<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg015.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="6"><p>Σκεψώμεθα δ’ ἐφεξῆς, ὅπως οἱ πταρμοὶ <lb/>τὰ τῆς κεφαλῆς ἰῶνται βάρη. γίνονται μὲν γὰρ,
						ἐπὶ προηγησαμέναις <lb/>μεγίσταις εἰσπνοαῖς ἐκφυσήσεως ἑπομένης τάχιστα. <pb n="883"/>
						ὀνομάζω δὲ ἐκφύσησιν τὴν ἀθρόαν ἐκπνοήν. εἰ δέ <lb/>γε μηδὲν ἐξ ἐγκεφάλου δι’ αὐτῶν
						ἐκενοῦτο, πρὸς τῷ μὴ <lb/>παύσασθαι τὰ βάρη τῆς κεφαλῆς ὑπὸ τῶν πταρμῶν πολλάκις
						<lb/>ἔτι καὶ συνεπληροῦτο ἂν μᾶλλον ὑπὸ τῆς ἀθρόας <lb/>ἔξω τοῦ πνεύματος φορᾶς καὶ
						προσέτι τῆς ὑπ’ αὐτοῦ γενομένης <lb/>πληγῆς. οὕτως οὖν φαίνεται καὶ ἐπὶ ταῖς μεγάλαις
						<lb/>φωναῖς διατιθεμένη. καὶ μὲν δὴ καὶ πάθη τινὰ τῶν <lb/>κατὰ τὸν ἐγκέφαλον
						συνισταμένων, οἷα μάλιστά ἐστι τὰ <lb/>ληθαργικὰ καὶ καρώδη, καὶ διὰ τῶν πταρμικῶν οὐχ
						ἥκιστα <lb/>θεραπεύεται φαρμάκων. ἅμα γε καὶ πρὸς τὸν ἥλιον ἀποβλέποντες,
						<lb/>ἐρεθιζομένων ἡμῶν πρὸς πταρμὸν, ὡς ἂν, οἶμαι, <lb/>χεομένων ὑπ’ αὐτῶν τῶν ἀτμοειδῶν
						κατὰ τὸν ἐγκέφαλον <lb/>πνευμάτων. καθαρίζουσι δὲ καὶ βλέννας ἀθρόας ἐξ ἐγκεφάλου
						<lb/>παχείας καὶ γλίσχρας οἱ πταρμοὶ τῇ τοῦ πνεύματος <lb/>ἔξω φορᾷ συνεκβάλλοντες. οὐ
						μὴν εἰκὸς φέρεσθαι μὲν ἔξω <lb/>τι πνεῦμα κατὰ τοὺς πταρμοὺς ἐξ ἐγκεφάλου, μηδὲν δὲ
						<lb/>εἴσω μηδέποτε, καὶ ταῦτα μὲν τῶν πόρων ὑπαρχόντων <lb/>πολλῶν κατὰ τε τὸ καλούμενον
						ἠθμοειδὲς ὀστοῦν καὶ <pb n="884"/> τὴν ὑπαλείφουσαν ἐκ τῶν ἄνω μερῶν αὐτοῦ μήνιγγα. καὶ
						<lb/>μὴν καὶ τὸ βλάπτεσθαι παραχρῆμα καὶ πληροῦσθαι καὶ <lb/>βαρύνεσθαι τὴν κεφαλὴν ὑπὸ
						τῶν ἰσχυρῶν ὀσμῶν καὶ ἐνίοτε <lb/>παραφροσύναις ἁλίσκεσθαι σημεῖόν ἐστι τοῦ φέρεσθαί τι
						<lb/>τῆς οὐσίας αὐτῶν εἰς τὸν ἐγκέφαλον· οὐ γὰρ δὴ κατὰ γε <lb/>τὴν τῆς ποιότητος
						κοινωνίαν μόνην ἀθρόως ἂν οὕτως καὶ <lb/>σφοδρῶς ἐλυπεῖτο. <milestone unit="ed2page" n="363"/>κατὰ τὸν αὐτὸν γοῦν τρόπον <lb/>εἰκός ἐστι καὶ τὸν ὑπ’ ἐκκαύσεως πονούμενον
						ἐγκέφαλον <lb/>ὀνίνασθαι πρὸς τῆς τῶν ῥόδων ὀσμῆς. οὐδὲν δὲ αὐτὸν <lb/>ἧττον ῥόδων
						ὀνίνησιν τηνικαῦτα καὶ ὁ ψυχρὸς ἀὴρ εἰσπνεόμενος, <lb/>ὥσπερ καὶ ὁ πάνυ θερμὸς ἱκανὸς
						φαίνεται <lb/>βλάπτειν. καὶ μέντοι τῆς ἀναπνοῆς ὅλης ὑπ’ ἐγκεφάλου <lb/>γινομένης ἕνεκα
						τοῦ φυλάττεσθαι τῆς ἐν τῇ καρδίᾳ θερμασίας <lb/>τὴν συμμετρίαν, εὔλογον δὴ που πρώτην
						ταύτην <lb/>πορίζειν αὑτῷ, ἑτοιμότατον βλάπτεσθαι πεφυκότι πρὸς τῶν <lb/>ἀμετροτέρων,
						ἤτοι θερμαινόντων, ἢ ψυχόντων. πῶς οὔ <lb/>τινα πρὸς τοῦτο κίνησιν ἡ φύσις ἔδωκεν αὐτῷ
						σύμφυτον, <pb n="885"/> ἐν μὲν ταῖς εἰσπνοαῖς ῥιπίζουσάν τε καὶ σφύζουσαν, ἐν <lb/>δὲ
						ταῖς ἐκπνοαῖς ἀποχέουσαν μὲν ἐνίοτε τὸ φλεγματῶδες <lb/>καὶ βλένναν καὶ κόρυζαν; ἐδείχθη
						δὲ ἡμῖν κᾀν τοῖς τῶν <lb/>φυτῶν δυνάμεων ὑπομνήμασιν ἅπαντα τὰ τοῦ σώματος <lb/>μόρια
						τήν τε τῶν ἀλλοτρίων ἐκκριτικὴν ἔχοντα δύναμιν, <lb/>καὶ τὴν τῶν οἰκείων ἑλκτικήν. καὶ
						φαίνεται δ’ ἐναργῶς <lb/>ἐπί τε γαστρὸς τοῦτο καὶ μητρῶν. ἆρ’ οὖν ἡ φύσις τῇ <lb/>μὲν
						γαστρὶ δυνάμεις ἔδωκεν, ἕλκουσαν μὲν ἑτέραν τὸ χρηστὸν, <lb/>ἐκκρίνουσαν δὲ ἄλλην τὸ
						μοχθηρὸν, ἐγκέφαλος δὲ <lb/>μόνος οὐκ ἔχει ταύτας; ἀλλὰ μένει τὰ κατὰ τῆς κοιλίας
						<lb/>αὐτοῦ περιττώματα, τῷ βάρει μόνῳ κάτω φερόμενα, κατὰ <lb/>βραχὺ δ’ ἐκπίπτει ποτὲ
						εἰς τὰς ῥῖνας; οὔκουν οἴεσθαι <lb/>χρὴ, καὶ μάλισθ’ ὅταν ὕπτιοι τύχωμεν ὅλης νυκτὸς
						κατακείμενοι. <lb/>φθάσει γὰρ ἀποπληξία τις ἢ κάρος ἢ ἐπιληψία <lb/>συνιστᾶσα, τῶν
						κοιλιῶν αὐτοῦ πληρωθεισῶν. ἀνατιτραμένοις <lb/>γοῦν πολλάκις παραχρῆμα καρώσεις
						γίνονται, <pb n="886"/> τῶν ὑπηρετουμένων τοῖς χειρουργοῦσιν ἀμετρότερον ἐνίοτε
						<lb/>θλιψάντων τὰς κατὰ τὸν ἐγκέφαλον κοιλίας, καίτοι <lb/>τί λέγω κοιλίας; </p></div></div></body></text></TEI>