<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg017.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="7"><div type="textpart" subtype="chapter" n="16"><p>Οὐκέτ’ οὖν οἶμαί σε θαυμάσειν, οὐδὲ <pb n="3.586"/> ζητήσειν, οἷα δὴ
                            θαυμάζουσί τε καὶ ζητοῦσιν οἱ πρὸ ἐμοῦ <lb/>πάντες ἰατροί τε καὶ
                            φιλόσοφοι, τοῦτο μὲν ὅπως ἐν τῷ <lb/>πίνειν τὸ ὑγρὸν οὐκ εἰς τὴν
                            τραχεῖαν ἀρτηρίαν, ἀλλ’ εἰς <lb/>τὸν στόμαχον ἐμπίπτει, τοῦτο δὲ τῶν
                            κατὰ τὴν ῥίζαν τῆς <lb/>γλώττης μυῶν τὴν κίνησιν αἰτιωμένων, οἰομένων τε
                            διὰ τούτους <lb/>ἀνατρέχειν τὸν λάρυγγα πρὸς τὴν ἐπιγλωττίδα. κλειομένου
                            <lb/>γὰρ ἀκριβῶς οὕτω τοῦ λάρυγγος, ὡς μηδὲ τὸ βιαίως <lb/>ἐκθλιβόμενον
                            ὑπὸ τοῦ θώρακος πνεῦμα διοίγειν αὐτὸν, οὐκ <lb/>ἐχρῆν ζητεῖν ἑτέραν
                            αἰτίαν τοῦ μὴ φέρεσθαι τὸ ποτὸν εἰς <lb/>τὸν πνεύμονα. κάλλιον δ’ ἦν
                            αὐτοὺς ἑωρακότας τοῦ λάρυγγος <lb/>τὸ στόμιον ἀναγκαίαν ἔχον κοιλότητα
                            διὰ τὴν τῆς <lb/>ἐπιγλωττίδος ἰδέαν τε καὶ χρείαν, ὡς ἐν τοῖς περὶ τῆς
                            φωνῆς <lb/>ἐπεδείξαμεν, ἐννοῆσαι κατὰ ταὐτὸν τήν τε τροφὴν καὶ <lb/>τὸ
                            πόμα σωρευθησόμενα παρὰ τὸν τῆς καταπόσεως καιρὸν, <lb/>ὥσθ’ ἑξῆς
                            ἀνοιχθέντος τοῦ λάρυγγος ἐν τῷ καιρῷ τῆς <lb/>εἰσπνοῆς εὐθὺς ἂν
                            ἐνέπιπτεν τῷ πόρῳ τοῦ πνεύματος οὐ <lb/>τὸ ποτὸν μόνον, ἀλλὰ καὶ τὰ
                            σιτία. καὶ διὰ τοῦτο τὴν <pb n="3.587"/> ἐπιγλωττίδα προμηθῶς ἡ φύσις
                            οἷον ἐπίθημά τι προὔθηκε <lb/>τοῦ κατὰ τὸν λάρυγγα στόματος, ἑστηκυῖαν
                            μὲν ὀρθὴν ἐν <lb/>τῷ πρόσθεν ἅπαντι χρόνῳ, καθ’ ὃν ἀναπνεῖ τὰ ζῶα,
                            καταπίπτουσαν <lb/>δ’ ἐπὶ τὸν λάρυγγα καταπινόντων ὁτιοῦν. αὐτὸ <lb/>γὰρ
                            τὸ καταπινόμενον, ἅτε πρῶτον μὲν ἐπιπίπτον αὐτῆς τῇ <lb/>ῥίζῃ, μετὰ
                            ταῦτα δὲ κατὰ τοῦ νώτου φερόμενον, ἀναγκάζει <lb/>κατακλίνεσθαί τε καὶ
                            καταπίπτειν αὐτὴν, ὡς ἂν τῇ μὲν οὐσίᾳ <lb/>χόνδρον οὖσαν, λεπτὴν δὲ
                            ἱκανῶς ὑπάρχουσαν. εἰ δ’ <lb/>ἀκριβῶς κατασκέψαιο τὴν κατασκευὴν ἅπασαν
                            τῆς ἐπιγλωττίδος, <lb/>οἶδ’ ὅτι θαυμαστῶς ἔχειν σοι δόξει. περιφερὴς γὰρ
                            <lb/>οὖσα καὶ χονδρώδης, καὶ τὸ μέγεθος ὀλίγῳ μείζων τοῦ κατὰ <lb/>τὸν
                            λάρυγγα στόματος, εἰς τὰ πρὸς τὸν στόμαχον ἔστραπται <lb/>μέρη τῷ τρίτῳ
                            χόνδρῳ θέσιν ἀντίστροφον ἔχουσα τῷ ἀρυταινοειδεῖ. <lb/>
                            <milestone unit="ed2page" n="473"/>δῆλον δὲ, ὡς οὐκ ἂν οὕτω θέσεως
                            εἶχεν, <lb/>εἰ μὴ τῆς καταντικρὺ χώρας ἐξεφύετο. καὶ μέν γε καὶ εἰ
                            <lb/>μὴ χονδρώδης ἦν, οὔτ’ ἂν ἀνέῳκτο <milestone unit="ed1page" n="448"/>παρὰ τὸν τῆς <lb/>ἀναπνοῆς καιρὸν, οὔθ’ ὑπὸ τῶν σιτίων ἀνετρέπετο· τὰ
                            μὲν <lb/>γὰρ μαλακώτερα τοῦ δέοντος καταπέπτωκεν ἀεὶ, τὰ δὲ σκληρότερα
                                <pb n="3.588"/> δυσανάστρεπτα μένει. χρὴ δ’ οὐδέτερον ἔχειν αὐτὴν,
                            <lb/>ἀλλ’ ὀρθὴν μὲν εἰσπνεόντων εἶναι, καταπινόντων δὲ
                            <lb/>ἀνατρέπεσθαι. καὶ μὴν εἰ ταῦτα μὲν εἶχεν, ἔλαττον δ’ ἦν <lb/>τοῦ
                            κατὰ τὸν λάρυγγα πόρου, πλέον οὐδὲν ἐγίνετ’ ἂν ἐκ <lb/>τοῦ καταπίπτειν
                            αὐτὴν, ὥσπερ οὐδ’ εἰ πολὺ μεῖζον, ἐπέφραττε <lb/>γὰρ ἂν οὕτω γε καὶ τὸν
                            στόμαχον. ὃν δὲ τρόπον <lb/>ὑπὸ τῶν σιτίων ἡ ἐπιγλωττὶς εἰς τὸν τοῦ
                            λάρυγγος ἀνακλίνεται <lb/>πόρον, οὕτως ὑπὸ τῶν ἐμουμένων ὁ ἀρυταινοειδὴς
                            <lb/>χόνδρος. ἔστραπται γὰρ κᾀκεῖνος εἰς τὴν εὐρυχωρίαν τοῦ
                            <lb/>λάρυγγος, ὥσθ’ ἡ ῥύμη τῶν ἀναφερομένων ἐκ τοῦ στομάχου <lb/>τοῖς
                            κατὰ τὸ νῶτον αὐτοῦ προσπίπτουσα ῥᾳδίως εἰς τὴν <lb/>εἴκουσαν ἀνατρέπει
                            χώραν ὅλον τὸν χόνδρον. </p></div></div></div></body></text></TEI>