<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg017.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="7"><div type="textpart" subtype="chapter" n="13"><p>Περὶ μὲν δὴ τῶν μυῶν τε καὶ τῶν χόνδρων <lb/>τοῦ λάρυγγος εἴρηται· περὶ
                            δὲ τῶν ἄλλων ἐφεξῆς λεγέσθω. <lb/>κατὰ τὴν ἔνδον χώραν αὐτοῦ, δι’ ἧς
                            εἴσω τε καὶ ἔξω <lb/>τὸ πνεῦμα φέρεται, τέτακταί τι σῶμα, περὶ οὗ μικρὸν
                            ἔμπροσθεν <lb/>εἶπον, οὔτε τὴν οὐσίαν, οὔτε τὸ σχῆμα παραπλήσιον
                            <lb/>ἑτέρῳ τινὶ τῶν καθ’ ὅλον τὸ ζῶον. ὑπὲρ οὗ λέλεκται <lb/>μέν μοι κᾀν
                            τοῖς περὶ φωνῆς, ἐπιδεικνύντι τὸ πρῶτόν τε <lb/>καὶ κυριώτατον ὑπάρχειν
                            αὐτὸ τῆς φωνῆς ὄργανον· εἰρήσεται <pb n="3.561"/> δὲ καὶ νῦν, ὅσον εἰς
                            τὰ παρόντα ἐστὶ χρήσιμον. ἔοικε <lb/>μὲν οὖν αὐλοῦ γλώττῃ, μάλιστα
                            κάτωθέν τε καὶ ἄνωθεν <lb/>αὐτὸ θεωμένῳ. λέγω δὲ κάτωθεν μὲν, ἵνα
                            συνάπτουσιν <lb/>ἀλλήλοις ἥ τ’ ἀρτηρία καὶ ὁ λάρυγξ· ἄνωθεν δὲ, κατὰ τὸ
                            <lb/>στόμα τὸ γενόμενον ὑπὸ τῶν ταύτῃ περάτων τοῦ τε ἀρυταινοειδοῦς
                            <lb/>χόνδρου καὶ τοῦ θυρεοειδοῦς. ἄμεινον δ’ ἦν <lb/>ἄρα μὴ τοῦτο τὸ
                            σῶμα ταῖς τῶν αὐλῶν γλώτταις εἰκάζειν, <lb/>ἀλλ’ ἐκείνας τῷδε. καὶ γὰρ
                            καὶ πρότερον, οἶμαι, τῷ χρόνῳ <lb/>καὶ σοφώτερον τοῖς ἔργοις ἡ φύσις τῆς
                            τέχνης ἐστίν. ὥστ’, <lb/>εἴπερ τουτὶ μὲν τὸ σῶμα φύσεως ἔργον ὑπάρχει,
                            τέχνης δ’ <lb/>εὕρημά ἐστι τὸ κατὰ τοὺς αὐλοὺς, ἐκεῖνο τούτου μίμημα ἂν
                            <lb/>εἴη, πρὸς ἀνδρὸς εὑρημένον σοφοῦ, γνωρίζειν τε καὶ μιμεῖσθαι
                            <lb/>τὰ τῆς φύσεως ἔργα δυναμένου. ὅτι μὲν <milestone unit="ed2page" n="465"/>οὖν <lb/>χωρὶς τῆς γλώττης ἄχρηστος ὁ αὐλὸς, αὐτὸ δείκνυσι
                            τὸ <lb/>φαινόμενον. αἰτίαν δ’ οὐ χρὴ ποθεῖν ἀκούειν ἐν τῷ παρόντι
                            <lb/>λόγῳ. λέλεκται γὰρ ἐν τῇ περὶ φωνῆς πραγματείᾳ, <lb/>καθ’ ἣν καὶ
                            τοῦτο εὐθὺς ἀποδέδεικται, τὸ μὴ δύνασθαι <lb/>γενέσθαι φωνὴν ἄνευ τοῦ
                            στενωθῆναι τὴν διέξοδον. εἰ γὰρ <pb n="3.562"/> ἀναπεπταμένη τελέως εἴη
                            σύμπασα, κεχαλασμένων μὲν τῶν <lb/>πρώτων δυοῖν χόνδρων καὶ διεστώτων
                            ἀπ’ ἀλλήλων, ἀνεῳγμένου <lb/>δὲ τοῦ τρίτου, μή ποτ’ ἂν δύνασθαι γενέσθαι
                            φωνήν· <lb/>ἀλλ’ εἰ μὲν ἀτρέμα τὸ πνεῦμα ἔξω φέροιτο, τὴν χωρὶς
                            <lb/>ψόφου συντελουμένην ἐκπνοήν· εἰ δ’ ἀθρόως τε καὶ σφοδρῶς, <lb/>τὸ
                            καλούμενον στενάζειν γιγνόμενον. ἵνα δὲ φωνήσῃ <lb/>τὸ ζῶον, δεῖσθαι
                            πάντως καὶ τῆς κάτωθεν φορᾶς ἀθροωτέρας, <lb/>δεῖσθαι δ’ οὐδὲν ἧττον
                            ταύτης καὶ τῆς κατὰ τὸν <lb/>λάρυγγα διεξόδου στενωτέρας, καὶ οὐχ ἁπλῶς
                            γε στενωτέρας, <lb/>ἀλλὰ κατὰ βραχὺ μὲν ἐξ εὐρέος εἰς στενὸν ἀγομένης,
                            κατὰ <lb/>βραχὺ δ’ ἐκ τοῦ στενοῦ πάλιν εὐρυνομένης. ὅπερ ἀκριβῶς
                            <lb/>ἐργάζεται τουτὶ τὸ σῶμα τὸ προκείμενον ἐν τῷ λόγῳ νῦν, <lb/>ὃ δὴ
                            γλωττίδα τε καὶ γλῶσσαν ὀνομάζω λάρυγγος. οὐ μόνον <lb/>δ’ εἰς τὸ τῆς
                            φωνῆς ἔργον ἀναγκαῖον τῷ λάρυγγι τουτὶ τὸ <lb/>σῶμα τῆς γλωττίδος, ἀλλὰ
                            καὶ τῇ καλουμένῃ καταλήψει <lb/>πνεύματος. ὀνομάζουσι δ’ οὕτως οὐχ ὅταν
                            ἀπνευστὶ μόνον <lb/>ἔχωμεν, ἀλλ’ ὅταν ἅμα τῷ συστέλλειν ἐκ παντὸς μέρους
                            τὸν <lb/>θώρακα τοὺς μῦς ἐντείνωμεν σφοδρῶς, ὅσοι καθ’ ὑποχόνδριά <pb n="3.563"/> τε καὶ τὰς πλευρὰς τετάχαται. βιαιοτάτη γὰρ ἐνέργεια
                            <lb/>τηνικαῦτα τοῦ τε θώρακος ἅπαντος γίγνεται καὶ τῶν κλειόντων
                            <lb/>τὸν λάρυγγα μυῶν. ἀντέχουσι γὰρ οὗτοι βιαίως ὠθουμένῳ <lb/>τῷ
                            πνεύματι τὸν ἀρυταινοειδῆ κλείοντες χόνδρον. εἰς <lb/>ὅπερ ἔργον οὐ
                            σμικρὰ συντελεῖ τῆς προειρημένης γλωττίδος <lb/>ἡ φύσις. εἰς ταὐτὸν γὰρ
                            αὐτῆς ἔρχεται τὰ μόρια, τό τ’ ἐκ <lb/>τῶν ἀριστερῶν καὶ τὸ τῶν δεξιῶν,
                            ὡς συμπεσεῖν ἀλλήλοις <lb/>ἀκριβῶς καὶ κλείεσθαι τὸν πόρον. εἰ δ’ ἔτι
                            σμικρὸν ἄκλειστον <lb/>ὑπολειφθείη, καὶ μάλιστα ἐν οἷς ζώοις εὐρύτερός
                            ἐστιν <lb/>ὁ σύμπας λάρυγξ, (ἐδείχθη δὲ τοιοῦτος ἐν τοῖς μεγαλοφώνοις
                            <lb/>ὑπάρχων,) οὐδὲ τοῦτο ἀπρονόητον παρῶπται τῇ φύσει, <lb/>τρῆμα καθ’
                            ἑκάτερον μέρος τῆς γλωττίδος ἓν ἐργασαμένῃ, <lb/>ὑποθείσῃ δὲ τῷ τρήματι
                            κοιλίαν ἔνδον οὐ σμικράν. εἰς ἣν, <lb/>ἐπειδὰν μὲν εὐρείαις ὁδοῖς ὁ ἀὴρ
                            χρώμενος εἰσίῃ τε εἰς τὸ <lb/>ζῶον καὶ ἐξίῃ αὖθις, οὐδὲν παρωθεῖται·
                            φραχθείσης δὲ <lb/>τῆς διεξόδου, στενοχωρούμενος ὠθεῖταί τε βιαίως πρὸς
                            τὰ <lb/>πλάγια καὶ τὸ τῆς γλωττίδος ἀνοίγνυσι στόμιον, ὃ τέως <pb n="3.564"/> ἐκέκλειστο, τῶν χειλῶν ἐπεπτυγμένων. αὐτὸ γάρ τοι τοῦτο
                            <lb/>(τοῦτ’ ἔστι τὸ τῆς ἐπιπτύξεως) αἴτιον τοῦ λαθεῖν ἅπαντας <lb/>τοὺς
                            ἔμπροσθεν ἀνατομικοὺς τὸ προκείμενον ἐν τῷ λόγῳ <lb/>τρῆμα. πληρωθεισῶν
                            δὲ πνεύματος τῶν ἐν τῇ γλώττῃ τοῦ <lb/>λάρυγγος κοιλιῶν, ἀποχεῖσθαι μὲν
                            δήπου τὸν ὄγκον ἀναγκαῖον <lb/>εἰς αὐτὸν τοῦ πνεύματος τὸν πόρον,
                            ἀκριβῶς δὲ στενοῦσθαι, <lb/>κᾂν εἰς μικρόν τι πρόσθεν ἀνέῳκτο. αὕτη μὲν
                            ἡ περὶ τὴν <lb/>γλῶτταν τοῦ λάρυγγος τέχνη τῆς φύσεως ἔν τε τῷ σύμπαντι
                            <lb/>σχήματι καὶ τῷ μεγέθει καὶ τῇ θέσει καὶ τοῖς <lb/>τρήμασι καὶ ταῖς
                            κοιλίαις εἰς ἄκρον ἀκριβείας ἥκουσα. <lb/>μείζονα γοῦν αὐτὴν εἴπερ
                            ἐπινοήσαις γεγενημένην, ἀποφράξεις <lb/>τὰς ὁδοὺς τοῦ πνεύματος, ὡς κᾀν
                            ταῖς φλεγμοναῖς ἀποφράττειν <lb/>εἴωθεν. ἐλάττων δ’ αὖ γεννηθεῖσα, πολὺ
                            μὲν ἐνδέουσα <lb/>τοῦ μετρίου παντάπασιν ἄφωνον ἐργάζεται τὸ ζῶον·
                            <lb/>ὀλίγῳ δ’ ἀπολειφθεῖσα τῷ μέρει τοσούτῳ μικροφωνότερόν <lb/>τε καὶ
                            κακοφωνότερον, ὅσῳπερ ἂν αὕτη λείπηται τοῦ <lb/>συμμέτρου. οὕτω δὲ κᾂν
                            τὴν θέσιν αὐτῆς μετακινήσῃς, <lb/>ἢ τὸ μέγεθος τοῦ τρήματος, ἢ τῆς
                            κοιλίας, ἀναιρήσεις <pb n="3.565"/> τὴν ὅλην χρείαν. <milestone unit="ed2page" n="466"/>αὐτίκα γέ τοι τὸ τρῆμα καθ’ ἑκάτερον
                            <lb/>μὲν, ὡς εἴρηται, μέρος ὑπάρχει, πρόμηκες δ’ ἐστὶν <lb/>ἄνωθεν κάτω,
                            καθάπερ τις γραμμὴ στενὴ, καίτοι γε οὐκ <lb/>ὂν στενὸν, ἀλλὰ τὸ τῶν
                            χειλῶν ὑμενῶδες οἷόν περ καταπίπτον <lb/>ἐστὶν εἰς τὴν ὑποκειμένην
                            κοιλότητα, καὶ διὰ τοῦτο <lb/>καθάπερ ῥυσσότης μᾶλλον ἢ τρῆμα φαίνεται,
                            πρὶν διαπτυχθῆναι <lb/>τὰ χείλη. διαπτυχθέντων δὲ, σαφῶς μὲν ἤδη καὶ
                            <lb/>τοῦτο, σαφῶς δὲ καὶ ἡ ὑποκειμένη κοιλότης αὐτῷ θεωρεῖται.
                            <lb/>τοιούτου δ’ ὄντος ἑκατέρου τοῦ τρήματος, ἐξ ἀριστερῶν <lb/>τε καὶ
                            δεξιῶν παραῤῥεῖ τι πνεῦμα, μηδεμίαν αἰτίαν <lb/>ἔχον ἀνοιγνύναι τὸ
                            στόμιον ἢ πληροῦν τὴν κοιλίαν. ὅταν <lb/>δ’ ὠθῆται μὲν κάτωθεν βιαίως,
                            ἴσχηται δ’ ἄνωθεν, ἅτε <lb/>μηκέτι δυνάμενον εὐθυπορεῖν, οἷον ἴλιγγά
                            τινα παθὸν <lb/>ἐπιστρέφεταί τε πρὸς τὰ πλάγια τοῦ πόρου καὶ τούτοις
                            <lb/>ἐμπίπτει βιαίως, ἀνατρέπει τε ῥᾳδίως τὰς ὑμενώδεις ἐπιφύσεις
                            <lb/>ἑκατέρου τῶν πόρων εἰς τὰς ὑποκειμένας κοιλότητας, <lb/>εἰς ἅσπερ
                            καὶ ῥέπουσι φύσει, πληροῖ τ’ αὖ καὶ διαφυσᾷ <pb n="3.566"/> σύμπασαν τὴν
                            γλωττίδα. τούτῳ δ’ ἐξ ἀνάγκης ἕπεται φράττεσθαι <lb/>τὸν πόρον ἀκριβῶς.
                            αὐτὸ δὲ τὸ σῶμα τῆς γλωττίδος <lb/>ὑμενῶδες μὲν ἐγένετο πρὸς τὸ μήτε
                            πληρούμενον ὑπὸ <lb/>τοῦ πνεύματος ῥήγνυσθαι, μήτ’ ἐν τῷ ποτὲ μὲν
                            εὐρύνεσθαι, <lb/>ποτὲ δὲ συστέλλεσθαι τὸν ὅλον λάρυγγα, ταῖς ἐναντίαις
                            <lb/>αὐτοῦ καταστάσεσιν ἑπόμενον, εἰς κίνδυνον ἀφικέσθαι ποτὲ
                            <lb/>ῥήξεως· ὑγρὸν δ’ οὐχ ἁπλῶς, ἀλλὰ σὺν τῷ γλίσχρον τέ <lb/>πως εἶναι
                            καὶ λιπαρὸν, ἵν’ ἐπιτέγγηται διὰ παντὸς οἰκείᾳ <lb/>νοτίδι, καὶ μὴ,
                            καθάπερ αἱ τῶν αὐλῶν γλῶτται ξηραινόμεναι <lb/>συνεχῶς ἐπικτήτου τινὸς
                            ὑγρότητος δέονται, <lb/>καὶ αὐτὸ τῶν ἔξωθεν ἰαμάτων ἐπιδεὲς γίγνηται. τὸ
                            μὲν <lb/>γὰρ λεπτὸν καὶ ὑδατῶδες ὑγρὸν εἰς ἀτμοὺς διαλυόμενον ἐν
                            <lb/>τάχει διαφορεῖται ῥᾳδίως, ἀποῤῥεῖ τε παραχρῆμα, καὶ μάλισθ’
                            <lb/>ὅταν ᾖ κατάντης ὁ πόρος· τὸ δὲ γλίσχρον ἅμα καὶ <lb/>λιπαρὸν
                            ἐξαρκεῖ χρόνῳ παμπόλλῳ, μήτ’ ἀποῤῥέον ἑτοίμως, <lb/>μήτε ξηραινόμενον.
                            ὥστ’, εἴπερ καὶ τὰ ἄλλα πάντα ἡ φύσις <lb/>ἐν τῇ τοῦ λάρυγγος κατασκευῇ
                            θαυμαστῶς ἐτεχνήσατο, μόνης <lb/>δὲ τῆς τοιαύτης ὑγρότητος ἐπελάθετο,
                            διεφθείρετ’ ἂν <pb n="3.567"/> ἡμῶν ἡ φωνὴ διὰ ταχέων, ξηραινομένης τῆς
                            γλωττίδος <lb/>ἅμα τοῖς κατὰ τὸν λάρυγγα σύμπασιν, ὥσπερ νῦν εἴωθε
                            <lb/>γίγνεσθαι σπανιάκις, ὑπὸ βιαίων αἰτίων νικωμένης τῆς φυσικῆς
                            <lb/>διοικήσεως. ἔν τε γὰρ τοῖς περικαέσι πυρετοῖς οὐ <lb/>δύνανται
                            φθέγγεσθαι, πρὶν διαβρέξαι τὸν λάρυγγα, καὶ <lb/>ὅσοι διὰ καύματος
                            ὡδοιπόρησαν σφοδροῦ. </p></div></div></div></body></text></TEI>