτων μὲν δὴ φανερῶς περαίνεται τὸ μὴ δι’ ἔνδειαν οὐσίας
<lb/>ἀέρος, ἀλλὰ δι’ ἄλλο τι πνίγεσθαι τὰ ζῶα. πρὸς δὲ τὰς
<lb/>ὑπολοίπους τῶν εἰρημένων ἀμφισβητήσεων αὖθις μεταβάντες,
<lb/>ἐπισκεψώμεθα πρότερον, οἳ λέγουσιν ἀληθέστερα. καὶ
<lb/>πρώτην γε πάλιν ἐξ αὐτῶν μεταχειρισόμεθα τὴν περὶ τῆς
<lb/>κινήσεως τῶν ἀρτηριῶν. οἱ γάρ τοι τοῖς Ἐρασιστρατείοις
<lb/>ἀμφισβητοῦντες ἀλλοιοῦσθαί φασι χρῆναι τὴν κίνησιν τῶν
<lb/>ἀρτηριῶν παρὰ τὸν τῆς ἐπισχέσεως καιρὸν, ἄν τε κραδαίνεσθαι
<lb/>τὴν καρδίαν μόνον, ἄν τε καὶ καταστέλλεσθαι ὑποθῆται.

<pb n="481"/>

κραδαινομένης μὲν γὰρ, παντάπασιν ἀκινήτους χρὴ
<lb/>ἐγγίνεσθαι, μηδὲν λαμβανούσας παρ’ αὐτῆς, διαστελλομένης
<lb/>δὲ καὶ συστελλομένης, διπλοῦν φαίνεσθαι δεῖ τὸν σφυγμόν.
<lb/>ἐν μὲν γὰρ δὴ τῷ κατὰ φύσιν ἔχειν τὸ ζῶον συστελλομένη
<lb/>μὲν <milestone unit="ed2page" n="417"/>τὸ πνεῦμα ταῖς ἀρτηρίαις ἔπεμπεν,
<lb/>αἱ δὲ πληρούμεναι διεστέλλοντο· διαστελλομένη δὲ ἥδ’
<lb/>εἷλκεν ἐκ τοῦ πνεύματος, αἱ δὲ τηνικαῦτα κενούμεναι
<lb/>συνεστέλλοντο. κατὰ δὲ τὸν ἐπισχέσεως καιρὸν, ἐπειδὴ διαστελλομένη
<lb/>παρὰ τῶν ἀρτηριῶν ἕλκει, παντί που δῆλον, ὅτι
<lb/>παλινδρομήσει τὸ δι’ αὐτῶν πρότερον ἐκ τῆς καρδίας
<lb/>ἐνηνεγμένον πνεῦμα. καὶ οὕτως, εἰ μὲν ἴσον εἴη τῷ πρόσθεν,
<lb/>ἴσην καὶ ποιήσεται τὴν διαστολὴν ἀρτηριῶν, εἰ δὲ μεῖον,
<lb/>ἐλάττονα πάντως ἢ πρόσθεν ποιήσεται διαστολὴν, καὶ αὐτὴν
<lb/>δηλονότι κατὰ τὸν καιρὸν ἐκεῖνον ποιήσεται, καθ’ ὃν
<lb/>συνεστέλλετο πρότερον. τοῦτο δὲ οὐδέν ἐστιν ἄλλο, ἢ διπλασιασθῆναι
<lb/>τὰς κινήσεις τῶν ἀρτηριῶν. οὐ μὴν φαίνεται
<lb/>οὕτως γινόμενον· ᾧ δῆλον, ὅτι ψευδεῖς αἱ ὑποθέσεις εἰσίν.
<lb/>ἔτι δὲ καὶ τοῦτο ἐπανερωτῶσιν, εἰ μηδὲν ἐκ τῶν ἀρτηριῶν

<pb n="482"/>

κενοῦται περὶ τὸν τῆς ἐπισχέσεως καιρόν. ἔμπροσθεν μὲν
<lb/>γὰρ, ἡνίκα ἔπνει κατὰ φύσιν τὸ ζῶον, αὐτὸς ὁ Ἐρασίστρατος
<lb/>οἴεται πᾶν ἐκκενοῦσθαι τὸ παρὰ τῆς καρδίας ἐκπεμπόμενον
<lb/>αὐταῖς. δῆλον ὡς ἐκτὸς τοῦ σώματος ἐκρίνετο, ἤ
<lb/>πως ἄλλως ἐκενοῦτο. νυνὶ δὲ τί ποτε φήσουσιν; ἆρα διεξέρχεσθαι
<lb/>μὲν οὕτως ὠκέως αὐτὸν διὰ τῶν ἀρτηριῶν, ὥσπερ
<lb/>καὶ πρόσθεν, οὖ μὴν ἐκκενοῦσθαι τὸ βραχύτατον αὐτοῦ;
<lb/>καὶ πῶς ἐνδέχεται; ἀλλὰ κενοῦσθαι μὲν, οὐ μὴν ἕλκεσθαι
<lb/>αὖθις ἐκ τοῦ περιέχοντος, ὅταν ἡ καρδία παρὰ τῶν ἀρτηριῶν
<lb/>ἀνέλκῃ διαστελλομένη; οὐδὲ τοῦτο εἰπεῖν ἐγχωρεῖ. καὶ
<lb/>μὴν, εἴπερ ὅλως ἐστὶν ἀδύνατον ἐν τῷ διαστέλλεσθαι τὴν
<lb/>καρδίαν ἕλκεσθαί τι παρὰ τῶν ἀρτηριῶν ἔξωθεν, ἐκ τοῦ
<lb/>περιττοῦ θώραξ καὶ πνεύμων ἐγένετο. οὐδὲ γὰρ τοῦτο ἔστιν
<lb/>εἰπεῖν, ὡς ἔλαττον ἂν εἷλκεν ἐκ τῶν ἀρτηριῶν, ἢ τοῦ πνεύμονος,
<lb/>ὅπου, τῶν ὑμένων ἐπικειμένων, ἕλκειν οὐδὲν ἧττον
<lb/>δύναται. δηλοῦνται δὲ ταῦτ’ ἐκ τοῦ μεγέθους τῶν σφυγμῶν.
<lb/>παντί που δῆλον, ὡς πολὺ μᾶλλον εἷλκεν ἂν, εἰ μηδ’ ἐπεφύκεισαν

<pb n="483"/>

ὑμένες ἐν τῷ στόματι τῆς μεγάλης ἀρτηρίας. τὸ
<lb/>δ’ ὅλον, εἰ μήθ’ ἡ καρδία μήτε τις τῶν κατὰ μέρος ἀρτηριῶν
<lb/>ἀποροίη πνεύματος, ἐν ταῖς τῆς ἀναπνοῆς ἐπισχέσεσιν,
<lb/>ὡς δηλοῦσιν αὐτῶν αἱ διαστολαὶ, τὸν ἴσον ὄγκον τὸν πρόσθεν
<lb/>διασώζουσαι, τὸ πνίγεσθαι δὲ δέχεται σαφῶς, δηλοῦν,
<lb/>ὡς οὐχὶ τῆς οὐσίας αὐτῆς τοῦ ἀέρος ἔνδεια πνίγει τὰ ζῶα.
<lb/>δήλη μὲν ἤδη καὶ ἡ Ἀσκληπιάδειος ἐξηλεγμένη δόξα μετὰ
<lb/>τῆς Ἐρασιστράτου. δήλη τε καὶ ἡ Πραξαγόρου, καὶ Φιλοτίμου,
<lb/>καὶ εἴ τις ἕτερος ἕνεκα θρέψεως μόνης τοῦ ψυχικοῦ
<lb/>πνεύματος ἀναπνεῖν ἡμᾶς φησι. πρόσκειται δ’ ἐν τῷ λόγῳ
<lb/>τὸ, μόνης, εὐλόγως. οὐδὲ γὰρ, ὡς μὴ ἐνδέχεται τρέφεσθαι
<lb/>τὸ ψυχικὸν πνεῦμα πρὸς τῆς ἀναπνοῆς, ἀπέδειξεν ὁ λόγος,
<lb/>ἀλλ’ ὡς τὸ πνίγεσθαι τοῖς ζώοις, ἐπεχομένης τῆς ἀναπνοῆς,
<lb/>οὐ διὰ τὴν ἀτροφίαν τοῦ ψυχικοῦ πνεύματος γίνεται. πάρεστι
<lb/>γὰρ αὐτοῖς δαψιλὲς ἐν τῷ πνεύμονι τὸ πνεῦμα, καὶ
<lb/>ἄλλως χρόνου μικροτέρου δεῖται τὸ δι’ ἔνδειαν τοῦ τρέφοντος
<lb/>πνεύματος ἀπόλλυσθαι μέλλον. Ἀσκληπιάδῃ δὲ

<pb n="484"/>

οὐδὲ ταῦτα μόνον, ἀλλὰ καὶ τὰ δι’ ἑτέρων ἡμῖν εἰρημένα
<lb/>πρὸς τοὺς περὶ ψυχῆς αὐτοῦ λόγους μάχεται. δείκνυται γὰρ
<lb/>ἐν ἐκείνοις, ὡς ἡ τῆς ψυχῆς οὐσία, κᾂν μὴ μία ᾖ, διὰ παντὸς
<lb/>τοῦ βίου μέχρι χρόνου συχνοῦ διαμένει· κατὰ δὲ τὸν
<lb/>Ἀσκληπιάδην οὐδὲ ἀριθμῆσαι δυνατὸν, ὅσας ἔχει. κᾂν μὲν
<lb/>γὰρ ὀλίγον πρόσθεν οὖσα νῦν οἴχεται τελέως, ἄλλη δ’
<lb/>ἔστιν ἡ νῦν οὖσα, μικρὸν δ’ ὕστερον οἰχήσεται μὲν αὕτη,
<lb/>γενήσεται δ’ ἑτέρα. ὃ ὡς ἔστιν ἀδύνατον καὶ ἄτοπον, δι’
<lb/>ἐκείνων ἀποδέδεικται.
</p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><p><milestone unit="ed2page" n="418"/>Εἰ τοίνυν ἤτοι τῆς οὐσίας αὐτῆς τοῦ
<lb/>ἀέρος ἣ ἧστινος οὖν ἐνδείᾳ ποιότητος ἀποθνήσκει τὰ ζῶα πνιγόμενα,
<lb/>δέδεικται θάτερον ἀδύνατον. ἀπολείπεται θάτερον,
<lb/>ἐνδείᾳ ποιότητός τινος ἐν ταῖς ἐπισχέσεσι τῆς ἀναπνοῆς
<lb/>πνίγεσθαι τὰ ζῶα. τί γοῦν ἐστιν αὕτη, σκεπτέον. ἐπεὶ
<lb/>τοίνυν, ὅταν ἐν τοῖς κατὰ τὴν καρδίαν καὶ τὸν θώρακα
<lb/>τόποις ἀθροισθῇ θερμασία πλείων τῆς κατὰ φύσιν, ὡς ἐν
<lb/>τοῖς καυσώδεσι πᾶσι συμπίπτει νοσήμασιν, εὐθὺς καὶ πλέον

﻿<pb n="485"/>

τοῦ συνήθους ἀναπνεῖν ὀρεγόμεθα, δόξειεν ἂν ἐμψύξεως
<lb/>ἕνεκα ἡ ἀναπνοὴ γενέσθαι. ἀλλὰ πάλιν εἰ κατεψυγμένων
<lb/>τῶν αὐτῶν τούτων ὀργάνων, ὡς ἔν τε τοῖς βουλίμοις καλουμένοις,
<lb/>κᾀπειδάν τις ἰσχυρῷ ὁμιλήσῃ κρύει, μὴ ὅτι ψύχει
<lb/>τὴν ἐν ἡμῖν θερμασίαν, ἀλλὰ καὶ θερμαίνει, δι’ ὀλίγου
<lb/>δεῖν ἅπασαν ἐψυγμένην, ὅμως εἰσπνέειν ὀρεγόμεθα, δόξει
<lb/>ἐναντιοῦσθαι, τὴν ἀναπνοὴν ἐμψύξεως ἕνεκα γίνεσθαι. καί
<lb/>τοί τινες ἀντιλαμβανόμενοι δεῖσθαι ἀεί φασιν ἐμψύξεως
<lb/>τὴν ἐν τοῖς ζώοις θερμασίαν, ἀλλ’, ὅταν μὲν αὐξηθῇ,
<lb/>πλείονος, ἐλάττονος δὲ, ὅταν ἀῤῥωστοτέρα γένηται. καὶ
<lb/>τὰς τοιαύτας διαθέσεις, οὐ γὰρ οὕτως ἐναντιοῦσθαι τῷ
<lb/>δόγματί φασιν, ἀλλὰ καὶ μαρτυρεῖν οἴονται. χαλεπὸν τοίνυν
<lb/>αὐτὸ τοῦτο πρότερον γίγνεται καὶ δυσδιαίτητον, ὅταν
<lb/>ἀπὸ τῶν αὐτῶν φαινομένων ὑπεναντίας ἐνδείξεις ἔχωνται.
<lb/>μεταστῆναι γὰρ οὐδετέρους οἴονται, τοὺς μὲν, ὡς ἔμψυξίς
<lb/>ἐστιν ἡ χρεία τῆς ἀναπνοῆς, εἰ, θερμαινομένων τῶν ἀναπνευστικῶν

<pb n="486"/>

ὀργάνων, ἔλαττον ἀναπνέομεν· τοῖς δ’ οὐδαμῶς,
<lb/>ὅσον ἐπὶ τούτοις, ἐμψύχεσθαι δεόμεθα. λέγοντος γοῦν,
<lb/>φασὶν, Ἱπποκράτους ἐν προγνωστικῷ, Ψυχρὸν δ’ ἐκπνεόμενον
<lb/>ἔκ τε τῶν ῥινῶν καὶ τοῦ στόματος ὀλέθριον κάρτα
<lb/>ἤδη γίγνεται, τὴν τοιαύτην τις ἐννοησάτω διάθεσιν, οἵα
<lb/>τίς ποτέ ἐστιν· εὑρήσει γὰρ, οἶμαι, κατεψυγμένων ἱκανῶς
<lb/>τῶν ἀναπνευστικῶν ὀργάνων, γινομένην αὐτήν. ἐχρῆν οὖν,
<lb/>φασὶ, μηδ’ ὅλως ἀναπνεῖν τοὺς οὕτω διακειμένους, ὡς ἂν τὸ
<lb/>τῆς ἐμψύξεως δεόμενον οὐκ ἔχοντας. ὡς γὰρ, εἰ μηδὲν ὅλως
<lb/>εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἐγένετό τι τὸ δεόμενον ἐμψύξεως, οὐκ ἂν
<lb/>ἦν οὐδεμία χρεία τῆς ἀναπνοῆς, οὕτως, εἰ πρόσθεν ἦν, οἴχεται
<lb/>δὲ νῦν, οὐ δεησόμεθα. πρὸς δὴ ταῦτα, φασὶν, ἡ
<lb/>διὰ τῆς ἀναπνοῆς κίνησις ἐξάπτει ῥιπίζουσα. τὸ δὲ ὅτι
<lb/>μὴ ταὐτόν ἐστι τῷ πρόσθεν, οὐ μακροῦ μοι δοκεῖ δεῖσθαι
<lb/>λόγου. πρόσθεν μὲν γὰρ ἔλεγον ἐμψύχεσθαι, νῦν δὲ ἐξάπτεσθαι.
<lb/>ἐναντίον δὲ δήπου τὸ ἐμψύχεσθαι τῷ ἐξάπτεσθαι.
<lb/>τὸ μὲν γὰρ σβέννυσι, τὸ δὲ ἐξάπτει τὴν θερμότητα,

<pb n="487"/>

καὶ τὸ μὲν, ἵνα μὴ καυθῇ τὸ δεχόμενον αὐτὴν σῶμα,
<lb/>τὸ δὲ, ἵνα μὴ καταψυχθῇ, γίνεται, πλὴν εἰ κατὰ συμβεβηκὸς
<lb/>καὶ τὸ ψυχρὸν ἐξάπτειν λέγοιεν. οὕτως δ’ οὐ τὴν
<lb/>χρείαν τῆς ἀναπνοῆς, ἀλλὰ τὴν ποιητικὴν αἰτίαν εἴρηκεν.
<lb/>ἔστι γοῦν ἄμεινον, ἐπὶ τὸ κοινὸν τῶν τοιούτων αἱρέσεων
<lb/>μεταβάντας ἐκεῖνο πρότερον διασκέψασθαι. κινδυνεύουσι
<lb/>γὰρ ἅπαντες, ὅσοι περὶ τῆς ἐμφύτου θερμασίας παρηκασί
<lb/>τι, τὴν μὲν σωτηρίαν αὐτῆς ὀνειρώττειν, οὐ δύνασθαι δὲ
<lb/>ἀκριβῶς καὶ διηρθρωμένως ἐξηγήσασθαι τὸ σφέτερον νόημα,
<lb/>καὶ διὰ τοῦτο, οἶμαι, οἱ μὲν ἔμψυξιν, οἱ δὲ ῥίπισιν,
<lb/>οἱ δὲ <milestone unit="ed1page" n="162"/>ῥῶσιν γράφουσι. <milestone unit="ed2page" n="419"/>μάλιστα δὲ αὐτοὺς
<lb/>οἶμαι προτρέπειν τὰ περὶ τὰς φλόγας φαινόμενα. ταύτας
<lb/>γὰρ ἐναργῶς ὁρῶμεν οὕτως ταχέως ἀπολλυμένας, ὅταν ἀποστερηθῶσιν
<lb/>ἀέρος, ὥσπερ τὰ ζῶα, καθάπερ δηλοῦσιν αἱ
<lb/>τῶν ἰατρῶν σικύαι, καὶ πάνθ’ ὅσα στενὰ καὶ κοῖλα περιτιθέμενα,
<lb/>τῆς διαπνοῆς αὐτὰ εἴρξαντα, ῥᾳδίως κατασβεννύουσιν.
<lb/>ἂν τοίνυν εὑρεθῇ, τί ποτε φλόγες ἐν ταῖς τοιαύταις
<lb/>διαθέσεσι πάσχουσαι σβέννυνται, τάχα ἂν εὑρεθείη,

<pb n="488"/>

τί ποτέ ἐστιν, ὃ παρὰ τῆς ἀναπνοῆς ἀπολαύει χρηστὸν ἡ
<lb/>ἐν τοῖς ζώοις θερμασία. πρὸς δὴ τὴν εὕρεσιν αὐτῶν πάντας
<lb/>ἐπέλθωμεν τοὺς τρόπους, καθ’ οὓς αἱ φλόγες ὁρῶνται
<lb/>σβεννύμεναί τε καὶ αὐξανόμεναι. οὐ γὰρ μόνον εἰ περιθείη
<lb/>τις τίτανον αὐταῖς, ἀλλὰ καὶ τοῖς βαλανείοις τε καὶ τοῖς
<lb/>ἡλίοις τοῖς διακαέσι, καὶ τοῖς ψύχεσι τοῖς ὑπερβάλλουσι,
<lb/>καὶ σφοδρῶς ῥιπιζόμεναι, καὶ πλήθεσιν ὕλης ἐπ’ αὐτῶν σωρευθείσης,
<lb/>καὶ τοὐναντίον ἐνδείᾳ τροφῆς ὁρῶνται σβεννύμεναι,
<lb/>ῥωννύμεναι δὲ καὶ αὐξανόμεναι πρός τε τοῦ μετρίου
<lb/>ψυχροῦ, κᾂν εἰ μετρίως ῥιπίσῃς, καὶ τροφῆς εὐποροῦσαι
<lb/>συμμέτρου. ἐπὶ τοίνυν τούτοις ἔτι κᾀκεῖνο προσκείσθω, τὸ
<lb/>φαίνεσθαι πάσας τὰς φλόγας διττὴν κίνησιν κινουμένας, ἑτέραν
<lb/>μὲν ἀπὸ τῆς ὕλης, ὅθεν ἐξάπτονται, μάλιστα μὲν ἄνω
<lb/>φερομένας ἤδη καὶ πάντη σκιδναμένας, ἑτέραν δὲ ἐναντίαν
<lb/>ταύτῃ πρὸς τὴν ἀρχὴν ἑαυτῶν καὶ οἷον ῥίζας συστελλομένας
<lb/>τε καὶ συνιζούσας. καὶ γὰρ, εἰ λαμπάδος μεγίστης
<lb/>τὸ ἄνω πέρας ἐξάψαις, ἐπὶ τὸ κάτω ταχέως ἀφίξεται τὸ
<lb/>πῦρ· κᾂν εἰ τὴν λυχνιαίαν φλόγα σβέσας τῷ πέρατι τῆς

<pb n="489"/>

ἄνω φερομένης αἰθαλώδους λιγνύος προσενέγκαις ἕτερον
<lb/>πῦρ, εἶτ’ αὖ καιομένην ὄψει τοῦ λύχνου τὴν θρυαλλίδα,
<lb/>οὐδενὸς τῶν τοιούτων γίγνεσθαι δυναμένου, εἰ μόνον τὸ
<lb/>πῦρ ἔσχε τὴν ἐπὶ τὰ ἄνω κίνησιν. ἐπὶ δὴ τούτοις ἅπασι
<lb/>τοῖς φαινομένοις τῷ λόγῳ σκεψώμεθα πρῶτον μὲν τὸ
<lb/>πάντων ὕστατον ῥηθὲν, τὸ διττὸν τῆς κινήσεως, ὑπὸ τίνος
<lb/>ἀνάγκης γίνεται, μετὰ δὲ τοῦτο καὶ τῶν ἄλλων ἕκαστον.
<lb/>ἐπεὶ τοίνυν ἅπασα φλὸξ ὠκυτάτην ἔχει τὴν διαφθορὰν, ἀεὶ
<lb/>γὰρ εἰς τὸ περιέχον σκίδναται, διὰ τοῦτο ἀναγκαῖον αὐτῇ
<lb/>καὶ τὴν γένεσιν ταχίστην ὑπάρχειν, ἄλλως γὰρ οὐκ ἂν οὐδ’
<lb/>ἐπ’ ἐλάχιστον διήρκεσεν. ἀλλ’ ἔστιν ἑκάστῃ φλογὶ γένεσις ἐκ
<lb/>τῆς ὑποκειμένης ὕλης ἐξάπτεσθαι. εἰκότως ἄρα κίνησιν οὐ
<lb/>τὴν ἔξω μόνον τῆς ἰδίας ἀρχῆς, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐναντίαν αὐτῇ
<lb/>τὴν εἴσω σύμφυτον ἔχει. καὶ τοίνυν καὶ φθείρεσθαι πᾶσαν
<lb/>φλόγα ἀναγκαῖόν ἐστι τῆς ὕλης στερηθεῖσαν, ἢ τῶν κινήσεων
<lb/>τῆς ἑτέρας. καθόλου γὰρ εἰπεῖν, ὡς πολλάκις ἐν ἑτέροις

﻿<pb n="490"/>

δέδεικται, τῶν δεχομένων ἀλλήλας κινήσεων μὲν ἐναντίων,
<lb/>τὴν ἑτέραν χωρὶς τῆς ἑτέρας οὐ διασώζεσθαι. ταῦτ’
<lb/>ἄρα συμμέτρως ψυχροῦ τοῦ περιέχοντος ἀέρος δεῖται πᾶσα
<lb/>φλόξ. ὁ μὲν γὰρ ὑπερβαλλόντως ἔκθερμος τὴν ἔξω κίνησιν
<lb/>αὐτῆς ἀμέτρως ἐργαζόμενος, ὁ δὲ ψυχρὸς τὴν ἔσωθεν
<lb/>σβέννυσιν. ἀμφότεροι τοίνυν ῥιπιζόμενοι ἀσυμμέτρως ἀναστέλλουσι
<lb/>τὴν φλόγα πρὸς τὴν ὕλην, ὥσπερ καὶ τὸ ψυχρόν·
<lb/>τὸ δὲ ὑπερβαλλόντως κινεῖσθαι σκεδάννυσιν, ὥσπερ καὶ
<lb/>τὸ θερμόν. τῶν δὲ τὴν ἔξω κίνησιν ἄμετρον ἐργαζομένων
<lb/>ἐστὶ καὶ σικύα καὶ πᾶν, ὅ τί περ ἂν τῶν ὑπὸ τῆς ἐντὸς
<lb/>φλογὸς ἀέρα διακεκαυμένων εἴρξηται πρὸς τὴν ἔξω τοῦ πυρὸς
<lb/>τῶν ψυχρῶν ὁμιλίαν ἰέναι. ἡ δὲ συμμετρία σωτηρία
<lb/>τῆς πάσης φλογός ἐστιν. οὕτως οὖν οὐκ ἀπεικὸς ἔχειν
<lb/>κᾀπὶ τῆς ἐν τοῖς ζώοις θερμασίας. ὕλην μὲν, ὅθεν ἀνάπτεται,
<lb/>τὸ αἷμα, σύμφυτον δὲ ἔχουσα κινήσεως ἀρχὴν ἐφ’
<lb/>ἑκάτερα, τῆς ἑτέρας στερηθεῖσα, καὶ τῆς λοιπῆς ἐξ ἀνάγκης
<lb/>στερίσκεται· <milestone unit="ed2page" n="420"/>καὶ διὰ τοῦτ’ αὐτὸ, ἐάν τε ἀναπνοῆς

<pb n="491"/>

εἴρξῃς, ἐάν θ’ αἵματος, εὐθέως διαφθείρεται. καὶ γὰρ
<lb/>καὶ τὴν τοῦ λύχνου φλόγα ἅμα ἀφαιρήσεις καταπνίξας ἢ
<lb/>παντάπασιν ἐλαίου στερήσας. ἀνάλογον οὖν τίθεσο τῇ μὲν
<lb/>θρυαλλίδι τὴν καρδίαν, τῷ δὲ ἐλαίῳ τὸ αἱματῶδες, τῷ
<lb/>δὲ ὀργάνῳ τὸν πνεύμονα. περίκειται γὰρ δή τοι ἔξωθεν
<lb/>τῇ καρδίᾳ δίκην σικύας. ἀλλὰ, παρ’ ὃν μὲν ἀναπνεῖ τὸ
<lb/>ζῶον χρόνον, εἰκάσαις ἂν αὐτὸν, οἶμαι, τετρημένῃ σικύᾳ
<lb/>κατὰ δὲ τὸν τῆς ἐπισχέσεως καιρὸν ἀτρήτῳ τε καὶ πανταχόθεν
<lb/>στεγούσῃ. ὡς οὖν ἡ μὲν τετρημένη σικύα σβεννύειν
<lb/>οὐ δύναται τὴν ἐντὸς φλόγα διὰ τοῦ τρήματος ἀναπνέουσαν,
<lb/>ἡ δὲ τοὐναντίον παραχρῆμα σβέννυσι καταπνίγουσα, τὸν
<lb/>αὐτὸν ὁ πνεύμων τρόπον ὁ μὲν στεγανὸς, οἷος ὁ κατὰ
<lb/>τὰς ἐπισχέσεις, σβέννυσι, ὁ τετρημένος δὲ, οἷος ὁ κατὰ
<lb/>τὰς ἀναπνοὰς, διασώζει τὴν ἔμφυτον θερμότητα. ἐγὼ δὲ
<lb/>καὶ κάμινον ἰδὼν σβεννυμένην ὑπὸ τοῦ μὴ διαπνεῖσθαι,
<lb/>κᾄπειτα αὐτὴν παρανοιχθεῖσαν πολὺ μὲν αἰθαλῶδες ἐκπνεύσασαν,
<lb/>πολὺ δ’ ἔξωθεν εἰσπνεύσασαν τὸν ἀέρα καθαρὸν,
<lb/>ἐπ’ ἀμφοτέροις ἀναλάμψαι, οὐ μικρὰν τῆς ἐκπνοῆς

<pb n="492"/>

ἐλογισάμην εἶναι τὴν χρείαν εἰς τὸ κενοῦν τὴν οἷον λιγνὺν
<lb/>τοῦ αἵματος. αἴθαλος γὰρ καὶ καπνὸς καὶ λιγνὺς καὶ πᾶν
<lb/>τὸ τοιοῦτον περίττωμα τῆς καιομένης ὕλης οὐδὲν ἧττον
<lb/>ὕδατος ἀποσβέννυσθαι πέφυκε τὸ πῦρ. ἐξ ἁπάντων οὖν
<lb/>τούτων ἔστιν ἀποδέξασθαι τῶν λεγόντων, τῆς ἐμφύτου θερμασίας
<lb/>ἕνεκεν ἀναπνεῖν τὰ ζῶα. καὶ γὰρ τὸ ῥιπίζεσθαι
<lb/>συμμέτρως χρήσιμον, καὶ τὸ μετρίως ψύχεσθαι. ἄμφω γὰρ
<lb/>ταῦτα φαίνεται ῥωννύντα τὴν εἴσω θερμασίαν, κίνησίν τε
<lb/>ἀναγκαῖον ἔχειν κάτω τὸ καπνῶδες, ὡς ἂν εἴποι τις, ἐκκενοῦν
<lb/>τῆς τοῦ αἵματος συγκαύσεως. ταῦτ’ ἐπιστημονικὴν μὲν
<lb/>οὐκ ἔχει τὴν πίστιν, οὐδ’ ἀναγκαίαν τὴν ἀπόδειξιν, οἵαν
<lb/>ἐν τοῖς ἄλλοις ἀεὶ μεταχειρίζεσθαι σπεύδομεν, οὐ μὴν ἐστέρηται
<lb/>τοῦ πιθανοῦ. τὸ γὰρ τάχος τῆς ἀπωλείας τοῦ ζώου
<lb/>τοιαύτην ἐπιζητεῖ τὴν αἰτίαν τῆς τροφῆς, ἣν οἱ θρέψεως
<lb/>ἕνεκα ψυχῆς ἀναπνεῖν ἡμᾶς λέγοντες αἰτιῶνται χρόνου μακροτέρου
<lb/>δεῖν, γενέσεως δὲ τῆς ψυχῆς Ἀσκληπιάδης φησὶν,

<pb n="493"/>

ὁμολογουμένης μὲν τῷ τάχει, μαχομένης δὲ ἄλλοις μυρίοις,
<lb/>καὶ τοῖς κατ’ ἀρχὰς εἰρημένοις ἐν τῷδε τῷ λόγῳ, κοινῇ
<lb/>πρὸς ἁπάσας τὰς αἱρέσεις, ὅσαι δι’ ἔνδειαν ἀέρος ἀπόλλυσθαι
<lb/>τὰ ζῶα νομίζουσι στερηθέντα τῆς ἀναπνοῆς. εἰ τοίνυν
<lb/>τὸ τάχος τῆς ἀπωλείας τοῦ ζώου διὰ μὲν ἀτροφίαν τῆς
<lb/>ψυχῆς οὐσίας οὐκ ἐγχωρεῖ γίγνεσθαι, διὰ δὲ τὴν γένεσιν
<lb/>ἐγχωρεῖ μὲν, ἀλλ’ ἐπὶ ψευδέσι ταῖς ὑποσχέσεσιν, ἡ δὲ τῆς
<lb/>ἐμφύτου θερμασίας ἀπώλεια μηδὲν ἔχει τῶν φαινομένων
<lb/>ἐναντιούμενον, εὐλογώτερον ἐκείνου προέσθαι.
</p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><p>Πᾶσαν τοίνυν αὐτὴν ἀναλαβόντες βασανίσωμεν,
<lb/>ἐπεὶ τῶν ἄλλων ἀληθεστέρα φαίνεται. οὐκοῦν ἔκ
<lb/>τε τοῦ ῥιπίζεσθαι τὴν ἀρχὴν τῆς ἐμφύτου θερμασίας, κᾀκ
<lb/>τοῦ συμμέτρως ἐμψύχεσθαι, κᾀκ τοῦ τὸ οἷον καπνῶδες
<lb/>αὐτῆς ἅπαν ἀποῤῥεῖν, ἓν ἀθροίζεται κεφάλαιον, ἡ
<lb/>σωτηρία τῆς κατὰ φύσιν θερμασίας. εἰς ταύτας οὖν
<lb/>τὰς ἀρχὰς ἴδωμεν εἰ δυνατὸν ἀναγαγεῖν τὰ κατὰ μέρος
<lb/>ἅπαντα. καὶ πρότερον προχειρισθήτω τὸ κατὰ τὰ

<pb n="494"/>

βαλανεῖα συμβαῖνον, ἐν οἷς ἐπὶ πλέον διατρίψαντες
<lb/>ἐκλυόμεθα, τελευτῶντες δὲ καὶ ἀποθνήσκομεν. <milestone unit="ed2page" n="421"/>εἰ
<lb/>γὰρ, διότι θερμὸν ἀναπνέομεν, ἐχρῆν, φασὶ, καὶ τοὺς
<lb/>ὑπὲρ λέβητος ὕδατος θερμοῦ στάντας, εἶτα ἀναπνέοντας
<lb/>τὸν ἀναφερόμενον ἀτμὸν, ὁμοίως ἀδικεῖσθαι· οὐ μὴν
<lb/>φαίνεσθαι ἀδικουμένους· ᾧ δῆλον, ὅτι μὴ διὰ τὴν ἀναπνεομένην
<lb/>θερμασίαν, ἀλλὰ διὰ τὴν ἐξ ὅλου τοῦ σώματος κένωσιν
<lb/>τοῦ πνεύματος ἐν τοῖς βαλανείοις ἐκλυόμεθα. πῶς οὖν
<lb/>καὶ ταύτην τὴν ἀμφισβήτησιν διαλύσομεν; ἢν τὸ μὲν συνημμένον
<lb/>ἀληθὲς εἶναι φήσωμεν, ὅτι δεῖ πνίγεσθαι τοὺς
<lb/>τὸν ἐκ λέβητος ἀτμὸν εἰσπνέοντας, εἴπερ ὅλως ἐμψύξεως
<lb/>ἕνεκεν ἀναπνεύ<milestone unit="ed1page" n="163"/>σαιεν, οὐ μὴν τήν γε πρόσληψιν αὐτῶν.
<lb/>ἀλλὰ μὴν οὐ πνίγονται· πνίγονται γὰρ οὐδὲν ἧττον τῶν ἐν
<lb/>τοῖς βαλανείοις οἱ τὸν ἐκ λεβήτων ἀτμὸν ἀναπνέοντες. εἰ
<lb/>δὲ καὶ μὴ πνιγόμεθα, θαυμαστὸν οὐδὲν ἂν ἦν ἴσως· ἡ γὰρ
<lb/>καθ’ ὅλον τὸ σῶμα διαπνοὴ κατὰ τὰ βαλανεῖα τῇ διὰ
<lb/>τοῦ στόματος ὁμοίως βέβλαπται. οὐκ ἔστι δὲ ταὐτὸν τὸ

﻿<pb n="495"/>

κατὰ τὸ στόμα μόνον ἀναπνεῖν τινα κακῶς τῷ κατὰ τοῦτο
<lb/>καὶ καθ’ ὅλον τὸ σῶμα. μεγίστη δ’ ἀπόδειξις ἐπὶ πολλῶν
<lb/>ἀῤῥώστων γίγνεται, δι’ ὅλης μὲν ἡμέρας ἱδρούντων κρισίμως,
<lb/>πολλῷ μᾶλλον ἢ ἐν τοῖς βαλανείοις, οὐ μὴν ἐκλυομένων
<lb/>ὁμοίως ἐκείνοις, οὐδὲ πνιγομένων ὅλως, ἔστ’ ἂν ἀναπνέωσι
<lb/>τὸν ἔξωθεν ἀέρα τὸν ψυχρόν. εἰ δὲ καὶ συνείρξας αὐτοὺς
<lb/>ἱματίοις τι θερμὸν ἀναπνεῖν ἀναγκάσαις, ἀποπνίξαις αὐτίκα.
<lb/>τοὺς μέντοι κατεψυγμένους καὶ ῥιγοῦντας οὕτως συνείρξας
<lb/>οὐχ ὅπως οὐκ ἀποπνίξῃ, ἀλλ’ οὐδ’ ἀδικήσεις οὐδὲν,
<lb/>ἄχρις ἂν ἐκθερμανθέντες τύχωσι· τηνικαῦτα δ’ οὐκέθ’
<lb/>ὑπομένουσιν, ὡς μὴ σύνηθες. ἐξ ὧν ἁπάντων δῆλον, ὡς
<lb/>οὐ διὰ τὸ κενούμενον ἐξ ὅλου τοῦ σώματος ἐν τοῖς βαλανείοις
<lb/>πνεῦμα καταλυόμεθά τε καὶ τελευτῶμεν τὸν βίον,
<lb/>ἀλλὰ διὰ τὴν θερμασίαν. θαυμάσαι δὲ ἔστιν οὐ τῶν ἄλλων
<lb/>τοσοῦτον Ἐρασίστρατον, τῶν τοιούτων φαινομένων κατατολμῶντα
<lb/>καταψεύσασθαι, ὃν οὐκ εἰκὸς ἄπειρον εἶναι τῆς
<lb/>διὰ τοῦ πίθου πυρίας τῶν ὑδερικῶν, εὐδοκιμησάσης οὐχ
<lb/>ἥκιστα τῶν ἄλλων παλαιῶν παρὰ Χρυσίππῳ τῷ Κνιδίῳ.

<pb n="496"/>

κενοῦνται γὰρ οὗτοι τὸ πᾶν σῶμα πολὺ θᾶττόν τε καὶ
<lb/>μᾶλλον, ἢ ἐν τοῖς βαλανείοις, οὐ μὴν πνίγονταί γε διὰ
<lb/>τὸ ψυχρὸν εἰσπνεῖν ἀέρα. τούτου δ’ ἄν τις αὐτοὺς στερήσειεν,
<lb/>ἀποθνήσκουσιν ἐν τάχει. πῶς οὖν, φασὶν, ἔν τε τοῖς
<lb/>βαρυόδμοις βαράθροις, καὶ τοῖς νεωστὶ κεχρισμένοις οἴκοις
<lb/>τιτάνῳ, καὶ πρὸς τῆς τῶν ἐσβεσμένων ἀνθράκων ὀσμῆς
<lb/>πνιγόμεθα; κατὰ μὲν τὸν Ἐρασίστρατον, ὅτι λεπτὸς ὢν ἐν
<lb/>ταῖς τοιαύταις καταστάσεσιν ὁ ἀὴρ οὐ στέγεται πρὸς τῶν
<lb/>ἀρτηριῶν, ἀλλ’ ἐκκενοῦται ῥᾳδίως, καὶ ἐνδείᾳ πνεύματος
<lb/>ἀπόλλυται τὸ ζῶον. ἡμεῖς δέ φαμεν, ὅτι οὐδὲν ἐξετέλεσεν,
<lb/>ὡς Ἐρασιστράτου δείξαντος, ἢ λεπτὸν ἐν τοῖς τοιούτοις τὸν
<lb/>ἀέρα γιγνόμενον, ἢ μὴ στεγόμενον τοῖς ζώων σώμασιν, ἢ
<lb/>μὴ τῆς ἀληθοῦς αἰτίας ἑτέρας οὔσης, ἢ χαλεπῆς ὑπαρχούσης
<lb/>εὑρεθῆναι. μακρότερα μὲν οὖν ἀναγκαζόμεθα λέγειν πρὸς
<lb/>τὰ εἰρημένα, χρὴ δὲ, ὅσον οἷόν τε, πειρᾶσθαι τεμεῖν αὐτὰ
<lb/>συντομώτερον. εἰ δ’ οὐδὲν ἔχω φάναι, τὰς πολλὰς ἀντιλογίας
<lb/>περικόψας, τοῦ φαίνεσθαι τὰς κινήσεις τῶν ἀρτηριῶν

<pb n="497"/>

ἐν ταῖς τοιαύταις διαθέσεσι μηδὲν ἀπολειπομένας μεγέθει
<lb/>τε καὶ χρόνῳ τῶν ἔμπροσθεν, ὡς ἂν πλήρεις οὔσας δηλονότι
<lb/>τοῦ δι’ αὐτῶν φερομένου πνεύματος. ἐχρῆν δ’ αὐτὰς
<lb/>μὴ ὅτι θᾶττον ἢ μικρότερον φαίνεσθαι σφυζομένας, ἀλλ’
<lb/>ἀσφύκτους γίνεσθαι παντάπασιν, ὡς ἐστερημένας τελέως
<lb/>τοῦ πληροῦντος αὐτῶν τὰς κοιλίας ἀέρος. ἀλλ’ εἰ τὴν
<lb/>Ἐρασιστράτου, φασὶ, διαβάλλεις αἰτίαν, εἰπέ. λέξω δὲ,
<lb/>ἐὰν πρότερον ὑμεῖς εἴπητέ μοι, διὰ ποίαν αἰτίαν θαλάττιοι
<lb/>ζωγρεῖς νάρκης ἁψάμενοι ναρκῶσι. <milestone unit="ed2page" n="422"/>εἰ δὲ οὐδὲν
<lb/>λέγειν ἔχετε, τοῦτο ὅμως ἡμῖν εἰπεῖν συγχωρήσετε, τὸ τὴν
<lb/>δύναμιν εἶναι τοῦ ζώου ναρκωτικὴν τῶν ἁψαμένων οὕτως
<lb/>ἰσχυρὰν, ὥστε καὶ διὰ τοῦ πεπηγότος αὐτοῦ τριόδοντος
<lb/>εἰς τὰς χεῖρας τῶν ἁλιέων ῥᾳδίως ἀνατρέχειν τὸ πάθος.
<lb/>οὐκοῦν συγχωρήσετε, εἶναί τινας ἰχθύων ποιότητας καὶ δυνάμεις,
<lb/>ὧν αἱ μὲν νάρκην, αἱ δὲ κάρον, αἱ δὲ ψύξιν,
<lb/>αἱ δὲ σῆψιν, αἱ δὲ ἄλλό τι φέρουσι κακὸν, ἀέρος δὲ
<lb/>οὐδεμίαν συγχωρήσετε εἶναι τοιαύτην δύναμιν; ἀλλ’ οὐκ

<pb n="498"/>

ἔχομεν, φασὶν, ἐναργῶς δεῖξαι, τίς ἡ ποιότης αὕτη, καὶ τίς
<lb/>ἡ δύναμις αὕτη. τί οὖν τοῦτο πρὸς τὰ παρόντα; διὰ γὰρ
<lb/>τῶν ἀδήλων οὔτε ἀνατρέπεσθαί τι δίκαιον οὔτε κατασκευάσασθαι.
<lb/>μεταβαίνωμεν οὖν ἀπὸ τῶν τοιούτων ἐπὶ τὸ κατασκευάζειν
<lb/>ἐναργῶς, ὁποτέραν οὖν τῶν αἱρέσεων ἀνατρέπειν
<lb/>δυνάμεθα. τὰ μὲν οὖν ἐξ ἀνάγκης ἀνατρέποντα τὴν Ἐρασιστράτειον
<lb/>δόξαν εὐθὺς κατ’ ἀρχὰς ἡμῖν ἐῤῥήθη. τὰ δὲ
<lb/>τὴν ἡμετέραν κατασκευάζοντα, τοιαῦτα μὲν οὖν ὡς οὐχ εὕρομεν,
<lb/>ὡς ἐξ ἀνάγκης περαίνειν, ἁπάντων μέντοι τῶν
<lb/>ἄλλων πιθανώτατον, πρὸς τὸ μηδὲ ἀνατρέπεσθαι πρός τινος
<lb/>τῶν φαινομένων ταύτην τὴν δόξαν. ὥστε τὴν μὲν Ἐρασιστράτου
<lb/>περὶ χρείας ἀναπνοῆς ὑπόληψιν ἤδη καταλιπεῖν
<lb/>δίκαιον, ἐπειδὴ κἀν τοῖς περὶ σφυγμῶν λόγοις ἐξελέγχεται
<lb/>πολυειδῶς σφαλλομένη. αὐτοὺς δὲ διὰ βραχέων ἐπιδραμεῖν
<lb/>τῶν ἄλλων φαινομένων τὰς αἰτίας, εἰς τὴν προκειμένην
<lb/>ἀναφέροντας ὑπόθεσιν, ὥσπερ κατά γε τὴν γυμνασίαν μεῖζόν
<lb/>τε καὶ πυκνότερον ἡμᾶς ἀναπνεῖν. οὐ γὰρ ἀπεικὸς
<lb/>οὐδὲ τοῦτο γίνεσθαι διὰ τὴν, τοῖς σφοδρῶς κινουμένοις

<pb n="499"/>

αὐξανομένην θερμασίαν. ὅτι γὰρ οὐδ’ ἐνταῦθα διὰ τὴν τῶν
<lb/>ἀρτηριῶν ἐπιπλήρωσιν, ἐναργές ἐστιν ἐκ τοῦ γίνεσθαι μὲν
<lb/>ἐξ ἀρχῆς εὐθὺς πολλάκις σφοδρῶς, οὐ μὴν ἀλλοιοῦσθαι τὴν
<lb/>ἀναπνοὴν, πρὶν ἱκανῶς θερμανθῆναι· ἐκθερμανθέντων δὲ,
<lb/>κᾂν ἐπαυσάμεθα κινούμενοι, μέχρι πολλοῦ διασωζομένην
<lb/>ὁρᾶσθαι τὴν αὐτὴν ἰδέαν τῆς ἀναπνοῆς. ἀλλὰ κᾀν τοῖς
<lb/>καυσώδεσι πυρετοῖς ὁμοίως ἀναπνεῖν ὀρεγόμεθα διὰ τὴν
<lb/>αὐτὴν αἰτίαν· ὅπου γὰρ ἂν ᾖ μέγιστον τὸ τῆς χρείας δεόμενον,
<lb/>ἐνταῦθα οὐκ ἀπεικὸς ἱκανῶς αὐξάνεσθαι καὶ τὴν
<lb/>χρείαν αὐτήν. ἡ μὲν γὰρ μείζων φλὸξ μείζονος ἀέρος, ἡ δὲ
<lb/>ἐλάττων ἐλάττονος δεῖται· πᾶσα οὖν δεῖται δι’ ἣν ἔμπροσθεν
<lb/>εἴπομεν ἀνάγκην. οὐκ οὖν ἔτι θαυμαστὸν, εἰ κατεψυγμένοι
<lb/>τὰ περὶ τὴν καρδίαν καὶ τὸν πνεύμονα τὸν ἔξωθεν ἀέρα
<lb/>ποθοῦσί τε καὶ δέονται διὰ τῆς εἰσπνοῆς ἐπισπᾶσθαι. ἐπισπᾶται
<lb/>μὲν γὰρ, ἀλλ’ ὀλίγον καὶ διὰ καιροῦ πολλοῦ· μεγάλως
<lb/>γὰρ καὶ πυκνῶς οὐκ ἐγχωρεῖ ῥιπίζειν τὴν βραχεῖαν
<lb/>θερμασίαν. διὰ τί τοίνυν οἱ μὲν παῖδες πλεῖόν τε καὶ

﻿<pb n="500"/>

πυκνότερον, οἱ δὲ ἀκμάζοντες ἔλαττόν τε καὶ ἀραιότερον
<lb/>ἀναπνέουσιν; ἢ, ὅτι τὰ αὐξανόμενα πλεῖστον ἔχει τὸ ἔμφυτον
<lb/>θερμὸν, ἕπεται ἐξ ἀνάγκης πλήθει θερμασίας μέγεθός
<lb/>τε καὶ πυκνότης ἀναπνοῆς; εἰ δὲ καὶ τρέφεται τὸ ψυχικὸν
<lb/>πνεῦμα πρὸς τῆς ἀναπνοῆς, καὶ διὰ τοῦτο ἀναπνέουσι πλεῖστόν
<lb/>τε καὶ πυκνότατον οἱ παῖδες, ἐπεὶ καὶ τροφῆς πλείονος,
<lb/>ὡς ἂν αὐξανόμενοι, δέονται. εἰ δὲ τὸ λιγνυῶδες ἀποχεῖται
<lb/>πλεῖστον ἐν ταῖς ἀναπνοαῖς, καὶ διὰ τοῦτο ἀναπνέουσι
<lb/>πλεῖστόν τε καὶ πυκνότατον. ἔνθα γὰρ ἡ τῆς τροφῆς ἐργασία
<lb/>πλείων, ἐκεῖ καὶ τὸ περίττωμα πλέον. οἷς δ’ οἱ νεανίσκοι
<lb/>θερμότεροι τῶν παίδων εἶναι δοκοῦσιν, οὗτοι τὴν
<lb/>μὲν προειρημένην αἰτίαν οὐ προσοίσονται. περὶ μέντοι τῶν
<lb/>γερόντων οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ, τὸ μὴ οὐκ εἶναι πολὺ ψυχροτέρους
<lb/>αὐτοὺς τῶν παίδων καὶ νεανίσκων. <milestone unit="ed2page" n="423"/>ὁμολογεῖ
<lb/>δὲ τῇ ψύξει καὶ ἡ τῆς ἀναπνοῆς ἰδέα, μικροτέρα τε ἅμα
<lb/>καὶ ἀραιοτέρα γιγνομένη. παραπλήσια δὲ τοῖς ἐπὶ τῶν ἡλικιῶν
<lb/>φαινομένοις ἐν ὥραις καὶ χώραις καὶ φύσεσι συμβέβηκε.

<pb n="501"/>

καὶ ὁμολογεῖ γὰρ ἀεὶ τοῖς μὲν θερμοῖς ἡ μείζων
<lb/>τε καὶ πυκνοτέρα, τοῖς δὲ ψυχροῖς ἡ ἐλάττων τε καὶ
<lb/>ἀραιοτέρα. μικρόν τε καὶ πυκνὸν ἀναπνέουσιν οἵ τε ἐδηδοκότες
<lb/>καὶ οἱ πεπωκότες στενοχωρίᾳ τοῦ διαφράγματος.
<lb/>οὕτω δὲ καὶ αἱ κύουσαι, κἀν τοῖς ὑδέροις τε καὶ ταῖς
<lb/>φλεγμοναῖς τοῦ ἥπατος καὶ τῆς γαστρὸς καὶ τοῦ σπληνὸς
<lb/>ὁμοίως ἀναπνέουσι διὰ τὴν αὐτὴν αἰτίαν. ἀλλὰ <milestone unit="ed1page" n="164"/>περὶ
<lb/>μὲν τῆς οἰκείας τούτων ἀναπνοῆς ἐν τοῖς περὶ δυσπνοίας
<lb/>εἰρήσεται. νῦν δὲ ἀρκεῖ καὶ ταῦτα αὖθις ἐνδείξειν τὸ
<lb/>πάνθ’ ὁμολογεῖν τὰ φαινόμενα τῷ προειρημένῳ δόγματι
<lb/>περὶ χρείας ἀναπνοῆς.
</p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p>Ἴδωμεν δ’ ἐφεξῆς, εἰ δύναται τρέφεσθαι τὸ
<lb/>ψυχικὸν πνεῦμα πρὸς τῆς ἀναπνοῆς. εἴπωμεν δὲ πρότερον,
<lb/>πῶς καλοῦμέν τι ψυχικὸν πνεῦμα, ἀγνοεῖν ὁμολογοῦντες
<lb/>οὐσίαν ψυχῆς. ἐπεὶ τοίνυν αἱ κατὰ τὸν ἐγκέφαλον κοιλίαι
<lb/>τοῦ πνεύματος, ἐπειδὰν τρωθῇ, εὐθὺς ἀκινήτους τε καὶ
<lb/>ἀναισθητοῦντας ἡμᾶς ἐργάζονται, χρὴ τοῦτο τὸ πνεῦμα

<pb n="502"/>

πάντως ἤτοι τὴν οὐσίαν αὐτὴν εἶναι τῆς ψυχῆς, ἢ τὸ πρῶτόν
<lb/>γε αὐτῆς ὄργανον. εἴρηται δὲ ἑτέρωθι περὶ αὐτῶν διὸ
<lb/>πλειόνων ἀκριβέστερον, ἐν οἷς καὶ τοῦτ’ εὐθὺς εἴρηται, ὡς
<lb/>ἀναγκαῖόν ἐστι τοῦτο τὸ πνεῦμα τρέφεσθαι. πόθεν οὖν,
<lb/>φασὶν, ἄλλοθεν ἕξει τὴν τροφὴν, εἰ μὴ παρὰ τοῦ διὰ τῆς
<lb/>εἰσπνοῆς ἑλκομένου; καίτοι κᾀκ τῆς τοῦ αἵματος ἀναθυμιάσεως
<lb/>οὐκ ἀπεικὸς αὐτὸ τρέφεσθαι, καθάπερ καὶ πολλοῖς
<lb/>τῶν ἐλλογίμων ἰατρῶν τε καὶ φιλοσόφων ἔδοξεν. ἀλλ’
<lb/>οὐδ’ ἐκ τῆς εἰσπνοῆς ὁμοίως οἱ περὶ τὸν Ἐρασίστρατον
<lb/>τοῖς περὶ τὸν Ἱπποκράτην τρέφεσθαί φασι τὸ ψυχικὸν
<lb/>πνεῦμα. τοῖς μὲν γὰρ ἐκ τῆς καρδίας διὰ τῶν ἀρτηριῶν
<lb/>ἐπὶ τὰς μήνιγγας, τοῖς δὲ εὐθὺς διὰ τῶν ῥινῶν εἰς τὰς
<lb/>κατὰ τὸν ἐγκέφαλον κοιλίας ἔρχεσθαι τὸ πνεῦμα δοκεῖ.
<lb/>τὴν μὲν Ἐρασιστράτου περὶ τούτων δόξαν κᾀνταῦθα καταλίπωμεν,
<lb/>ἐξελεγχομένην πολυειδῶς περὶ τῶν ἐν σφυγμοῖς
<lb/>αἰτιῶν. ἐπὶ δὲ τὴν ἀληθῆ μεταβάντες, τὴν καὶ ταῖς ἀρτηρίαις
<lb/>αἷμα μεταδιδοῦσαν, ἐπισκεψώμεθα τουτὶ τὸ φαινόμενον,
<lb/>οὗ πολλάκις ἐπειράθημεν. ἐν γὰρ τῷ βρόχοις διαλαμβάνεσθαι

<pb n="503"/>

τὰς κατὰ τὸν τράχηλον ἀρτηρίας οὐδὲν πάσχει
<lb/>τὸ ζῶον οὔτ’ εὐθὺς οὔθ’ ὕστερον, ὡς ἡμεῖς ἐνίοτε πειρώμενοι
<lb/>ἐν βρόχοις αὐτὰς διελαμβάνομεν. ὅλην δὲ ἡμέραν
<lb/>τὸ ζῶον εἰσπνέον τε καὶ ἐκπνέον καὶ κινούμενον ἀκωλύτως
<lb/>ἰδόντες, νυκτὸς ἤδη βαθείας ἐσφάξαμεν; οὐκέθ’ ἡγούμενοι
<lb/>τὴν ἐπὶ πλέον πεῖραν πίστιν ὑπάρχειν.· δύνασθαι
<lb/>γὰρ ἐν τοσούτῳ χρόνῳ διὰ τοὺς περικειμένους βρόχους
<lb/>συμπαθῆσαί τι τῶν κυριωτάτων μορίων. ἐθαυμάζομεν οὖν,
<lb/>τὰς ἐκ τῶν κυριωτάτων τῶν ζωτικῶν ὀργάνων, τῶν τῆς καρδίας,
<lb/>εἰς τὰ κυριώτατα τῶν ψυχικῶν, τὸν ἐγκέφαλον, τεταμένας
<lb/>ἀρτηρίας οὕτως ἄλυπον τῷ παντὶ βίῳ τὴν βλάβην
<lb/>ἐχούσας εὑρίσκοντες. ἀλλὰ περὶ μὲν τούτων κᾀν τῷ
<lb/>περὶ χρείας σφυγμῶν ἐπιπλέον ζητήσομεν. ὅπερ δ’ ἐξ
<lb/>αὐτῶν ἐστιν εἰς τὰ παρόντα χρήσιμον, οὗ χάριν <milestone unit="ed2page" n="424"/>ἐμνημόνευσα
<lb/>τῶν καρωτίδων ἀρτηριῶν, τοῦτ’ αὖθις λεγέσθω,
<lb/>τοῦ μὴ πάνυ τι δεῖσθαι τοῦ παρὰ τῆς καρδίας πνεύματος
<lb/>τὸν ἐγκέφαλον. ἀπολείπεται γοῦν; ἤτοι τὴν ἀναθυμίασιν

<pb n="504"/>

αὐτῷ τὴν ἐκ τοῦ αἵματος ἱκανὴν ὑπάρχειν, ἢ τὴν διὰ
<lb/>τῶν ῥινῶν εἰσπνοήν. ἀλλ’ οὐδὲ τὴν ἀναθυμίασιν εἰκὸς
<lb/>γίνεσθαι δαψιλῆ, βρόχῳ διαλειφθεισῶν τῶν ἀρτηριῶν.
<lb/>δείκνυται δὲ τοῦτο ἐν τῷ περὶ χρείας σφυγμῶν. ἀναγκαῖον
<lb/>οὖν ἐκ τῆς διὰ τῶν ῥινῶν ἐστιν ὡς τὴν πλείστην εἶναι
<lb/>τροφὴν τῷ ψυχικῷ πνεύματι. τοῦτ’ ἔστι τὸ παρ’ Ἱπποκράτους
<lb/>λεγόμενον· Ἀρχὴ τροφῆς πνεύματος στόμα, ῥῖνες,
<lb/>βρόγχος, πνεύμων, καὶ ἡ ἄλλη ἀναπνοή. ἐξ ἁπάντων γὰρ
<lb/>τούτων τρέφεται, μηδαμῆ παρεμποδιζόμενον· εἰ δὲ καὶ παρεμποδίζοιτο
<lb/>καθ’ ἓν ὁτιοῦν αὐτῶν, ἀλλ’ ἔτι διά γε τῶν
<lb/>λοιπῶν ὑπηρετεῖται. μαθεῖν δὲ ἐναργῶς ἔστιν ἐξ οὗ μέλλομεν
<lb/>εἰπεῖν φαινομένου περὶ τῆς οἰκείας πνεύμονος εἰς
<lb/>τὰς καθ’ ὅλον ἀρτηρίας μεταλήψεως τοῦ πνεύματος, ὡς
<lb/>ἤτοι βραχὺ ἔτι παντελῶς, ἢ οὐδ’ ὅλως γίγνεται. περιτιθέντες
<lb/>γὰρ παιδὸς τῷ στόματι καὶ ταῖς ῥισὶ μεγάλην κύστιν
<lb/>βοείαν, ἤ τι τοιοῦτον ἕτερον ἀγγεῖον, ὡς μηδαμῆ παραπνεῖσθαι
<lb/>μηδὲν τῆς ἀναπνοῆς δι’ ὅλης ἡμέρας, εἴδομεν

<pb n="505"/>

ἀκωλύτως πνέοντα αὐτόν. ἐξ οὗ δῆλον, ὡς ἤτοι μικρὸν
<lb/>παντελῶς ἢ οὐδ’ ὅλως αἱ κατὰ τὸ ζῶον ἀρτηρίαι ἔχουσι
<lb/>τῶν ἔξωθεν ποιοτήτων ἀνάγκην, καὶ μάλιστα τῆς θερμότητος.
<lb/>τὸ μὲν γὰρ ψυχρότερον οὐχ ὁμοίως εὔπορον ἅπαντι.
<lb/>χρὴ δ’ ἑτοίμως ἰέναι διὰ πάντων τῶν ὀργάνων τὸ τῆς ψυχῆς
<lb/>πνεῦμα. τὸ δ’ αὖ θερμότερον ἅπαντι μὲν πόριμον,
<lb/>ἀλλὰ πρῶτον μὲν κατακαίει τε καὶ συντήκει τὸ σῶμα, τελευταῖον
<lb/>δὲ καὶ αὐτὸ συναπόλλυται καὶ ἀποσβέννυται.
<lb/>καὶ ἐν μὲν ταῖς ἀποπληξίαις ψυχρότερον, ἐν δὲ τοῖς πυρετοῖς
<lb/>θερμότερον τοῦ μέτρου γιγνόμενον, ἐν μὲν ταῖς
<lb/>ἀποπληξίαις ἴσχεται τοῦ πάντη ῥᾳδίως εἰσιέναι, καὶ διὰ
<lb/>τοῦτο εἰς ἀκινησίαν τελευτᾷ τὸ πάθος· ἐν δὲ τοῖς πυρετοῖς
<lb/>εὔπορον μέν τοι πάντη, κατακαίειν δὴ, καθάπερ πῦρ,
<lb/>ἀλλὰ μήτε τρέφειν μήτε αὐξάνειν τὰ σώματα δύναται.
<lb/>μὴ τοίνυν εἶναι μικρὰν νομίζωμεν τὴν χρείαν τοῖς ζώοις
<lb/>τῆς συμμέτρου θερμασίας, ἀλλ’ ἐν τοῖς ἀναγκαιοτάτοις,
<lb/>μάλιστα μὲν οὖν τῷ πνεύματι τῷ ψυχικῷ καὶ τοῖς κυριωτάτοις
<lb/>ὀργάνοις, ἤδη δὲ καὶ καθ’ ὅλον τὸ σῶμα.

﻿<pb n="506"/>

εἰκότως ἄρα τὴν ἀρχὴν τῆς φυσικῆς θερμασίας, τὴν καρδίαν,
<lb/>εἰς τοσοῦτον ἀναπνοῆς χρῄζουσαν ἔχομεν, εἰς ὅσον
<lb/>περ καὶ συμμέτρου θερμασίας αὐτοὶ χρῄζομεν. ἐδείχθη
<lb/>γὰρ ἀδύνατος ἡ σωτηρία τῆς θερμασίας χωρὶς τῆς ἀναπνοῆς.
<lb/>ἔκπνουν μὲν δὴ καὶ εἴσπνουν ἐστὶ ὅλον τὸ σῶμα,
<lb/>κατὰ τὸν Ἱπποκράτους λόγον, ἀλλὰ καὶ πρὸς ἡμῶν ἑτέρωθι
<lb/>δέδεικται. σύμμετρος δὲ ἀναπνοὴ τοῖς μὲν ἄλλοις
<lb/>ἅπασι μορίοις ἡ διὰ τῶν ἀρτηριῶν ἐστιν· ἐγκεφάλου δὲ
<lb/>καὶ καρδίας δύο ἐξαίρετα πρόσκειται τῆς ἀναπνοῆς ὄργανα,
<lb/>τῷ μὲν ῥῖνες, τῷ δὲ πνεύμων. ὅπως δὲ ὁ πνεύμων κινοῖτο,
<lb/>θώρακος ἐδεήθη. καὶ δι’ αὐτὸ ὡς μὲν τῇ καρδίᾳ
<lb/>συνημμένος ὁ πνεύμων τὸ πρῶτόν ἐστι πνευστικὸν ὄργανον,
<lb/>ὡς δὲ ὑπὸ τοῦ θώρακος κινούμενος τὸ δεύτερον. εἰ δὲ
<lb/>τῆς τοῦ αἵματος ἀναθυμιάσεως εἰς θρέψιν χρῄζει τὸ ψυχικὸν
<lb/>πνεῦμα, πιθανὸν γὰρ καὶ τοῦτο, μεγίστην ἂν ἔχοι
<lb/>καὶ ταύτην τῆς συμμέτρου θερμασίας τὴν χρείαν τὰ ζῶα.
<lb/>τὸ μὲν γὰρ ψυχρὸν αἷμα πῶς ἂν εἰς ἀτμοὺς λύοιτο; ἀμέτρως
<lb/>δὲ θερμὸν εὐσκέδαστον μὲν εἰς ἀτμοὺς, ἀλλ’ εἰς θολεροὺς

<pb n="507"/>

τούτους καὶ καπνώδεις. οὐ μὴν τοιούτῳ γε εἶναι
<lb/>πρέπει τῷ ψυχικῷ <milestone unit="ed2page" n="425"/>πνεύματι, ἀλλ’, εἴπερ τῳ ἄλλῳ,
<lb/>καθαρωτάτῳ τε καὶ χρηστοτάτῳ. ταῦτ’ ἄρα τὸ μελαγχολικὸν
<lb/>αἷμα καὶ τὸ πικρόχολον εἰς ἀτμοὺς μοχθηροὺς λυόμενον,
<lb/>τὸ μὲν εἰς μελαγχολίαν, τὸ δὲ εἰς φρενῖτιν ἄγει.
<lb/>διὰ τοῦτο δὲ κᾀν τοῖς καυσώδεσι πυρετοῖς ἑτοίμως παραφρονοῦσιν.
<lb/>εἰ γὰρ χρηστὸν ᾖ τηνικαῦτα τὸ αἷμα, διὰ γοῦν
<lb/>τὸ πλῆθος τῆς θερμασίας ἀτμίζει καπνωδῶς. εἴη δ’ ἂν
<lb/>καὶ τοῦτο τῆς κατὰ φύσιν θερμασίας ὄφελος οὐ σμικρὸν,
<lb/>ἀτμίζειν σύμμετρόν τε καὶ καθαρὸν καὶ χρηστόν. οὐ μὴν
<lb/>οὐδὲ ταῖς οἰκείαις κατασκευαῖς δεῖσθαι ὅτῳ τῶν μορίων
<lb/>ὑπόθοιτό τις, οὐδὲ οὕτως εἰς τὴν φυλακὴν τῆς κατασκευῆς
<lb/>ὠφελεῖ μικρὸν ἡ σύμμετρος θερμασία. ξηρὸν μὲν γὰρ ἀμέτρως
<lb/>ἢ ὑγρὸν οὐκ ἂν ἐν ἀκαρεῖ χρόνῳ γίγνοιτο τῶν μορίων
<lb/>οὐδέν· ψυχρὸν δ’ ἐσχάτως ἢ θερμὸν δύναιτ’ ἂν ἐμφανῶς
<lb/>γενέσθαι. καὶ μὴν ἰδία ἑκάστου τῶν μορίων οὐσία ψυχροῦ
<lb/>καὶ θερμοῦ καὶ ξηροῦ καὶ ὑγροῦ ποιά τις κρᾶσίς ἐστιν.
<lb/>ὥστε καὶ διαφθείρεσθαι ταύτην ὑπ’ οὐδενὸς οὕτω ταχέως

<pb n="508"/>

εἰκὸς, ὡς ὑπὸ τῆς κατὰ τὴν θερμασίαν ἀμετρίας. εἰ δὲ
<lb/>καὶ τοῦτο, καὶ τὴν ἐνέργειαν ὑπ’ οὐδενὸς ἑτοιμότερον ἐγχωρεῖ
<lb/>βλαβῆναι. τῶν μὲν οὖν ἄλλων <milestone unit="ed1page" n="165"/>ὀργάνων αἱ βλάβαι
<lb/>τῶν ἐνεργειῶν μικραί· τῶν δ’ εἰς αὐτὴν τὴν ζωὴν
<lb/>διαφερόντων μεγάλαι· τῶν δ’ οὐ μόνον εἰς ζωὴν αὐτὴν
<lb/>διαφερόντων, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὰ ἄλλα λόγον ἀρχῆς ἐχόντων
<lb/>μέγισται. τοιαῦτα δ’ ἐστὶν ἐγκέφαλος καὶ καρδία. ὥσθ’ ἡ
<lb/>τούτων τῆς κατασκευῆς βλάβη παραχρῆμα βλάψει τὴν ζωήν.
<lb/>ἀλλ’ οὐδὲν ὑπαλλάττειν αὐτὴν οἷόν τέ ἐστιν ἑτοιμότερον
<lb/>ἀμέτρου θερμασίας. ὥστε ἄμφω δέδεικται διὰ τοῦ λόγου,
<lb/>τό τε χρήσιμον τῆς συμμέτρου θερμασίας καὶ τὸ ἐν τῇ
<lb/>ἀναπνοῇ εἰς αὐτήν. ἀναγκαῖον οὖν ἤδη, μὴ πιθανὸν μόνον,
<lb/>ἀλλὰ καὶ τὸ ἀληθὲς εὑρηκέναι, ἑτοίμως μὲν ἀποφαίνεσθαι.
<lb/>καὶ χρείαν εἶναι τῆς ἀναπνοῆς λέγομεν ἐμφύτου
<lb/>θερμασίας ἀναπνοήν. ἔνεστι δ’, εἰ καὶ τὴν οὐσίαν τῆς ψυχῆς
<lb/>ἀγνοοῦμεν, ἀλλ’ ἐκ διαιρέσεως οὐδὲν ἧττον λογίσασθαι
<lb/>λήμματα τῶν ἀποδείξεων, τοῖς ἐναργῶς γινωσκομένοις

<pb n="509"/>

χρησαμένους, ὧν καὶ τοῦτό ἐστι, τὸ περιεχόμενον ἐν ταῖς
<lb/>κατὰ τὸν ἐγκέφαλον κοιλίαις πνεῦμα δυοῖν θάτερον ἀναγκαῖον
<lb/>εἶναι, ἤτοι τὴν οὐσίαν τῆς ψυχῆς ἢ τὸ πρῶτον
<lb/>αὐτῆς ὄργανον. ἀλλ’ εἰ πρῶτον, ὁ ἐγκέφαλος ἐν ἑαυτῷ τὴν
<lb/>οὐσίαν τῆς ψυχῆς ἔχει, ἀναγκαῖόν ἐστι, καὶ ταύτην ἔμφυτον
<lb/>εἶναι θερμασίαν, ἢ τὸ πνεῦμα, ἢ τὸ σύμπαν αὐτῆς τῆς
<lb/>κατασκευῆς εἶδος, ἢ παρ’ αὐτὴν εἴτις δύναμις ἀσώματος.
<lb/>ἀλλ’ ἀναγκαῖον τοῦτο πρῶτον, εἰς τὰς κινήσεις ὄργανον ἕν
<lb/>τι τῶν εἰρημένων ἔχειν, αὐτὴν μὲν ἀπαθῆ παντελῶς ὑπάρχουσαν,
<lb/>ἐν δὲ τοῖς θανάτοις, τῶν πρώτων αὐτῶν ὀργάνων
<lb/>πασχόντων, λυομένην. ὥστε ἐξ ἀνάγκης ἤτοι τῆς κατασκευῆς
<lb/>τοῦ ἐγκεφάλου βλαπτομένης, ἢ ὁμοῦ τοῦ κατὰ αὐτὸν
<lb/>πνεύματος, ἢ τῆς θερμασίας μόνης, ὁ θάνατός ἐστι τοῖς
<lb/>ζώοις. ἀλλ’ οὔτε τὴν κατασκευὴν ἐν τάχει βλαβῆναι δυνατὸν
<lb/>ἑτέρως ἀλλ’ ἢ διὰ τὴν τῆς θερμασίας ἀμετρίαν, ὡς
<lb/>ἐδείξαμεν, οὔτ’ αὐτὴν πολὺ μᾶλλον τὴν θερμασίαν, ἀλλ’ οὐ
<lb/>διὰ τὸ λοιπὸν ἔτι καὶ τρίτον, ἔχειν τὸ πνεῦμα δύναται

<pb n="510"/>

πρόφασιν ἑτέρας φθορᾶς ἐξαιφνιδίου παρὰ τὰς ἔμπροσθεν
<lb/>εἰρημένας, τήν τε τῆς οὐσίας ὅλης αὐτῶν κένωσιν καὶ
<lb/>τὴν τῆς θερμασίας ἀμετρίαν. <milestone unit="ed2page" n="426"/>ἀλλ’ ἐν ταῖς τῆς ἀναπνοῆς
<lb/>ἐπισχέσεσιν οὐκ ἔχομεν αἰτίας εἰρῆσθαι τὴν κένωσιν
<lb/>ὅλης τῆς οὐσίας, ὡς ἐπὶ τῶν εἰς τὰς κοιλίας τρώσεων.
<lb/>ἀπολείπεται, ὅτι διὰ θερμασίας ἀμετρίαν ἀποθνήσκομεν.
<lb/>αὕτη μὲν οὖν ἡ μεγίστη χρεία τῆς ἀναπνοῆς· δευτέρα δὲ
<lb/>θρέψις τοῦ ψυχικοῦ πνεύματος. γίνεται δὲ ἡ μὲν προτέρα
<lb/>δι’ ἀμφοτέρων τῆς ἀναπνοῆς τῶν μερῶν, εἰσπνοῆς τε καὶ ἐκπνοῆς,
<lb/>τῆς μὲν οὖν ἀναψυχούσης τε καὶ ῥιπιζούσης, τῆς
<lb/>δὲ τὸ αἰθαλῶδες ἀποχεούσης· ἡ δευτέρα δὲ διὰ τῆς εἰσπνοῆς
<lb/>μόνης. ὅτι μὲν οὖν εἰς τὴν καρδίαν ἕλκεταί τις
<lb/>ἀέρος μοῖρα κατὰ τὰς διαστολὰς αὐτῆς, ἀναπληροῦσα τὴν
<lb/>γενομένην κένωσιν, τὸ μέγεθος αὐτό γε τῆς διαστάσεως
<lb/>ἱκανὸν ἐνδείξασθαι. ὅτι δὲ καὶ εἰς τὸν ἐγκέφαλον εἰσπνεῖται,
<lb/>δι’ ἑτέρας ἐπιδέδεικται πραγματείας, ἐν ᾗ περὶ
<lb/>τῶν Ἱπποκράτους καὶ Πλάτωνος δογμάτων διαλεγόμεθα.

<pb n="511"/>

διὰ τί δὲ, τῆς καρδίας εἰς ἑαυτήν τι παρὰ τοῦ πνεύμονος
<lb/>ἑλκούσης ἀέρος ἐπιπεμπούσης τε ταῖς πλησίον ἀρτηρίαις,
<lb/>ὅμως γε ὁ ἐκπνεόμενος οὐδὲν ἐλάττων φαίνεται τοῦ κατὰ
<lb/>τὴν εἰσπνοὴν ἑλχθέντος, εἰρήσεται μὲν καὶ δι’ ἑτέρων ἐπὶ
<lb/>πλέον, ἀποχρήσει δὲ καὶ νῦν εἰπεῖν τόδε μόνον, ὡς
<lb/>ἀτμός τις ἐκπνεῖται τοὐπίπαν ἴσος τῷ πλήθει τῆς μεταληφθείσης
<lb/>μοίρας τοῦ πνεύματος εἴς τε τὴν καρδίαν καὶ
<lb/>τὰς ἀρτηρίας. αἵτινες δ’ εἰσὶ καὶ διαθέσεις τοῦ σώματος,
<lb/>ἐν αἷς ἤτοι βραχεῖ πλείων ὁ ἀτμὸς τοῦ μεταληφθέντος
<lb/>ἀέρος, ἢ ἐλάττων, ἢ ἴσος, ἐν τοῖς περὶ δυσπνοίας εἰρήσεται.
<lb/>ἀρκεῖν μέν μοι δοκεῖ ταῦτα περὶ χρείας ἀναπνοῆς. ὅσα δὲ
<lb/>ὑπὲρ αὐτῆς τισιν εἰρήσεται μοχθηρῶς, ῥᾷστα φωραθῆναι
<lb/>δύναιτ’ ἂν μὴ παρέργως ἕκαστον τῶν ἐνταυθοῖ γεγραμμένων
<lb/>ἐκλεξαμένοις.
</p></div></div></body></text></TEI>