<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg017.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="7"><div type="textpart" subtype="chapter" n="8"><p>Ὁ δὲ πνεύμων, ὅσον ἐπὶ τῷ παρόντι λόγῳ <lb/>τοῖς ἀμελέστερον τὰ τοιαῦτα
                            σκοπουμένοις, ἴσως ἂν δόξειεν <lb/>ὧν δεῖται πάντ’ ἔχειν ἤδη δι’ ἑνὸς
                            ὀργάνου, τῆς τραχείας <lb/>
                            <milestone unit="ed2page" n="457"/>ἀρτηρίας, εἴ γε καὶ φωνεῖν δι’ αὐτοῦ,
                            καὶ ἐκφυσᾷν, <lb/>καὶ ἐκπνεῖν, καὶ εἰσπνεῖν ἱκανῶς ἐστιν. ἀλλ’ εἰ
                            προσέχοις <lb/>τὸν νοῦν, ὡς οὔτ’ αὐτὸ τὸ ὄργανον ἔχει πω χορηγίαν
                            αἵματος, <lb/>ὅθεν θρέψεται, πρὶν ζευχθῆναί τινας αὐτῷ φλέβας, <lb/>οὔθ’
                            ἡ καρδία πρὸς τῆς ἀναπνοῆς οὐδὲν ὀνίναται, πρὶν <lb/>συναφθῆναι δι’
                            ἑτέρας ἀρτηρίας πρὸς τήνδε, γνοίης ἂν, ὡς <lb/>καλῶς ἡ φύσις ἑτέρων
                            ἀγγείων γένος διττὸν ἀνέμιξέ τε καὶ <lb/>διέπλεξε ταῖς τραχείαις
                            ἀρτηρίαις, ἀλλὰ καὶ ὡς οὐκ ἐνδέχεται <lb/>μετέωρον ἀγγεῖον ἀκίνδυνον
                            μένειν σχιζόμενον, εἰ μή <lb/>τις εἰς τὴν σχίσιν αὐτοῦ τεθείη μαλακή τε
                            καὶ σπογγοειδὴς <lb/>οὐσία, καθάπερ στοιβὴ πληροῦσά γε τὸ μεταξὺ πάντων
                            τῶν <lb/>ἀγγείων κενὸν, ἔρεισμά τε καὶ ἔρυμα γινομένη τῆς κατὰ <pb n="3.537"/> τοῦτ’ ἀσθενείας· γνοίης δ’ ἂν, ὡς ὀρθῶς τε καὶ
                            προνοητικῶς <lb/>ἡ σὰρξ τοῦ πνεύμονος ἐγένετο. ταύτης μέν γε καὶ
                            <lb/>ἄλλη τίς ἐστιν οὐ σμικρὰ χρεία, περὶ ἧς ὕστερον ὀλίγον
                            <lb/>ἐροῦμεν. ἀλλ’ αἵ γε πρὸς τὴν καρδίαν τὰς τραχείας μέλλουσι
                            <lb/>συνάπτειν αἱ λεῖαι, πολλάκις μὲν ἐδείχθησαν ἤδη <lb/>λεπτὸν καὶ
                            καθαρὸν καὶ ἀτμῶδες αἷμα περιέχειν, καὶ μὴ <lb/>μόνον πνεύματος ὑπάρχειν
                            ὄργανον, μαρτυρεῖ δ’ οὐχ ἥκιστα <lb/>καὶ ὁ παρὼν αὐτῷ λόγος. εἰ γὰρ δὴ
                            κᾀκεῖναι τελέως εἰσὶν <lb/>αἵματος ἄμοιροι, καθάπερ αἱ τραχεῖαι
                            ἀρτηρίαι, (τοῦτο γὰρ <lb/>Ἐρασίστρατος ὑπολαμβάνει,) τί οὐκ εὐθὺς εἰς
                            τὴν καρδίαν <lb/>αἱ τραχεῖαι περαίνουσί; διὰ τί δὲ φλεβῶν ἀποβλαστήματα
                            <lb/>μικρὰ ταῖς μὲν τραχείαις ἐμφύεται, ταῖς λείαις δ’ οὐκ ἐμφύεται;
                            <lb/>μάτην γὰρ οὕτως ἡ μηδὲν εἰκῆ δημιουργοῦσα φύσις, <lb/>καὶ κατ’
                            αὐτὸν ἐκεῖνον, οὐ τὰς λείας μόνον ἀρτηρίας τοῦ <lb/>πνεύμονος, ἀλλὰ καὶ
                            τὰς φλέβας εἴη πεποιηκυῖα, τὰς μὲν, ὅτι <lb/>ταῖς τραχείαις ἄντικρυς ἡ
                            καρδία συνάπτεσθαι δυναμένη τῶν <lb/>λείων οὐκ ἐδεῖτο, τὰς δ’ αὖ φλέβας,
                            ὅτι καὶ τῶν ἀρτηριῶν <pb n="3.538"/> αὐτῶν τὸν χιτῶνα καὶ πάντων ἁπλῶς
                            τοῦ ζώου τῶν μορίων <lb/>ἐκ φλεβὸς καὶ ἀρτηρίας καὶ νεύρου πεπλέχθαι
                            φησὶ, <lb/>καὶ τρέφεσθαί γε πρὸς τῆς ἐν αὐτῷ φλεβὸς ἕκαστον, τῆς
                            <lb/>ἁπλῆς ἐκείνης καὶ λόγῳ θεωρητῆς, οὐδὲν τῆς μεγάλης φλεβὸς
                            <lb/>ταύτης καὶ συνθέτου δεόμενον. εἴπερ οὖν ἡ μὲν ἀριστερὰ <lb/>τῆς
                            καρδίας κοιλία πνεῦμα μόνον ἐν ἑαυτῇ περιέχει, <lb/>καθάπερ ἡ ἀρτηρία ἡ
                            τραχεῖα, καὶ διὰ τοῦτο τῶν λείων <lb/>οὐδὲν δεῖ τῷ πνεύμονι, τροφῆς δὲ
                            ἐπεισάκτου παρὰ φλεβὸς <lb/>οὐδεμία χρῄζει τῶν ἀρτηριῶν, εὔλογον ἦν ἐκ
                            μόνων τῶν <lb/>τραχειῶν τὸν πνεύμονα γεγονέναι. πρὸς γὰρ αὖ τοῖς ἄλλοις
                            <lb/>οὐδὲ τοῦτ’ ἔστιν εἰπεῖν Ἐρασιστράτῳ βοηθεῖν ἐπιχειροῦντι,
                            <lb/>διότι τῇ καρδίᾳ συναφθῆναι τὰς τραχείας ἀρτηρίας ἀδύνατον <lb/>ἦν,
                            ἐκ χόνδρου συγκειμένας. ὡς γὰρ ἀλλήλων οὕτω <lb/>διὰ μέσων τῶν ὑμενωδῶν
                            σωμάτων συνάπτονται, καὶ τῇ <lb/>καρδίᾳ δήπου δυνατὸν ἦν αὐτοῖς
                            συναφθῆναι. τί δή ποτε <lb/>γοῦν οὐχ ἕν γένος ἀρτηριῶν ἐγένετο κατὰ τὸν
                            πνεύμονα; <lb/>διὰ τί δὲ καὶ φλεβῶν αὐτῷ ἐδέησεν, Ἐρασιστράτῳ μὲν ἄπορον
                            <lb/>εἰπεῖν, ὥσπερ καὶ διὰ τί φλεβώδης μὲν ὁ χιτὼν ταῖς <pb n="3.539"/>
                            ἀρτηρίαις, ἀρτηριώδης δὲ ταῖς φλεψὶν, ἡμῖν δ’ οὐκ ἄπορον. <lb/>ἀλλὰ καὶ
                            μαρτυροῦσιν ἐναργῶς οἱ περὶ τῶν χρειῶν λογισμοὶ <lb/>ταῖς ὑπὲρ τῶν
                            ἐνεργειῶν ἀποδείξεσιν. ἐπειδὴ γὰρ αἱ μὲν <lb/>ἄλλαι πᾶσαι καθ’ ὅλον τὸ
                            ζῶον ἀρτηρίαι μετέχουσιν αἵματος, <lb/>ὥσπερ καὶ ἡ ἀριστερὰ κοιλία τῆς
                            καρδίας, αἱ τραχεῖαι <lb/>δὲ μόναι καθαραὶ τυγχάνουσιν οὖσαι, διὰ μέσων
                            τῶν λείων <lb/>συνήφθησαν τῇ καρδίᾳ, πάντως που καὶ τὰ τούτων στόματα
                            <lb/>πρὸς τῆς μηδὲν ἀλόγως ἐργαζομένης φύσεως εἰς <lb/>τοῦθ’ ἥκει
                            συμμετρίας, ὡς ἀτμῷ μὲν καὶ πνεύματι δίοδον <lb/>ἔχειν, αἵματι δὲ
                                <milestone unit="ed2page" n="458"/>καὶ ταῖς οὕτω παχείαις οὐσίαις
                            ὑπάρχειν <lb/>ἄβατον. καὶ εἴποτ’ ἄρα τὴν κατὰ φύσιν ἀπολέσειε συμμετρίαν
                            <lb/>ἀναστομωθέντα, διαδίδοταί τι ταῖς τραχείαις ἀρτηρίαις <lb/>ἐκ τῶν
                            λείων αἷμα, καὶ βῆχά τε παραχρῆμα ποιεῖ <lb/>καὶ ἀναγωγὴν αἵματος. ἀλλ’
                            ἔν γε τῷ κατὰ φύσιν ἔχειν <lb/>αὐτό τε τὸ μεταλαμβανόμενον ἐκ τῶν
                            τραχειῶν εἰς τὰς λείας <lb/>πνεῦμα παντελῶς ὀλίγον, ἥ τε σὰρξ τοῦ
                            πνεύμονος ἀερώδης <lb/>ὁρᾶται καὶ πνεύματος μεστὴ, σαφῶς εἰς πέψιν ἀέρος
                            <lb/>ἐνδεικνυμένη παρεσκευάσθαι, καθάπερ ἡ τοῦ ἥπατος εἰς <pb n="3.540"/> τὴν τῆς τροφῆς. εὔλογον γὰρ οὐκ ἀθρόον οὐδ’ ἐξαίφνης <lb/>τὸν ἔξωθεν
                            ἀέρα τοῦ κατὰ τὸ ζῶον πνεύματος γίνεσθαι <lb/>τροφὴν, ἀλλὰ κατὰ βραχὺ
                            μὲν ἀλλοιούμενον, ὥσπερ γε καὶ <lb/>τὰ σιτία, δεχόμενον δὲ τὴν οἰκείαν
                            ποιότητα τῷ συμφύτῳ <lb/>πνεύματι χρόνῳ πλείονι, καὶ ταύτης τῆς
                            ἀλλοιώσεως τὸ <lb/>πρῶτον ὄργανον ὑπάρχειν τὴν τοῦ πνεύμονος σάρκα,
                            καθάπερ <lb/>γε καὶ τῆς εἰς αἷμα μεταβολῆς ἡ σὰρξ τοῦ ἥπατος ἐδείκνυτο
                            <lb/>τὴν αἰτίαν ἔχειν. Ἐρασίστρατον δὲ κᾀνταῦθα δέον <lb/>αἰτιάσασθαι
                            ποιότητος οἰκειότητά τε καὶ ἀλλοτριότητα, <lb/>λεπτότητα καὶ παχύτητα
                            οὐκ οἶδ’ ὅπως αἰτιᾶται τοῦ πνεύματος, <lb/>οἰόμενον ἀπόλλυσθαι διὰ τοῦτο
                            τούς τ’ ἐν τοῖς <lb/>Χαρωνείοις βαράθροις καὶ τοὺς ἐν τῇ νεωστὶ
                            κεχρισμένῃ <lb/>οἰκίᾳ τιτάνῳ, καί τινος ἐξ ἀνθράκων ὀσμῆς καὶ τῶν ἄλλων
                            <lb/>τῶν τοιούτων ἀδυνατοῦντος ἐν τῷ σώματι στέγεσθαι <lb/>τοῦ πνεύματος
                            ὑπὸ λεπτότητος. ἄμεινον δ’ ἦν, ὥσπερ τῶν <lb/>βρωμάτων οἰκεία μὲν ἡ τῶν
                            ὀσπρίων τε καὶ λαχάνων καὶ <lb/>ἄρτου καὶ τῶν ἄλλων τῶν τοιούτων ἐστὶ
                            ποιότης, ἀλλοτρία <pb n="3.541"/> δ’ ἥ τε τῆς κανθαρίδος, καὶ ἡ τοῦ
                            λαγωοῦ τοῦ θαλαττίου, <lb/>καὶ ἡ τῶν ἄλλων τῶν τοιούτων, οὕτω νομίζειν
                            ἀέρος εἶναί <lb/>τινα ποιότητα, τὴν μὲν οἰκείαν τε καὶ φίλην τῷ τοῦ ζώου
                            <lb/>πνεύματι, τὴν δ’ ἀλλοτρίαν τε καὶ φθαρτικήν. εἰ γὰρ <lb/>ἅπαξ εἰς
                            ἔννοιαν ἀφίκετο τούτου, τήν τε τῶν ἀνθράκων <lb/>λιγνὺν οὐκ ἂν ἐτόλμησε
                            λέγειν λεπτοτέραν ἀέρος καθαροῦ, <lb/>σαφῶς ἅπασι φαινομένην παχυτέραν,
                            ἐζήτησέ τ’ ἂν, <lb/>οἴομαι, τὰ τῆς πέψεως αὐτοῦ παρεσκευασμένα τῇ φύσει
                            μόρια. <lb/>ἢ τοῦτο μὲν καὶ πάνυ γελοῖον, ᾧ μηδὲ περὶ τῆς τοῦ
                            <lb/>αἵματος γενέσεως εἴρηταί τι, μηδὲ περὶ τῆς τῶν ἄλλων χυμῶν,
                            <lb/>τοῦτον ἀξιοῦν εἰς τοσοῦτον φυσιολογίας ἥκειν, ὡς καὶ <lb/>τὴν τοῦ
                            πνεύματος ἀλλοίωσίν τε καὶ πέψιν ἐπίστασθαι. <lb/>περὶ <milestone unit="ed1page" n="447"/>μὲν δὴ τούτων ἑτέρωθι πρὸς αὐτὸν ἐπὶ πλέον
                            <lb/>εἴρηται. τὸ δ’ ἐκ τῶν τραχειῶν ἀρτηριῶν πνεῦμα τὸ ἔξωθεν
                            <lb/>ἑλχθὲν ἐν μὲν τῇ σαρκὶ τοῦ πνεύμονος τὴν πρώτην <lb/>ἐργασίαν
                            λαμβάνει, μετὰ ταῦτα δ’, ἐν τῇ καρδίᾳ τε καὶ <lb/>ταῖς ἀρτηρίαις καὶ
                            μάλιστα ταῖς κατὰ τὸ δικτυοειδὲς πλέγμα <lb/>τὴν δευτέραν, ἔπειτα τὴν
                            τελεωτάτην ἐν ταῖς τοῦ <pb n="3.542"/> ἐγκεφάλου κοιλίαις, ἔνθα δὴ καὶ
                            ψυχικὸν ἀκριβῶς γίγνεται. <lb/>πότερον δ’ οὖν τίς ἐστιν ἡ χρεία τοῦ
                            ψυχικοῦ τούτου πνεύματος, <lb/>καὶ πῶς, ἀγνοεῖν ἔτι τὸ ἀκριβέστατον
                            ὁμολογοῦντες <lb/>οὐσίαν ψυχῆς, ὅμως οὕτω τολμῶμεν ὀνομάζειν, οὐ νῦν ἂν
                            <lb/>εἴη λέγειν καιρός. ἀλλ’ ὑπομνήσαντας, ὡς ἡ σὰρξ τοῦ πνεύμονος
                            <lb/>ἅμα μὲν ἀναπληροῖ τὴν σχίσιν τῶν ἀγγείων, ἅμα δὲ <lb/>πέττει τὸν
                            ἔξωθεν ἀέρα, περί τε τῶν εἰς τὰς τραχείας ἀρτηρίας <lb/>ἐμφυομένων
                            φλεβῶν, ὑπὲρ ὧν ὀλίγον ἔμπροσθεν ἐλέγομεν, <lb/>εἰπόντας αὖθις, ὡς,
                            ἐπειδὴ τελέως ἠπόρουν αἵματος <lb/>αἵδ’ αἱ ἀρτηρίαι, δεόντως εἰς αὐτὰς
                            ἐκ τῶν ἔξωθεν μερῶν <lb/>ἐμπεφύκασιν αἱ φλέβες, καὶ ὡς, εἰ κᾀν ταῖς
                            λείαις ἡ φύσις ἐγίγνωσκε <lb/>μὴ περιεχόμενον αἷμα, πάντως ἄν που καὶ
                            τῆς τούτων <lb/>τροφῆς προὐνοήσατο, καὶ μέν γε καὶ ὡς ἀρτηριώδει μὲν
                            εἶναι <lb/>τῇ φλεβὶ, φλεβώδει δὲ τῇ ἀρτηρίᾳ βέλτιον ἦν, ὡς ἔμπροσθεν
                            <lb/>ἀπεδείξαμεν, ἀναμνήσαντας τὰ κεφάλαια, <milestone unit="ed2page" n="459"/>καιρὸς ἂν εἴη <lb/>μεταβαίνειν ἐπί τι τῶν ἑξῆς, ἐκεῖνο
                            μόνον ἔτι προσθέντας, <lb/>ὡς διὰ τὰ προειρημένα μέσην ἡ φύσις ἔταξε τὴν
                            τραχεῖαν <pb n="3.543"/> ἀρτηρίαν τῆς τε λείας καὶ τῆς φλεβός. ἑκατέραις
                            γὰρ αὐτῶν <lb/>ἔδει πλησιάζειν, τῇ μὲν λείᾳ, διότι τὴν χρείαν τῆς
                            <lb/>ἀναπνοῆς τῇ καρδίᾳ διὰ μέσης ἐκείνης ἡ τραχεῖα παρέχει· <lb/>τῇ δὲ
                            φλεβὶ, διότι δεῖται τρέφεσθαι παρ’ αὐτῆς. διὰ ταῦτα <lb/>μὲν οὖν ἐτάχθη
                            μέση. διὰ τί δὲ ὄπισθεν μὲν αὐτῆς ὡς <lb/>πρὸς τὴν ῥάχιν ἡ φλέψ ἐστιν,
                            ἔμπροσθεν δ’ ἡ ἀρτηρία; <lb/>ὅτι ποῤῥωτέρω προάγειν ἀπὸ τῆς καρδίας
                            ἀσθενῆ καὶ <lb/>λεπτὸν ἔχουσαν τὸν χιτῶνα τὴν ἀρτηρίαν οὐκ ἦν ἀσφαλές.
                            <lb/>εἰκότως οὖν τουτὶ μὲν τὸ ἀγγεῖον ἀνίσχον τῆς καρδίας εὐθὺς <lb/>εἰς
                            τὸν πνεύμονα κατασχίζει. θάτερον δὲ τὸ ἰσχυρότερον <lb/>ἀπάγει ποῤῥωτέρω
                            ὀπίσω τῆς ἀρτηρίας. αὕτη μὲν <lb/>καὶ ἡ τούτων αἰτία. καιρὸς δ’ ἂν εἴη
                            τῶν ἐφεξῆς ἔχεσθαι. <lb/>ἐδείκνυτο δὴ πρός γε τὸ μὴ συστέλλεσθαι καὶ
                            διαστέλλεσθαι <lb/>ῥᾳδίως χρῆναι τὰς φλέβας ἐν ταῖς ἀναπνοαῖς ὁ χιτὼν
                            <lb/>αὐτῶν σκληρὸς γεγονέναι, καὶ πρὸς τὸ τρέφεσθαι <lb/>λεπτῷ καὶ
                            ἀτμώδει, μὴ παχεῖ καὶ θολερῷ τῷ αἵματι τὸν <lb/>πνεύμονα. τὸ δὲ μὴ
                            διαστέλλεσθαι καὶ συστέλλεσθαι πρὸς <pb n="3.544"/> δύο ταῦτα ἐδείκνυτο
                            χρήσιμον ὑπάρχειν, εἴς τε τὸ σύμπασαν <lb/>τὴν εὐρυχωρίαν τοῦ θώρακος
                            ἀνακεῖσθαι καὶ σχολάζειν <lb/>τοῖς τοῦ πνεύματος ὀργάνοις, καὶ πρὸς τὸ
                            μηκέτι παλινδρομεῖν <lb/>εἰς τὴν καρδίαν ἐξ αὐτῶν βιαίως τὸ αἷμα· τούτου
                            <lb/>γὰρ τὴν φύσιν οὐ σμικρὰν πεποιῆσθαι πρόνοιαν, ὡς κᾀκ <lb/>τῆς τῶν
                            ὑμένων ἐπιφύσεως ἐνδείκνυται. καὶ μέν γε καὶ τῶν <lb/>ἀρτηριῶν ὁ χιτὼν
                            ἀπεδείχθη λεπτὸς γεγονέναι πρὸς τὸ τρέφεσθαι <lb/>τὸν πνεύμονα πλείστῳ
                            τῷ παρ’ αὐτῶν αἵματι καθαρῷ <lb/>καὶ λεπτῷ καὶ ἀτμώδει τὴν φύσιν
                            ὑπάρχοντι, καὶ <lb/>πρὸς τὸ ῥᾳδίως ἑλκούσῃ τῇ καρδίᾳ μεθιέναι τὸ πνεῦμα.
                            <lb/>τούτων οὖν ὅτῳ μέλει τὰς ἀποδείξεις ἐπίστασθαι, τὸν πρὸ <lb/>τούτου
                            λόγον ἐπιμελῶς ἀναγιγνωσκέτω. </p></div></div></div></body></text></TEI>