<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg015.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="2"><p><milestone unit="ed2page" n="355"/>Καὶ τοίνυν τῆς ῥινὸς ἐχούσης μέσον διάφραγμα <lb/>καὶ
						πόρους ἀξιολόγους δύο, τούτους δὴ τοὺς φαινομένους, <pb n="859"/> ἕνα καθ’ ἑκάτερον
						μυκτῆρα, χρὴ γινώσκειν ἀνωτέρω τῶν <lb/>μέσων τῆς ῥινὸς ἑκάτερον αὐτῶν δίχα σχιζόμενον.
						ἥκει δὲ <lb/>τῶν μερῶν τὸ μὲν ἕτερον εἰς τὸ τοῦ στόματος ἔνδον, τὸ <lb/>δ’ ἕτερον
						ὄρθιον, ὡς ἐξ ἀρχῆς ἐφέρετο, πρὸς αὐτὸν ἀναβαίνει <lb/>τὸν ἐγκέφαλον. εἰσὶ γὰρ αὐτῶν καὶ
						δύο κατὰ τοῦτο <lb/>ἀποφύσεις προμήκεις τε καὶ κοῖλαι, τὴν ἀρχὴν μὲν ἐκ τῶν
						<lb/>προσθίων ἔχουσαι κοιλιῶν, καθήκουσαι δὲ ἐπ’ ἐκεῖνο τοῦ <lb/>κρανίου τὸ μέρος, ὅθεν
						ἡ ῥὶς ἄρχεται. κατὰ τοῦτο καὶ ἡ <lb/>τῶν ἠθμοειδῶν ὀστῶν ἐστι θέσις, ὧν τὴν χρείαν
						ἱκανὸν <lb/>ἐνδείξασθαι τοὔνομα, καὶ ἥ γε μήνιγξ ἡ παχεῖα, καθ’ ὃ <lb/>ψαύει τῶνδε τῶν
						ὀστῶν, ὀπαῖς λεπταῖς τέτρηται. διὰ ταύτης <lb/>γέ τοι πρώτης διηθεῖται τὰ παχύτερα τῶν
						τοῦ ἐγκεφάλου <lb/>περιττῶν· (ἔθος δ’ ἐστὶν ἀπ’ Ἀριστοτέλους ἀρξάμενον <lb/>ὀνομάζεσθαι
						τὰ τοιαῦτα πάντα περιττώματα·) τὰ μὲν γὰρ <lb/>ἀτμοειδέστερα κατὰ τὰς ῥαφὰς ἀναθεῖ, καὶ
						ταύτην κένωσιν. <lb/>ὅσα δὲ τούτων παχέα, καθάπερ ἡ βλέννα καὶ ἡ κόρυζα, κατάντη
						<lb/>φέρεται, πρώτην μὲν τὴν παχεῖαν μήνιγγα διεξερχόμενα, <pb n="860"/> μετ’ ἐκείνην δὲ
						διὰ τῶν ἠθμοειδῶν ὀστῶν ἠθούμενα, <lb/>κᾄπειθ’ οὕτως ἐμπίπτοντα τοῖς πόροις τῆς ῥινός.
						ἐν <lb/>δὲ τῇ διὰ τούτων πορείᾳ μέρος ἔστιν ὅτε καταῤῥεῖ τῶν <lb/>καταφερομένων εἰς τὸ
						στόμα διὰ τῶν εἰρημένων ἐκ τῆς <lb/>ῥινὸς εἰς αὐτὸ συντρήσεων. καὶ τάς γε παχυτέρας
						βλέννας, <lb/>καὶ μάλισθ’ ὅσαι γλίσχραι, κατὰ μὲν τὸ ἕτερον αὐτῶν ἐνίοτε <lb/>πέρας
						ἐμπεπτωκυίας ταῖς εἰς τὸ στόμα συντρήσεσιν, κατὰ <lb/>δὲ τὸ ἕτερον ἐν τοῖς τῆς ῥινὸς
						οὖσι πόροις ἑκατέρων ἐκκενούμενον, <lb/>ἐκφυσήσει μὲν βιαιο<milestone unit="ed1page" n="207"/>τέρᾳ χρησάμενον διὰ <lb/>μυκτήρων, ἀναχρέμψει δὲ διὰ τοῦ στόματος. ὑπαλείφει
						<lb/>δ’ ἄναιμος χιτὼν, ὑμένος παχύτερος, αὐτούς τε τῆς ῥινὸς <lb/>τοὺς εὐθεῖς πόρους,
						ἀναφερομένους ἄχρι τῶν ἠθμοειδῶν, <lb/>καὶ πρὸς τούτοις τοὺς ἄλλους τοὺς λοξοὺς, οὓς εἰς
						τὸ <lb/>στόμα τελευτᾷν ἔφην. ἔστι δὲ συνεχὴς ὁ χιτὼν οὗτος καὶ <lb/>αὐτῷ τῷ τὴν τοῦ
						στόματος ὅλου περιγραφὴν ἔνδοθεν ὑπαλείφοντι <lb/>καὶ γλῶτταν ἀμφιεννύντι, καὶ πρός γε
						τούτοις <lb/>φάρυγγά τε καὶ λάρυγγα καὶ τραχεῖαν ἀρτηρίαν καὶ στόμαχον. <lb/>εἰς δὲ δὴ
						τὸν χιτῶνα τοῦτον, ἕνα μὲν ὑπάρχοντα <lb/>καὶ συνεχῆ, καὶ τῷ τῆς οὐσίας εἴδει τὸν αὐτὸν
						ἐν ἅπασι <pb n="861"/> τοῖς εἰρημένοις φαινόμενον, οὐ μὴν ἴσον γε τὸ πάχος ἐν
						<lb/>ἅπασιν αὐτοῖς ἔχοντα, διασπείρεταί τινα τῶν ἐξ ἐγκεφάλου <lb/>νεύρων μικρὰ, πλὴν
						τῶν εἰς τὴν γλῶτταν ἰόντων. ἱκανὸν <lb/>ὡς γὰρ ἐκεῖνα πάχος, διότι περιττοτέρας
						αἰσθήσεως δεῖ τῳ <lb/>μορίῳ τῷδε, γεύσεως αἰσθητικῷ γεγενημένῳ. ταῦτ’ ἄρα καὶ <lb/>τοῖς
						ὀφθαλμοῖς ἔτι παχύτερα τῶν εἰς τὴν γλῶτταν ἰόντων <lb/>ἡ φύσις ἔνειμεν νεῦρα, καὶ μετ’
						αὐτοὺς ὠσὶ καὶ στόματι <lb/>κοιλίας, ἐπειδὴ καὶ τοῦτο αἰσθητικώτατον ὑπάρχειν ἐχρῆν,
						<lb/>ὡς ἐν τοῖς ὑπὲρ αὐτοῦ δέδεικται λόγοις. ὀφθαλμὸς μὲν <lb/>οὖν ὄργανον ὀπτικὸν, καὶ
						οὖς ἀκουστικὸν, καὶ γλῶττα γευστικὸν, <lb/>ὀρέξεως δὲ σιτίων καὶ πομάτων ἡ γαστήρ ἐστιν
						ὄργανον, <lb/>καὶ ταύτης μάλιστα τὸ στόμα. παχυμερεστάτην δὲ <lb/>εἰς διάγνωσιν ἡ φύσις
						ἐποίησεν τὴν ἁπτικὴν δύναμιν, οὐκ <lb/>ἔτι μὴν ταύτην γε καθ’ ἓν ἀποκεκριμένην χωρίον,
						ὡς ἑκάστην <lb/>τῶν εἰρημένων, ἀλλ’ εἰς ὅλον ἐκτεταμένην τὸ σῶμα. <lb/>καὶ διὰ τοῦτο καὶ
						νεύρων αὐτῇ μικροτέρων ἔνειμεν πλῆθος, καὶ <lb/>τούτων σκληρῶν, ἐκ νωτιαίου μυελοῦ τῶν
						πλείστων ἀρχομένων. ﻿<pb n="862"/>
						<milestone unit="ed2page" n="356"/>εἰς δὲ τὰ προειρημένα μόρια, περιττοτέρας αἰσθήσεως
						<lb/>δεόμενα, καὶ μείζω καὶ μαλακώτερα νεῦρα κατέφυσεν, <lb/>ἐξ ἐγκεφάλου πάντα
						βλαστάνοντα. φωτοειδέστατον μὲν οὖν <lb/>ἐποίησεν τὸ τῆς ὄψεως ὄργανον, ὡς ἂν καὶ μόνον
						αὐγῆς καὶ <lb/>φωτὸς αἰσθανόμενον, ἀερῶδες τὸ τῆς ἀκοῆς, αἰσθητικὸν ἐσόμενον <lb/>καὶ
						τοῦτο τῶν κατὰ τὸν ἀέρα ψόφων. οὕτω δὲ καὶ τὸ <lb/>τῶν χυμῶν διαγνωστικὸν ὄργανον, τὴν
						γλῶτταν, ἐκ τῆς ὑγροτέρας <lb/>ἰδέας τοῦ σώματος ἡ φύσις εἰργάσατο. μεταξὺ δὲ <lb/>ἀέρος
						τε καὶ ὑγροῦ καὶ πυρὸς τὸ τῆς ὀσφρήσεώς ἐστιν αἰσθητικὸν, <lb/>οὔθ’ οὕτω λεπτομερὲς
						ὑπάρχον, ὡς ὁ ἀὴρ, οὔθ’ οὕτω <lb/>παχυμερὲς, ὡς τὸ ὑγρόν. ὅσον γὰρ ἀποῤῥεῖ τῶν σωμάτων
						<lb/>ἑκάστου, τοῦτ’ ἔστι τῶν ὀσφρητῶν ἡ οὐσία. μαθεῖν δ’ ἐστὶ <lb/>μάλιστα ἐπὶ ῥόδων
						αὐτῶν καὶ τῶν οὕτως ἁπλῶν, ἃ διὰ <lb/>ταχέων ἑαυτῶν ἐλάττω τε ἅμα καὶ ξηρότερα γίνεται,
						φανερῶς <lb/>ἐνδεικνύμενα, τὴν ὑγροτέραν μοῖραν ἐκ τῆς οὐσίας αὐτῶν <lb/>διαφορεῖσθαι.
					</p></div></div></body></text></TEI>