<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg017.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="7"><div type="textpart" subtype="chapter" n="15"><p>Καιρὸς οὖν ἤδη λέγειν τὴν θαυμαστὴν ταύτην <lb/>τῶν νεύρων τοῦ λάρυγγος,
                            εἴτε τροχηλίαν, εἴτε νύσσαν, <pb n="3.582"/> εἴτε καμπτῆρα χρὴ καλεῖν.
                            οὐ γὰρ ὀνομάτων κάλλος θηρᾶσθαι <lb/>πρόκειται νῦν, οὐδὲ τρίβειν τὸν
                            χρόνον περὶ μικρὰ <lb/>καὶ φαῦλα, τοσοῦτόν τε καὶ τοιοῦτον κάλλος ἐν
                            τοῖς τῆς <lb/>φύσεως ἔργοις ἐξευρίσκοντας. εἰσὶ μὲν δήπου κατὰ τὸ χωρίον
                            <lb/>τοῦτο φλέβες καὶ ἀρτηρίαι μεγάλαι πρὸς τὸν τράχηλον <lb/>ἀπὸ τῆς
                            καρδίας ἀναφερόμεναι, τινὲς μὲν εὐθεῖαν ἔχουσαι <lb/>τὴν θέσιν, ἔνιαι δὲ
                            λοξὴν, οὐδεμία δὲ ἐγκαρσίαν, ὁποίας <lb/>ἔδει τοῖς νεύροις τῆς καμπῆς.
                            περὶ μὲν γὰρ τὴν ὀρθίαν <lb/>οὐδὲ γένοιτό ποτε καμπὴ τοῖς ἄνωθεν κάτω
                            φερομένοις, ὡς <lb/>ἂν ἐξ ἐναντίας ἀπαντῶσι· περὶ δὲ τὴν λοξὴν ἑλιχθῆναι
                            μέν <lb/>τινα δύναται μετρίως, ἀλλ’ εὐαποκύλιστόν τε καὶ ἀστήρικτον
                            <lb/>ἔσται, καὶ μάλισθ’ ὅτε λοξὸν ἀφίσταται μὲν πολὺ τῆς <lb/>ἐγκαρσίας
                            θέσεως, ἐγγὺς δ’ ἥκει τῆς ὀρθίας. ἐγὼ μὲν οὐδ’ <lb/>ἐπαινεῖν ἔτι κατὰ
                            τὴν ἀξίαν τοῦ δημιουργήσαντος τὰ ζῶα <lb/>τήν τε σοφίαν καὶ τὴν δύναμιν
                            ἱκανὸς εἶναι νομίζω. μείζονα <lb/>γὰρ οὐκ ἐπαίνων μόνον, ἀλλὰ καὶ ὕμνων
                            τὰ τοιαῦτα <pb n="3.583"/> τῶν ἔργων ἐστὶν, ὅσα πρὶν θεάσασθαι μὲν
                            ἀδύνατα γενέσθαι <lb/>πεπείσμεθα, θεασάμενοι δ’ ἔγνωμεν οὐκ ὀρθῶς
                            <lb/>ὑπειληφότες, καὶ μάλισθ’ ὅταν ἄνευ πολλῆς σκευωρίας ὁ
                            <lb/>δημιουργὸς αὐτῶν ἑνὶ προσχρησάμενος ὀργάνῳ μικρῷ παντοίως
                            <lb/>ἄμεμπτόν τε καὶ τέλειον ἀποφῄνῃ τὸ ἔργον· οἷόν τι <lb/>καὶ κατὰ τὴν
                            καμπὴν τῶν νεύρων τούτων ἰδεῖν ἔστι. τὸ <lb/>μὲν γὰρ ἀριστερὸν οὐκ
                            ὤκνησεν ἡ φύσις παραγαγοῦσα μέχρι <lb/>πλείστων περὶ τὴν μεγίστην
                            ἀρτηρίαν ἑλίξαι κατ’ ἐκεῖνο <lb/>μάλιστα τὸ μέρος, ἵνα πρῶτον ἐκφύσασα
                            τῆς καρδίας ἐπὶ <lb/>τὴν ῥάχιν κατακάμπτεται. πάντα γοῦν ἔμελλεν ἕξειν,
                            ὧν <lb/>ἐδεῖτο, καὶ θέσιν ἐγκαρσίαν; καὶ καμπὴν λείαν τε καὶ κυκλοτερῆ,
                            <lb/>καὶ τὴν νύσσαν αὐτὴν ἰσχυροτάτην τε καὶ ἀσφαλεστάτην. <lb/>τὸ
                            δεξιὸν δὲ, οὐδεμίαν ἔχον ἐν τῷ καθ’ ἑαυτὸ <lb/>μέρει τοῦ θώρακος ὁμοίαν
                            ἐπίβασιν, ἠναγκάσθη μὲν ἑλίξαι <lb/>περὶ τὴν κατὰ τοῦτο τὸ μέρος
                            ἀρτηρίαν, λοξὴν ἀπὸ τῆς <lb/>καρδίας ἐπὶ τὴν δεξιὰν μασχάλην
                            ἀναφερομένην· ὅσον δὲ <lb/>ἦν χεῖρον, ἡ καμπὴ τῆς ἐν καρδίᾳ τοῦτ’
                            ἐπηνωρθώσατο <pb n="3.584"/> πλήθει τε τῶν ἑκατέρωθεν ἀποφύσεων τοῦ
                            νεύρου καὶ <lb/>ῥώμῃ συνδέσμων. ὅσα γὰρ εἰς τὰ δεξιὰ μέρη τοῦ θώρακος
                            <lb/>ἀποφύειν ἔμελλε νεῦρα, κατ’ ἐκεῖνο μάλιστα τὸ χωρίον <lb/>ἀπέφυσέ
                            τε ἅμα καὶ τοῖς δεχομένοις ὀργάνοις ἐνέφυσεν οἷον <lb/>ἐνριζοῦσα τὸ
                            νεῦρον ὡς εἰς γῆν τὰ μόρια. μέσον τε οὖν <lb/>ἁπασῶν τῶν ῥιζῶν ἐκεῖνο
                            ἔταξε τὸ τοῦ λάρυγγος νεῦρον, <lb/>ὅπως ἑκατέρωθεν ὑπ’ αὐτῶν φρουροῖτο,
                            καὶ συνδέσμους ὑμενώδεις <lb/>τῇ ἀρτηρίᾳ καὶ τοῖς παρακειμένοις σώμασι
                            συνῆψεν, <lb/>ἵν’ ὡς οἷόν τε διοριζόμενον ὑπ’ αὐτῶν πάντων ἀσφαλῆ τὴν
                            <lb/>περὶ τῆς ἀρτηρίας ποιήσηται <milestone unit="ed2page" n="472"/>καμπὴν, οἷον περὶ κύκλον <lb/>τινὰ τροχηλίας ἑλιχθὲν, ἀνατεινομένοις
                            τε ὡς τὸ <lb/>πολὺ τοῖς νεύροις τούτοις αὐτίκα μετὰ τὴν καμπὴν οἷον
                            <lb/>χεῖρά τινα τὸ μέγα νεῦρον ὀρέξαν ἀπόφυσιν αὑτοῦ δι’ ἐκείνης
                            <lb/>ἀνέλκει τε καὶ μετεωρίζει. ἐντεῦθεν δ’ ἄμφω φέρεσθαι <lb/>ἄνω πρὸς
                            τὴν κεφαλὴν τῆς τραχείας ἀρτηρίας, τὴν αὐτὴν <lb/>μὲν ὁδὸν ἰόντα τῇ
                            πρόσθεν, οὐδενὶ δ’ οὐκ ἔτι μεταδιδόντα <lb/>μυῒ μόγις οὐδὲ σμικρότατα
                            ἑαυτῶν, ὅτι μηδ’ ἐδεῖτο μηδεμίαν <pb n="3.585"/> ἄλλην ἀρχὴν κινήσεως ἐκ
                            τῶν κάτω μερῶν λαμβάνειν, <lb/>ἀλλ’ ἀκριβῶς καὶ δικαίως ἑκάτερον αὐτῶν
                            εἰς τοὺς καθ’ <lb/>ἑαυτὸ διέσπαρται τοῦ λάρυγγος μῦς, τὸ μὲν ἐν τοῖς
                            δεξιοῖς <lb/>ἑαυτοῦ μέρεσι, τὸ δὲ ἐν τοῖς ἀριστεροῖς εἰς τοὺς ὑπολοίπους
                            <lb/>τρεῖς, ἄμφω δὲ εἰς τοὺς ἓξ, ὑφ’ ὧν ἀνοίγνυσθαί τε καὶ
                            <lb/>κλείεσθαι συμβαίνει τὸν λάρυγγα. καὶ μάλιστα δὲ, ὡς ἐδείχθη,
                            <lb/>τῶν ἓξ τούτων μυῶν ἰσχυροτάτην ἐνέργειαν οἱ δύο μύες <lb/>ἔχουσιν
                            οἱ κλείοντες αὐτὴν, ὡς μήτ’ ἐν ταῖς καταλήψεσι <lb/>τοῦ πνεύματος ὑπὸ
                            τοσούτων τε καὶ τηλικούτων μυῶν νικᾶσθαι, <lb/>τῶν συστελλομένων τὸν
                            θώρακα, καὶ διὰ τοῦτο <lb/>καὶ τῶν νεύρων τὸ πλεῖστον εἰς αὐτοὺς
                            διασπείρεται. καὶ <lb/>τοῖς πέρασιν αὐτῶν εἰς ταὐτὸν ἥκει νεῦρον στερεὸν
                            ἓν, καθ’ <lb/>ἑκάτερον μῦν ἄνωθεν κάτω φερόμενον, ἐξ οὗ λαμβάνει μέν
                            <lb/>τινα μόρια καὶ τὰ περὶ τὸν λάρυγγα σώματα· τὸ δ’ ὑπόλοιπον
                            <lb/>αὐτῶν τῷ τοῦ μυὸς ἰδίῳ νεύρῳ συναπτόμενον εἰς <lb/>ἰσχὺν καὶ
                            ἀσφάλειαν αὐτῷ συντελεῖ. </p></div></div></div></body></text></TEI>