<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg014.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="6"><p>Ἔστι δὲ καὶ ἄλλη συζυγία νεύρων, ἥν <lb/>Μαρῖνος ὀνομάζει πέμπτην, καίτοι γε
                        οὐκ ἐκ μιᾶς ἀκριβῶς <lb/>ῥίζης ἀνίσχουσαν, ἀλλ’ εἰσὶ μὲν πλησίον ἀλλήλων,
                        <lb/>ἕτερον δ’ ἐξ ἑτέρας ἐκφύεται νεῦρον· ἐν μὲν τοῖς πρόσω <pb n="838"/>
                        μᾶλλον ὃ καλοῦσιν ἀκουστικὸν, εἰς τὸ τρῆμα τῆς ἀκοῆς <lb/>ἐκπίπτον ἅμα τῇ
                        συνεκφυομένῃ μήνιγγι τῇ σκληρᾷ, μεθ’ <lb/>ἧς πλατυνθὲν ὑπαλείφει τὸν πόρον,
                        ἐκ δὲ τῶν ὀπίσω θάτερον <lb/>εἰς ἕτερόν τι τρῆμα τοῦ λιθοειδοῦς ἐκπίπτον
                        ὀστοῦ <lb/>τὸ καλούμενον τυφλόν· ὠνόμασαν γὰρ οὕτως οἱ παλαιοὶ <lb/>τῶν
                        ἀνατομικῶν αὐτὸ, μὴ δυνηθέντες ἀκριβῶς ἀνατρῆσαι <lb/>τὴν ἕλικα, δι’ ἧς
                        ἐκπίπτει τὸ νεῦρον πρὸς τὸ ἐκτὸς ὀπίσω <lb/>τῶν ὤτων. ἐπιμίγνυται δ’ αὐτίκα
                        καὶ τοῦτο τῷ κατὰ τὴν <lb/>γ΄ συζυγίαν εἰρημένῳ διεκπίπτειν ἔξω παρὰ τὴν
                        διάρθρωσιν <lb/>τῆς γένυος, οὐκ ἐκείνου πρὸς τοῦτο ἀφικνουμένου,
                        περιμένοντος <lb/>δὲ τοῦτο πρὸς ἑαυτὸ παραγιγνόμενον. ἐξ ἀμφοτέρων <lb/>δὲ
                        αὐτῶν μιχθέντων τὸ πλεῖστον μέρος, ἄμεινον δ’ <lb/>εἰπεῖν, ὀλίγου δεῖν ἅπαν
                        εἰς τὸν πλατὺν μῦν κατασχίζεται, <lb/>τὸν ὑποπεφυκότα τῷ δέρματι, τὸν τὴν
                        γνάθον κινοῦντα <lb/>χωρὶς τῆς γένυος, ὃν ἡμεῖς εὕρομεν δῆλον, καὶ
                        <lb/>τοῦτον ἑκατέρωθεν ὄντα. μεμνῆσθαι γὰρ χρὴ τοῦ πάντων <lb/>ἀκούειν κατὰ
                        συζυγίαν, εἰ καὶ παραλείποιτό ποτε κατὰ <pb n="839"/> τὴν λέξιν. τοιαύτη μὲν
                        οὖν καὶ ἡ τῆς πέμπτης συζυγίας <lb/>νομή. κείσθω γὰρ εἶναι μία διὰ Μαρῖνον,
                        εἰ καὶ διττὴ <lb/>φανερῶς ἐστιν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="7"><p><milestone unit="ed2page" n="244"/>Ἡ δὲ ἕκτη συζυγία τῶν ἀπ’ ἐγκεφάλου
                        <lb/>νεύρων κέχρηται τρήματι τῷ κατὰ τὸ κάτω πέρας τῆς λαμβδοειδοῦς
                        <lb/>ῥαφῆς. ἀρχὰς δ’ εὐθὺς ἐξ ἐγκεφάλου τριῶν ἔχει <lb/>νεύρων, ἐκπεσόντα δ’
                        ἔξω τοῦ κρανίου ταῦτα πολυειδῶς <lb/>ἀλλήλοις τε καὶ τοῖς παρακειμένοις, ἃ
                        μικρὸν ὕστερον ἐρῶ, <lb/>μίγνυται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="8"><p>Λοιπὴ δ’ ἐστὶν ἡ ἑβδόμη συζυγία τῶν ἀπ’ <lb/>ἐγκεφάλου νεύρων, τῷ πλείστῳ
                        μέρει σφῶν αὐτῶν εἰς τοὺς <lb/>τῆς γλώττης μῦς διανεμομένη. μικρὸν γάρ τι
                        μόριον αὐτῶν <lb/>ἀεὶ μὲν εἰς τοὺς κοινοὺς μῦς ἀφικνεῖται τοῦ τε θυροειδοῦς
                        <lb/>χόνδρου τοῦ λάρυγγος καὶ τῶν ταπεινῶν πλευρῶν τοῦ <lb/>λαμβδοειδοῦς,
                        οὐκ ἀεὶ δὲ καὶ εἰς ἄλλους τινάς. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="9"><p>Ἐπιμίγνυται δ’, ὡς ἔφην, ἀλλήλοις τὰ <lb/>κάτω τῆς κεφαλῆς φερόμενα νεῦρα, τό
                        τε ἀπὸ τῆς γ΄ συζυγίας <pb n="840"/> καὶ τῶν νῦν εἰρημένων ἐσχάτων δυοῖν.
                        καὶ μέντοι <lb/>καὶ τῶν ἀπὸ τοῦ νωτιαίου νεύρων ἥ τε πρώτη καὶ ἡ δευτέρα
                        <lb/>συζυγία πολλὴν ἐπιμιξίαν ποιεῖται πρὸς ταῦτα τὰ νεῦρα. <lb/>καὶ
                        πολλάκις μέν σοι δόξει τὸ διῆκον ἐκ τοῦ ἑτέρου <lb/>πρὸς <milestone unit="ed1page" n="206"/>τὸ ἕτερον οἷον δεσμός τις εἶναι μόνον ἀμφοῖν
                        <lb/>κοινός· ἐνίοτε δὲ τὸ μὲν ἕτερον τῶν νεύρων αὐξάνει, ὡς <lb/>προστιθὲν
                        ἀναμιγνύμενον, ἔλαττον δὲ ἐργάζεται θάτερον, ὡς <lb/>ἂν ἀποχωρισθὲν αὐτοῦ.
                        διὸ καὶ τεταραγμένοι τε πάντες <lb/>εἰσὶν οἱ ἀνατομικοὶ περὶ τὴν τούτων τῶν
                        νεύρων γνῶσιν, <lb/>ἀλλήλοις τε διαπεφωνήκασιν ἐπὶ πλεῖστον, ἠγνοήκασι δὲ τὸ
                        <lb/>πλεῖστον ἐν ἑκάστῳ. τινὰ μὲν γὰρ, οὐδὲ διὰ παντὸς οὐ <lb/>μόνον ἐπὶ
                        πάντων φερόμενα τῶν ζώων, ἀλλ’ οὐδὲ ἐπὶ μόνων <lb/>τῶν πιθήκων, ὡς μηδέποτε
                        ἄλλως ἔχοντα γεγράφασιν· <lb/>ἔνια δ’ οὐ μόνον ἐπὶ τῶν πιθήκων, ἀλλὰ καὶ τῶν
                        ἄλλων <lb/>ζώων, ὧν ἓξ ὑπάρχειν γένη δείκνυμι κατὰ τὰς ἀνατομικὰς
                        <lb/>ἐγχειρήσεις, ὡσαύτως ἔχειν διαπαντὸς, ἠγνόηται τελέως <pb n="841"/>
                        αὐτοῖς. αὐτίκα γέ τοι, ὅπως τοῖς ἰδίοις τοῦ λάρυγγος μυσὶ <lb/>ἐκ τῆς ἕκτης
                        συζυγίας ἀπονενέμηται νεῦρα κατὰ τρεῖς ἐκφύσεις <lb/>ἑκατέρωθεν, ὡς εἶναι
                        τὰς πάσας ἓξ. ἔγνωσαν δ’ <lb/>ἔνιοι μὲν τὰς δύο μόνας αὐτῶν, ἔνιοι δ’ οὐδὲ
                        ταύτας. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="10"><p>Οἵ γε μὴν κοινοὶ πρὸς ἄλλα μόρια τοῦ <lb/>λάρυγγος μύες οὐ διὰ παντὸς ἀπὸ τῆς
                        ς΄ συζυγίας λαμβάνουσι <lb/>νεῦρα, καθάπερ οὐδὲ οἱ τὸ λαμβδοειδές τε καὶ
                        <lb/>ὑοειδὲς ὀστοῦν ὀνομαζόμενον τῷ στέρνῳ συνάπτοντες· ὑπὲρ <lb/>ὧν
                        ἀκριβοῦται μὲν ἐν ταῖς ἀνατομικαῖς ἐγχειρήσεσιν, ἐν αἷς <lb/>καὶ περὶ τῶν
                        τριῶν λέγεται νεύρων τῆς νομῆς, τῶν διὰ τοῦ <lb/>τρήματος, ὃ κατὰ τὸ τέλος
                        ἐστὶ τῆς λαμβδοειδοῦς ῥαφῆς, <lb/>εἰρημένων ἐκφύεσθαι, <milestone unit="ed2page" n="245"/>καίτοι γε ἑκάτερον ὀλίγου δεῖν <lb/>ἅπαντες ἓν
                        εἶναι νομίζουσιν, ὃ παραπεφυκὸς ταῖς καρωτίσιν <lb/>ἀρτηρίαις εἰ βρόχῳ
                        διαλαμβάνομεν, τὸ ζῶον αὐτίκα <lb/>ἄφωνον γίνεται. παρὰ τούτων μὲν οὖν καὶ
                        οἱ τοῦ λάρυγγος <lb/>μύες ἀποβλαστήματα λαμβάνουσιν. τῶν δὲ ἄλλων δυοῖν
                        <lb/>τὸ μὲν εἰς ἑκατέρους τοῦ φάρυγγος μῦς καὶ τῆς γλώττης <pb n="842"/> τὴν
                        ῥίζαν ἀφικνεῖται, τὸ δὲ ἐπί τε τὸν τῆς ὠμοπλάτης <lb/>μῦν καὶ τὸν πλατὺν καί
                        τινας ἄλλους τῶν τῇδε. λελήθασι <lb/>δ’ αὐτοὺς καὶ τῶν παραφυομένων ταῖς
                        ἀρτηρίαις οὐκ ὀλίγαι <lb/>τῶν ἀποφύσεων, ἃς διά τε τοῦ τραχήλου καὶ τοῦ
                        θώρακος <lb/>φερόμενα ποιεῖται, πρὶν ἐμπίπτειν τῷ σώματι τῆς γαστρὸς,
                        <lb/>εἰς ὅπερ ἡ πλείστη μοῖρα καταφύεταί τε καὶ διασπείρεται <lb/>τῶν νεύρων
                        τούτων. ἀλλ’ ἐκεῖνο θαυμαστὸν, ὅτι <lb/>ταῖς μὲν φρεσὶν ἐξ αὐτῶν τινα
                        λέγουσιν ἀπονέμεσθαι μόρια, <lb/>μηδ’ ὅλως λαμβανουσῶν τῶν φρενῶν ἐκ ταύτης
                        τῆς συζυγίας <lb/>μηδὲ τὸ σμικρότατον· ὅτι δ’ ἐκ μέσου τοῦ θώρακος
                        <lb/>ἀνάπαλιν ἥκει τινὰ μόρια ἐκ τούτων τῶν νεύρων ἐπί τινας <lb/>τοῦ
                        λάρυγγος μῦς, οὐκ ἔτι λέγουσιν, οὐδ’ ἥντινα δύναμιν <lb/>ἔχουσιν ταῦτα. καί
                        τοι τοιαῦτα τῆς ἀφωνίας ἐστὶν αἴτια <lb/>τοῖς ζώοις βλαβέντα, καὶ ἡ μεγάλη
                        συζυγία τῶν παρὰ τῆς <lb/>ἀρτηρίας νεύρων, ὅτι ταῦτά ἐστιν αὐτῶν μόρια, τὴν
                        φωνὴν <lb/>ἀναιρεῖν πέφυκεν, εἰ βλαβείη. ποικίλη δὲ καὶ ἡ μετὰ τὰς <pb n="843"/> φρένας νομὴ τῶν νεύρων τούτων. καὶ γὰρ παρὰ τοῦ κατὰ
                        <lb/>τοῦτο τὸ μέρος νωτιαίου λαμβάνει τινὰ μόρια, καὶ διασπείρει <lb/>πρὸς
                        τὰ ταύτης σπλάγχνα, καὶ τοῖς εἰρημένοις ἔμπροσθεν <lb/>ἀπὸ τῆς τρίτης
                        συζυγίας καταφέρεσθαι διά τε τοῦ <lb/>τραχήλου καὶ τοῦ θώρακος ἀναμίγνυται.
                        καίτοι γε ἅπαντες <lb/>αὐτὰ πάλιν ταῦτα τὰ παρὰ τὰς ῥίζας τῶν πλευρῶν
                        καταφερόμενα <lb/>τῆς ἕκτης συζυγίας ἀποβλαστήματα εἶναι δοκοῦσιν.
                        <lb/>ποικίλη δὲ καὶ ἡ τούτων ἐπιμιξία πρός τε τὰ τῶν <lb/>μεσοπλευρίων νεῦρα
                        καὶ τὰ κατ’ ὀσφὺν σχεδὸν ἅπαντα τὰ <lb/>σμικρὰ καὶ τὸ λείψανον τῶν ἐπὶ τὸ
                        στόμα τῆς κοιλίας <lb/>ἐλθόντων. ποικίλη δὲ νομὴ καὶ κατὰ τὴν ἐκτὸς τοῦ
                        <lb/>περιτοναίου χώραν, ἣν οὐ πρόκειται νῦν εἰς ἐσχάτην ἀκρίβειαν
                        <lb/>ἐξηγήσασθαι. ἀλλὰ μὴν ἱκανῶς ἐστιν οὐκ ἀγνοεῖν, <lb/>ὅτι εἰς τὸ ἧπάρ τε
                        καὶ τὸν σπλῆνα καὶ τοὺς νεφροὺς, ἔτι <lb/>δὲ πρὸ τούτων εἰς ὅλην τὴν γαστέρα
                        καὶ πάντα τὰ <lb/>σπλάγχνα τὰ ἐξ ἐγκεφάλου νεῦρα ταύτῃ μὲν ἀπὸ τῆς τρίτης,
                        <lb/>ὡς εἴρηται, συζυγίας, ταύτῃ δὲ τῆς ἕκτης ἀφικνούμενα <pb n="844"/>
                        φαίνεται. ὅτι δὲ καὶ ὁ πνεύμων τε καὶ ἡ καρδία ἀπὸ τῆς <lb/>ἕκτης συζυγίας
                        τινὰ τῶν νεύρων μοῖραν ἐν τῷ τραχήλῳ <lb/>λαμβάνουσιν, ἅπαντες μὲν δὴ
                        ἐγνώρισαν. ἀλλὰ μὴν περὶ <lb/>νεύρων τῶν ἀπ’ ἐγκεφάλου ἐπιφυομένων ταῦτα
                        τοῖς εἰσαγομένοις <lb/>ἐξαρκεῖ. περὶ δὲ τῶν ἀπὸ τοῦ νωτιαίου ἀφικνουμένων
                        <lb/>ἐφεξῆς λεκτέον, ἐν οἷς οἱ πάντες ἀνατομικοὶ ἥμαρτον. <lb/>τὰς δὲ τῶν
                        σφαλμάτων αἰτίας νῦν μὴ καιρός ἐστι <lb/>διεξέρχεσθαι, ἐπειδὴ αὐτὰς ἤδη ἐν
                        ταῖς ἀνατομικαῖς ἐγχειρήσεσιν <lb/>ἐξηγησάμην. ἀλλ’ ὅμως τῶν παλαιῶν
                        μεμνῆσθαι <lb/>διὰ τοῦτο ἀναγκάζομαι, ὅτι γ’ ἐκείνοις τοῖς αὐτῶν βιβλία
                        <lb/>μὲν ἀναγιγνώσκουσιν, ἀλλὰ μὴ μετ’ ἐμοῦ τὰ διὰ τῶν ἀνατομῶν
                        <lb/>φαινόμενα εἰσορῶσιν ἄδηλον εἶναι δόξει, πότερον <lb/>ἅπαντες ἐκεῖνοι ἢ
                        μόνος ἐγὼ ἥμαρτον. </p></div></div></body></text></TEI>