<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg015.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p>Ὅπως οὖν ἀκριβεστέρα γένοιτο παντὸς τοῦ <lb/>δόγματος ἡ βάσανος, ἀρξώμεθα τῶν
						προειρημένων κεφαλαίων <lb/>ἀπὸ τοῦ τελευταίου. τί δή ποτε γὰρ εἰσπνεόντων ἡ <lb/>τῶν
						ὀσμῶν αἴσθησις γίγνεται, κατ’ ἄλλον δὲ οὐδένα χρόνον, <lb/>εἴπερ ἐν τοῖς τῆς ῥινὸς
						πόροις ἡ γένεσις αὐτῆς ἐστιν, ἐπισκεπτομένοις <lb/>ἡμῖν ἓν τοῦτο μόνον ηὑρίσκετο
						πιθανὸν, ὡς <lb/>μὴ κατὰ τὴν ἐκτὸς ἐπιφάνειαν τοῦ τῆς ῥινὸς χιτῶνος, <lb/>ἀλλὰ διὰ
						βάθους συχνοῦ τὸ τῆς ὀσφρήσεως ὄργανον τετάχθαι, <pb n="871"/> πόρων μέν τινων ἐπ’ αὐτὸ
						τεινόντων, οὐ μὴν <lb/>ἀνεῳγμένων γε διὰ παντὸς, ἀλλ’ οἷον ἐπιθήματά <milestone unit="ed2page" n="359"/>τινα <lb/>ἐχόντων ὑμενώδη λεπτά· τούτων δ’ ἐν ταῖς εἰσπνοαῖς
						ὑπὸ <lb/>τῆς ῥύμης τοῦ πνεύματος ἀνοιγομένων, οὕτως ἀφικνεῖσθαι <lb/>τὸ αἰσθητὸν ἐπὶ τὸ
						διαγνωστικὸν αὐτοῦ μόριον. ἔοικε δέ <lb/>τι τοιοῦτον καὶ Ἀριστοτέλης ἔν τε τῷ δευτέρῳ
						περὶ ψυχῆς <lb/>κᾀν τῷ περὶ αἰσθήσεως καὶ αἰσθητῶν· ἐπιγράφεται δὲ <lb/>τοῦτο καὶ δι’
						ἕτερον τρόπον ᾧδε, περὶ αἰσθήσεως καὶ <lb/>αἰσθητηρίων, ἐπειδὴ τὰ τῶν αἰσθήσεων ὄργανα
						καλεῖν οὕτως <lb/>ἔθος ἐστὶν καὶ Ἀριστοτέλει. κατὰ μὲν οὖν τὸ δεύτερον <lb/>περὶ ψυχῆς
						ταυτὶ γέγραπται· Οὕτως μὲν οὖν καὶ τὸ <lb/>ὀσφραντικὸν ὄργανον τοῖς μὲν ἀκαλυφὲς, ὥσπερ
						τὸ ὄμμα· <lb/>τοῖς δὲ τὸν ἀέρα δεχομένοις ἔχει ἐπικάλυμμα, ὃ ἀναπνεόντων
						<lb/>ἀποκαλύπτεσθαι, διευρυνομένων τῶν φλεβῶν καὶ τῶν <lb/>πόρων. ἐν δὲ τῷ περὶ
						αἰσθήσεως καὶ αἰσθητηρίων τάδε <lb/>φησί· Ἀλλὰ τοῖς μὲν ἀναπνέουσι τὸ πνεῦμα ἀφαιρεῖ τὸ
						<lb/>ἐπικείμενον, ὥσπερ πῶμά τι, διὸ οὐκ αἰσθάνεται μὴ ἀναπνέοντα· ﻿<pb n="872"/> τοῖς
						δ’ οὐκ ἀναπνέουσιν ἀφῄρηται τοῦτο· καθάπερ <lb/>ἐπὶ τῶν ὀφθαλμῶν τὰ μὲν ἔχει βλέφαρα τῶν
						ζώων, ὧν <lb/>μὴ ἀνακαλυφθέντων οὐ δύναται ὁρᾷν, τὰ δὲ σκληρόφθαλμα <lb/>οὐκ ἔχει,
						διόπερ οὐ προσδεῖται οὐδενὸς τοῦ ἀνακαλύψοντος, <lb/>ἀλλ’ ὁρᾷ ἐκ τοῦ δυνατοῦ ὁρᾷν αὐτῷ
						εὐθύς. <lb/>αὗται μὲν αἱ τοῦ Ἀριστοτέλους ῥήσεις, οὐδ’ ὅλως ἐπιχειρήσαντος <lb/>ζητῆσαι
						μόριον, ἐν ᾧ πρώτως τὴν τῶν ὀσμῶν <lb/>αἴσθησιν ἔχομεν. ἀλλὰ καὶ τὸ λεγόμενον ὑπ’ αὐτοῦ
						περὶ <lb/>τῶν ἀνακαλυπτομένων πόρων ἀδύνατον μὲν οὐκ ἔστιν, <lb/>ὥσπερ ἔνια τῶν
						λεγομένων ὑπό τινων, οὐ μὴν δυνατόν γε <lb/>συστῆναι κατὰ τοὺς πόρους τῆς ῥινός. ἐπὶ μέν
						γε τῶν <lb/>βλεφάρων ἡ κίνησις κατὰ τὴν ἡμετέραν ἐπιτελεῖται προαίρεσιν, <lb/>καὶ διὰ
						τοῦτο ἔξεστιν ἡμῖν, ὁπότε βουλόμεθα, καὶ <lb/>κλείειν αὐτοῖς καὶ ἀνοίγειν· ἐπὶ δὲ τῆς
						τῶν ὀσμῶν αἰσθήσεως <lb/>οὐχ ᾧδ’ ἔχει. συμβεβηκὸς γάρ ἐστι ταῖς εἰσπνοαῖς <lb/>τὸ κατὰ
						τὴν ἄνοιξιν τῶν πόρων, οὐχ ἡμέτερον ἔργον. πῶς <lb/>οὖν συμβήσεται, σκεπτέον ἐφεξῆς.
						καίτοι γε δίκαιος ἦν ὁ <lb/>Ἀριστοτέλης, ὁ πατὴρ τοῦ λόγου, κατεσκευακέναι μὲν τὴν <pb n="873"/> ἑαυτοῦ δόξαν, οὐκ ἀποφῃνάμενος ἁπλῶς, ἡμῖν ἐπιτρέψας <lb/>περὶ τῆς ἐκείνου
						γνώμης ἀπομαντεύσασθαι, μηδὲν εἰπόντος <lb/>σαφὲς, ὥστε οὐδὲ κατασκευὴν ἣν λέγει τῶν
						πόρων ἐδήλωσεν, <lb/>εἴτ’ ἐν τῷ χιτῶνι τῶν μυκτήρων, εἴτ’ ἐν ἄλλῳ τινὶ <lb/>μέρει
						βούλεται τούτους δὴ τοὺς ὀσφρητικοὺς πόρους ὑπάρχειν. <lb/>ἀλλ’ ὅτι γε μὴ κατὰ τοὺς
						μυκτῆρας, ἐνθένδε δῆλον. <lb/>εἰ γὰρ οὕτως ἔχοιεν, ἡ φορὰ τοῦ προσπίπτοντος ἔξωθεν
						<lb/>ἀέρος ἀνοίγνυσιν αὐτοὺς, ἐὰν καὶ χωρὶς τῆς εἰσπνοῆς ἐμπίπτῃ <lb/>τὸ πνεῦμα. ὅτι δὲ
						οὐκ ἐργάζεται, σαφῶς ἔνεστι <lb/>θεάσασθαι, πρῶτον μὲν αὑτῷ τεχνησάμενον κίνησιν ἀέρος
						<lb/>ἐν οἴκῳ σμικρῷ μεστῷ σφοδροτάτης ὀσμῆς, δεύτερον δὲ καὶ <lb/>πρὸς ἄνεμον τρέψαντα
						τοὺς μυκτῆρας ἐν τούτῳ τῷ χωρίῳ, <lb/>καὶ τρίτον ἐπιθέντα κατὰ τῶν μυκτήρων ἕν τι τῶν
						ὀργάνων <lb/>τῶν δυναμένων ὠθεῖν ἀέρα. καλαμίσκοι δ’ εἰσὶ <lb/>τοιοῦτοι, καὶ κύστεις
						εὐθύτρητοι, καὶ πρὸς ἑαυτῶν ἔχουσαι <lb/>κέρατα. ἀλλά τοι, τούτων πάντων κινούντων ἀέρα,
						<lb/>διάγνωσις οὐδεμία γίγνεται τῆς ὀσμῆς. οὐ μὴν τοῦτ’ ἔστιν <lb/>εἰπεῖν, ὡς τοιαύτη
						κίνησίς ἐστι τῶν κατὰ τὸν χιτῶνα πόρων, <lb/>οἵα τῶν τῆς καρδίας κοιλιῶν, ὧν
						διαστελλομένων, <pb n="874"/> ἀνοίγνυσθαι συμβαίνει τὰ στόματα τῶν εἰσαγόντων τὰς
						<lb/>ὕλας ἀγγείων. ἤτοι γὰρ κατὰ τὴν ἡμετέραν προαίρεσιν ἔνεστιν <lb/>ὑποθέσθαι τὴν
						κίνησιν γίνεσθαι τῶν πόρων, ἢ χωρὶς <lb/>προαιρέσεως, οἵα καὶ τῆς καρδίας ἐστί. εἰ μὲν
						οὖν κατὰ <lb/>τὴν ἡμετέραν προαίρεσιν, δεήσει καὶ χωρὶς τῆς εἰσπνοῆς <lb/>διασταλεῖσιν
						αὐτοῖς αἰσθέσθαι τῆς ὀσμῆς· εἰ δὲ φυσικῶς <lb/>ᾖ, εὔδηλον, ὅτι καὶ οὕτως <milestone unit="ed1page" n="209"/>ἄνευ τῆς εἰσπνοῆς. <lb/>ἀλλὰ μὴν οὐδέποτε χωρὶς τῆς εἰσπνοῆς
						αἰσθανόμεθα. <lb/>φανερὸν οὖν, ὅτι τοῖς αἰσθητικοῖς τῶν ὀσμῶν πόροις <lb/>
						<milestone unit="ed2page" n="360"/>οὔτε κατὰ προαίρεσιν οὔτε ἄνευ προαιρέσεώς ἐστιν
						<lb/>οἰκεία κίνησις ἡ διοικοῦσα τὸ ὀζόμενον. οὐ μὴν οὐδὲ τῶν <lb/>ἀναπνευστικῶν πόρων
						κίνησις διαστεῖλαι δυνήσεται τοὺς <lb/>ὀσφρητικοὺς πόρους. αὐτὸς μὲν γὰρ ὁ θώραξ ἐν τοῖς
						<lb/>περὶ τούτων λόγοις ἐπιδέδεικται διαστελλόμενος ὑπὸ μυῶν· <lb/>ὁ πνεύμων δ’ αὐτὸς
						συνεπόμενός τε πάντη καὶ συνδιαστελλόμενος <lb/>τῇ πρὸς τὸ κινούμενον ἀκολουθίᾳ· τούτῳ
						δ’ <lb/>ἀκολουθῶν ὁ ἔξωθεν ἀὴρ, οὐκ ἔτι ἐξ ἀνάγκης διαστελλομένων <pb n="875"/> τῶν
						παραπεμπόντων αὐτὸν σωμάτων, οὔτε τοῦ στόματος, <lb/>οὔτε τῆς ῥινὸς, οὔτε τοῦ φάρυγγος·
						ἀναπετομένων <lb/>γὰρ αὐτῶν μόνον διὰ μείζονος ἧς ἔμπροσθεν εἶχον εὐρύτητος,
						<lb/>ἐπικτωμένων οὐ δεῖ. δῆλον οὖν ἐστιν ἐκ τῶν εἰρημένων, <lb/>ὡς ἡ τῶν ἀναπνευστικῶν
						ὀργάνων κίνησις οὐ δύναται <lb/>τοὺς λεπτοὺς ἐκείνους πόρους τῶν κατὰ τοὺς μυκτῆρας
						<lb/>χιτώνων ἀνοιγνύναι. ὥστ’ ἐκ τῆς φορᾶς τοῦ ἀέρος <lb/>ἀνοιχθήσονται μόνης, ἣν, ὡς
						ἔφην, ἐγχωρεῖ καὶ χωρὶς τῆς <lb/>εἰσπνοῆς ἐπιτεχνήσασθαι. εἰ δέ τις φαίη, τῶν δι’
						ἀναισθησίαν <lb/>εἰκῆ πολλὰ φθεγγομένων ἐν τῷ τῆς εἰσπνοῆς χρόνῳ <lb/>τοὺς πόρους
						ἀνοίγνυσθαι μόνον, καὶ ἡμεῖς ἀναμνήσομεν <lb/>αὖθις αὐτὸν, ὡς ἐν τοῖς ἔμπροσθεν
						εἰρημένοις ἐξελήλεγκται <lb/>τοῦτο, κατ’ ἐκεῖνο τοῦ λόγου τὸ μέρος, ἡνίκα ἤτοι καθ’
						<lb/>ὁρμὴν τοῦ ζώου τὴν ἄνοιξιν αὐτῶν ἔφαμεν ἢ φυσικήν τινα <lb/>εἶναι. κατὰ προαίρεσιν
						μὲν οὖν οὐκ ἔστιν· ἐφ’ ἡμῖν γὰρ <lb/>ἂν ἦν, ὁπόταν βουληθείημεν ἀνοίγειν αὐτοὺς, καὶ
						χωρὶς τῆς <lb/>εἰσπνοῆς. οὐ μὴν οὐδὲ φυσικὴ, καθάπερ ἡ τῆς καρδίας· <pb n="876"/> οὖ γὰρ
						ἂν οὐδ’ οὕτω κατὰ τὸν τῆς εἰσπνοῆς χρόνον ἐγίνετο <lb/>διὰ παντὸς, ἀλλ’ ἰδίαν εἶχε τάξιν
						κινήσεως, ἐνίοτε μὲν εἰς <lb/>ταὐτὸν τῷ τῆς εἰσπνοῆς ἀφικνουμένῳ χρόνῳ, πολλάκις δὲ
						<lb/>τῷ τῆς ἐκπνοῆς ἢ ἐπισχέσεως ὅλης τῆς ἀναπνοῆς. εἰ τοίνυν <lb/>οὔτε ἐξ αὐτῶν, οὔθ’
						ὑπὸ τῆς τῶν ἀναπνευστικῶν ὀργάνων <lb/>κινήσεως οἱ πόροι τοῦ κατὰ τὴν ῥῖνα χιτῶνος
						ἀνοίγνυνται, <lb/>λείπεται πρὸς τῆς τοῦ πνεύματος ῥύμης εἰς τοῦθ’ <lb/>ἥκειν αὐτοὺς, ἣν,
						ὡς ἔφην, οἷόν τ’ ἐστὶν τεχνήσασθαι <lb/>καὶ χωρὶς τῆς εἰσπνοῆς. εἰ δέ τις ἀπορεῖ, διὰ
						τίνα αἰτίαν <lb/>ὑπὸ τῆς τοιαύτης κινήσεως, εἰ σφοδροτάτη γένοιτο, μηδὲν <lb/>ὀσμῆς
						μέρος εἰς τὸν ἐγκέφαλον συνελαύνεται, καίτοι τρημάτων <lb/>ὄντων εἰς τοσοῦτον εὐρέων, ὡς
						καὶ τὰς παχυτάτας <lb/>βλέννας ἐγκεφάλου δι’ αὐτῶν φέρεσθαι, διδάξομεν αὐτὸν, <lb/>ὡς
						οὐδὲ εἰς τὸν λάρυγγα καὶ τὸν πνεύμονα φέρεταί τι <lb/>κατὰ τὰς εἰρημένας κινήσεις τοῦ
						κατὰ τοὺς μυκτῆρας <lb/>ἀέρος, ἐπειδὴ φθάνουσιν οἰκείου πεπληρῶσθαι πνεύματος.
						<lb/>ὁπότ’ οὖν οὐδ’ εἰς τοὺς μεγάλους πόρους οὐδὲν ἔξωθεν <lb/>ἐμπίπτει πνεῦμα χωρὶς τῆς
						τῶν ὀργάνων διαστολῆς, εἰκὸς ﻿<pb n="877"/> δή που μηδ’ εἰς τοσοῦτον λεπτοὺς εἶναι, ὥς
						τισι τῶν ἀμελῶς <lb/>ἀνατεμνόντων μήτ’ εἶναι δοκεῖν. ἀμέλει κᾂν εἰς τὸν <lb/>μυκτῆρα
						καθεὶς αὐλίσκον ἀκριβῶς στεγνώσῃς τὸν πόρον, οὐ <lb/>δυνήσεται πνεῦμά τι ἐνεῖναι, πρὶν
						ἀνοῖξαι τὸ στόμα· διανοιχθέντος <lb/>δ’ αὐτοῦ, τὸ κατὰ τὴν ὑπερῴαν ἐμπίπτον πνεῦμα
						<lb/>πρὸς τοὐκτὸς ἀποχωρεῖν ἀκολουθοῦν ἐπιτρέπει τῷ συνεχεῖ. <lb/>μὴ τοίνυν ἀξίου μηδ’
						εἰς τὸν ἐγκέφαλον ἀνέρχεσθαί <lb/>τι κατὰ τὰς εἰρημένας ἐμπτώσεις εἰς τὴν ῥῖνα τοῦ
						πνεύματος. <lb/>ἄχρι γὰρ ἂν ἡ κατ’ αὐτὸν εὐρυχωρία φθάνῃ πεπληρωμένη <lb/>πρὸς ἑτέρου
						πνεύματος, οὐχ οἷόν τ’ ἐστὶν ἐπεισελθεῖν <lb/>ἄλλο, πρὶν διαστῆναι τὸν ἐγκέφαλον, ὅπερ
						εἰσπνεόντων <lb/>μὲν οἷόν τ’ ἐστὶ γενέσθαι· διαστέλλεται γὰρ <lb/>πρῶτον, ἵν’ ἕλξῃ,
						κᾄπειθ’ οὕτω εἰσδέχεται τὸν ἔξωθεν <lb/>ἀέρα· χωρὶς δὲ τῆς ἐξ ἑαυτοῦ διαστολῆς οὐκ
						ἐνδέχεται <lb/>παραδέξασθαι πνεῦμά τι αὐτὸν, οὐδ’ εἰ βιαίως ὠθοῖτο· <lb/>εἰ δ’, ὥσπερ
						καὶ βούλοιτό τις, βιαίως ὠθούμενον ἐμπίπτει, <lb/>ἀλλ’ οὐδὲ τοῦτο δυνατὸν εἶναι πολύ.
							<milestone unit="ed2page" n="361"/>θλίβεται μὲν <lb/>γὰρ βιαίως, ὡς ἴσμεν, ὁ ἀὴρ, καὶ
						πάλιν τείνεται πανταχόθεν, <pb n="878"/>
						<lb/>παρὰ τὴν ἑαυτοῦ φύσιν ἑκάτερον τούτων ἀναγκαζόμενος <lb/>πάσχειν, ὡς μηδεμιᾶς γε
						τοιαύτης αὐτῶν αἰτίας βιαζομένης, <lb/>ἢ τῆς ἣν κατείληφε χώρας. οὐ μὴν οὐδ’ ὅτε
						πιλούμενος <lb/>εἰς ἐλάττω συνέρχεται τόπον, ἢ χεόμενος ἐπιπλέον ἐκτείνεται,
						<lb/>μεγάλην ἐργάζεται τὴν ἐφ’ ἑκάτερα μεταβολὴν, <lb/>ἀλλὰ καὶ συστέλλεται καὶ χεῖται
						βραχὺ παραχωρῶν ἐφ’ <lb/>ἑκάτερα. διὰ τοῦτο γοῦν οὐδὲν εἰς αὐτὸν ἐμπίπτει, κᾂν
						<lb/>σφοδρῶς ἐκθλίβῃ τις, ἀνεῳγμένων τῶν μυκτήρων. ὁ δὲ κατ’ <lb/>αὐτοὺς χιτὼν, ἐν ᾧ
						τοὺς αἰσθητικοὺς πόρους ὑποτιθέμεθα, <lb/>φανερῶς αἰσθάνεται πληττόμενος ὑπὸ τοῦ
						προσπίπτοντος <lb/>ἔξωθεν ἀέρος βιαίως. ὥστε ἀνοίγνυσθαι τοὺς πόρους ἐχρῆν <lb/>ἐν ταῖς
						τοσαύταις ἐμπτώσεσιν εἰς τὴν ῥῖνα τοῦ πέριξ ἀέρος, <lb/>ἀνοιχθέντων δὲ ἕπεσθαι τὴν
						αἴσθησιν τῶν ὀσμῶν. εἴπερ <lb/>οὖν οὐχ ἕπεται, τοὺς εἰρημένους πόρους ἀδύνατον ὑπάρχειν.
						<lb/>οὐ μὴν οὐδὲ πιθανὸν, τὴν φύσιν ἐπιτεχνήσασθαί τι τοιοῦτον <lb/>μηδενὸς ἕνεκα. εἰ
						γὰρ ἐπεποιήκει τινὰς αἰσθητικοὺς <lb/>πόρους ὀσμῶν, οὐκ ἂν ἐπέφραξεν αὐτοὺς, ὥσπερ οὐδὲ
						τοὺς <pb n="879"/> κατὰ τὰ ὦτα. βέλτιον γάρ ἐστι διὰ παντὸς ἑκάστην αἴσθησιν
						<lb/>διαγνωστικὴν εἶναι τῶν ἰδίων αἰσθητῶν, οὐκ ἐν <lb/>χρόνῳ μόνῳ τῷ τῆς εἰσπνοῆς. οὐδὲ
						διὰ τοῦτο τοῖς ὀφθαλμοῖς <lb/>ἐποίησεν ἡ φύσις ἐπιθέματα, διότι βέλτιον ἦν αὐτοὺς
						<lb/>μὴ διὰ παντὸς ἐνεργεῖν, ἀλλὰ διὰ τὸ αὐτοὺς εἶναι μαλακοὺς, <lb/>καὶ διὰ τοῦτο ὑπὸ
						τῶν προσπιπτόντων ῥᾳδίως βλάπτεσθαι, <lb/>ἀφ’ ὦν ἵνα φρουρῶνται, ἡ φύσις αὐτοὺς τοῖς
						<lb/>βλεφάροις ὠχύρωσεν οἷόν τισι προβλήμασι. ἀμέλει καὶ <lb/>αὐτὸς ὁ Ἀριστοτέλης
						εἴρηκεν, ὡς ἐν τοῖς σκληρὸν ἔχουσι <lb/>ζώοις τὸν ἔξωθεν χιτῶνα τῶν ὀφθαλμῶν ἡ φύσις οὐκ
						<lb/>ἐποίησε βλέφαρα, διότι δυσπαθεῖς εἰσιν, καὶ αὐτὸ καθ’ <lb/>ἑαυτὸ οὐδὲν οὔτε
						προβλημάτων οὔτε στεγασμάτων οὔτε <lb/>καλυμμάτων ἐπὶ τούτων χρῄζουσι τῶν ζώων, ἀλλ’
						ἡμεῖς γε <lb/>χρῄζομεν δεόντως, ἕνεκά τε τῶν εἰρημένων, κᾀπειδὰν ὕπνου <lb/>καιρὸς ἥκῃ.
						ἀδύνατον γὰρ ἐν ἀέρι φῶς ἔχοντι καθυπνῶσαί <lb/>τινα χωρὶς τοῦ σκεπασθῆναι τοὺς
						ὀφθαλμούς. οὕτω <lb/>γοῦν καὶ αὐτοῖς ἐκείνοις τοῖς ζώοις, οἷς οὐκ ἔστι βλέφαρα,
						<lb/>καράβοις, καὶ ἀστακοῖς, καὶ παγούροις, καὶ καρκίνοις, <pb n="880"/> ἡ φύσις
						ἐποίησεν κοιλότητάς τινας, οἷον θαλάμους ὑποδεχομένους <lb/>ὅλους τοὺς ὀφθαλμοὺς,
						ἐπειδὰν ὑπνοῦν ἐθέλωσιν· <lb/>ὡς, ὅταν γε χρῆσθαι βουληθῶσιν αὐτοῖς, ἐξαίρουσιν ὅλους
						<lb/>ὀρθίους ἅμα τοῖς αὐχέσιν, ἐφ’ ὧν βεβήκασιν, εἰς τὴν οἰκείαν <lb/>ὀφθαλμοῖς
						καθιστῶντες χώραν, ἥπερ ἐστὶν ἐπὶ τῶν <lb/>ὑψηλοτάτων ἐν τοῖς ζώοις μορίων. εἴρηται δὲ
						περὶ τῶν <lb/>τοιούτων ἁπάντων αὐτάρκως ἐν τοῖς περὶ χρείας μορίων, <lb/>ἅπερ εἴ τις
						ἀναλέξεται, γνώσεται μὲν καὶ τῶν βλεφάρων <lb/>τὴν χρῆσιν, γνώσεται δὲ καὶ ὡς ἀεὶ τῇ
						φύσει πρόκειται <lb/>ταῖς αἰσθήσεσιν ἐνεργεῖν. εἰ δέ ποτ’ ἄλλου τινὸς ἕνεκα
						<lb/>χρησιμωτέρου κατά τινα καιρὸν ἡσυχάζειν ἀναγκαῖον αὐταῖς <lb/>ἐστιν, οὐδὲν τοῦτό γε
						ἀπόρημα τῷ λόγῳ. τὰ γὰρ μὴ <lb/>δυνάμενα μετ’ ἀλλήλων ὑπάρχειν, οὐδ’ ἂν οἱ πάντες θεοὶ
						<lb/>ζεῦξαι βουληθῶσιν, οἷόν τε αὐτοῖς ἐργάσασθαι τοῦτο. ὅσα <lb/>γοῦν ἀδύνατα τῇ σφῶν
						αὐτῶν φύσει, καὶ θεοῖς ἐστιν ἀδύνατα. <lb/>μὴ τοίνυν θαύμαζε τὸ πῶς ἡ φύσις, ἀεὶ
						βουλομένη <lb/>τὰς αἰσθήσεις ἐνεργεῖν, ἡσυχάζειν ἐπιτρέπει κατὰ τοὺς <lb/>ὕπνους,
						βούλεται γὰρ ἐν τῷδε τὸν ὕπνον, ἀλλ’ ὅτι μᾶλλον. <pb n="881"/> οὐ μὴν οὐδ’ ἐν καιρῷ μοι
						νῦν ἐστιν ἐξηγεῖσθαι φύσεως <lb/>ὕπνου· λέλεκται γὰρ ἐν ἑτέροις ὑπὲρ ἑκάστου τῶν φυσικῶν
						<lb/>ἐν ἡμῖν ἔργων τε καὶ παθημάτων. εἴτ’ οὖν ἔργον ἐστὶ <lb/>φυσικὸν, εἴτε πάθος ὁ
						ὕπνος, οὐδὲ γὰρ οὐδὲ τοῦτο εὐδιαίτητον, <lb/>ἀδύνατον αὐτῷ τὰς αἰσθή<milestone unit="ed2page" n="362"/>σεις ἀκριβῶς αἰσθανομένας <lb/>φυλάττειν. οὔτ’ οὖν, ὅτι κατὰ
						τοὺς ὕπνους ἐνεργεῖν <lb/>ὁμοίως οὐ δυνάμεθα ταῖς αἰσθήσεσιν, διὰ τοῦθ’ <lb/>
						<milestone unit="ed1page" n="210"/>ὁ λόγος ἐστὶ ψευδὴς, ἄμεινον εἶναι φάσκων διὰ παντὸς
						<lb/>ἑκάστην αἴσθησιν ἐνεργεῖν τοῦ διαλείπειν· οὔθ’, ὅτι <lb/>φυλαττόμενοί τινα τῶν
						ἐμπιπτόντων τε καὶ προσπιπτόντων <lb/>ἔξωθεν ἀναγκαζόμεθα κλείειν τὰ βλέφαρα, διὰ τοῦτ’
						ἔστι <lb/>μὴ ὁρᾷν τηνικαῦτα. βέλτιον γὰρ, εἴπερ οἷόν τε ἦν ἀβλαβεῖς <lb/>αὐτοὺς
						φυλάττεσθαι, καὶ τοῦθ’ ἡμᾶς ὁρᾷν. ἐπειδὴ <lb/>δ’ οὐχ οἷόν τε ἐνεργαζομένην, ἀναγκαζόμεθα
						κλείειν τὰ βλέφαρα. <lb/>ταυτὶ μὲν οὖν εἰρήσθω μοι περὶ βλεφάρων χρείας· <lb/>ἀπὸ γὰρ
						πολλῶν ὀλίγα, μηκύνειν γὰρ οὐ καιρός. μεταφέρωμεν <lb/>ἤδη τὸν λόγον ἐπὶ τοὺς
						ὀσφρητικοὺς πόρους, οὓς ﻿<pb n="882"/> Ἀριστοτέλης φησὶν ἐπιθέματα γεγονέναι πρὸς τῆς
						φύσεως, <lb/>οὔτε χρείαν τινὰ εἰπὼν τῆς τοιαύτης κατασκευῆς, οὔτ’ <lb/>ἀποδείξεις
						ὑπάρχειν. οὐ μόνον γὰρ οὐδενὸς ἕνεκα χρηστοῦ <lb/>τοιοῦτοι γεγόνασιν, οἵους Ἀριστοτέλης
						αὐτοὺς εἶναι λέγει, <lb/>ἀλλὰ καὶ βλάβην ἐργάζονται μεγάλην ἐν τῷ πλείονι χρόνῳ <lb/>τῆς
						ζωῆς πηροῦντες ἡμῶν τὴν ὀσφρητικὴν αἴσθησιν, ὅπερ <lb/>οὐδὲ κατὰ μίαν τῶν ἄλλων ὁρᾶται
						γεγονός. ἐγρηγορότων <lb/>γὰρ ἐνεργοῦσιν ἅπασαι διὰ παντὸς, ὅταν γε εὐπορῶσι τῶν
						<lb/>οἰκείων αἰσθητῶν. ὅτι μὲν οὖν τὰ καλύμματα τῶν ὀσφρητικῶν <lb/>πόρων ἄδηλός ἐστι
						καὶ ἀναπόδεικτος ὑπόθεσις, <lb/>οὐδ’ ὑφ’ ἑνὸς τῶν ἐναργῶν μαρτυρουμένη, δεδειχέναι μοι
						<lb/>δοκῶ. </p></div></div></body></text></TEI>