<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg017.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="7"><div type="textpart" subtype="chapter" n="21"><p>Ὅσα δ’ οὐκ ἐνεργεῖ μὲν αὐτὰ τῶν τοῦ <lb/>θώρακος μορίων, ὑπηρετεῖ δὲ τοῖς
                            ἐνεργοῦσιν, ἑξῆς δίειμι. <lb/>τῶν φρενῶν ἡ μὲν ἴδιος οὐσία μῦς ἐστιν,
                            ἀμφιέσματα δὲ <pb n="3.597"/> αὐτῷ γεγένηται δύο, κάτω μὲν ἡ κορυφὴ τοῦ
                            περιτοναίου <lb/>χιτῶνος, ἄνωθεν δὲ ἡ βάσις τοῦ τὰς πλευρὰς ὑπεζωκότος.
                            <lb/>ὑποτέτακται γὰρ οὗτος ἅπαντι τῷ κύτει τοῦ θώρακος ἔνδον, <lb/>ἐν
                            οἷς μὲν χωρίοις ὑπαλείφει τὰ τῶν πλευρῶν ὀστᾶ, καθάπερ <lb/>τι πρόβλημα
                            τῷ πνεύμονι παρεσκευασμένος ὑπὲρ <lb/>τοῦ μὴ προσπίπτειν αὐτὸν ἐν τῇ
                            κατὰ τὴν ἀναπνοὴν ἐνεργείᾳ <lb/>γυμνοῖς ὀστοῖς, ἔνθα δ’ ἐστὶ τὰ
                            καλούμενα μεσοπλεύρια, <lb/>τῶν τε μυῶν ἕνεκα τῶν τῇδε καὶ τῶν ἀγγείων
                            <lb/>γεγενημένος ἀμφίεσμα μὲν τοῖς μυσὶν, οἷόν περ ταῖς φρεσὶν,
                            <lb/>ὄχημα δέ τι καὶ οἷον στήριγμα τοῖς ἀγγείοις. ἡ δὲ <lb/>τοῦ
                            διαφράγματος λοξότης ἔμπροσθεν μὲν ἐδείκνυτο κατὰ <lb/>τήνδε τὴν
                            πραγματείαν ἀποκρίσει τῶν ξηρῶν περιττωμάτων <lb/>συντελεῖν· ἐν δὲ τοῖς
                            περὶ τῆς ἀναπνοῆς, ὅτι καὶ ταύτην <lb/>ὠφελεῖ τὰ μέγιστα, δεδήλωται. διὰ
                            τί δὲ οὐκ ἐξ ἄκρων <lb/>τῶν νόθων πλευρῶν ἐκπεφύκασιν αἱ φρένες, ἀλλ’
                            ὑπερκύπτει <lb/>τις αὐτῶν μοῖρα πρὸς ὑποχόνδριον, οἷον χάραξ, ἢ
                            <lb/>χάρακι προσεικάσαντες αὐτὴν, εἰρήκαμεν ἤδη καὶ τὴν χρείαν. <pb n="3.598"/> φρουρεῖ γὰρ οὗτος ὁ χάραξ αὐτάς τε τὰς φρένας καὶ τὸ
                            <lb/>ἧπαρ, ἤδη δὲ καὶ τῶν ἄλλων πολλὰ τῶν ἐνταῦθα. διὰ τί <lb/>δὲ
                            χόνδρος ταῖς νόθαις πλευραῖς δαψιλὴς ἐφ’ ἑκάστῳ πέρατι <lb/>περικέχυται;
                            ἢ καὶ τοῦτο δυσπαθείας ἕνεκα ταῖς τε <lb/>πλευραῖς αὐταῖς πρώταις
                            μάλιστα, καὶ δι’ αὐτῶν τοῖς ὑποκειμένοις; <lb/>ἥκιστα γὰρ ἀποθραύεταί τε
                            καὶ κατάγνυται <lb/>θλώμενος ὁ χόνδρος, ὥστ’ ἄμεινον ἦν τὰ προπετέστερα
                            <lb/>μέρη τῶν ὀστῶν ἐκ τῆς τοιαύτης οὐσίας γενέσθαι. διὰ <lb/>τοῦτ’ οὖν
                            καὶ τῷ στέρνῳ κατὰ τὸ πέρας ὁ καλούμενος ξιφοειδὴς <lb/>ἐπιπέφυκε
                            χόνδρος. οὗτος μέν γε σαφές ἐστι πρόβλημα <lb/>τοῦ τε τῆς γαστρὸς
                            στόματος καὶ τοῦ ταύτῃ μέρους <lb/>τῶν φρενῶν, ἤδη δὲ καὶ τῆς καρδίας.
                            διὰ τί δὲ αἱ <lb/>μὲν ἑπτὰ τῶν πλευρῶν πρὸς τὸ στέρνον, αἱ δὲ πέντε πρὸς
                            <lb/>τὸ διάφραγμα τελευτῶσιν, αἱ σύμπασαι δὲ δεκαδύο γεγόνασι,
                            <lb/>τηνικαῦτα ἐροῦμεν, ὅταν ὑπὲρ τῶν κατὰ τὸ μετάφρενον <lb/>σπονδύλων
                            ὁ λόγος ᾖ. τὸ μέντοι στέρνον αὐτὸ <lb/>διὰ τί μὲν ἐκ πολλῶν ὀστῶν
                            ἐγένετο, τοῦ περὶ τῆς ἄκρας <lb/>χειρὸς ἀναμνήσθητι λόγου, ἐν ἀρχῇ τοῦ
                            δευτέρου τῶνδε <pb n="3.599"/> τῶν ὑπομνημάτων γεγραμμένου. διὰ τί δ’ ἐξ
                            ἑπτὰ, τὸ <lb/>πλῆθος τῶν συναρθρουμένων πλευρῶν αἴτιον· ἓν γὰρ
                            <lb/>ὀστοῦν ἐστι τοῦ στέρνου καθ’ ἑκάστην αὐτῶν. τί δ’ οὐ <lb/>καὶ τοῦτο
                            θαυμαστὸν ἔργον ἐν τοῖς μάλιστα τῆς φύσεώς <lb/>ἐστι, τὸ μήτε ὀστέϊνον
                            ὅλον ἐργάσασθαι τὸν θώρακα, <lb/>μήτε σαρκοειδῆ, θεῖναι δ’ ἐναλλὰξ
                            ὀστοῦν μυΐ; καίτοι τὸ <lb/>μὲν ἐπιγάστριον ὅλον ἐκ μυῶν, τὸ δὲ κρανίον
                            ὀστέϊνον <lb/>ἐγένετο. καὶ χρὴ καὶ τοῦτο. μὴ παρέργως σκοπεῖν, ὅτι,
                            <lb/>τριῶν ἀρχῶν οὐσῶν τῶν διοικουσῶν τὸ ζῶον, ὀστοῦν μὲν <lb/>ἀκίνητον
                            ἄνευ μυῶν τῇ πρώτῃ περιέβαλε, μόνους δὲ μῦς <lb/>τῇ τρίτῃ, τῇ μέσῃ δ’
                            ἀμφοῖν ἑκάτερον. τῷ μὲν γὰρ ἐγκεφάλῳ <lb/>μυῶν οὐδὲν δεῖ πρὸς οὐδέν·
                            αὐτὸς γὰρ ἀρχὴ κινήσεως <lb/>τῆς κατὰ προαίρεσιν ἐν <milestone unit="ed2page" n="477"/>ἅπασι τοῖς ζώοις ἐστὶ <lb/>τοῖς ἄλλοις, ὥστ’
                            ἀκίνητον οἷον τεῖχος αὐτῷ τὸ κρανίον <lb/>εὐλόγως περιβέβληται. τοῖς δὲ
                            κατὰ τὸ ἧπαρ καὶ τὴν γαστέρα <lb/>τοιοῦτος εἴπερ τις περίβολος ἐν κύκλῳ
                            ἐγένετο, <lb/>ποῦ μὲν ἂν ὑπεδέχετο τά τε σιτία καὶ τὰ ποτά; <pb n="600"/> ποῦ δ’ ἂν ὁ τῶν κυουμένων ὄγκος ἀπέκειτο; ποῦ δ’ ἂν <lb/>ἐξεκρίνετο
                            τὰ περιττώματα, μηδενὸς ἐφεστῶτος αὐτοῖς μυός; <lb/>ἐπὶ δὲ τοῦ θώρακος,
                            εἰ μὲν ἐξ ὀστῶν μόνων ἐγεγένητο, <lb/>τὴν κίνησιν ἂν ἀπώλλυε τελέως, εἰ
                            δ’ ἐκ μυῶν αὖ μόνων, <lb/>ἐνέπιπτον οὗτοι τῷ πνεύμονι καὶ τῇ καρδίᾳ,
                            μηδενὸς αὐτοὺς <lb/>ὀχοῦντος. ἵν’ οὖν ἅμα μὲν εὐρυχωρία γένηταί τις
                            ἐντὸς, <lb/>ἅμα δὲ καὶ κινῆται τὸ πᾶν ὄργανον, οἱ μύες τοῖς <lb/>ὀστοῖς
                            ἐναλλὰξ κατετέθησαν. εὐθὺς δὲ τοῦτο καὶ πρὸς <lb/>ἀσφάλειαν οὐ μικρὸν
                            διήνεγκε τῇ τε καρδίᾳ καὶ τῷ <lb/>πνεύμονι· μᾶλλον γὰρ φρουρεῖται νῦν, ἢ
                            εἰ μύες ἐγένοντο <lb/>μόνοι. τὸ δὲ μηδ’ ἀργὸν ἕκαστον γενέσθαι τῶν
                            ὀστῶν, <lb/>ἀλλ’ ἑκατέρωθεν ἄρθρον ἔχειν, ἵνα δι’ αὐτῶν ὁ πᾶς θώραξ
                            <lb/>κινῆται, πῶς οὐ πρόμηθες; ἀλλ’ ἴσως ἐρεῖ τις· Τὶ οὖν <lb/>χεῖρον ἦν
                            οὕτως ἔχειν καὶ τὰ κατὰ τὴν γαστέρα; θώρακος <lb/>γὰρ αὐτῇ περιτεθέντος,
                            οἷός περ καὶ τῇ καρδίᾳ περιβέβληται, <lb/>τῷ τε διαστέλλεσθαι καὶ τῷ
                            συστέλλεσθαι πάντως <lb/>ἂν ὁμοίως ἐφυλάττετο, καὶ πλείων ἀσφάλεια
                            προσεγίνετο. <pb n="3.601"/> τὸν δὴ τοιαῦτα ἀποροῦντα διδακτέον, ὡς οὐχ
                            οἷόν τ’ ἦν <lb/>ἐπὶ πλεῖστον διαστέλλεσθαί τε καὶ συστέλλεσθαι τὰ κατ’
                            <lb/>αὐτὸν, ἔξωθεν αὐτοῖς περιτεθέντων ὀστῶν. εἰ δὲ τοῦτο, <lb/>πρῶτον
                            μὲν οὐδὲ κύειν οἷόν τ’ ἦν τοῖς θήλεσιν· <lb/>ἔπειτα δὲ οὐδ’ εἰς κόρον
                            ἅπαξ ἐσθίειν, ἀλλὰ συνεχῶς <lb/>δεῖσθαι τῆς ἐδωδῆς, ὥσπερ καὶ τῆς
                            ἀναπνοῆς. ταύτης <lb/>μὲν οὖν οὕτω χρῄζειν οὐδὲν ἄτοπον ἐν ἀέρι
                            διαιτωμένῳ <lb/>ζώῳ· σιτίων δ’ εἴπερ ὁμοίως ἐδεόμεθα, δεινῶς ἀφιλόσοφός
                            <lb/>τε καὶ ἄμουσος ἦν ἡμῶν ἡ ζωὴ καὶ τῶν καλλίστων <lb/>ἄσχολος. πρὸς
                            γὰρ αὖ τοῖς ἄλλοις οὐδὲ παραμένειν <lb/>εἰς μακρὸν ἡ ἐκ τῆς ἀναπνοῆς
                            ὠφέλεια φύσιν ἔχει· <lb/>σιτίων δὲ καὶ πόματος εἰσάπαξ ἐμπλησθέντες,
                            ὅλης <lb/>ἡμέρας καὶ νυκτὸς ἀλύπως διαρκοῦμεν, ὥστε καὶ κατὰ <lb/>τοῦτο
                            θαυμάζειν ἄξιον τὴν φύσιν. ἀρκεῖν μοι δοκεῖ <lb/>ταῦτα κατὰ τὸ παρὸν εἰς
                            ἐξήγησιν τῶν τοῦ θώρακος <lb/>μορίων. εἰ γὰρ καὶ παραλέλειπταί τι
                            σμικρὸν, ἐκ <lb/>τῶν εἰρημένων εὑρίσκεται ῥᾷστα, εἰ μόνον ἀναλέξαιτό <pb n="3.602"/> τις ἀκριβῶς τὴν περὶ τῆς <milestone unit="ed1page" n="450"/>ἀναπνοῆς <lb/>πραγματείαν. </p></div></div></div></body></text></TEI>