<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg015.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="1"><head>ΓΑΛΗΝΟΥ ΠΕΡΙ ΟΣΦΡΗΣΕΩΣ <lb/>ΟΡΓΑΝΟΥ.</head><p>Ὄσφρησιν ὀνομάζουσιν οἱ Ἕλληνες οὐ <lb/>μόνον τὴν διάγνωσιν τῶν ὀσμῶν, ἀλλὰ καὶ τὴν
						δύναμιν, <lb/>ἧς τοῦτο ἔργον ἐστίν· ὥσπερ γε καὶ τὴν γεῦσιν οὐ τὴν <lb/>διάγνωσιν μόνον
						τῶν γευστῶν, ἀλλὰ καὶ τὴν δύναμιν αὐτῶν· <lb/>καὶ κατ’ ἄμφω δὲ τὰ σημαινόμενα τὸ τῆς
						ὀσφρήσεως <lb/>ὄργανον ἓν ἂν εἶναι λέγοιτο, δι’ οὗ ποιεῖται τῶν ἰδίων <lb/>αἰσθητῶν τὴν
						διάγνωσιν ἡ δύναμις, ἀνάλογον ὀφθαλμῷ <lb/>καὶ γλώττῃ. δοκεῖ δὲ εἶναι τοῦτο κατὰ τὴν
						πρώτην ἐπιβολὴν <lb/>τῆς διανοίας ἡ ῥίς. ἐν γοῦν τῷ διὰ τοῦ στόματος <pb n="858"/>
						εἰσπνεῖν, στεγνώσαντες αὐτὴν ὁπωσοῦν, οὐδενὸς τῶν ὀσφρητῶν <lb/>ἀντιλαμβανόμεθα, καθάπερ
						γε κᾀπειδὰν ἀνοίξαντες <lb/>τοὺς μυκτῆρας εἰσπνέωμεν, εὐθέως αἰσθανόμεθα. πότερον
						<lb/>οὖν ὁ ὑπαλείφων ἔνδοθεν ἑκάτερον τῶν κατὰ τὴν ῥῖνα πόρων <lb/>ὑμὴν ἢ χιτὼν
						(ἀμφοτέρως γὰρ ὀνομάζουσιν αὐτὸν) αἰσθάνεται <lb/>τῶν ὀσφρητῶν, οὐ γὰρ δὴ τό γε ὀστοῦν
						αὐτὸ <lb/>τῆς ῥινὸς ἤ τι τῶν ἔνδον τοῦδε τῶν ὀσμῶν ἐστιν ὄργανον, <lb/>ἄξιον ἐπισκέψεως.
						ἂν γοῦν πληρώσῃς τοὺς πόρους εἴτ’ οὖν <lb/>μύρων τῶν εὐωδῶν ἤ τινος ἄλλου σφοδρὰν ὀσμὴν
						ἔχοντος, <lb/>οὐκ αἰσθήσῃ, πρὶν εἰσπνεῦσαι. διὸ καὶ δοκεῖ τισιν ἡ μὲν <lb/>ῥὶς πόρος
						εἶναι τῶν ὀσφραντῶν, αὐτὸ δὲ τὸ τῶν ὀσμῶν <lb/>αἰσθανόμενον σῶμα προσωτέρω που τετάχθαι.
						καὶ διὰ <lb/>τοῦτο ἀναγκαῖόν ἐστιν τὰ συνεχῆ τοῖς πόροις τῆς ῥινὸς <lb/>ἐπίστασθαι
						σώματα πρὸς τῆς ἀνατομῆς διδαχθέντας· γιγνωσκόντων <lb/>δ’ οὐ πάντων αὐτὰ, διηγήσασθαι
						βέλτιον, ὅπως <lb/>κατεσκεύασται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="2"><p><milestone unit="ed2page" n="355"/>Καὶ τοίνυν τῆς ῥινὸς ἐχούσης μέσον διάφραγμα <lb/>καὶ
						πόρους ἀξιολόγους δύο, τούτους δὴ τοὺς φαινομένους, <pb n="859"/> ἕνα καθ’ ἑκάτερον
						μυκτῆρα, χρὴ γινώσκειν ἀνωτέρω τῶν <lb/>μέσων τῆς ῥινὸς ἑκάτερον αὐτῶν δίχα σχιζόμενον.
						ἥκει δὲ <lb/>τῶν μερῶν τὸ μὲν ἕτερον εἰς τὸ τοῦ στόματος ἔνδον, τὸ <lb/>δ’ ἕτερον
						ὄρθιον, ὡς ἐξ ἀρχῆς ἐφέρετο, πρὸς αὐτὸν ἀναβαίνει <lb/>τὸν ἐγκέφαλον. εἰσὶ γὰρ αὐτῶν καὶ
						δύο κατὰ τοῦτο <lb/>ἀποφύσεις προμήκεις τε καὶ κοῖλαι, τὴν ἀρχὴν μὲν ἐκ τῶν
						<lb/>προσθίων ἔχουσαι κοιλιῶν, καθήκουσαι δὲ ἐπ’ ἐκεῖνο τοῦ <lb/>κρανίου τὸ μέρος, ὅθεν
						ἡ ῥὶς ἄρχεται. κατὰ τοῦτο καὶ ἡ <lb/>τῶν ἠθμοειδῶν ὀστῶν ἐστι θέσις, ὧν τὴν χρείαν
						ἱκανὸν <lb/>ἐνδείξασθαι τοὔνομα, καὶ ἥ γε μήνιγξ ἡ παχεῖα, καθ’ ὃ <lb/>ψαύει τῶνδε τῶν
						ὀστῶν, ὀπαῖς λεπταῖς τέτρηται. διὰ ταύτης <lb/>γέ τοι πρώτης διηθεῖται τὰ παχύτερα τῶν
						τοῦ ἐγκεφάλου <lb/>περιττῶν· (ἔθος δ’ ἐστὶν ἀπ’ Ἀριστοτέλους ἀρξάμενον <lb/>ὀνομάζεσθαι
						τὰ τοιαῦτα πάντα περιττώματα·) τὰ μὲν γὰρ <lb/>ἀτμοειδέστερα κατὰ τὰς ῥαφὰς ἀναθεῖ, καὶ
						ταύτην κένωσιν. <lb/>ὅσα δὲ τούτων παχέα, καθάπερ ἡ βλέννα καὶ ἡ κόρυζα, κατάντη
						<lb/>φέρεται, πρώτην μὲν τὴν παχεῖαν μήνιγγα διεξερχόμενα, <pb n="860"/> μετ’ ἐκείνην δὲ
						διὰ τῶν ἠθμοειδῶν ὀστῶν ἠθούμενα, <lb/>κᾄπειθ’ οὕτως ἐμπίπτοντα τοῖς πόροις τῆς ῥινός.
						ἐν <lb/>δὲ τῇ διὰ τούτων πορείᾳ μέρος ἔστιν ὅτε καταῤῥεῖ τῶν <lb/>καταφερομένων εἰς τὸ
						στόμα διὰ τῶν εἰρημένων ἐκ τῆς <lb/>ῥινὸς εἰς αὐτὸ συντρήσεων. καὶ τάς γε παχυτέρας
						βλέννας, <lb/>καὶ μάλισθ’ ὅσαι γλίσχραι, κατὰ μὲν τὸ ἕτερον αὐτῶν ἐνίοτε <lb/>πέρας
						ἐμπεπτωκυίας ταῖς εἰς τὸ στόμα συντρήσεσιν, κατὰ <lb/>δὲ τὸ ἕτερον ἐν τοῖς τῆς ῥινὸς
						οὖσι πόροις ἑκατέρων ἐκκενούμενον, <lb/>ἐκφυσήσει μὲν βιαιο<milestone unit="ed1page" n="207"/>τέρᾳ χρησάμενον διὰ <lb/>μυκτήρων, ἀναχρέμψει δὲ διὰ τοῦ στόματος. ὑπαλείφει
						<lb/>δ’ ἄναιμος χιτὼν, ὑμένος παχύτερος, αὐτούς τε τῆς ῥινὸς <lb/>τοὺς εὐθεῖς πόρους,
						ἀναφερομένους ἄχρι τῶν ἠθμοειδῶν, <lb/>καὶ πρὸς τούτοις τοὺς ἄλλους τοὺς λοξοὺς, οὓς εἰς
						τὸ <lb/>στόμα τελευτᾷν ἔφην. ἔστι δὲ συνεχὴς ὁ χιτὼν οὗτος καὶ <lb/>αὐτῷ τῷ τὴν τοῦ
						στόματος ὅλου περιγραφὴν ἔνδοθεν ὑπαλείφοντι <lb/>καὶ γλῶτταν ἀμφιεννύντι, καὶ πρός γε
						τούτοις <lb/>φάρυγγά τε καὶ λάρυγγα καὶ τραχεῖαν ἀρτηρίαν καὶ στόμαχον. <lb/>εἰς δὲ δὴ
						τὸν χιτῶνα τοῦτον, ἕνα μὲν ὑπάρχοντα <lb/>καὶ συνεχῆ, καὶ τῷ τῆς οὐσίας εἴδει τὸν αὐτὸν
						ἐν ἅπασι <pb n="861"/> τοῖς εἰρημένοις φαινόμενον, οὐ μὴν ἴσον γε τὸ πάχος ἐν
						<lb/>ἅπασιν αὐτοῖς ἔχοντα, διασπείρεταί τινα τῶν ἐξ ἐγκεφάλου <lb/>νεύρων μικρὰ, πλὴν
						τῶν εἰς τὴν γλῶτταν ἰόντων. ἱκανὸν <lb/>ὡς γὰρ ἐκεῖνα πάχος, διότι περιττοτέρας
						αἰσθήσεως δεῖ τῳ <lb/>μορίῳ τῷδε, γεύσεως αἰσθητικῷ γεγενημένῳ. ταῦτ’ ἄρα καὶ <lb/>τοῖς
						ὀφθαλμοῖς ἔτι παχύτερα τῶν εἰς τὴν γλῶτταν ἰόντων <lb/>ἡ φύσις ἔνειμεν νεῦρα, καὶ μετ’
						αὐτοὺς ὠσὶ καὶ στόματι <lb/>κοιλίας, ἐπειδὴ καὶ τοῦτο αἰσθητικώτατον ὑπάρχειν ἐχρῆν,
						<lb/>ὡς ἐν τοῖς ὑπὲρ αὐτοῦ δέδεικται λόγοις. ὀφθαλμὸς μὲν <lb/>οὖν ὄργανον ὀπτικὸν, καὶ
						οὖς ἀκουστικὸν, καὶ γλῶττα γευστικὸν, <lb/>ὀρέξεως δὲ σιτίων καὶ πομάτων ἡ γαστήρ ἐστιν
						ὄργανον, <lb/>καὶ ταύτης μάλιστα τὸ στόμα. παχυμερεστάτην δὲ <lb/>εἰς διάγνωσιν ἡ φύσις
						ἐποίησεν τὴν ἁπτικὴν δύναμιν, οὐκ <lb/>ἔτι μὴν ταύτην γε καθ’ ἓν ἀποκεκριμένην χωρίον,
						ὡς ἑκάστην <lb/>τῶν εἰρημένων, ἀλλ’ εἰς ὅλον ἐκτεταμένην τὸ σῶμα. <lb/>καὶ διὰ τοῦτο καὶ
						νεύρων αὐτῇ μικροτέρων ἔνειμεν πλῆθος, καὶ <lb/>τούτων σκληρῶν, ἐκ νωτιαίου μυελοῦ τῶν
						πλείστων ἀρχομένων. ﻿<pb n="862"/>
						<milestone unit="ed2page" n="356"/>εἰς δὲ τὰ προειρημένα μόρια, περιττοτέρας αἰσθήσεως
						<lb/>δεόμενα, καὶ μείζω καὶ μαλακώτερα νεῦρα κατέφυσεν, <lb/>ἐξ ἐγκεφάλου πάντα
						βλαστάνοντα. φωτοειδέστατον μὲν οὖν <lb/>ἐποίησεν τὸ τῆς ὄψεως ὄργανον, ὡς ἂν καὶ μόνον
						αὐγῆς καὶ <lb/>φωτὸς αἰσθανόμενον, ἀερῶδες τὸ τῆς ἀκοῆς, αἰσθητικὸν ἐσόμενον <lb/>καὶ
						τοῦτο τῶν κατὰ τὸν ἀέρα ψόφων. οὕτω δὲ καὶ τὸ <lb/>τῶν χυμῶν διαγνωστικὸν ὄργανον, τὴν
						γλῶτταν, ἐκ τῆς ὑγροτέρας <lb/>ἰδέας τοῦ σώματος ἡ φύσις εἰργάσατο. μεταξὺ δὲ <lb/>ἀέρος
						τε καὶ ὑγροῦ καὶ πυρὸς τὸ τῆς ὀσφρήσεώς ἐστιν αἰσθητικὸν, <lb/>οὔθ’ οὕτω λεπτομερὲς
						ὑπάρχον, ὡς ὁ ἀὴρ, οὔθ’ οὕτω <lb/>παχυμερὲς, ὡς τὸ ὑγρόν. ὅσον γὰρ ἀποῤῥεῖ τῶν σωμάτων
						<lb/>ἑκάστου, τοῦτ’ ἔστι τῶν ὀσφρητῶν ἡ οὐσία. μαθεῖν δ’ ἐστὶ <lb/>μάλιστα ἐπὶ ῥόδων
						αὐτῶν καὶ τῶν οὕτως ἁπλῶν, ἃ διὰ <lb/>ταχέων ἑαυτῶν ἐλάττω τε ἅμα καὶ ξηρότερα γίνεται,
						φανερῶς <lb/>ἐνδεικνύμενα, τὴν ὑγροτέραν μοῖραν ἐκ τῆς οὐσίας αὐτῶν <lb/>διαφορεῖσθαι.
					</p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><p>Ζητήσωμεν οὖν ἤδη τὸ τῆς ὀσφρήσεως ὄργανον, <pb n="863"/> ἀρξάμενοι μὲν ἀπὸ τῆς τῶν
						συνεχῶν κατασκευῆς τοῖς <lb/>μυκτῆρσι μορίων, ἑξῆς δὲ τούτοις ἐπισκεψάμενοι τὰ τῆς
						<lb/>ἐνεργείας ἴδια συμβεβηκότα. ἐπεὶ τοίνυν ἐν τοῖς κατὰ τὴν <lb/>ῥῖνα πόροις
						ὑποτέταται τοῖς ὀστοῖς ὁ χιτὼν ἐκεῖνος, ὃν <lb/>καὶ τῇ φύσει καὶ τῇ συνεχείᾳ τὸν αὐτὸν
						ἔφην εἶναι τῷ <lb/>κατά τε τὸ στόμα καὶ τὴν γλῶτταν καὶ τὴν φάρυγγα, <lb/>πλήν γε ὅτι
						λεπτομερής ἐστιν, ἢ τοῦτο αἰσθητήριον εἶναι <lb/>χρὴ νομίζειν ὀσμῶν, ἢ τὸ τῆς ῥινὸς
						ὀστοῦν· οὐδὲν γὰρ <lb/>ἄλλο τρίτον ἐνταῦθα μόριόν ἐστιν. ἀλλὰ τῷ μὲν τῆς ῥινὸς <lb/>ὀστῷ
						μὴ ὅτι τῆς ὀσφρητικῆς, ἀλλ’ οὐδὲ τῆς ἁπτικῆς <lb/>αἰσθήσεως μέτεστιν. ὁ δ’ ὑποτεταμένος
						ἔνδον χιτὼν <lb/>ὁμοιότατος μὲν ὑπάρχει τῷ κατὰ τὸν οὐρανίσκον τε καὶ <lb/>τὴν ὑπερῴαν,
						καὶ ταύτῃ γε ἀδύνατον αὐτῷ πλεονεκτεῖν <lb/>ἐκείνων εἰς ἀκρίβειαν αἰσθήσεως, ἠδύνατο
						μέντοι μεγέθει <lb/>μόνῳ νεύρων πλεονεκτῆσαι, καθάπερ ἡ γλῶττα. φαίνεταί <lb/>γε μὴν
						οὐδὲ ταῦτα, οὐ τὸ πλέον ἔχων, ἀλλ’ ὅσον ἀναγκαῖον <lb/>εἰς αἴσθησιν ἁπτικὴν, τοσοῦτον
						νεύρων μετειληφώς. καὶ <lb/>μὲν δὴ καὶ αὐτοῦ τοῦ χιτῶνος ἡ φύοις οὐ κατὰ τὴν τῶν
						<lb/>αἰσθητηρίων οὐσίαν ἐστὶν, ὥσπερ αἱ λοιπαί. τὸ μὲν γὰρ <pb n="864"/> τῆς ὄψεως
						ὄργανον φωτοειδές· τὸ δὲ τῆς ἀκοῆς ἀερῶδες· <lb/>ὥσπερ τὸ τῆς γεύσεως ὑγρὸν καὶ
						σπογγοειδές· τὸ δὲ τῆς <lb/>ἁφῆς σκληρὸν καὶ γεῶδες· προπαρασκευασθέντος ἑκάστου
						<lb/>τῶν ὀργάνων ὑπὸ τῆς φύσεως εἰς ὁμοιότητα τῶν αἰσθητῶν. <lb/>ἐχρῆν οὖν καὶ τὸ τῶν
						ὀσμῶν αἰσθητήριον ἀτμοειδὲς ὑπάρχειν, <lb/>οὐ σκληρὸν καὶ γεῶδες, ὁποῖόν ἐστιν ὁ κατὰ
						τοὺς <lb/>μυκτῆρας χιτὼν, πρὸς τῷ τοιοῦτος εἶναι μηδὲ νεύρων <lb/>ἀξιολόγων τυχὼν, ἃ
						πάντα ἂν ἔτυχε καὶ πρὸ τῆς γλώττης, <lb/>ὡς ἂν καὶ τρίτην ἔχων τάξιν ἐν τοῖς αἰσθητικοῖς
						ὀργάνοις <lb/>εἰς διάγνωσιν οὐσίας λεπτομεροῦς. τὸ μέν γε τῆς ὄψεως <lb/>νεῦρον εἰς
						τοσοῦτον ἥκει μεγέθους, ὥστε τοῦ κατιόντος <lb/>εἰς τὸ στόμα τῆς γαστρὸς μεῖζον εἶναι
						πολὺ, καίτοι οὐκ <lb/>εἰς ὅλον διανεμόμενον τὸν ὀφθαλμὸν, ἀλλ’ ἐπὶ μόνον ἧκον <lb/>τὸ
						κρυσταλλοειδὲς σῶμα· τοῦτο γὰρ ἐδείχθη τὸ κυριώτατον <lb/>ὄργανον τῆς ὄψεως. ὅ γε μὴν
						ἀκουστικὸς πόρος, βραχύτατον <lb/>ἔχων τὸ ἔνδον πέρας, ὃ τοῦ νεύρου ψαύει, παχὺ καὶ
						<lb/>οὗτος κατὰ τὴν τοῦ μεγέθους ἀναλογίαν εἴληφε νεῦρον. <pb n="865"/> οὐ μὴν οὐδὲ ἡ
						γλῶττα μικρῶν μετέσχεν τῶν ἐξ ἐγκεφάλου <lb/>νεύρων. <milestone unit="ed2page" n="357"/>οὐκοῦν οὐδὲ τὸ τῶν ὀσμῶν αἰσθητήριον <lb/>ἔσχεν ἄν ποτε ἰσχνὸν, ὁποῖόν ἐστι τὸ κατὰ
						τὸν τῆς ῥινὸς <lb/>χιτῶνα. καὶ μὲν δὴ καὶ ἀτμοειδὲς ἀναγκαῖον ὑπάρχειν αὐτό·
						<lb/>τοιαύτη γὰρ ἡ τῶν ὀσμῶν οὐσία. ταύτῃ μὲν οὖν καὶ ἡμᾶς <lb/>ἀπάγει τῶν κατὰ τοὺς
						μυκτῆρας χωρίων, ἀπὸ τῆς κατασκευῆς <lb/>τὴν ἔνδειξιν τοῦ ζητουμένου λαμβάνοντας. ἐφεξῆς
						ἀπὸ <lb/>τῶν ἰδίων τῆς ἐνεργείας ἐπισκεπτομένοις φαίνεται οὐδεμία <lb/>γιγνομένη
						διάγνωσις ὀσμῶν ἄνευ τῆς εἰσπνοῆς, καίτοι γ’ <lb/>ἐνίοτε πεπληρωμένων τῶν πόρων τῆς
						ῥινὸς ἀτμοῦ σφοδροτάτην <lb/>ἔχοντος δύναμιν. ἐὰν οὖν τις ἐν οἴκῳ σμικροτάτῳ θυμιάσας
						<lb/>ἄσφαλτον, ἢ κασίαν, ἢ σμύρναν, ἢ λιβανωτὸν, ἢ <lb/>στύρακα, καὶ πληρώσας ὀσμῆς
						ἰσχυροτάτης αὐτὸν, εἰσελθὼν <lb/>ἀποπειρῷτο διὰ πολλοῦ χρόνου ποιούμενος τὴν εἰσπνοὴν,
						<lb/>εἴσεται τοῦ λεγομένου τὴν ἀλήθειαν, ἐν μὲν τῷ τῆς εἰσπνοῆς <lb/>χρόνῳ μόνῳ τῆς
						ὀσμῆς αἰσθανόμενος, ἐν δὲ τῷ λοιπῷ <pb n="866"/> παντὶ μηδεμίαν ἔχων αὐτοῦ διάγνωσιν,
						καίτοι γε πληρωμένων <lb/>τῶν πόρων τῆς ῥινός. οὕτω δὲ, κᾂν ἐνστάξῃς εἰς <lb/>τοὺς
						μυκτῆρας ὁτιοῦν ἔχον ἰσχυρὰν ὀδμὴν, ἐν ἐκείνῳ μόνῳ <lb/>τὴν διάγνωσιν αὐτοῦ λήψῃ, καθ’
						ὃν εἰσπνέομεν. ἔοικεν οὖν <lb/>ἕτερόν τι μόριον εἶναι τὸ τῶν ὀδμῶν διαγνωστικὸν, ἔνδον
						<lb/>που τεταγμένον ἐν βαθυτέρῳ τοῦ σώματος, οὐ πρόχειρον <lb/>οὕτως, οὐδ’ ἐκτὸς, ὡς ὁ
						κατὰ τὴν ῥῖνα χιτών· ἀλλ’ ὡς ἐν <lb/>τοῖς περὶ τῆς εἰσπνοῆς λόγοις ἐμάθομεν, ὡς ὁ μὲν
						θώραξ <lb/>ὑπό τινων μυῶν διαστέλλοιτο, συνέποιτο δὲ ὁ πνεύμων <lb/>αὐτῷ, κᾄπειτα ἐξ
						ἀνάγκης τῷδε κατὰ τὸ συνεχὲς ὁ ἔξωθεν <lb/>ἀὴρ διά τε τῆς τραχείας ἀρτηρίας καὶ τῆς
						φάρυγγος <lb/>καὶ τοῦ στόματος καὶ τῆς ῥινός. εἴπερ οὖν ὁ <lb/>κατὰ τὴν ῥῖνα χιτὼν οὐκ
						ἔστι τῆς ὀσφρήσεως ὄργανον, ἑξῆς <lb/>ἐπισκεπτέον ἡμῖν περὶ τοῦ κατὰ τὸν οὐρανίσκον,
						εἶθ’ ἑξῆς <lb/>φάρυγγός τε καὶ τραχείας ἀρτηρίας. ὁ μὲν δὴ κατὰ τὸν <lb/>οὐρανίσκον
						χιτὼν οὐκ ἂν εἴη τὸ τῆς ὀσφρήσεως ὄργανον, <lb/>εἴ γε τοῖς ἐμφράξασι μὲν τοὺς μυκτῆρας ἢ
						καὶ σφίγξασι ﻿<pb n="867"/> διὰ τῶν δακτύλων τὰ τῆς ῥινὸς πτερύγια καὶ κλείσασιν
						<lb/>ἀμφοτέρους τοὺς πόρους, ἀναπνέουσι δὲ ἐν τῷδε διὰ τοι <lb/>στόματος οὐδεμία τῶν
						ὀσμῶν αἴσθησις γίνεται. διὰ δὲ <lb/>ταῦτα καὶ τὴν φάρυγγα καὶ τὴν τραχεῖαν ἀρτηρίαν οὐχ
						<lb/>ὑποληπτέον ὑπάρχειν αὐτό. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><p>Λείπει τοίνυν ἐπισκέψασθαι περὶ τοῦ λοὶ <lb/>ποῦ πέρατος τῶν κατὰ τὴν ῥῖνα πόρων, ὃ διὰ
						τῶν ἠθμοειδῶν <lb/>ὀστῶν ἐπὶ τὸν ἐγκέφαλον ἀναφέρεται. ἀλλὰ κᾀνταῦθα <lb/>τὰ μὲν τῆς
						κατασκευῆς ὅμοια, χιτὼν ὑπαλείφων <lb/>τὸν πόρον, ὡσαύτως ἔχων τῷ κά<milestone unit="ed1page" n="208"/>τω κατὰ τὴν οἰκείαν <lb/>οὐσίαν καὶ τὴν τῶν νεύρων ἰσχνότητα,
						τὰ δὲ ἀπὸ τῶν <lb/>συμβεβηκότων ἕτερα. κατὰ γάρ τοι τὴν εἰσπνοὴν ἐγχωρεῖ <lb/>τὸν
						ἐγκέφαλον αὐτὸν ἐνεργοῦντα καὶ διαστέλλοντα τὸν θώρακα <lb/>διὰ τῶν οἰκείων
						ἀποβλαστημάτων ἐπισπάσαι τι καὶ <lb/>πρὸς τὰς ἑαυτοῦ κοιλίας. οὐ μὴν ἀδύνατον τοῦτο,
						ἀλλὰ <lb/>κινοῦντι βραχυτάτην ἑαυτοῦ παρέχεσθαι κίνησιν εἰς ἑαυτόν <lb/>τε καὶ ἐξ
						ἑαυτοῦ, πιλούμενον μὲν, ἡνίκα εἰς ἑαυτὸν <lb/>συνάγηται, χεόμενον δὲ, ὁπόταν ἀποτείνηται
						πάντα· συνακολουθεῖν <pb n="868"/> δὲ αὐτῷ κατὰ τὸ συνεχὲς, ἐπειδὰν εἰς ἑαυτὸν
						<lb/>συνάγηται τὸν ἔξωθεν ἀέρα, καθάπερ γε καὶ ἀντεκπνεῖσθαι <lb/>πάλιν, ἐπειδὰν χέηται.
							<milestone unit="ed2page" n="358"/>τοῦθ’ ἡμῶν σκοπουμένων <lb/>ποτὲ, κατά τινα τύχην
						συνέβη βεβλαμμένον ἄνθρωπον ἐκ <lb/>κορύζης τε καὶ κατάῤῥου πολυχρονίου τὴν αἰσθητικὴν
						ὄσφρησιν <lb/>ἐπὶ τὴν τοῦ μελανθίου βοήθειαν ἀφικέσθαι. κόπτεται <lb/>δὲ ἀκριβῶς τοῦτο
						χάριν τοῦ χνοῶδες γενέσθαι, καὶ <lb/>ἔπειτα μιχθὲν ἐλαίῳ παλαιῷ τρίβεται μετ’ ἐκείνου
						πάλιν <lb/>ἐπιμελῶς· εἶτα πληρώσας ὁ θεραπευόμενος ὕδατος τὸ στόμα, <lb/>καὶ τὴν κεφαλὴν
						ἀνανεύσας, ἐπὶ πλεῖστον ἐγχεόμενον <lb/>διὰ τῶν μυκτήρων τὸ φάρμακον εἰσπνέων ἕλκει
						σφοδρότερον. <lb/>ἐπὶ δὲ τριῶν ἐφεξῆς ἡμερῶν ὁ νεανίσκος χρησάμενος <lb/>τῷ βοηθήματι,
						μεγάλως ὤνατο. φιλοτιμότερον δὲ εἰσπνεύσας <lb/>τῇ τετάρτῃ τῶν ἡμερῶν, ἰσχυρᾶς ᾔσθετο
						δήξεως <lb/>ἐν τῷ βάθει τῆς κεφαλῆς, καὶ μάλιστ’ αὐτῆς κατὰ βραχὺ <lb/>μειουμένης,
						παντάπασιν ἐπαύσατο κατὰ τὴν ὑστεραίαν. <lb/>ἐδόκει τοιγαροῦν ἡμῖν ἐνηνέχθαι τι τοῦ
						μελανθίου κατὰ <pb n="869"/> τὰς τοῦ ἐγκεφάλου κοιλίας, ὃ προσιζῆσαν ἤτοι τοῖς
						χοροειδέσι <lb/>πλέγμασιν, ἴσως δὲ καὶ αὐτῷ τῷ ἐγκεφάλῳ, παρασχεῖν <lb/>τὴν ὀδύνην.
						ὁμολογεῖν δὲ φαίνεται τοῖσδε καὶ τὸ δεῖν <lb/>ἀτμοειδές πως εἶναι τὸ τῶν ὀσμῶν ἴδιον
						ὄργανον. καὶ διὰ <lb/>τοῦθ’, ἕνεκα τοῦ βεβαίως πεισθῆναι, καὶ ἄλλῳ τινὶ καὶ <lb/>ἄλλῳ
						καὶ πολλοῖς ἐφεξῆς οἰκέταις ἐνεχέαμεν τοῦ φαρμάκου, <lb/>σφοδρῶς ἀναπνεῦσαι κελεύσαντες.
						ἐξ ὧν ἔνιοι μὲν οὐδ’ <lb/>ὅλως, ἔνιοι δὲ ἀμυδρῶς, εἰσὶ δ’ οἳ καὶ σαφῶς ᾔσθοντο
						<lb/>δήξεως ἐν τῷ βάθει τῆς κεφαλῆς. ἡμεῖς μὲν οὖν ἔκ τε <lb/>τούτων ἀναλογιζόμενοι καὶ
						τῶν ἄλλων τῶν προειρημένων <lb/>ἐν ταῖς προσθίαις κοιλίαις τοῦ ἐγκεφάλου τὴν τῶν
						ὀσφρητῶν <lb/>αἴσθησιν ἐπιστεύομεν γίγνεσθαι. προσήρχοντο δὲ ἡμῖν <lb/>ἐξ ἐπιμέτρου
						πίστεις οὐ σμικραί· πρώτη μὲν ἡ τῶν πταρμῶν, <lb/>ὠφελούντων ἐναργῶς τῷ βάρει τῆς
						κεφαλῆς, ὅταν <lb/>ὑπὸ ἀτμῶν παχέων ὁ ἐγκέφαλος ἐμπλησθῇ· δευτέρα δὲ, ὅτι <lb/>πληροῦταί
						τε καὶ θερμαίνεται κατὰ τὰς τῆς ἀναπνοῆς ἐπισχέσεις <lb/>ὁ ἐγκέφαλος, ὡς ὀλίγον ὕστερον
						ἐρῶ· εἰκὸς οὖν ἐστι, <pb n="870"/> δεῖσθαι τῆς μὲν ἐκπνοῆς αὐτὸν ἕνεκα τοῦ τὰ λυποῦντα
						κενῶσαι, <lb/>τῆς δ’ εἰσπνοῆς ἀναψύξεως χάριν· ἔτι τε τρίτον, <lb/>τούτοις ἐγκεκαυμένης
						ἢ καὶ ἄλλως ὁπωσοῦν θερμῆς τῆς <lb/>κεφαλῆς, αἰσθανόμεθα τήν τε τῶν ῥόδων ὀσμὴν καὶ
						τινῶν <lb/>ἄλλων, ὅσα προσηνῶς ἐκψύχει, ἐπιφανῶς ἰᾶσθαι τὴν <lb/>θέρμην· οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ
						τὸ κατὰ μηδένα τρόπον ἐγχωρεῖν <lb/>ἐν τῷ ῥινὸς χιτῶνι τὴν αἴσθησιν γίνεσθαι τῶν ὀσμῶν·
						<lb/>ὃ γὰρ εἶχε μόνον βραχὺ τὸ πιθανὸν ὑπ’ Ἀριστοτέλους εἰρημένον, <lb/>ἐξεταζόμενον
						ηὑρίσκετο ψεῦδος. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p>Ὅπως οὖν ἀκριβεστέρα γένοιτο παντὸς τοῦ <lb/>δόγματος ἡ βάσανος, ἀρξώμεθα τῶν
						προειρημένων κεφαλαίων <lb/>ἀπὸ τοῦ τελευταίου. τί δή ποτε γὰρ εἰσπνεόντων ἡ <lb/>τῶν
						ὀσμῶν αἴσθησις γίγνεται, κατ’ ἄλλον δὲ οὐδένα χρόνον, <lb/>εἴπερ ἐν τοῖς τῆς ῥινὸς
						πόροις ἡ γένεσις αὐτῆς ἐστιν, ἐπισκεπτομένοις <lb/>ἡμῖν ἓν τοῦτο μόνον ηὑρίσκετο
						πιθανὸν, ὡς <lb/>μὴ κατὰ τὴν ἐκτὸς ἐπιφάνειαν τοῦ τῆς ῥινὸς χιτῶνος, <lb/>ἀλλὰ διὰ
						βάθους συχνοῦ τὸ τῆς ὀσφρήσεως ὄργανον τετάχθαι, <pb n="871"/> πόρων μέν τινων ἐπ’ αὐτὸ
						τεινόντων, οὐ μὴν <lb/>ἀνεῳγμένων γε διὰ παντὸς, ἀλλ’ οἷον ἐπιθήματά <milestone unit="ed2page" n="359"/>τινα <lb/>ἐχόντων ὑμενώδη λεπτά· τούτων δ’ ἐν ταῖς εἰσπνοαῖς
						ὑπὸ <lb/>τῆς ῥύμης τοῦ πνεύματος ἀνοιγομένων, οὕτως ἀφικνεῖσθαι <lb/>τὸ αἰσθητὸν ἐπὶ τὸ
						διαγνωστικὸν αὐτοῦ μόριον. ἔοικε δέ <lb/>τι τοιοῦτον καὶ Ἀριστοτέλης ἔν τε τῷ δευτέρῳ
						περὶ ψυχῆς <lb/>κᾀν τῷ περὶ αἰσθήσεως καὶ αἰσθητῶν· ἐπιγράφεται δὲ <lb/>τοῦτο καὶ δι’
						ἕτερον τρόπον ᾧδε, περὶ αἰσθήσεως καὶ <lb/>αἰσθητηρίων, ἐπειδὴ τὰ τῶν αἰσθήσεων ὄργανα
						καλεῖν οὕτως <lb/>ἔθος ἐστὶν καὶ Ἀριστοτέλει. κατὰ μὲν οὖν τὸ δεύτερον <lb/>περὶ ψυχῆς
						ταυτὶ γέγραπται· Οὕτως μὲν οὖν καὶ τὸ <lb/>ὀσφραντικὸν ὄργανον τοῖς μὲν ἀκαλυφὲς, ὥσπερ
						τὸ ὄμμα· <lb/>τοῖς δὲ τὸν ἀέρα δεχομένοις ἔχει ἐπικάλυμμα, ὃ ἀναπνεόντων
						<lb/>ἀποκαλύπτεσθαι, διευρυνομένων τῶν φλεβῶν καὶ τῶν <lb/>πόρων. ἐν δὲ τῷ περὶ
						αἰσθήσεως καὶ αἰσθητηρίων τάδε <lb/>φησί· Ἀλλὰ τοῖς μὲν ἀναπνέουσι τὸ πνεῦμα ἀφαιρεῖ τὸ
						<lb/>ἐπικείμενον, ὥσπερ πῶμά τι, διὸ οὐκ αἰσθάνεται μὴ ἀναπνέοντα· ﻿<pb n="872"/> τοῖς
						δ’ οὐκ ἀναπνέουσιν ἀφῄρηται τοῦτο· καθάπερ <lb/>ἐπὶ τῶν ὀφθαλμῶν τὰ μὲν ἔχει βλέφαρα τῶν
						ζώων, ὧν <lb/>μὴ ἀνακαλυφθέντων οὐ δύναται ὁρᾷν, τὰ δὲ σκληρόφθαλμα <lb/>οὐκ ἔχει,
						διόπερ οὐ προσδεῖται οὐδενὸς τοῦ ἀνακαλύψοντος, <lb/>ἀλλ’ ὁρᾷ ἐκ τοῦ δυνατοῦ ὁρᾷν αὐτῷ
						εὐθύς. <lb/>αὗται μὲν αἱ τοῦ Ἀριστοτέλους ῥήσεις, οὐδ’ ὅλως ἐπιχειρήσαντος <lb/>ζητῆσαι
						μόριον, ἐν ᾧ πρώτως τὴν τῶν ὀσμῶν <lb/>αἴσθησιν ἔχομεν. ἀλλὰ καὶ τὸ λεγόμενον ὑπ’ αὐτοῦ
						περὶ <lb/>τῶν ἀνακαλυπτομένων πόρων ἀδύνατον μὲν οὐκ ἔστιν, <lb/>ὥσπερ ἔνια τῶν
						λεγομένων ὑπό τινων, οὐ μὴν δυνατόν γε <lb/>συστῆναι κατὰ τοὺς πόρους τῆς ῥινός. ἐπὶ μέν
						γε τῶν <lb/>βλεφάρων ἡ κίνησις κατὰ τὴν ἡμετέραν ἐπιτελεῖται προαίρεσιν, <lb/>καὶ διὰ
						τοῦτο ἔξεστιν ἡμῖν, ὁπότε βουλόμεθα, καὶ <lb/>κλείειν αὐτοῖς καὶ ἀνοίγειν· ἐπὶ δὲ τῆς
						τῶν ὀσμῶν αἰσθήσεως <lb/>οὐχ ᾧδ’ ἔχει. συμβεβηκὸς γάρ ἐστι ταῖς εἰσπνοαῖς <lb/>τὸ κατὰ
						τὴν ἄνοιξιν τῶν πόρων, οὐχ ἡμέτερον ἔργον. πῶς <lb/>οὖν συμβήσεται, σκεπτέον ἐφεξῆς.
						καίτοι γε δίκαιος ἦν ὁ <lb/>Ἀριστοτέλης, ὁ πατὴρ τοῦ λόγου, κατεσκευακέναι μὲν τὴν <pb n="873"/> ἑαυτοῦ δόξαν, οὐκ ἀποφῃνάμενος ἁπλῶς, ἡμῖν ἐπιτρέψας <lb/>περὶ τῆς ἐκείνου
						γνώμης ἀπομαντεύσασθαι, μηδὲν εἰπόντος <lb/>σαφὲς, ὥστε οὐδὲ κατασκευὴν ἣν λέγει τῶν
						πόρων ἐδήλωσεν, <lb/>εἴτ’ ἐν τῷ χιτῶνι τῶν μυκτήρων, εἴτ’ ἐν ἄλλῳ τινὶ <lb/>μέρει
						βούλεται τούτους δὴ τοὺς ὀσφρητικοὺς πόρους ὑπάρχειν. <lb/>ἀλλ’ ὅτι γε μὴ κατὰ τοὺς
						μυκτῆρας, ἐνθένδε δῆλον. <lb/>εἰ γὰρ οὕτως ἔχοιεν, ἡ φορὰ τοῦ προσπίπτοντος ἔξωθεν
						<lb/>ἀέρος ἀνοίγνυσιν αὐτοὺς, ἐὰν καὶ χωρὶς τῆς εἰσπνοῆς ἐμπίπτῃ <lb/>τὸ πνεῦμα. ὅτι δὲ
						οὐκ ἐργάζεται, σαφῶς ἔνεστι <lb/>θεάσασθαι, πρῶτον μὲν αὑτῷ τεχνησάμενον κίνησιν ἀέρος
						<lb/>ἐν οἴκῳ σμικρῷ μεστῷ σφοδροτάτης ὀσμῆς, δεύτερον δὲ καὶ <lb/>πρὸς ἄνεμον τρέψαντα
						τοὺς μυκτῆρας ἐν τούτῳ τῷ χωρίῳ, <lb/>καὶ τρίτον ἐπιθέντα κατὰ τῶν μυκτήρων ἕν τι τῶν
						ὀργάνων <lb/>τῶν δυναμένων ὠθεῖν ἀέρα. καλαμίσκοι δ’ εἰσὶ <lb/>τοιοῦτοι, καὶ κύστεις
						εὐθύτρητοι, καὶ πρὸς ἑαυτῶν ἔχουσαι <lb/>κέρατα. ἀλλά τοι, τούτων πάντων κινούντων ἀέρα,
						<lb/>διάγνωσις οὐδεμία γίγνεται τῆς ὀσμῆς. οὐ μὴν τοῦτ’ ἔστιν <lb/>εἰπεῖν, ὡς τοιαύτη
						κίνησίς ἐστι τῶν κατὰ τὸν χιτῶνα πόρων, <lb/>οἵα τῶν τῆς καρδίας κοιλιῶν, ὧν
						διαστελλομένων, <pb n="874"/> ἀνοίγνυσθαι συμβαίνει τὰ στόματα τῶν εἰσαγόντων τὰς
						<lb/>ὕλας ἀγγείων. ἤτοι γὰρ κατὰ τὴν ἡμετέραν προαίρεσιν ἔνεστιν <lb/>ὑποθέσθαι τὴν
						κίνησιν γίνεσθαι τῶν πόρων, ἢ χωρὶς <lb/>προαιρέσεως, οἵα καὶ τῆς καρδίας ἐστί. εἰ μὲν
						οὖν κατὰ <lb/>τὴν ἡμετέραν προαίρεσιν, δεήσει καὶ χωρὶς τῆς εἰσπνοῆς <lb/>διασταλεῖσιν
						αὐτοῖς αἰσθέσθαι τῆς ὀσμῆς· εἰ δὲ φυσικῶς <lb/>ᾖ, εὔδηλον, ὅτι καὶ οὕτως <milestone unit="ed1page" n="209"/>ἄνευ τῆς εἰσπνοῆς. <lb/>ἀλλὰ μὴν οὐδέποτε χωρὶς τῆς εἰσπνοῆς
						αἰσθανόμεθα. <lb/>φανερὸν οὖν, ὅτι τοῖς αἰσθητικοῖς τῶν ὀσμῶν πόροις <lb/>
						<milestone unit="ed2page" n="360"/>οὔτε κατὰ προαίρεσιν οὔτε ἄνευ προαιρέσεώς ἐστιν
						<lb/>οἰκεία κίνησις ἡ διοικοῦσα τὸ ὀζόμενον. οὐ μὴν οὐδὲ τῶν <lb/>ἀναπνευστικῶν πόρων
						κίνησις διαστεῖλαι δυνήσεται τοὺς <lb/>ὀσφρητικοὺς πόρους. αὐτὸς μὲν γὰρ ὁ θώραξ ἐν τοῖς
						<lb/>περὶ τούτων λόγοις ἐπιδέδεικται διαστελλόμενος ὑπὸ μυῶν· <lb/>ὁ πνεύμων δ’ αὐτὸς
						συνεπόμενός τε πάντη καὶ συνδιαστελλόμενος <lb/>τῇ πρὸς τὸ κινούμενον ἀκολουθίᾳ· τούτῳ
						δ’ <lb/>ἀκολουθῶν ὁ ἔξωθεν ἀὴρ, οὐκ ἔτι ἐξ ἀνάγκης διαστελλομένων <pb n="875"/> τῶν
						παραπεμπόντων αὐτὸν σωμάτων, οὔτε τοῦ στόματος, <lb/>οὔτε τῆς ῥινὸς, οὔτε τοῦ φάρυγγος·
						ἀναπετομένων <lb/>γὰρ αὐτῶν μόνον διὰ μείζονος ἧς ἔμπροσθεν εἶχον εὐρύτητος,
						<lb/>ἐπικτωμένων οὐ δεῖ. δῆλον οὖν ἐστιν ἐκ τῶν εἰρημένων, <lb/>ὡς ἡ τῶν ἀναπνευστικῶν
						ὀργάνων κίνησις οὐ δύναται <lb/>τοὺς λεπτοὺς ἐκείνους πόρους τῶν κατὰ τοὺς μυκτῆρας
						<lb/>χιτώνων ἀνοιγνύναι. ὥστ’ ἐκ τῆς φορᾶς τοῦ ἀέρος <lb/>ἀνοιχθήσονται μόνης, ἣν, ὡς
						ἔφην, ἐγχωρεῖ καὶ χωρὶς τῆς <lb/>εἰσπνοῆς ἐπιτεχνήσασθαι. εἰ δέ τις φαίη, τῶν δι’
						ἀναισθησίαν <lb/>εἰκῆ πολλὰ φθεγγομένων ἐν τῷ τῆς εἰσπνοῆς χρόνῳ <lb/>τοὺς πόρους
						ἀνοίγνυσθαι μόνον, καὶ ἡμεῖς ἀναμνήσομεν <lb/>αὖθις αὐτὸν, ὡς ἐν τοῖς ἔμπροσθεν
						εἰρημένοις ἐξελήλεγκται <lb/>τοῦτο, κατ’ ἐκεῖνο τοῦ λόγου τὸ μέρος, ἡνίκα ἤτοι καθ’
						<lb/>ὁρμὴν τοῦ ζώου τὴν ἄνοιξιν αὐτῶν ἔφαμεν ἢ φυσικήν τινα <lb/>εἶναι. κατὰ προαίρεσιν
						μὲν οὖν οὐκ ἔστιν· ἐφ’ ἡμῖν γὰρ <lb/>ἂν ἦν, ὁπόταν βουληθείημεν ἀνοίγειν αὐτοὺς, καὶ
						χωρὶς τῆς <lb/>εἰσπνοῆς. οὐ μὴν οὐδὲ φυσικὴ, καθάπερ ἡ τῆς καρδίας· <pb n="876"/> οὖ γὰρ
						ἂν οὐδ’ οὕτω κατὰ τὸν τῆς εἰσπνοῆς χρόνον ἐγίνετο <lb/>διὰ παντὸς, ἀλλ’ ἰδίαν εἶχε τάξιν
						κινήσεως, ἐνίοτε μὲν εἰς <lb/>ταὐτὸν τῷ τῆς εἰσπνοῆς ἀφικνουμένῳ χρόνῳ, πολλάκις δὲ
						<lb/>τῷ τῆς ἐκπνοῆς ἢ ἐπισχέσεως ὅλης τῆς ἀναπνοῆς. εἰ τοίνυν <lb/>οὔτε ἐξ αὐτῶν, οὔθ’
						ὑπὸ τῆς τῶν ἀναπνευστικῶν ὀργάνων <lb/>κινήσεως οἱ πόροι τοῦ κατὰ τὴν ῥῖνα χιτῶνος
						ἀνοίγνυνται, <lb/>λείπεται πρὸς τῆς τοῦ πνεύματος ῥύμης εἰς τοῦθ’ <lb/>ἥκειν αὐτοὺς, ἣν,
						ὡς ἔφην, οἷόν τ’ ἐστὶν τεχνήσασθαι <lb/>καὶ χωρὶς τῆς εἰσπνοῆς. εἰ δέ τις ἀπορεῖ, διὰ
						τίνα αἰτίαν <lb/>ὑπὸ τῆς τοιαύτης κινήσεως, εἰ σφοδροτάτη γένοιτο, μηδὲν <lb/>ὀσμῆς
						μέρος εἰς τὸν ἐγκέφαλον συνελαύνεται, καίτοι τρημάτων <lb/>ὄντων εἰς τοσοῦτον εὐρέων, ὡς
						καὶ τὰς παχυτάτας <lb/>βλέννας ἐγκεφάλου δι’ αὐτῶν φέρεσθαι, διδάξομεν αὐτὸν, <lb/>ὡς
						οὐδὲ εἰς τὸν λάρυγγα καὶ τὸν πνεύμονα φέρεταί τι <lb/>κατὰ τὰς εἰρημένας κινήσεις τοῦ
						κατὰ τοὺς μυκτῆρας <lb/>ἀέρος, ἐπειδὴ φθάνουσιν οἰκείου πεπληρῶσθαι πνεύματος.
						<lb/>ὁπότ’ οὖν οὐδ’ εἰς τοὺς μεγάλους πόρους οὐδὲν ἔξωθεν <lb/>ἐμπίπτει πνεῦμα χωρὶς τῆς
						τῶν ὀργάνων διαστολῆς, εἰκὸς ﻿<pb n="877"/> δή που μηδ’ εἰς τοσοῦτον λεπτοὺς εἶναι, ὥς
						τισι τῶν ἀμελῶς <lb/>ἀνατεμνόντων μήτ’ εἶναι δοκεῖν. ἀμέλει κᾂν εἰς τὸν <lb/>μυκτῆρα
						καθεὶς αὐλίσκον ἀκριβῶς στεγνώσῃς τὸν πόρον, οὐ <lb/>δυνήσεται πνεῦμά τι ἐνεῖναι, πρὶν
						ἀνοῖξαι τὸ στόμα· διανοιχθέντος <lb/>δ’ αὐτοῦ, τὸ κατὰ τὴν ὑπερῴαν ἐμπίπτον πνεῦμα
						<lb/>πρὸς τοὐκτὸς ἀποχωρεῖν ἀκολουθοῦν ἐπιτρέπει τῷ συνεχεῖ. <lb/>μὴ τοίνυν ἀξίου μηδ’
						εἰς τὸν ἐγκέφαλον ἀνέρχεσθαί <lb/>τι κατὰ τὰς εἰρημένας ἐμπτώσεις εἰς τὴν ῥῖνα τοῦ
						πνεύματος. <lb/>ἄχρι γὰρ ἂν ἡ κατ’ αὐτὸν εὐρυχωρία φθάνῃ πεπληρωμένη <lb/>πρὸς ἑτέρου
						πνεύματος, οὐχ οἷόν τ’ ἐστὶν ἐπεισελθεῖν <lb/>ἄλλο, πρὶν διαστῆναι τὸν ἐγκέφαλον, ὅπερ
						εἰσπνεόντων <lb/>μὲν οἷόν τ’ ἐστὶ γενέσθαι· διαστέλλεται γὰρ <lb/>πρῶτον, ἵν’ ἕλξῃ,
						κᾄπειθ’ οὕτω εἰσδέχεται τὸν ἔξωθεν <lb/>ἀέρα· χωρὶς δὲ τῆς ἐξ ἑαυτοῦ διαστολῆς οὐκ
						ἐνδέχεται <lb/>παραδέξασθαι πνεῦμά τι αὐτὸν, οὐδ’ εἰ βιαίως ὠθοῖτο· <lb/>εἰ δ’, ὥσπερ
						καὶ βούλοιτό τις, βιαίως ὠθούμενον ἐμπίπτει, <lb/>ἀλλ’ οὐδὲ τοῦτο δυνατὸν εἶναι πολύ.
							<milestone unit="ed2page" n="361"/>θλίβεται μὲν <lb/>γὰρ βιαίως, ὡς ἴσμεν, ὁ ἀὴρ, καὶ
						πάλιν τείνεται πανταχόθεν, <pb n="878"/>
						<lb/>παρὰ τὴν ἑαυτοῦ φύσιν ἑκάτερον τούτων ἀναγκαζόμενος <lb/>πάσχειν, ὡς μηδεμιᾶς γε
						τοιαύτης αὐτῶν αἰτίας βιαζομένης, <lb/>ἢ τῆς ἣν κατείληφε χώρας. οὐ μὴν οὐδ’ ὅτε
						πιλούμενος <lb/>εἰς ἐλάττω συνέρχεται τόπον, ἢ χεόμενος ἐπιπλέον ἐκτείνεται,
						<lb/>μεγάλην ἐργάζεται τὴν ἐφ’ ἑκάτερα μεταβολὴν, <lb/>ἀλλὰ καὶ συστέλλεται καὶ χεῖται
						βραχὺ παραχωρῶν ἐφ’ <lb/>ἑκάτερα. διὰ τοῦτο γοῦν οὐδὲν εἰς αὐτὸν ἐμπίπτει, κᾂν
						<lb/>σφοδρῶς ἐκθλίβῃ τις, ἀνεῳγμένων τῶν μυκτήρων. ὁ δὲ κατ’ <lb/>αὐτοὺς χιτὼν, ἐν ᾧ
						τοὺς αἰσθητικοὺς πόρους ὑποτιθέμεθα, <lb/>φανερῶς αἰσθάνεται πληττόμενος ὑπὸ τοῦ
						προσπίπτοντος <lb/>ἔξωθεν ἀέρος βιαίως. ὥστε ἀνοίγνυσθαι τοὺς πόρους ἐχρῆν <lb/>ἐν ταῖς
						τοσαύταις ἐμπτώσεσιν εἰς τὴν ῥῖνα τοῦ πέριξ ἀέρος, <lb/>ἀνοιχθέντων δὲ ἕπεσθαι τὴν
						αἴσθησιν τῶν ὀσμῶν. εἴπερ <lb/>οὖν οὐχ ἕπεται, τοὺς εἰρημένους πόρους ἀδύνατον ὑπάρχειν.
						<lb/>οὐ μὴν οὐδὲ πιθανὸν, τὴν φύσιν ἐπιτεχνήσασθαί τι τοιοῦτον <lb/>μηδενὸς ἕνεκα. εἰ
						γὰρ ἐπεποιήκει τινὰς αἰσθητικοὺς <lb/>πόρους ὀσμῶν, οὐκ ἂν ἐπέφραξεν αὐτοὺς, ὥσπερ οὐδὲ
						τοὺς <pb n="879"/> κατὰ τὰ ὦτα. βέλτιον γάρ ἐστι διὰ παντὸς ἑκάστην αἴσθησιν
						<lb/>διαγνωστικὴν εἶναι τῶν ἰδίων αἰσθητῶν, οὐκ ἐν <lb/>χρόνῳ μόνῳ τῷ τῆς εἰσπνοῆς. οὐδὲ
						διὰ τοῦτο τοῖς ὀφθαλμοῖς <lb/>ἐποίησεν ἡ φύσις ἐπιθέματα, διότι βέλτιον ἦν αὐτοὺς
						<lb/>μὴ διὰ παντὸς ἐνεργεῖν, ἀλλὰ διὰ τὸ αὐτοὺς εἶναι μαλακοὺς, <lb/>καὶ διὰ τοῦτο ὑπὸ
						τῶν προσπιπτόντων ῥᾳδίως βλάπτεσθαι, <lb/>ἀφ’ ὦν ἵνα φρουρῶνται, ἡ φύσις αὐτοὺς τοῖς
						<lb/>βλεφάροις ὠχύρωσεν οἷόν τισι προβλήμασι. ἀμέλει καὶ <lb/>αὐτὸς ὁ Ἀριστοτέλης
						εἴρηκεν, ὡς ἐν τοῖς σκληρὸν ἔχουσι <lb/>ζώοις τὸν ἔξωθεν χιτῶνα τῶν ὀφθαλμῶν ἡ φύσις οὐκ
						<lb/>ἐποίησε βλέφαρα, διότι δυσπαθεῖς εἰσιν, καὶ αὐτὸ καθ’ <lb/>ἑαυτὸ οὐδὲν οὔτε
						προβλημάτων οὔτε στεγασμάτων οὔτε <lb/>καλυμμάτων ἐπὶ τούτων χρῄζουσι τῶν ζώων, ἀλλ’
						ἡμεῖς γε <lb/>χρῄζομεν δεόντως, ἕνεκά τε τῶν εἰρημένων, κᾀπειδὰν ὕπνου <lb/>καιρὸς ἥκῃ.
						ἀδύνατον γὰρ ἐν ἀέρι φῶς ἔχοντι καθυπνῶσαί <lb/>τινα χωρὶς τοῦ σκεπασθῆναι τοὺς
						ὀφθαλμούς. οὕτω <lb/>γοῦν καὶ αὐτοῖς ἐκείνοις τοῖς ζώοις, οἷς οὐκ ἔστι βλέφαρα,
						<lb/>καράβοις, καὶ ἀστακοῖς, καὶ παγούροις, καὶ καρκίνοις, <pb n="880"/> ἡ φύσις
						ἐποίησεν κοιλότητάς τινας, οἷον θαλάμους ὑποδεχομένους <lb/>ὅλους τοὺς ὀφθαλμοὺς,
						ἐπειδὰν ὑπνοῦν ἐθέλωσιν· <lb/>ὡς, ὅταν γε χρῆσθαι βουληθῶσιν αὐτοῖς, ἐξαίρουσιν ὅλους
						<lb/>ὀρθίους ἅμα τοῖς αὐχέσιν, ἐφ’ ὧν βεβήκασιν, εἰς τὴν οἰκείαν <lb/>ὀφθαλμοῖς
						καθιστῶντες χώραν, ἥπερ ἐστὶν ἐπὶ τῶν <lb/>ὑψηλοτάτων ἐν τοῖς ζώοις μορίων. εἴρηται δὲ
						περὶ τῶν <lb/>τοιούτων ἁπάντων αὐτάρκως ἐν τοῖς περὶ χρείας μορίων, <lb/>ἅπερ εἴ τις
						ἀναλέξεται, γνώσεται μὲν καὶ τῶν βλεφάρων <lb/>τὴν χρῆσιν, γνώσεται δὲ καὶ ὡς ἀεὶ τῇ
						φύσει πρόκειται <lb/>ταῖς αἰσθήσεσιν ἐνεργεῖν. εἰ δέ ποτ’ ἄλλου τινὸς ἕνεκα
						<lb/>χρησιμωτέρου κατά τινα καιρὸν ἡσυχάζειν ἀναγκαῖον αὐταῖς <lb/>ἐστιν, οὐδὲν τοῦτό γε
						ἀπόρημα τῷ λόγῳ. τὰ γὰρ μὴ <lb/>δυνάμενα μετ’ ἀλλήλων ὑπάρχειν, οὐδ’ ἂν οἱ πάντες θεοὶ
						<lb/>ζεῦξαι βουληθῶσιν, οἷόν τε αὐτοῖς ἐργάσασθαι τοῦτο. ὅσα <lb/>γοῦν ἀδύνατα τῇ σφῶν
						αὐτῶν φύσει, καὶ θεοῖς ἐστιν ἀδύνατα. <lb/>μὴ τοίνυν θαύμαζε τὸ πῶς ἡ φύσις, ἀεὶ
						βουλομένη <lb/>τὰς αἰσθήσεις ἐνεργεῖν, ἡσυχάζειν ἐπιτρέπει κατὰ τοὺς <lb/>ὕπνους,
						βούλεται γὰρ ἐν τῷδε τὸν ὕπνον, ἀλλ’ ὅτι μᾶλλον. <pb n="881"/> οὐ μὴν οὐδ’ ἐν καιρῷ μοι
						νῦν ἐστιν ἐξηγεῖσθαι φύσεως <lb/>ὕπνου· λέλεκται γὰρ ἐν ἑτέροις ὑπὲρ ἑκάστου τῶν φυσικῶν
						<lb/>ἐν ἡμῖν ἔργων τε καὶ παθημάτων. εἴτ’ οὖν ἔργον ἐστὶ <lb/>φυσικὸν, εἴτε πάθος ὁ
						ὕπνος, οὐδὲ γὰρ οὐδὲ τοῦτο εὐδιαίτητον, <lb/>ἀδύνατον αὐτῷ τὰς αἰσθή<milestone unit="ed2page" n="362"/>σεις ἀκριβῶς αἰσθανομένας <lb/>φυλάττειν. οὔτ’ οὖν, ὅτι κατὰ
						τοὺς ὕπνους ἐνεργεῖν <lb/>ὁμοίως οὐ δυνάμεθα ταῖς αἰσθήσεσιν, διὰ τοῦθ’ <lb/>
						<milestone unit="ed1page" n="210"/>ὁ λόγος ἐστὶ ψευδὴς, ἄμεινον εἶναι φάσκων διὰ παντὸς
						<lb/>ἑκάστην αἴσθησιν ἐνεργεῖν τοῦ διαλείπειν· οὔθ’, ὅτι <lb/>φυλαττόμενοί τινα τῶν
						ἐμπιπτόντων τε καὶ προσπιπτόντων <lb/>ἔξωθεν ἀναγκαζόμεθα κλείειν τὰ βλέφαρα, διὰ τοῦτ’
						ἔστι <lb/>μὴ ὁρᾷν τηνικαῦτα. βέλτιον γὰρ, εἴπερ οἷόν τε ἦν ἀβλαβεῖς <lb/>αὐτοὺς
						φυλάττεσθαι, καὶ τοῦθ’ ἡμᾶς ὁρᾷν. ἐπειδὴ <lb/>δ’ οὐχ οἷόν τε ἐνεργαζομένην, ἀναγκαζόμεθα
						κλείειν τὰ βλέφαρα. <lb/>ταυτὶ μὲν οὖν εἰρήσθω μοι περὶ βλεφάρων χρείας· <lb/>ἀπὸ γὰρ
						πολλῶν ὀλίγα, μηκύνειν γὰρ οὐ καιρός. μεταφέρωμεν <lb/>ἤδη τὸν λόγον ἐπὶ τοὺς
						ὀσφρητικοὺς πόρους, οὓς ﻿<pb n="882"/> Ἀριστοτέλης φησὶν ἐπιθέματα γεγονέναι πρὸς τῆς
						φύσεως, <lb/>οὔτε χρείαν τινὰ εἰπὼν τῆς τοιαύτης κατασκευῆς, οὔτ’ <lb/>ἀποδείξεις
						ὑπάρχειν. οὐ μόνον γὰρ οὐδενὸς ἕνεκα χρηστοῦ <lb/>τοιοῦτοι γεγόνασιν, οἵους Ἀριστοτέλης
						αὐτοὺς εἶναι λέγει, <lb/>ἀλλὰ καὶ βλάβην ἐργάζονται μεγάλην ἐν τῷ πλείονι χρόνῳ <lb/>τῆς
						ζωῆς πηροῦντες ἡμῶν τὴν ὀσφρητικὴν αἴσθησιν, ὅπερ <lb/>οὐδὲ κατὰ μίαν τῶν ἄλλων ὁρᾶται
						γεγονός. ἐγρηγορότων <lb/>γὰρ ἐνεργοῦσιν ἅπασαι διὰ παντὸς, ὅταν γε εὐπορῶσι τῶν
						<lb/>οἰκείων αἰσθητῶν. ὅτι μὲν οὖν τὰ καλύμματα τῶν ὀσφρητικῶν <lb/>πόρων ἄδηλός ἐστι
						καὶ ἀναπόδεικτος ὑπόθεσις, <lb/>οὐδ’ ὑφ’ ἑνὸς τῶν ἐναργῶν μαρτυρουμένη, δεδειχέναι μοι
						<lb/>δοκῶ. </p></div></div></body></text></TEI>