<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg015.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><p>Ζητήσωμεν οὖν ἤδη τὸ τῆς ὀσφρήσεως ὄργανον, <pb n="863"/> ἀρξάμενοι μὲν ἀπὸ τῆς τῶν
						συνεχῶν κατασκευῆς τοῖς <lb/>μυκτῆρσι μορίων, ἑξῆς δὲ τούτοις ἐπισκεψάμενοι τὰ τῆς
						<lb/>ἐνεργείας ἴδια συμβεβηκότα. ἐπεὶ τοίνυν ἐν τοῖς κατὰ τὴν <lb/>ῥῖνα πόροις
						ὑποτέταται τοῖς ὀστοῖς ὁ χιτὼν ἐκεῖνος, ὃν <lb/>καὶ τῇ φύσει καὶ τῇ συνεχείᾳ τὸν αὐτὸν
						ἔφην εἶναι τῷ <lb/>κατά τε τὸ στόμα καὶ τὴν γλῶτταν καὶ τὴν φάρυγγα, <lb/>πλήν γε ὅτι
						λεπτομερής ἐστιν, ἢ τοῦτο αἰσθητήριον εἶναι <lb/>χρὴ νομίζειν ὀσμῶν, ἢ τὸ τῆς ῥινὸς
						ὀστοῦν· οὐδὲν γὰρ <lb/>ἄλλο τρίτον ἐνταῦθα μόριόν ἐστιν. ἀλλὰ τῷ μὲν τῆς ῥινὸς <lb/>ὀστῷ
						μὴ ὅτι τῆς ὀσφρητικῆς, ἀλλ’ οὐδὲ τῆς ἁπτικῆς <lb/>αἰσθήσεως μέτεστιν. ὁ δ’ ὑποτεταμένος
						ἔνδον χιτὼν <lb/>ὁμοιότατος μὲν ὑπάρχει τῷ κατὰ τὸν οὐρανίσκον τε καὶ <lb/>τὴν ὑπερῴαν,
						καὶ ταύτῃ γε ἀδύνατον αὐτῷ πλεονεκτεῖν <lb/>ἐκείνων εἰς ἀκρίβειαν αἰσθήσεως, ἠδύνατο
						μέντοι μεγέθει <lb/>μόνῳ νεύρων πλεονεκτῆσαι, καθάπερ ἡ γλῶττα. φαίνεταί <lb/>γε μὴν
						οὐδὲ ταῦτα, οὐ τὸ πλέον ἔχων, ἀλλ’ ὅσον ἀναγκαῖον <lb/>εἰς αἴσθησιν ἁπτικὴν, τοσοῦτον
						νεύρων μετειληφώς. καὶ <lb/>μὲν δὴ καὶ αὐτοῦ τοῦ χιτῶνος ἡ φύοις οὐ κατὰ τὴν τῶν
						<lb/>αἰσθητηρίων οὐσίαν ἐστὶν, ὥσπερ αἱ λοιπαί. τὸ μὲν γὰρ <pb n="864"/> τῆς ὄψεως
						ὄργανον φωτοειδές· τὸ δὲ τῆς ἀκοῆς ἀερῶδες· <lb/>ὥσπερ τὸ τῆς γεύσεως ὑγρὸν καὶ
						σπογγοειδές· τὸ δὲ τῆς <lb/>ἁφῆς σκληρὸν καὶ γεῶδες· προπαρασκευασθέντος ἑκάστου
						<lb/>τῶν ὀργάνων ὑπὸ τῆς φύσεως εἰς ὁμοιότητα τῶν αἰσθητῶν. <lb/>ἐχρῆν οὖν καὶ τὸ τῶν
						ὀσμῶν αἰσθητήριον ἀτμοειδὲς ὑπάρχειν, <lb/>οὐ σκληρὸν καὶ γεῶδες, ὁποῖόν ἐστιν ὁ κατὰ
						τοὺς <lb/>μυκτῆρας χιτὼν, πρὸς τῷ τοιοῦτος εἶναι μηδὲ νεύρων <lb/>ἀξιολόγων τυχὼν, ἃ
						πάντα ἂν ἔτυχε καὶ πρὸ τῆς γλώττης, <lb/>ὡς ἂν καὶ τρίτην ἔχων τάξιν ἐν τοῖς αἰσθητικοῖς
						ὀργάνοις <lb/>εἰς διάγνωσιν οὐσίας λεπτομεροῦς. τὸ μέν γε τῆς ὄψεως <lb/>νεῦρον εἰς
						τοσοῦτον ἥκει μεγέθους, ὥστε τοῦ κατιόντος <lb/>εἰς τὸ στόμα τῆς γαστρὸς μεῖζον εἶναι
						πολὺ, καίτοι οὐκ <lb/>εἰς ὅλον διανεμόμενον τὸν ὀφθαλμὸν, ἀλλ’ ἐπὶ μόνον ἧκον <lb/>τὸ
						κρυσταλλοειδὲς σῶμα· τοῦτο γὰρ ἐδείχθη τὸ κυριώτατον <lb/>ὄργανον τῆς ὄψεως. ὅ γε μὴν
						ἀκουστικὸς πόρος, βραχύτατον <lb/>ἔχων τὸ ἔνδον πέρας, ὃ τοῦ νεύρου ψαύει, παχὺ καὶ
						<lb/>οὗτος κατὰ τὴν τοῦ μεγέθους ἀναλογίαν εἴληφε νεῦρον. <pb n="865"/> οὐ μὴν οὐδὲ ἡ
						γλῶττα μικρῶν μετέσχεν τῶν ἐξ ἐγκεφάλου <lb/>νεύρων. <milestone unit="ed2page" n="357"/>οὐκοῦν οὐδὲ τὸ τῶν ὀσμῶν αἰσθητήριον <lb/>ἔσχεν ἄν ποτε ἰσχνὸν, ὁποῖόν ἐστι τὸ κατὰ
						τὸν τῆς ῥινὸς <lb/>χιτῶνα. καὶ μὲν δὴ καὶ ἀτμοειδὲς ἀναγκαῖον ὑπάρχειν αὐτό·
						<lb/>τοιαύτη γὰρ ἡ τῶν ὀσμῶν οὐσία. ταύτῃ μὲν οὖν καὶ ἡμᾶς <lb/>ἀπάγει τῶν κατὰ τοὺς
						μυκτῆρας χωρίων, ἀπὸ τῆς κατασκευῆς <lb/>τὴν ἔνδειξιν τοῦ ζητουμένου λαμβάνοντας. ἐφεξῆς
						ἀπὸ <lb/>τῶν ἰδίων τῆς ἐνεργείας ἐπισκεπτομένοις φαίνεται οὐδεμία <lb/>γιγνομένη
						διάγνωσις ὀσμῶν ἄνευ τῆς εἰσπνοῆς, καίτοι γ’ <lb/>ἐνίοτε πεπληρωμένων τῶν πόρων τῆς
						ῥινὸς ἀτμοῦ σφοδροτάτην <lb/>ἔχοντος δύναμιν. ἐὰν οὖν τις ἐν οἴκῳ σμικροτάτῳ θυμιάσας
						<lb/>ἄσφαλτον, ἢ κασίαν, ἢ σμύρναν, ἢ λιβανωτὸν, ἢ <lb/>στύρακα, καὶ πληρώσας ὀσμῆς
						ἰσχυροτάτης αὐτὸν, εἰσελθὼν <lb/>ἀποπειρῷτο διὰ πολλοῦ χρόνου ποιούμενος τὴν εἰσπνοὴν,
						<lb/>εἴσεται τοῦ λεγομένου τὴν ἀλήθειαν, ἐν μὲν τῷ τῆς εἰσπνοῆς <lb/>χρόνῳ μόνῳ τῆς
						ὀσμῆς αἰσθανόμενος, ἐν δὲ τῷ λοιπῷ <pb n="866"/> παντὶ μηδεμίαν ἔχων αὐτοῦ διάγνωσιν,
						καίτοι γε πληρωμένων <lb/>τῶν πόρων τῆς ῥινός. οὕτω δὲ, κᾂν ἐνστάξῃς εἰς <lb/>τοὺς
						μυκτῆρας ὁτιοῦν ἔχον ἰσχυρὰν ὀδμὴν, ἐν ἐκείνῳ μόνῳ <lb/>τὴν διάγνωσιν αὐτοῦ λήψῃ, καθ’
						ὃν εἰσπνέομεν. ἔοικεν οὖν <lb/>ἕτερόν τι μόριον εἶναι τὸ τῶν ὀδμῶν διαγνωστικὸν, ἔνδον
						<lb/>που τεταγμένον ἐν βαθυτέρῳ τοῦ σώματος, οὐ πρόχειρον <lb/>οὕτως, οὐδ’ ἐκτὸς, ὡς ὁ
						κατὰ τὴν ῥῖνα χιτών· ἀλλ’ ὡς ἐν <lb/>τοῖς περὶ τῆς εἰσπνοῆς λόγοις ἐμάθομεν, ὡς ὁ μὲν
						θώραξ <lb/>ὑπό τινων μυῶν διαστέλλοιτο, συνέποιτο δὲ ὁ πνεύμων <lb/>αὐτῷ, κᾄπειτα ἐξ
						ἀνάγκης τῷδε κατὰ τὸ συνεχὲς ὁ ἔξωθεν <lb/>ἀὴρ διά τε τῆς τραχείας ἀρτηρίας καὶ τῆς
						φάρυγγος <lb/>καὶ τοῦ στόματος καὶ τῆς ῥινός. εἴπερ οὖν ὁ <lb/>κατὰ τὴν ῥῖνα χιτὼν οὐκ
						ἔστι τῆς ὀσφρήσεως ὄργανον, ἑξῆς <lb/>ἐπισκεπτέον ἡμῖν περὶ τοῦ κατὰ τὸν οὐρανίσκον,
						εἶθ’ ἑξῆς <lb/>φάρυγγός τε καὶ τραχείας ἀρτηρίας. ὁ μὲν δὴ κατὰ τὸν <lb/>οὐρανίσκον
						χιτὼν οὐκ ἂν εἴη τὸ τῆς ὀσφρήσεως ὄργανον, <lb/>εἴ γε τοῖς ἐμφράξασι μὲν τοὺς μυκτῆρας ἢ
						καὶ σφίγξασι ﻿<pb n="867"/> διὰ τῶν δακτύλων τὰ τῆς ῥινὸς πτερύγια καὶ κλείσασιν
						<lb/>ἀμφοτέρους τοὺς πόρους, ἀναπνέουσι δὲ ἐν τῷδε διὰ τοι <lb/>στόματος οὐδεμία τῶν
						ὀσμῶν αἴσθησις γίνεται. διὰ δὲ <lb/>ταῦτα καὶ τὴν φάρυγγα καὶ τὴν τραχεῖαν ἀρτηρίαν οὐχ
						<lb/>ὑποληπτέον ὑπάρχειν αὐτό. </p></div></div></body></text></TEI>