<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg017.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="7"><div type="textpart" subtype="chapter" n="11"><p>Λεκτέον δ’ ἂν ἐφεξῆς εἴη περὶ τῶν τοῦ <lb/>λάρυγγος. ἔστι γὰρ καὶ οὗτος
                            ὄργανον πνεύματος, ὀνομάζεται <lb/>δὲ, ὡς καὶ πρόσθεν ἔφαμεν, οὐ τοῦτο
                            μόνον, ἀλλὰ <lb/>καὶ βρόγχου κεφαλὴ, διότι καὶ αὐτὴν τὴν τραχεῖαν
                            ἀρτηρίαν <lb/>βρόγχον καλοῦσι. σύγκειται μὲν οὖν ἐκ τριῶν μεγάλων
                            <lb/>χόνδρων, οὐδὲν ἐοικότων τοῖς κατὰ τὴν ἀρτηρίαν οὔτε τὸ <lb/>μέγεθος
                            οὔτε τὸ σχῆμα. κινεῖται δ’ ὑπὸ μυῶν, κατὰ μὲν τὴν <lb/>ἰδίαν αὐτοῦ
                            σύνθεσιν δώδεκα, κατὰ δὲ τὴν πρὸς τὰ παρακείμενα <lb/>κοινωνίαν ἑτέρων
                            ὀκτώ. μέγιστος μὲν οὖν ἐστιν αὐτοῦ <lb/>τῶν χόνδρων ὁ ἔμπροσθεν, οὗπερ
                            καὶ ψαύομεν, ἔξωθεν μὲν <lb/>κυρτὸς, ἔσωθεν δὲ κοῖλος ὑπάρχων, ὅπλῳ
                            σκεπαστηρίῳ μάλιστα <lb/>παραπλήσιος, οὐ τῷ κυκλοτερεῖ πανταχόθεν, ἀλλὰ
                            τῷ <lb/>προμηκεστέρῳ τῷ καλουμένῳ θυρεῷ. καὶ τοὔνομα μὲν τῷ <lb/>χόνδρῳ
                            κατὰ τὴν πρὸς τοῦθ’ ὁμοιότητα τοῖς ἀνατομικοῖς <lb/>ἀνδράσιν ἐτέθη,
                            καλέσασιν αὐτὸν θυρεοειδῆ. δεύτερος δ’ <pb n="3.552"/> ἕτερος τούτου
                            χόνδρος, ὅσον ἐλάττων τούτου, τοσοῦτον τοῦ <lb/>τρίτου μείζων, ἐκ μὲν
                            τῶν ἔνδον τέτακται μερῶν, ἵνα περ <lb/>ὁ στόμαχος, ὅσον δ’ ἀποδεῖ τῷ
                            μεγάλῳ πρὸς <milestone unit="ed2page" n="462"/>τὸ τελέως <lb/>εἰς κύκλον
                            περιῆχθαι, τοῦτο αὐτὸς προστίθησιν. οὐ <lb/>γὰρ δὴ, ὥσπερ ὅλης τῆς
                            τραχείας ἀρτηρίας ὑμενῶδές ἐστι τὸ <lb/>πλησιάζον τῷ στομάχῳ, κατὰ τὸν
                            αὐτὸν τρόπον καὶ τοῦ <lb/>λάρυγγος. ἡ δὲ πρὸς τὰ ἄνω τε καὶ κάτω θέσις
                            αὐτῶν <lb/>ᾧδ’ ἔχει. ἐπὶ τελευτηθέντι τῷ τῆς τραχείας ἀρτηρίας ἐσχάτῳ
                            <lb/>χόνδρῳ πρότερος μὲν ὁ δεύτερος εἰρημένος ἐστὶν, ὅλου <lb/>ψαύων τοῦ
                            χόνδρου κατὰ πάντα τὰ μέρη, τά τ’ ὀπίσω καὶ <lb/>πρόσω καὶ πλάγια.
                            μικρὸν δ’ ἀνωτέρω τῶν προσθίων <lb/>τοῦδε μερῶν ὁ θυρεοειδὴς ἄρχεται
                            χόνδρος, ἀποχωροῦντος <lb/>ὀπίσω τοῦ δευτέρου. διαρθροῦνται δ’ ἀλλήλοις
                            κατὰ τὰ <lb/>πλάγια. καὶ σύνδεσμοί γέ τινες ἐκ τοῦ πρώτου διήκουσιν
                            <lb/>εἰς τὸν δεύτερον ὑμενώδεις τε καὶ νευρώδεις. οὗ δ’ ὁ <lb/>ἐλάττων ὁ
                            ἔνδοθεν παύεται, δύο μὲν ἐπίκεινται σμικραὶ <lb/>κυρτότητες, ἄρχεται δ’
                            ἐντεῦθεν ὁ τρίτος χόνδρος, ἁρμοττούσας <pb n="3.553"/> ἀκριβῶς ταῖς
                            ἐξοχαῖς αὐτοῦ κοιλότητας ἔχων, ὥστε <lb/>τὴν σύνταξιν τῶν δύο τούτων
                            χόνδρων διττὴν ἐργάζεσθαι <lb/>διάρθρωσιν. ἔστι δὲ καὶ στενώτερος ὁ
                            χόνδρος ταύτης τῆς <lb/>κάτω βάσεως ὁ δεύτερος. ὥστε διὰ τοῦτο καὶ τοῦ
                            λάρυγγος <lb/>ὅλου τὸ κάτω πέρας, ᾧ ψαύει τῆς ἀρτηρίας, εὐρύτερόν
                            <lb/>ἐστι τοῦ ἄνω στομίου τοῦ τελευτῶντος εἰς τὴν φάρυγγα. καὶ <lb/>γὰρ
                            αὖ καὶ ὁ τρίτος χόνδρος εἰς στενὸν κομιδῆ καὶ αὐτὸς <lb/>τελευτᾷ, οὗ τὸ
                            ἄνω πέρας ἀρυταινοειδὲς οἱ πλεῖστοι τῶν <lb/>ἀνατομικῶν ὀνομάζουσι ἀπὸ
                            τῆς τοῦ σχήματος ὁμοιότητος <lb/>πρὸς ταύτας δὴ τὰς προχόους, ἃς ἤδη καὶ
                            ἀρυταίνας ἔνιοι <lb/>καλοῦσιν. ἔστραπται δὲ καὶ τούτου τοῦ χόνδρου τὸ
                            κοῖλον <lb/>εἰς τὸν τοῦ πνεύματος πόρον, ὥσθ’ οἷον αὐλόν τινα γίγνεσθαι
                            <lb/>τὸ συγκείμενον ἐκ τῶν τριῶν. ἔνδον δ’ ἐν αὐτῷ τῷ <lb/>πόρῳ τοῦ
                            λάρυγγος ἔγκειται σῶμα τῷ σχήματι μὲν αὐλοῦ <lb/>γλώττῃ παραπλήσιον,
                            ἰδιότητι δὲ τῆς οὐσίας οἷον οὐκ <lb/>ἄλλο τῶν κατὰ τὸ σῶμα· καὶ γὰρ
                            ὑμενῶδές ἐστιν ἅμα καὶ <lb/>πιμελῶδες καὶ ἀδενῶδες. ᾧδε μὲν ἔχει
                            κατασκευῆς ἡ ἴδιος <lb/>οὐσία τοῦ λάρυγγος. ὁ γὰρ δὴ χιτὼν ὁ ἔνδον αὐτὸν
                                <pb n="3.554"/> ὑπαλείφων κοινὸς τῆς τ’ ἀρτηρίας ἐστὶ καὶ τοῦ
                            στομάχου. <lb/>ὅτι μὲν οὖν ἐν πρώτῳ τῷ λάρυγγι φωνὴ γίγνεται, καὶ ὡς
                            <lb/>διαστέλλεταί τε καὶ συστέλλεται μέχρι πλείστου, καὶ ἀνοίγεταί
                            <lb/>τε καὶ κλείεται τελέως ἐνίοτε τὸ ἄνω στόμιον αὐτοῦ, <lb/>δι’ ἑτέρων
                            ἀποδέδεικται γραμμάτων. ὅτι δ’ οὐδ’ ἐνεδέχετο <lb/>βελτίω γενέσθαι
                            κατασκευὴν αὐτῷ τῆς νῦν οὔσης, ἐνταυθοῖ <lb/>πειράσομαι δεικνύειν. οὔτε
                            γὰρ ἐξ ἄλλης οὐσίας κατασκευασθῆναι <lb/>τὸ τῆς φωνῆς ὄργανον, ἀλλ’ ἐκ
                            τῆς χονδρώδους μόνης, <lb/>ἄμεινον ἦν, ὡς κᾀν τοῖς περὶ τῆς τραχείας
                            ἀρτηρίας <lb/>λογισμοῖς ἐπεδείκνυμεν· οὔτε χονδρώδους μὲν, ἀλλ’ ἑνὸς
                            <lb/>τούτου, μηδεμίαν ἐν ἑαυτῷ διάρθρωσιν ἔχοντος, ἀκίνητον <lb/>γὰρ ἂν
                            οὕτω παντάπασιν ὑπῆρχεν, ὡς μήτε κλείεσθαι, μήτε <lb/>ἀνοίγνυσθαι, μήθ’
                            ὅλως συστέλλεσθαί τε καὶ διαστέλλεσθαι. <lb/>δῆλον οὖν, ὡς ἐκ πλειόνων
                            θ’ ἅμα καὶ συναπτομένων πρὸς <lb/>ἀλλήλους χόνδρων εὔλογον ἂν ἦν
                            γενέσθαι τὸν λάρυγγα, καὶ <lb/>μέντοι καὶ τὴν κίνησιν αὐτοῦ μὴ φυσικὴν,
                            ὥσπερ τῶν ἀρτηριῶν, <lb/>ἀλλὰ κατὰ τὴν τοῦ ζώου γίγνεσθαι προαίρεσιν. εἰ
                            γὰρ <pb n="3.555"/> εἴς τε τὰς εἰσπνοὰς· καὶ τὰς ἐκπνοὰς καὶ τὰς
                            ἐπισχέσεις <lb/>τῆς ὅλης ἀναπνοῆς, καὶ τὰς ἐκφυσήσεις, καὶ τὰς φωνὰς
                            <lb/>ἔμελλεν ἔσεσθαι χρήσιμος, (ἅπαντα δὲ ταῦτα βέλτιον ἦν ὑπὸ <lb/>τῆς
                            ἡμετέρας ἄρχεσθαι προαιρέσεως,) εὔλογον ἦν δήπουθεν <lb/>αὐτῷ τὴν
                            κίνησιν ἑκούσιόν τε καὶ κατὰ τὴν τοῦ ζώου γίνεσθαι <lb/>βούλησιν. ἀλλ’
                            εἰς τὰς τοιαύτας ἁπάσας κινήσεις <lb/>οἱ μύες ἐδείκνυντο παρεσκευάσθαι
                            τῇ φύσει. δῆλον οὖν, ὡς <lb/>διὰ μυῶν ἐχρῆν αὐτοὺς κινεῖσθαι. τίνες οὖν
                            οἱ μύες οὗτοι, <lb/>καὶ πόσοι, καὶ πόθεν ἀρχόμενοι, <milestone unit="ed2page" n="463"/>καὶ κατὰ τίνα τρόπον <lb/>ἀνοιγνύντες τε καὶ
                            κλείοντες αὐτὸν, ἤδη λέγωμεν ἀπὸ τῶν <lb/>προτέρων ἀρξάμενοι τῶν κοινῶν
                            τοῖς τρισὶ χόνδροις. τέτταρες <lb/>μέν εἰσιν οἱ τὸν πρῶτον χόνδρον τῷ
                            δευτέρῳ συνάπτοντες ἐν <lb/>τοῖς μεγαλοφώνοις ζώοις, ὧν ἐστι καὶ ὁ
                            ἄνθρωπος, τέτταρες <lb/>ἐν πᾶσι τοῖς ζώοις, οἱ τὸν δεύτερον τῷ τρίτῳ,
                            καὶ δύο ἄλλοι, <lb/>οἱ τὸν πρῶτον τῷ τρίτῳ. καταφύονται δ’ οἱ μὲν ἐκ τοῦ
                            <lb/>πρώτου χόνδρου τοῦ θυρεοειδοῦς εἰς τὸν δεύτερον ᾧδέ πως. <lb/>κατὰ
                            τὸ κάτω πέρας ἑκατέρου τῶν χόνδρων, ἔνθα τῆς τε <pb n="3.556"/> τραχείας
                            ἀρτηρίας ψαύουσιν καὶ ἀλλήλων, ἐκ τοῦ μεγάλου <lb/>χόνδρου διήκουσιν εἰς
                            τὸν δεύτερον ἔξωθεν μὲν δύο μύες, <lb/>ἔσωθεν δὲ δύο, καθ’ ἑκάτερον
                            μέρος ἴσοι ἀκριβῶς ὅ τ’ <lb/>ἔξω τῷ ἔξω καὶ ὁ ἔνδον τῷ ἔνδον. οὗτοι μὲν
                            οὖν ἀκριβῶς <lb/>στενοῦσι τὸ κάτω πέρας τοῦ λάρυγγος, προστέλλοντες
                            <lb/>τὸν πρῶτον χόνδρον τῷ δευτέρῳ. οἱ δ’ ἄλλοι τέτταρες, οἱ <lb/>τὸν
                            δεύτερον τῷ τρίτῳ συνάπτοντες, ἀνοιγνύουσι τὸ ἄνω <lb/>πέρας τοῦ
                            λάρυγγος, εἰς τοὐπίσω μὲν ἀνακλῶντες τὸν ἀρυταινοειδῆ <lb/>χόνδρον οἱ
                            ὄπισθεν, εἰς δὲ τὰ πλάγια διϊστῶντες <lb/>ἐπὶ πλεῖστον οἱ ταύτῃ
                            κείμενοι. τὴν δ’ ἀντικειμένην τοῖς <lb/>τέτταρσι τούτοις ἐνέργειάν τε
                            καὶ θέσιν ἔχοντες οἱ λοιποὶ <lb/>δύο κλείουσιν ἀκριβῶς τὸ ἄνω τοῦ
                            λάρυγγος στόμα, πρὸς <lb/>τὴν ἐντὸς εὐρυχωρίαν κατασπῶντες τὸν πρῶτον,
                            ἐοικότα τοῖς <lb/>συσπαστοῖς βαλαντίοις διὰ τὸ. πλῆθος ὧν περιβέβληται
                            <lb/>νευρωδῶν ὑμένων. οὗτοι μὲν οὖν οἱ εἰρημένοι μύες δέκα <lb/>κοινοὶ
                            τῶν τριῶν εἰσι χόνδρων. ἕτεροι δὲ δύο περὶ τὴν <lb/>βάσιν τοῦ
                            ἀρυταινοειδοῦς, οὐκ ὄντες ἐν τοῖς μικροφώνοις <lb/>ζώοις, ὧν ἐστι καὶ ὁ
                            πίθηκος. ἄλλοι δὲ πολὺ μείζους <pb n="3.557"/> τούτων, μόνου τοῦ
                            θυρεοειδοῦς ἴδιοι, δύο μὲν ἐκ τῶν ταπεινοτέρων <lb/>πλευρῶν τοῦ ὑοειδοῦς
                            ὀστοῦ τὴν ἔκφυσιν ἔχοντες, <lb/>εἶθ’ ὅλῳ τῷ μήκει τοῦ πρώτου χόνδρου
                            πρόσθεν ἐπιβεβλημένοι· <lb/>δύο δ’ ἄλλοι τὴν μὲν ἔκφυσιν ἐκ τοῦ χόνδρου
                            πεποιημένοι, <lb/>φερόμενοι δ’ ὡς ἐπὶ τὸ στέρνον τοῖς ἄλλοις δύο
                            <lb/>συνεπιμίγνυνται κατ’ ἐκεῖνα μόνα τῶν ζώων, οἷς μέγας ὅ τε
                            <lb/>σύμπας λάρυγξ ἐστὶ καὶ ὁ θυρεοειδὴς χόνδρος. ὑπόλοιποι <lb/>δ’
                            ἄλλοι μύες δύο ἐγκάρσιοι, τῶν πλαγίων ἐκφυόμενοι μερῶν <lb/>τοῦ
                            θυρεοειδοῦς, ἔπειτ’ ἐν κύκλῳ τὸν στόμαχον περιλαμβάνοντες, <lb/>εἰς
                            ταὐτὸν ἀλλήλοις ἀφικνοῦνται. </p></div></div></div></body></text></TEI>