<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg017.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="7"><div type="textpart" subtype="chapter" n="14"><p>Ἀλλὰ περὶ μὲν τῆς γλώττης τοῦ λάρυγγος <lb/>ἱκανὰ καὶ ταῦτα. πάλιν δ’ ἐπὶ
                            τοὺς κινοῦντας αὐτὸν μύας <lb/>ἐπάνειμι, καὶ μάλιστ’ ἐξ αὐτῶν τοὺς
                            κλείοντας, ὅθεν περ <lb/>ὁ λόγος δεῦρο ἀπετράπετο. θαυμαστὸν γὰρ ἂν
                            εἶναι δόξειεν, <lb/>εἴ τις προσέχοι τὸν νοῦν αὐτῷ καὶ λογίσαιτο τὸ
                            μέγεθός <lb/>τε καὶ πλῆθος ὅσον ἐστὶ τῶν συστελλόντων τὸν θώρακα
                            <lb/>μυῶν· οἷς ἅπασιν ἀνθίστανται δύο μικροὶ μύες οἱ <lb/>κλείοντες τὸν
                            λάρυγγα, συνεπιλαμβανούσης αὐτοῖς, ὡς δέδεικται, <lb/>τῆς γλωττίδος.
                            ἔστιν οὖν τις κᾀνθάδε σοφία περιττὴ <lb/>τοῦ τῶν ζώων δημιουργοῦ, τοῖς
                            ἀνατομικοῖς ἀνδράσιν <lb/>ἠγνοημένη, καθάπερ καὶ τἄλλα σχεδὸν ἅπαντα τὰ
                            περὶ <pb n="3.568"/> τὴν κατασκευὴν τοῦ λάρυγγος. οἱ γάρ τοι μύες οἱ
                            κλείοντες <lb/>αὐτὸν ἄρχονται μὲν ἐκ μέσης τῆς βάσεως τοῦ θυρεοειδοῦς,
                            <lb/>ἀνατείνονται δ’ ὄρθιοι, τοσοῦτον ἐκκλίνοντες ὀπίσω <lb/>τε καὶ πρὸς
                            τὸ πλάγιον, <milestone unit="ed2page" n="467"/>ὡς ἐγγὺς ἀφικνεῖσθαι
                            <lb/>τῆς διαρθρώσεως τοῦ τρίτου χόνδρου. εὔδηλον οὖν, ὅτι <lb/>κεφαλὴ
                            μὲν αὐτῶν γίγνεται τὸ πρὸς τῷ θυρεοειδεῖ πέρας, <lb/>ἔσχατον δὲ καὶ
                            τελευταῖον, ᾧ τὸν ἀρυταινοειδῆ κινοῦσι χόνδρον. <lb/>ἅπασι δὲ δήπου τοῖς
                            μυσὶν ἤτοι γ’ εἰς αὐτὴν τὴν <lb/>κεφαλὴν ἐμφύεται νεῦρον ἀπ’ ἐγκεφάλου
                            παράγον ἢ νωτιαίου <lb/>δύναμιν αἰσθήσεώς τε καὶ κινήσεως, ἢ πάντως γε
                            <lb/>κατὰ τι τῶν ὑπὸ τὴν κεφαλὴν μερῶν, ἢ οὐκ ἐξωτέρω γε τῆς
                            <lb/>μεσότητος, εἰς δὲ τὸ πέρας οὐδέν· ἀρχὴν μὲν γὰρ ἂν οὕτως
                            <lb/>ἐργάσαιτο, καὶ οὐ πέρας αὐτό. τὰ δ’ εἰς τὴν μέσην <lb/>χώραν
                            ἐμφυόμενα τοῦ μυὸς, ὥσπερ τὰ τοῦ διαφράγματος, <lb/>ἐντεῦθεν δ’ εἰς
                            ἅπαντα διασπειρόμενα τὸν μῦν ἐπὶ τὸ <lb/>μέσον ἁπάσας ἕλκει τὰς ἶνας,
                            ἐκεῖνο τὸ μέρος αὐτοῦ κεφαλὴν <lb/>ἐργαζόμενα. καὶ μὲν δὴ καὶ τόδε μυσὶν
                            ἅπασιν ὑπάρχει <lb/>κοινὸν, ἐφ’ ἃ σπεύδουσιν αὐτῶν αἱ ἶνες, ἐπὶ ταῦτ’
                                <pb n="3.569"/> ἐκτείνεσθαι κατασχιζομένοις. εἴπερ οὖν ἅπαντα τὰ
                            λελεγμένα <lb/>συνθείης ἀκριβῶς, οἶμαί σε πεισθήσεσθαι περὶ τῶν
                            <lb/>κλειόντων τὸν λάρυγγα μυῶν, ὡς ἀναγκαῖον ἦν αὐτοῖς ἐκ <lb/>τῶν κάτω
                            μερῶν ἀφικνούμενον ἐμφῦναι τὸ νεῦρον. ἀναγκαῖον <lb/>δ’ οὐδὲν ἧττον,
                            οἶμαι, καὶ ταῖς ὑπολοίποις δύο συζυγίαις <lb/>τῶν μυῶν, ὑφ’ ὧν
                            ἀνοίγνυται τὸ τοῦ λάρυγγος στόμα, καὶ <lb/>ταύταις ἐμβάλλειν κάτωθεν τὰ
                            νεῦρα. καὶ γὰρ καὶ οὗτοι <lb/>κάτωθεν μὲν ἔχουσι τὰς ἀρχάς τε καὶ τὰς
                            κεφαλὰς ἑαυτῶν, <lb/>ἄνω δὲ τὸ πέρας, ᾧ κλείουσι τὸν ἀρυταινοειδῆ
                            χόνδρον. οἱ <lb/>μὴν ἴσων γε τὸ μέγεθος ἢ τὴν ῥώμην ἰσοσθενῶν ἐδεῖτο
                            <lb/>τοῖς τε κλείουσι τὸν λάρυγγα δύο μυσὶ καὶ τούτοις δὴ τοῖς
                            <lb/>ἀνοιγνύουσιν. ἐκεῖνοι γάρ εἰσιν οἱ πᾶσι τοῖς τοῦ θώρακος <lb/>μυσὶν
                            ἐν ταῖς τοῦ πνεύματος καταλήψεσιν ἀνθιστάμενοι. <lb/>τῶν τεττάρων δ’
                            ἑκάστου τὸ ἔργον οὐ μάτην ἔχει τὸν σκοπὸν, <lb/>ἀλλ’ εὐπείθειαν, τοῖς
                            τοῦ θώρακος μυσὶν εὐπετῆ <lb/>παρεχόντων τὴν διέξοδον τῷ βιαίως ὑπ’
                            ἐκείνων ἐκθλιβομένῳ <lb/>πνεύματι, ὃ καὶ χωρὶς τῶν μυῶν αὐτῇ τῇ ῥύμῃ τῆς
                                <pb n="3.570"/> φορᾶς ἐγχωρεῖ γενέσθαι, τοῦ τρίτου χόνδρου διὰ τὴν
                            σμικρότητα <lb/>ῥᾳδίως ἀνατρεπομένου. ὥστε καὶ διὰ τὸ βίαιον <lb/>τῆς
                            ἐνεργείας τοῖς κλείουσι τὸν λάρυγγα μυσὶν ἐκ τῶν <lb/>κάτω μερῶν
                            ἀναγκαῖον ἦν ἐπιπεμφθῆναι νεῦρα κατ’ εὐθὺ <lb/>τῆς ἑαυτῶν ἀρχῆς,
                            ἐπισπασόμενα διὰ μέσων τῶν μυῶν <lb/>τὸν ἀρυταινοειδῆ χόνδρον. εἰ μὲν
                            οὖν ἡ καρδία νεύρων ἦν <lb/>ἀρχὴ, καθάπερ ἔνιοι νομίζουσιν, οὐδὲν τῶν ἐξ
                            ἀνατομῆς <lb/>ἐγνωκότες, ἑτοίμως μὲν ἂν ἐκίνησε τοὺς εἰρημένους ἓξ μύας,
                            <lb/>ἐπιπέμψασα νεῦρα κατ’ εὐθυωρίαν, ἴσην δ’ ἂν ἡμῖν ἀπορίαν
                            <lb/>παρέσχεν ἐπὶ τῶν ἄλλων μυῶν, ὅσοι τὰς κεφαλὰς ἔχοντες <lb/>ἄνωθεν
                            ἐμφύονται τοῖς κάτω πέρασιν ἑαυτῶν εἰς ἃ κινοῦσι <lb/>μόρια. νυνὶ δ’,
                            ἐπειδὴ φαίνεται πᾶν νεῦρον ἢ ἐξ <lb/>ἐγκεφάλου πεφυκὸς, ἢ ἐκ νωτιαίου,
                            τοῖς μὲν ἄλλοις ἅπασι <lb/>μυσὶν, ὅσοι περὶ τὴν κεφαλὴν ὑπάρχουσι καὶ
                            τὸν τράχηλον, <lb/>ἡ κίνησις εὔπορος· εἰς μὲν γὰρ τοὺς ἄνωθεν κάτω
                            φερομένους <lb/>ἐξ ἐγκεφάλου φαίνεται τὸ νεῦρον ἐμφυόμενον, εἰς δὲ
                            <lb/>τοὺς λοξοὺς ἀπό τε τοῦ κατὰ τὸν τράχηλον νωτιαίου καὶ <pb n="3.571"/> τῆς ἑβδόμης συζυγίας, ἐπειδὴ καὶ αὐτὴ λοξὴν τὴν ἔκφυσιν <lb/>ἔχει.
                            λοιποὶ δ’ οἱ προειρημένοι μύες ἓξ οὐδ’ ἑτέρωθεν <lb/>ἐδύναντο δέξασθαι
                            νεῦρον· ἅτε γὰρ ὄρθιοι κατὰ τὸ τοῦ <lb/>λάρυγγος μῆκος ἐκ τῶν κάτω μερῶν
                            ἄνω φερόμενοι, λοξῶν <lb/>μὲν οὐδ’ ὅλως ἐδέοντο τῶν νεύρων, ὄρθια δ’ ἐκ
                            καρδίας <lb/>μὲν οὐκ εἶχον, ἐξ ἐγκεφάλου δ’ εἶχον, ἐναντίαν ὁδὸν ἑαυτοῖς
                            <lb/>φερόμενα. κίνδυνος οὖν οὐ σμικρὸς ἦν τοῖς εἰρημένοις <lb/>μυσὶν
                            ἁπάντων μόνοις μυῶν ἀπορῆσαι νεύρων αἴσθησίν <lb/>τε καὶ κίνησιν αὐτοῖς
                            χορηγούντων. <milestone unit="ed2page" n="468"/>ὅπως οὖν ἐπηνωρθώσατο
                            <lb/>τοῦθ’ ἡ φύσις ἐξευροῦσα σοφὴν μηχανὴν, ἐγὼ <lb/>μὲν οὐκ ἂν
                            ἐβουλόμην ἤδη μοι λέγεσθαι, πρὶν τοῖς ἀμφὶ <lb/>τὸν Ἀσκληπιάδην τε καὶ
                            τὸν Ἐπίκουρον ἐπιτρέψαι ζητῆσαι, <lb/>τίνα τρόπον ἂν, εἴπερ αὐτοὶ
                            κατέστησαν ἐν χώρᾳ τοῦ διαπλάττοντος <lb/>τὰ ζῶα, τοῖς εἰρημένοις μυσὶν
                            τῶν νεύρων μετέδοσαν. <lb/>εἴωθα γὰρ οὕτω ποιεῖν ἐνίοτε, καὶ συγχωρεῖν
                            αὐτοῖς <lb/>εἰς τὴν σκέψιν οὐχ ἡμερῶν μόνον, ἀλλὰ καὶ μηνῶν <lb/>ὁπόσων
                            ἂν αὐτοὶ βουληθῶσιν ἀριθμόν. ἐπεὶ δ’ οὐκ ἐγχωρεῖ <lb/>πράττειν οὕτως ἐν
                            γράμμασιν, οὐδὲ τὴν ἐκείνων σοφίαν <pb n="3.572"/> παραβάλλειν τῇ τῆς
                            φύσεως ἀτεχνίᾳ, καὶ δεικνύειν, ὅπως <lb/>ἡ λοιδορουμένη πρὸς αὐτῶν ὡς
                            ἄτεχνος φύσις εἰς τοσοῦτον <lb/>εὐμηχανωτέρα φαίνεται τῆς σοφίας αὐτῶν,
                            ὥστ’ οὐδ’ ἐπινοῆσαι <lb/>δύνανται τῶν ἔργων αὐτῆς τὴν τέχνην, ἀναγκαῖον
                            <lb/>ἤδη μοι λέγειν τὰς μηχανὰς τῆς φύσεως, αἷς χρησαμένη <lb/>καὶ
                            νεύρων καὶ κινήσεων τοῖς προκειμένοις ἐν τῷ λόγῳ μυσὶν <lb/>μετέδωκεν.
                            ἵνα δ’ ᾖ σαφὴς ὁ λόγος, ἀκοῦσαι χρή σε <lb/>πρότερον ὑπὲρ τῆς καλουμένης
                            μεταληπτικῆς κινήσεως, ᾗ <lb/>πάμπολλοι χρῶνται κατὰ τὰ μηχανήματα, τῶν
                            μὲν ἀρχιτεκτόνων <lb/>οἱ μηχανικοὶ, τῶν δ’ ἰατρῶν οἱ προσαγορευθέντες
                            <lb/>ὀργανικοί· τοιαύτῃ γάρ τινι κινήσει τῶν τεχνῶν <lb/>τούτων ἡ φύσις
                            προτέρα χρησαμένη τὴν ἐνέργειαν ἐξεπορίσατο <lb/>τοῖς μυσίν· εἰκὸς μὲν
                            δή τινα καὶ γιγνώσκειν τῶν <lb/>ἀναγνωσομένων τόδε τὸ γράμμα τὸν τρόπον
                            τῆς μεταληπτικῆς <lb/>κινήσεως, καὶ διὰ τοῦτ’ ἴσως ἄχθεσθαι βραδύνοντι
                            τῷ <lb/>λόγῳ, σπεύδοντα μαθεῖν αὐτὸν ἤδη τὸ σόφισμα τῆς φύσεως, <lb/>ᾧ
                            χρησαμένη νεύρων ἐπιτηδείων εὐπόρησεν εἰς τὰ παρόντα. <lb/>ἀλλ’ οὐχ ἑνὶ
                            δήπου, καὶ δυοῖν, ἢ τρισὶν, ἢ τέτταρσιν, <pb n="3.573"/> ἢ ὅλως ἀριθμῷ
                            τινι τεταγμένῳ σαφὴς ὁ λόγος εἶναι <lb/>σπουδάζει, πάντας δ’ ἑξῆς τοὺς
                            ὁμιλήσαντας αὐτῷ διδάσκειν <lb/>ἐφίεται. διὰ τοὺς πολλοὺς οὖν
                            ἀγνοοῦντας, ὁποία τίς <lb/>ἐστιν ἡ μεταληπτικὴ κίνησις, ἀναμεῖναι χρὴ
                            βραχύ τι τοὺς <lb/>ὀλίγους καὶ συγχωρῆσαί μοι διηγήσασθαι τὴν ἰδέαν
                            αὐτῆς <lb/>ἐπὶ προχείρου τε καὶ τοῖς πλείστοις τῶν ἰατρῶν γνωρίμου
                            <lb/>μηχανήματος, τούτου δὴ τοῦ καλουμένου πρὸς αὐτῶν ὀργανικοῦ
                            <lb/>γλωττοκομείου. πρόμηκες μὲν γάρ ἐστιν, ὥσπερ καὶ <lb/>τἄλλα, χάριν
                            τοῦ δέξασθαι σκέλος ὅλον ἀνθρώπειον, οἷα <lb/>δὴ πολλάκις ἐπὶ μηροῦ καὶ
                            κνήμης καταγνυμένων εἰώθασι <lb/>δρᾷν. πρόσεστι δ’ ἐξαίρετα τῷ μηχανικῷ
                            γλωττοκομείῳ <lb/>ταυτί. κάτω μὲν ἄξων δή τις, εἰς ὃν τῶν περιβαλλομένων
                            <lb/>τῷ κώλῳ βρόχων ἐξήκει τὰ πέρατα· κατ’ αὐτὸ δὲ τὸ μηχάνημα
                            <lb/>τροχηλίαι πλείους ἔγκεινται, τῇ δεούσῃ πρὸς τὸν <lb/>καιρὸν
                            ἑκάστοτε χρήσει. παρασκευὴ μὲν αὕτη. τὸ κῶλον <lb/>δ’ ἐπιδήσαντες
                            ἀκριβῶς τῷ νόμῳ τῷ καταγματικῷ βρόχους <lb/>ἐπιβάλλουσιν ἑκατέρωθεν τοῦ
                            κατάγματος, ἕνα μὲν ἐν <pb n="3.574"/> τοῖς ἄνω μέρεσι τοῦ κώλου, τὸν δὲ
                            ἕτερον ἐν τοῖς κάτω. <lb/>μάλιστα δ’ ἐπιτήδειος εἰς ταῦτα βρόχος ὁ ἐκ
                            δυοῖν διαντέων <lb/>ἐστίν· τοῦτο γὰρ αὐτοῦ τὸ παλαιὸν ὄνομα.
                            προσαγορεύουσι <lb/>δ’ ἔνιοι λύκον αὐτὸν, ἅτε δὴ τέτταρα σκέλη τοῦ
                            <lb/>τοιούτου βρόχου λαμβάνοντος. ἄμεινον δήπου δύο μὲν ἐν <lb/>τοῖς
                            δεξιοῖς τοῦ κώλου μέρεσι, δύο δ’ ἐν τοῖς ἀριστεροῖς <lb/>ποιησάμενον, ἐκ
                            μὲν τοῦ κάτωθεν βρόχου φέρειν ἄντικρυς <lb/>ἐπὶ τὸν ἄξονα τὰ σκέλη καὶ
                            τούτῳ περιβάλλειν ἀκριβῶς, <lb/>ὡς γίγνεσθαι κάτω τὸ κατεαγὸς κῶλον, ἐκ
                            δὲ τοῦ λοιποῦ <lb/>βρόχου τοῦ ἄνω τὰ σκέλη εἰς τἀναντία τῷ ἄξονι
                            ἄγεσθαι· <lb/>χρὴ γὰρ, οἶμαι, καὶ τοῦτον εἰς τἀναντία τῷ προτέρῳ
                            διατείνειν <lb/>τὸ κῶλον. ἄγουσι μὲν ἐξ ἀνάγκης ἄνω τὰ σκέλη τοῦ
                            <lb/>βρόχου, διεκβάλλουσι δ’ ἐκτὸς, ἐπιβάλλουσι δὲ ταῖς τροχηλίαις,
                            <lb/>ἐντεῦθέν τε φέροντες κάτω περιβάλλουσι τῷ <lb/>
                            <milestone unit="ed2page" n="469"/>ἄξονι· καὶ οὕτως συμβαίνει τῶν βρόχων
                            ἀμφοτέρων τὰ <lb/>πέρατα, κοινὸν ἄξονα σχόντα, δικαίαν τοῦ κατεαγότος
                            κώλου <lb/>τὴν διάτασιν ἐργάζεσθαι· τείνεται γὰρ ὡσαύτως ἄμφω <pb n="3.575"/> καὶ χαλᾶται, ταῖς περιαγωγαῖς τοῦ ἄξονος οἰακιζόμενα.
                            τοῦ <lb/>μὲν δὴ κάτωθεν βρόχου τὰ σκέλη τὴν τάσιν ἁπλῆν ἔχει, <lb/>τοῦ
                            δ’ ἄνω διττὴν, ἅτε καὶ τῆς φορᾶς εὐθυπορούσης μὲν <lb/>τῆς κάτω, δίαυλον
                            δέ τινα καμπτούσης τῆς ἄνω. τοῦτον <lb/>δὴ τὸν δίαυλον ἡ φύσις ἁπάντων
                            πρώτη τοῖς ἄνωθεν ἐξ <lb/>ἐγκεφάλου καταφερομένοις διὰ τοῦ τραχήλου
                            νεύροις ἐτεχνήσατο, <lb/>μεταληπτικήν τινα κίνησιν ἐκπορίζουσα τοῖς
                            προειρημένοις <lb/>μυσίν. ἐχρῆν γὰρ αὐτοὺς ἤτοι γε ἐκ τοῦ κατὰ τὸν
                            <lb/>τράχηλον νωτιαίου λαβεῖν νεῦρον, ἢ ἐξ αὐτοῦ τοῦ ἐγκεφάλου.
                            <lb/>λοξῆς δ’ ἔσεσθαι μελλούσης τῆς ἐκ τραχήλου, ταύτην <lb/>μὲν
                            ἀναγκαιότατον ἦν φυγεῖν, ἐκλέξασθαι δὲ τῶν <lb/>ἄνωθεν ἀρχῶν τὴν ἀμείνω.
                            διττῆς δ’ οὔσης καὶ ταύτης, <lb/>εὐθείας μὲν ἀκριβῶς, ἣν ἕκτην νεύρων
                            ἀριθμεῖ Μαρῖνος <lb/>συζυγίαν, οὐκ εὐθείας δὲ τῆς ἑβδόμης, ἄχρηστος μὲν
                            ἦν <lb/>ἡ ἑβδόμη παντελῶς τοῖς ὀρθίοις μυσὶν, ἡ δ’ ἕκτη τῷ μὲν
                            <lb/>εὐθεῖ τῆς φορᾶς χρηστὴ, τῷ δ’ ἐξ ἐναντίων ἰέναι χωρίων <lb/>οὐ
                            μόνον ἄχρηστος, ἀλλὰ καὶ βλαβερά. ταύτην γὰρ ἔχουσα <pb n="3.576"/> τὴν
                            φορὰν, εἴπερ ἐνέφυ τοῖς προκειμένοις ἐν τῷ λόγῳ μυσὶν, <lb/>ἄνω μὲν ἂν
                            εἰργάσατο τὴν κεφαλὴν αὐτῶν, κάτω δὲ τὸ πέρας, <lb/>οὗ τοὐναντίον
                            ἐδείχθη χρῆναι γενέσθαι. πρόσεχε τοίνυν <lb/>ἤδη μοι τὸν νοῦν μᾶλλον, ἢ
                            εἴ ποτε μυούμενος Ἐλευσίνια <lb/>καὶ Σαμοθρᾴκια καὶ ἄλλην τινὰ τελετὴν
                            ἁγίαν ὅλος <lb/>ἦσθα πρὸς τοῖς δρωμένοις τε καὶ λεγομένοις ὑπὸ τῶν
                            ἱεροφαντῶν, <lb/>μηδέν τι χείρω νομίσας ταύτην ἐκείνων εἶναι τὴν
                            τελετὴν, <lb/>μηδ’ ἧττον ἐνδείξασθαι δυναμένην ἢ σοφίαν ἢ πρόνοιαν ἢ
                            <lb/>δύναμιν τοῦ τῶν ζώων δημιουργοῦ, καὶ μάλισθ’ ὅτι τὴν τελετὴν
                            <lb/>ταύτην, ἣν νῦν μεταχειρίζομαι, πρῶτος ἁπάντων ἐξεῦρον. <lb/>οὐδεὶς
                            γοῦν τῶν ἀνατομικῶν οὔτε τούτων τι τῶν νεύρων ἐγίνωσκεν, <lb/>οὔτε τῶν
                            ἔμπροσθεν εἰρημένων ἐν τῇ κατασκευῇ τοῦ λάρυγγος· <lb/>ὅθεν ἔν τε ταῖς
                            ἐνεργείαις τῶν μορίων ἐσφάλησαν πάμπολυ, <lb/>καὶ τῶν χρειῶν οὐδὲ τὸ
                            δέκατον εἰρήκασι μέρος. ἐπιστρέψας <lb/>οὖν καὶ σὺ σαυτὸν, εἰ καὶ μὴ
                            πρόσθεν, ἀλλὰ νῦν γοῦν ἐπὶ τὸ <lb/>σεμνότερον, ἄξιός τε τῶν λεχθησομένων
                            ἀκροατὴς γενόμενος, <pb n="3.577"/> ἀκολούθει τῷ λόγῳ, θαυμαστὰ τῆς
                            φύσεως ἐξηγουμένῳ <lb/>μυστήρια. κατὰ τὸν ὀπίσθιον ἐγκέφαλον ἔκφυσις
                            νεύρων <lb/>ἐστὶν εὐθεῖα, δι’ ὅλου τοῦ τραχήλου κάτω φερομένη καὶ
                            <lb/>τῆς τραχείας ἀρτηρίας, ἑκατέρωθεν ἑτέρας τινὸς αὐτῇ σμικρᾶς
                            <lb/>συναπτομένης. ἀπὸ ταύτης τῆς ἐκφύσεως οἵ τ’ ἄλλοι <lb/>μύες οἱ περὶ
                            τὸν λάρυγγα πλὴν τῶν ἓξ τούτων, ὑπὲρ ὧν ὁ <lb/>λόγος ἐστὶ, καί τινες
                            ἕτεροι τῶν κατὰ τὸν τράχηλον ὄρθιοι <lb/>λαμβάνουσιν ἀπονεμήσεις, οἱ μὲν
                            μείζους, οἱ δ’ ἐλάττους. <lb/>μεγίστης δ’ οὔσης τῆς ἕκτης ταύτης
                            συζυγίας τῶν νεύρων, <lb/>εἰ καὶ ὅτι μάλιστα πολλαὶ τοῖς εἰρημένοις
                            μυσὶν ἀποφύσεις <lb/>αὐτῶν εἰσιν, ὅμως οὐ σμικρὰ μοῖρα διελθοῦσα τὸν
                            τράχηλον <lb/>ὅλον ἐμπίπτει τῷ θώρακι, καὶ πρώτην μὲν αὐτίκα <lb/>νεύρων
                            συζυγίαν ἀποφύει πρὸς αὐτὸν τὸν θώρακα, καὶ ταῖς <lb/>ῥίζαις τῶν πλευρῶν
                            παρατεταμένην, ἄλλας δ’ ἐπ’ αὐτῇ, <lb/>τὰς μὲν εἰς τὴν καρδίαν, τὰς δ’
                            εἰς τὸν πνεύμονα, τὰς <lb/>δ’ εἰς τὸν στόμαχον. εἰ δὲ καὶ τὰς εἰς τὴν
                            γαστέρα καὶ <lb/>τὸ ἧπαρ καὶ τὸν σπλῆνα καταφύσεις αὐτῶν, ἃς ποιεῖται
                            <lb/>προχωροῦντα κάτω, διέλθοιμί σοι συμπάσας, ἃς, ὥσπερ τις <pb n="578"/> φιλοδωρότατος ἀνὴρ, πᾶσι τοῖς ἐντυγχάνουσι μορίοις χαρίζεται,
                            <lb/>θαυμάζειν οἶμαί σε, πῶς οὐδὲν ἐξ αὐτῶν ἀπεβλάστησεν <lb/>εἰς τοὺς
                            ἓξ μῦς τοῦ λάρυγγος, <milestone unit="ed2page" n="470"/>καίτοι
                            παρελθόντων <lb/>γ’ αὐτῶν ἐν τῇ διὰ τοῦ τραχήλου φορᾷ καί τισι τῶν
                            <lb/>μυῶν αὐτοῦ νειμάντων τι νεῦρον. ἀλλ’ ὅτι μὲν οὐκ ἐχρῆν <lb/>ἐν τῇ
                            κάτω φορᾷ αὐτοῦ λαβεῖν αὐτοὺς τὸ νεῦρον, ἐδείχθη <lb/>πρόσθεν. ὅτι δ’
                            οὐκ ἐπελάθετο τῶν ἓξ ἐκείνων μυῶν ὁ <lb/>δημιουργὸς, ἀλλ’ ἀπὸ τῶν αὐτῶν
                            νεύρων τῶν μεγάλων τῶν <lb/>παρελθόντων αὐτοὺς μόριον ἀπονείμας
                            τοσοῦτον, ὅσον αὔταρκες <lb/>ἦν αὐτοῖς, μετέδωκε καὶ τούτοις τοῖς μυσὶν
                            αἰσθήσεώς <lb/>τε καὶ κινήσεως, ἤδη σοι δίειμι. πρόσχες δ’ ἀκριβῶς
                            <lb/>τῷ λόγῳ σχεδὸν ἄῤῥητόν τι πρᾶγμα καὶ μόλις δειχθῆναι <lb/>δυνάμενον
                            ἑρμηνεύειν ἐπιχειροῦντι. συγγνώσῃ δὲ κατά τι <lb/>καὶ τοῖς πρὸ ἡμῶν
                            ἀνατομικοῖς, εἰ χαλεπὸν οὕτως ὀφθῆναι <lb/>θέαμα διέδρα τὴν ὄψιν αὐτῶν.
                            ἐν γὰρ τῇ διὰ τοῦ θώρακος <lb/>φορᾷ τῶν νεύρων ἀποβλάστημά τι ἑκατέρου
                            γενόμενον <lb/>τὴν αὐτὴν ὁδὸν ἀνέρχεται πάλιν, ἣν κατῆλθε πρότερον, <pb n="3.579"/> οἷόν περ δίαυλόν τινα τοῦτον ἀνύον. ἀναμνήσθητι <lb/>δή
                            μοι τῆς ὀλίγον ἔμπροσθεν εἰρημένης μεταληπτικῆς κινήσεως,
                            <lb/>ἀναμνήσθητι δὲ καὶ τῶν τὸν δίαυλον θεόντων δρομέων. <lb/>ἑκατέρῳ
                            γὰρ ἔοικεν ἡ τῶν νεύρων φορὰ, μεταληπτικῇ <lb/>μὲν κινήσει, διότι, τῆς
                            αὐτῶν ἀρχῆς ἀνημμένης εἰς τὸν ἐγκέφαλον, <lb/>ὅταν ὁ λογισμὸς οἷον δι’
                            ἡνίων τινῶν ἐντεῖναι προέληται <lb/>τοὺς μῦς τοῦ λάρυγγος, ἡ ἐκ τῆς
                            ἀρχῆς κίνησις ἄνωθεν <lb/>μὲν ἥκει κάτω δι’ ὅλου τοῦ τραχήλου μέχρι
                            πολλοῦ μέρους τοῦ <lb/>θώρακος, ἐκεῖθεν δ’ αὖθις ἀναστρέφει ἄνω μέχρι
                            τοῦ λάρυγγος, <lb/>ἔνθα τοῖς εἰρημένοις μυσὶν ἐμπεφυκότων τῶν νεύρων,
                            <lb/>οἷον ὑπὸ χειρῶν τινων ἕκαστος τῶν ἓξ τούτων μυῶν <lb/>κατασπᾶται
                            κάτω. ὥσπερ οὖν ἐπὶ τοῦ μηχανήματος τοῦ <lb/>κατὰ τὸ σκέλος ἡ ἀρχὴ τῆς
                            κινήσεως ἐκ τῶν ἡμετέρων χειρῶν <lb/>περὶ τὸν ἄξονα γενομένη
                            συνεπισπᾶται τὰ σκέλη τοῦ <lb/>βρόχου μέχρι τῶν τροχηλιῶν, ἀπ’ ἐκείνων
                            δ’ αὖθις ἐπὶ τὸ <lb/>τεινόμενον μέρος τοῦ σκέλους ἡ κίνησις ἄνωθεν κάτω
                            διήκει, <lb/>κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον ἐπὶ τῶν τοῦ λάρυγγος νεύρων. <pb n="3.580"/> ὁ μὲν οἷον ἄξων, ὁ τὴν ἀρχὴν τῆς κινήσεως λαμβάνων, ἡ
                            <lb/>ἐξ ἐγκεφάλου τῶν νεύρων ἐστὶν ἔκφυσις· ἡ δ’ οἷον τροχηλία <lb/>τὸ
                            μέρος ἐκεῖνο τοῦ θώρακος, ὅθεν ὑποστρέφειν ἄρχεται <lb/>τὰ νεῦρα. διαύλῳ
                            δ’ εἰκάζων αὐτῶν τὴν φορὰν, οὐ <lb/>τροχηλίαν ἐρεῖς ἐκεῖνο τὸ μέρος,
                            ἀλλὰ τὸν καλούμενον καμπτῆρα, <lb/>περὶ ὃν οἱ θέοντες δίαυλον ἐν κύκλῳ
                            κάμπτοντες <lb/>αὖθις εἰς τοὐπίσω φέρονται τὴν αὐτὴν ὁδὸν, ἣν πρῶτον
                            <lb/>ἤνυσαν. αὕτη δέ σοι καὶ τοῦ μὴ πρότερον ὑποστρέψαι τὸ <lb/>νεῦρον ἡ
                            αἰτία, καίτοι γ’ οὕτω μακρὰν ὁδὸν δι’ ὅλου τε <lb/>τοῦ τραχήλου, καὶ
                            προσέτι τοῦ θώρακος οὐκ ὀλίγου μέρους <lb/>διερχόμενον, ὅτι μηδὲν εἶχε
                            τοιοῦτον μόριον οἷον νύσσης <lb/>τινὸς ἢ τροχηλίας αὐτῷ παρασχέσθαι
                            χρείαν. ὀχυρόν τε γὰρ <lb/>ἐχρῆν εἶναι τοῦτο καὶ λεῖον, ὡς ἑαυτῷ τε καὶ
                            τῷ νεύρῳ <lb/>παρέχειν ἀσφαλῆ τὴν ἐπίβασιν. ἦν δ’ οὐδὲν ἄλλο μεταξὺ
                            <lb/>τοιοῦτον, ὅτι μὴ τὸ τῆς κλειδὸς, ἢ τὸ τῆς πρώτης πλευρᾶς
                            <lb/>ὀστοῦν, ᾧ περιβληθέντος ὑμενώδους χιτῶνος, ἐνεχώρει <lb/>τὸ νεῦρον
                            οἷον κατὰ τροχηλίας τινὸς ἐνεχθῆναι τῆς τῶν <lb/>ὀστῶν κυρτότητος, ἀλλ’
                            ἐξέκειτ’ ἂν οὕτω γε προπετὲς ὑπὸ <pb n="3.581"/> τῷ δέρματι, βλάπτεσθαι
                            βλάβην ἅπασαν ἕτοιμον. οὐ μὴν <lb/>οὐδὲ χωρὶς καμπῆς ἀσφαλὲς ἦν ἀπὸ τοῦ
                            μεγάλου νεύρου μικρὸν <lb/>νεῦρον ἀποφύσασαν ἐπανάγειν οὕτως ἐπὶ τὸν
                            λάρυγγα· <lb/>πάντως γὰρ ἂν ἀπεῤῥάγη τοῦτο, περὶ μηδὲν ἑλιττόμενον.
                            <lb/>εἴπερ οὖν ἑλίττειν μὲν ἀναγκαῖον ἦν, οὐδὲν δ’ εἶχε τοιοῦτον,
                            <lb/>πρὶν ἐγγὺς <milestone unit="ed1page" n="447"/>τῆς καρδίας
                            ἀφικέσθαι, δεόντως οὐκ <lb/>ὤκνησε καταγαγεῖν ἐπὶ πλεῖστον τὸ νεῦρον, εἰ
                            καὶ πολλὴν <lb/>αὖθις ὁδὸν ἐπανάξειν ἔμελλεν· οὐδὲ γὰρ οὐδ’ ἐξ αὐτοῦ
                            <lb/>τούτου τὸ νεῦρον ἀῤῥωστότερον ἐγίνετο. <milestone unit="ed2page" n="471"/>τοὐναντίον <lb/>γὰρ ἅπαν ἐν μὲν ταῖς πρώταις ἐκφύσεσι
                            μαλακὰ καὶ αὐτῷ <lb/>τῷ ἐγκεφάλῳ παραπλήσια πάντ’ ἐστὶ τὰ νεῦρα,
                            προϊόντα <lb/>δ’ ἀεὶ καὶ μᾶλλον ἑαυτῶν γίνεται σκληρότερα. ῥώμην
                            τοιγαροῦν <lb/>οὐ σμικρὰν ἐκ τοῦ μήκους τῆς ὁδοιπορίας ἐκτήσατο
                            <lb/>ταυτὶ τὰ νεῦρα, τοσαύτην ὀλίγου δεῖν αὖθις ὁδὸν ἀναφερόμενα
                            <lb/>μετὰ τὴν καμπὴν, ὅσην ἐνήνεκτο πρόσθεν κάτω. </p></div></div></div></body></text></TEI>