τὰ δὲ κατὰ θώρακα καὶ πνεύμονα χωρὶς πυρετοῦ πάθη πάντα τὰ χρόνια μεγάλως ὑπὸ τῶνδε τῶν οἴνων ὀνίναται μάλισθ’ ὅσα διὰ πτυσμάτων ἐκκαθαίρεται [δέονται]· δεῖται γάρ οὐ τέμνεσθαι μόνον καὶ θερμαίνεσθαι τὰ μέλλοντα καλῶς ἀποπτυσθῆναι, ἀλλὰ καὶ μετρί·ως· ὑγραίνεσθαι· ὧς τά γε περαιτέρω τοῦ καιροῦ ξηρά καὶ γλίσχρα πτύσματα καὶ βῆχας ἐγείρει σφοδρὰς τῷ βιαίῳ τῆς διεξόδου καὶ κίνδυνον ἐπάγει ῥήξεως ἀγγείου. ταῦτ’ ἄρα καὶ οἶ παχεῖς τῶν οἴνων καὶ γλυκεῖς τῷ 1 τοὺς παχεῖς χυμοὺς O o: grossitiem L: τούς χυμούς G 6 εἰσὶ δὲ oὐ πολλοὶ G: sunt autem talia multa (-tumd) pd: sunt autem plurima guidem v: itaque aut οὑν aut <τοι>οῦ<τοι> scribendum esse videtur 9 θυραῖος G καὶ ὁ Θ. om. L 14 ἄλλως G ex ἄλλοις, quod yertit L cephalea vel emicrcmea L : κεφαλὰς . . καὶ ἡμίκρανα G 18 ὀνίνανται G 19 ἐκκαθαίρεσθαι δέονται G : purgantur (exp- v) L 25 καὶ οἱ post οἴνων iteravit G μόνιμον ἔχειν τὴν ὑγρότητα διὰ τὸ πάχος, ὅταν ἄμα λεπτύνουσι φαρμάκοις προσφέρωνται, χρηστοὶ τοῖς κατὰ θώρακα καὶ πνεύμονα πάθεσιν ὑπάρχουσιν· ἀλλ’ οὔτ’ αὐστηρᾶς οὔτε στρυφνῆς οὔθ’ ὅλως στυφούσης αὐτοῖς χρὴ μετεῖναι δυνάμεως, ἀλλ’ ἐπὶ τὸ μελιτῶδες ἐν ὀσμὴ καὶ γεύσει καὶ τῇ συμπάσῃ δυνάμει προσεληλυθέναι. τοιοῦτός ἐστιν ὁ ἀπὸ τῆς Παμφυλίας οἶνος ὁ καὶ Σκυβελίτης ὀνομαζόμενος· ἀρκεῖ γὰρ οἷον κανόνα καὶ σκοπὸν τοῦτον ἔχειν εἰς τοὺς ὁμοίους ἅπαντας· ἄριστος μὲν γάρ οὗτος τῶν ὁμογενῶν, μὴ παρόντος ἁ αὐτοῦ καὶ Θηραίῳ χρήσαιτ’ ἄν τις καὶ προτρόπῳ καὶ σιραίῳ καὶ καρυίνῳ. μέλανος δ’ οἴνου γλυκέος ἅμα καὶ αὐστηροῦ παράδειγμα τὸν ἐκ τῆς Κιλικίας οἶνον ἔχοις ἄνι’ ὂν †ὀνοβάστην ὀνομάζουσιν· ἄχρηστος δ’ οὗτος ἅπασίν ἐστι τοῖς κατὰ θώρακα καὶ πνεύμονα πάθεσιν ὑπὲρ ὦν ὁ λόγος ἐνέστηκε καὶ ἔτι μᾶλλον ὅσοι στρυφνοὶ μὲν ἐπιφανῶς εἰσι, γλυκύτητος δ’ ἢ οὐδόλως ἢ παντάπασιν ἀμυδρῶς μετέχουσιν. ἄδοξοι δ’ οἶ τοιοῦτοι πάντες εἰσὶ καὶ διά τοῦτο λανθάνουσι τοὺς πολλοὺς καίτοι πολλαχόθι γεννώμενοι τῷ μήτε τοῖς 7 παμφιλίας G 8 quod et skibellitum (kibellicum d) nominatur pd: et skinelitum nominatum v: καὶ ὁ σκυβελίτης ὀνομαζόμενος G: cf. VI 582, 16. Aretaeus p. 322, 5 s. k. (Σκυβελλίτῃ τῷ Παμφυλίῳ). Hesychiua s. v. Κέσκος (Σκυβελίτης ἀπὸ Σκυβέλων τόπου Παμφυλίας) 9 ἔχειν εἰς τοὺς δμοίους ἅπαντας G: proponendo (supp- v) adinvenire et iudicare ab eo aimilia (omnia sim. v) L (= προθέμενον προσευρίσκειν καὶ κρίνειν ἐκ τούτου τ. ὁ. ἅ. ?) 11 θυραίω G : thireo L καὶ προτρόπω G : G: protropo v: eo (eodem d) modo pd 12 σιραίῳ G : thi- vel thyrino L id est Θηρίνῳ, quod haud scio an recipiendum sit coll. VI 801, 6 et XV 632, 6 ὀνοβάστην G: anate (-te v) L: legeudum esse existimo Ἀβάτην coll. VI 800, 14. O 345, 1. Athen. I 33 b. idem nomen in Ἀναβάτης corruptum XV 645, 11, in Ἀλβάτης Χ 833, 15, in Συβάτης VI 337, 14 ἐμπόροις λυσιτελεῖν [ἐξ] αὐτοὺς ὠνεῖσθαι μήθ’ ὑπὸ τῶν κεκτημένων σπουδάζεσθαι [πιπράσκεσθαι]· φνὸν γὰρ ἅμα καὶ παχὺν οἶνον μέλανα τίς ἂν ἢ εἰς συμπόσιον παρασκευάσειεν ἢ εἰς γάμους ἢ εἰς θεῶν θυσίαν ἢ εἰς ἄλλην τιν’ εὐφροσύνην;