<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg013.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="6"><p>Καθ’ ὃ δ’ αἱ κλεῖς ἐπίκεινται τοῖς τῆς <lb/>κοίλης τμήμασιν, ὑπόκεινται ῥίζαι
                        μεγίστης φλεβὸς, ἑκατέρωθεν <lb/>μία· ἥτις εὐθὺς ἀνίσχουσα δίχα σχίζεται,
                        δύο <lb/>φλέβας ἐργαζομένη μεγάλας, ὧν ἡ μὲν ἑτέρα φέρεται διὰ <lb/>τοῦ
                        τραχήλου, διὰ βάθους ἀποχωροῦσα πρὸς τοὐπίσω τε <lb/>καὶ πρόσω, ἡ δ’ ἑτέρα
                        πρός τε τὸ πρόσω καὶ κάτω βραχὺ <lb/>προσελθοῦσα κᾄπειτα αὖθις ἄνω φερομένη
                        περιλαμβάνει <lb/>τὴν κλεῖν, ἔξωθεν ἐπὶ τὴν προειρημένην ἀναφερομένη. καὶ
                        <lb/>μιχθεισῶν αὐτῶν, ἡ ἐπιπολῆς γεννᾶται σφαγῖτις, ἑκατέρωθεν <lb/>μία.
                        μίγνυνται δὲ οὐ διὰ παντὸς ὡσαύτως, ἀλλ’ ἐνίοτε <lb/>μὲν οὐ μετὰ πολὺ τῆς
                        κλειδὸς, ἐνίοτε δὲ ἐν τῇ τρίτῃ μοίρᾳ <lb/>τοῦ μήκους ὅλου τοῦ τραχήλου.
                        θεάσῃ δ’ αὐτάς ποτε κᾂν ﻿<pb n="799"/> τῆς μέσης χώρας ἢ ἐγγὺς ἀφικνουμένας,
                        ἔστι δ’ ὅτε οὐδ’ <lb/>ὅλως μίαν ἐργαζομένας φλέβα, ἀναφερομένας δὲ ὀρθίας
                        ἀλλήλων <lb/>πλησίον, ἐκ δὲ τῶν ἔνδον μερῶν τοῦ τραχήλου, τῆς <lb/>τραχείας
                        ἀρτηρίας οὐ πόῤῥω τὴν ἑτέραν, ἐκ δὲ τῶν ἔξω τὴν <lb/>ὑπόλοιπον, ἣν περὶ τὴν
                        κλεῖν ἔφην ἑλίττεσθαι. συνάπτονται <lb/>μέντοι διὰ παντὸς ἀλλήλαις κοινῇ
                        φλεβὶ καὶ οὕτως <lb/>ἀναφέρονται, θέσιν ἐγκαρσίαν ἐχούσῃ πρὸς ἀμφοτέρας. ἣν
                        <lb/>δὲ ἔφην· ἑλίττεσθαι περὶ τὴν κλεῖν, ἀποφύσεις ποιεῖται, <lb/>τινὰς μὲν
                        ἀραχνοειδεῖς, οὐκ ἐπὶ πάντων ὁρατὰς (κοινὸν γὰρ <lb/>ἁπασῶν τοῦτο τῶν
                        τοιούτων φλεβῶν), ἐνίας δὲ τριχοειδεῖς, <lb/>ἐπὶ τούτων ὁρατὰς, ἂν εὐθέως
                        ἀνατέμνηται τὸ ζῶον· ὥστ’ <lb/>ἐκθλίβοντας ἡμᾶς εἰς αὐτὰς αἷμα σαφεῖς οὕτως
                        ἐργάζεσθαι. <lb/>δύο δέ εἰσι τῶν τοιούτων φλεβῶν ἐνταῦθα συζυγίαι, μία
                        <lb/>μὲν ἐγκαρσία, συναπτομένων ἀλλήλαις αὐτῶν κατὰ τὸ κοῖλον <lb/>τῆς
                        σφαγῆς, μία δὲ ἄλλη μὴ συναπτομένων· ἀποκλίνουσι <lb/>γὰρ ὡς πρὸς τὴν ἔξω
                        χώραν τοῦ τραχήλου λοξαί. <lb/>τῶν δ’ ἀραχνοειδῶν, ὅσαι πρὸς τὴν ἔξω χώραν
                        ἐπιστρέφονται, <pb n="800"/> συνάπτεται πρὸς ἀλλήλας τὰ πέρατα. αὗται μὲν
                        <lb/>οὖν, ὡς ἔφην, οὐκ ἐπὶ πάντων εἰσὶν ὁραταί. τῶν δ’ ἐναργῶς <lb/>ὁρωμένων
                        ἀεὶ τρεῖς εἰσι φλέβες ἀπὸ τῆς περὶ τὴν <lb/>κλεῖν ἑλιττομένης ἀρχόμεναι, μία
                        μὲν ἱκανῶς ἀξιόλογος, <lb/>ἴσου πολλάκις τοῦ εὔρους αὐτῇ τῇ πρὸς τὸν
                        τράχηλον ἀναφερομένῃ· <lb/>
                        <milestone unit="ed2page" n="232"/>καλοῦσι δ’ αὐτὴν ὠμιαίαν, ἐπειδήπερ
                        <lb/>ἐπὶ τὸν ὦμον ἐκτείνεται κατὰ βραχὺ τῆς κλειδὸς ἀποχωροῦσα <lb/>λοξή·
                        δύο δὲ ἄλλαι μικροτέρας ῥίζας ἑκατέρωθεν <lb/>ἔχουσαι τῆς ὠμιαίας. ἡ μὲν οὖν
                        ὑψηλοτέραν ἔχουσα τὴν <lb/>ῥίζαν ἄχρι τῆς ἐπὶ τὸ ἀκρώμιον ἀναφέρεται χώρας,
                        εἰς τὰ <lb/>πλησιάζοντα σώματα διασπειρομένη. ἡ ταπεινοτέρα δὲ, διὰ
                        <lb/>βάθους μᾶλλον κειμένη κατὰ τὸν ἀπὸ τοῦ στέρνου μέγαν <lb/>μῦν, ἄχρι τῆς
                        κεφαλῆς ἀφικνεῖται τοῦ βραχίονος. ἧς ἐνίοτε <lb/>τὰ πέρατα σαφῶς φαίνεται
                        συνάπτοντα τοῖς πέρασιν τῆς <lb/>φλεβὸς, ἥτις ἀποφυομένη τῆς διὰ μασχάλης
                        ἐπὶ χεῖρα φερομένης <lb/>ἀναφέρεται λοξὴ πρὸς τὸν ὦμον, εἰς τὰ ταύτῃ
                        <lb/>χωρία διανεμομένη. καὶ ἄλλαι δέ τινες σποράδες, οὔτε τὴν <pb n="801"/>
                        αὐτὴν ἀκριβῶς ἔχουσαι θέσιν ἐπὶ πάντων τῶν πιθήκων, <lb/>οὔτε τὸ μέγεθος,
                        ἀποφύονται τῶν ἐπὶ τὰς χεῖρας ἀφικνουμένων <lb/>φλεβῶν. αἱ δ’ ἀξιόλογοι
                        μικρὸν ἔμπροσθεν εἴρηνται <lb/>κατὰ τὴν τῆς διὰ μασχάλης φερομένης ἀνατομήν.
                        ἔστι γὰρ <lb/>ἐκείνη καὶ μία μείζων πολλῷ τῆς ὠμιαίας, καὶ ἄλλας ἐν τῷ
                        <lb/>βραχίονι φλέβας ἀποφυομένας ἔχουσα· τῆς δὲ ὠμιαίας ὀλίγαι <lb/>τε καὶ
                        αὗται τριχοειδεῖς τε καὶ ἀραχνοειδεῖς ἀποφύονται, <lb/>τοῖς ἐπιπολῆς χωρίοις
                        διασπειρόμεναι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="7"><p>Λοιπὸν οὖν διηγήσασθαι χρὴ τῶν ἐπιπολῆς <lb/>τε καὶ διὰ βάθους σφαγιτίδων τὴν
                        νομήν. ὀνομάζονται <lb/>δὲ διὰ βάθους σφαγίτιδες ὑπ’ ἐνίων μὲν αἱ μετὰ
                        <lb/>τὴν σχίσιν τῆς κοίλης εὐθέως γιγνόμεναι· τινὲς δὲ οὐχ ὅλας <lb/>αὐτὰς,
                        ἀλλ’ ὅσον ἐν τραχήλῳ τέτακται τῶν κλειδῶν ὑψηλότερον, <lb/>οὕτως
                        ὀνομάζουσιν· ἔνιοι δὲ οὐδ’, ὅτι κατωτέρω <lb/>σχίζονται τῶν κλειδῶν,
                        ἐπίστανται. ἀλλ’ ἡμεῖς ἐπὶ πάντων <lb/>εὕρομεν ἀεὶ πρὸ τῶν κλειδῶν
                        σχιζομένην τὴν κοίλην, <lb/>ἀποφυομένας τε τῶν μορίων αὐτῆς ἑκατέρας φλέβας
                        ἐπί τε <lb/>τὸ στέρνον καὶ τὰ πρῶτα μεσοπλεύρια καὶ τοὺς ἓξ σπονδύλους <pb n="802"/> τοῦ τραχήλου καὶ τὰς ὠμοπλάτας, ὅσα τε τούτοις <lb/>ἐφεξῆς ἐπὶ
                        τὰς χεῖρας ὅλας, ἃς διὰ τῶν μασχαλῶν ἔφην ἐπ’ <lb/>αὐτὰς ἰέναι. ὅταν δὲ ὑπὸ
                        ταῖς κλεισὶ γενηθῶσιν αἱ μεγάλαι <lb/>φλέβες, ἃς ἐκ τοῦ τμηθῆναι δίχα τὴν
                        κοίλην ἔφην <lb/>γεννᾶσθαι, ῥίζαν ἐργάζονται φλεβὸς ἀξιόλογον, ἀφ’ ἧς, ὡς
                        <lb/>εἴρηται, τήν τε ὠμιαίαν γεννᾶσθαι συμβέβηκεν, ἄλλας τέ <lb/>τινας, ἃς
                        ὀλίγον ἔμπροσθεν διῆλθον. ὅσον δὲ ὑπόλοιπόν <lb/>ἐστι τῶν μεγάλων φλεβῶν,
                        εἰς ἃς ἔφην ἐσχίσθαι τὴν κοίλην, <lb/>ὄρθιον ἀναφέρεται διὰ τοῦ τραχήλου,
                        ἔμπροσθεν ἔχον <lb/>ἑαυτοῦ τὸν στόμαχον. ὑπὲρ ὧν τῆς νομῆς πρόκειται λέγειν
                        <lb/>ἅμα ταῖς ἐπιπολῆς σφαγίτισιν, ἃς ἔφην ἄλλοτε ἄλλως εἰς <lb/>ταὐτὸν
                        ἀλλήλαις ἰέναι. ὥσπερ δὲ τούτου διαφοραὶ πάμπολλαι <lb/>τῆς ἑνώσεως αὐταῖς
                        εἰσιν, οὕτως αὖ πάλιν ἕτεραι <lb/>διαφοραὶ τοσαῦται ἀπὸ τῆς σχίσεως ὁρῶνται
                        γιγνόμεναι. <lb/>προσελθοῦσα γὰρ ἡ ἐπιπολῆς αὐτῇ σφαγῖτις, ἔστιν ὅτε μὲν
                        <lb/>αὐτίκα σχίζεται, καὶ τῶν μορίων αὐτῆς ἑκάτερον ἤτοι γε <pb n="803"/>
                        ἴσον ἢ ἄνισον φαίνεται· ποτὲ δὲ ἐπὶ πλεῖον ἀποχωρεῖ, καί <lb/>ποθ’ οὕτως ἐπὶ
                        πλεῖστον, ὡς ἐγγὺς τῆς γένυος σχισθῆναι. <lb/>ταῦτα δ’ ὁρᾶται κᾀπὶ τῶν
                        ἀνθρώπων ἐναργῶς ὁσημέραι, <lb/>κατά τε τὰς χειρουργίας, καὶ πρὸς τούτοις
                        ἐπειδὰν ἤτοι <lb/>μέγιστον φωνῶσιν, ἢ κατέχωσιν ἔνδον τὸ πνεῦμα,
                        συστέλλοντες <lb/>τὸν θώρακα, καθάπερ οἱ ἀθληταὶ ποιοῦσιν ἐν ταῖς
                        <lb/>καλουμέναις καταλήψεσι πνεύματος. ἀλλὰ καὶ διαθέσεις <lb/>σηπεδονώδεις
                        ἐψίλωσαν ἐνίοτε τοῦ περικειμένου δέρματος <lb/>ἅπαν τὸ κάτω χωρίον, ὡς
                        ἐναργῶς ὁρᾶσθαι τὰς φλέβας <lb/>γυμνάς. <milestone unit="ed2page" n="233"/>καὶ μάλιστα τοῦτο συνεχῶς ἐγένετο περὶ <lb/>πάντα τὰ τοῦ σώματος μόρια
                        κατ’ ἐκεῖνον τὸν χρόνον, ἐν <lb/>ᾧ τοὺς ἄνθρακας ἐπιδημῆσαι συνέβη κατὰ τὴν
                        Ἀσίαν, οἳ <lb/>καὶ τοὺς θεασαμένους αὐτὰς ἔπεισαν, ἀκριβῶς ὁμοιότητα
                        <lb/>τοῖς πιθήκοις εἶναι πρὸς τοὺς ἀνθρώπους. ἰατρῶν μὲν οὖν <lb/>ὅστις
                        χειρουργεῖν μέλλει κατὰ τὸν τράχηλον, ἀναγκαῖόν <lb/>ἐστιν ἐπίστασθαί τε τὴν
                        εἰρημένην ποικιλίαν τῶν κατ’ αὐτὸν <lb/>φλεβῶν, ἐπισκέπτεσθαί τε, κατὰ τίνα
                        μάλιστα αὐτῶν <lb/>ἰδέαν ὁ χειρουργούμενος διαπέπλασται, καὶ γινώσκειν γε
                            ﻿<pb n="804"/> ἀκριβῶς τὰς ἀποφύσεις ἑκάστης τῶν τεσσάρων φλεβῶν.
                        <lb/>λέγω δὲ τέσσαρας, πρῶτον μὲν τὰς κάτω, πρὶν ἐς ταὐτὸν <lb/>ἀλλήλαις
                        ἐλθούσας τὴν ἐπιπολῆς <milestone unit="ed1page" n="201"/>γεννῆσαι σφαγῖτιν,
                        <lb/>ἔπειτα τὰς μετὰ τὴν σχίσιν ἄνω φερομένας. οὐ μὴν οὔτε <lb/>τοῖς ἄλλοις
                        ἰατροῖς, οὔτε τοῖς εἰσαγομένοις, οὔτε πολὺ μᾶλλον <lb/>ὑμῖν τοῖς φιλοσόφοις,
                        Ἀντίσθενες ἄριστε, τὴν ἀκριβεστάτην <lb/>ἐπιστήμην ἀναγκαῖον ἔχειν τῶν
                        τοιούτων θεωρημάτων. <lb/>διὸ κᾀγὼ κατ’ ἀρχὰς εὐθὺς ἔφην ἐν τῷδε τῷ
                        <lb/>πράγματι σύνοψίν τινα ποιήσεσθαι τῆς τῶν ἀγγείων ἀνατομῆς. <lb/>ἐν γὰρ
                        ταῖς ἀνατομικαῖς ἐγχειρήσεσιν, ὅπως εἰς <lb/>ἕκαστον μῦν ἀρτηρία καὶ φλὲψ
                        ἐμβάλλει, δηλοῦται· νυνὶ δὲ <lb/>οὔτε ἀναγκαῖον, ὡς ἔφην, ἀσαφής τε ἂν ὁ
                        λόγος γένοιτό <lb/>μοι τοὺς μύας ἑρμηνεύοντι. διὸ κᾀν ταῖς ἀνατομικαῖς
                        ἐγχειρήσεσιν <lb/>ἡ τῶν μυῶν ἀνατομὴ προηγεῖται τῆς τῶν ἀγγείων, <lb/>ὥστε
                        ἐν τῷ παρόντι λόγῳ τοσοῦτον εἰπεῖν ἀρκέσει. τῶν <lb/>ἐπιπολῆς σφαγιτίδων αἱ
                        πλεῖσται τῶν ἀποφύσεων μικραί <pb n="805"/> τέ εἰσιν καὶ τοῖς ὑπὸ τὸ δέρμα
                        μάλιστα διασπείρονται <lb/>μυσίν. ἐν οἷς εἰσι καὶ οἱ δύο μύες οἱ κινοῦντες
                        τὰς γνάθους, <lb/>λεπτοὶ μὲν ἱκανῶς ὄντες, ὑποπεφυκότες δὲ παντὶ τοῦ
                        <lb/>τραχήλου δέρματι. μετὰ μέντοι τὸ σχισθῆναι πάλιν ἄνω <lb/>φερομένας ὧν
                        ἀξιόλογοι τῶν φλεβῶν τούτων εἰσὶν αἱ ἀποφύσεις, <lb/>καθ’ ἃς εἴς τε τὸ
                        πρόσωπον ὅλον διασπείρονται, <lb/>καὶ τοῖς ἀμφὶ τὰ ὦτα χωρίοις διανέμονται,
                        καὶ πρὸς τὴν <lb/>κεφαλὴν ἀναφέρονται. διχῇ γὰρ ἑκατέρας σχισθείσης, τὸ
                        <lb/>μὲν ἕτερον μέρος εἴς τε τὰ κατὰ τὴν κάτω γένυν ἅπαντα <lb/>μεγάλοις
                        ἀγγείοις διασπείρεται, καὶ μικροῖς ἄλλοις εἰς τὰ <lb/>κατὰ τὴν ἄνω· τὸ δ’
                        ἕτερον εἴς τε τὰ περὶ τὰ ὦτα χωρία <lb/>καὶ τὴν κεφαλήν. ἐπιμίγνυται δὲ
                        τούτων ἁπασῶν τῶν <lb/>φλεβῶν τὰ πέρατα καὶ πρὸς τὰς παρακειμένας μὲν, οὐδὲν
                        <lb/>δὲ ἧττον αὐτῶν καὶ πρὸς τὰς ἀντικειμένας· ἐς ταὐτὸ γὰρ <lb/>ἥκουσιν αἱ
                        τελευταὶ τῶν ἐν τοῖς ἀριστεροῖς μέρεσι κειμένων <lb/>φλεβῶν πρὸς τὰς ἐν τοῖς
                        δεξιοῖς. ἡνίκα γὰρ ἐπιπολῆς αἱ <lb/>τέτταρες γενηθῶσιν σφαγίτιδες, ἡ μὲν
                        ἔξωθεν αὐτῶν ἐπὶ <lb/>τὴν κεφαλὴν ἀναφέρεται· μέμνησο δ’, ὅτι ταύτην
                        ἑλίττεσθαι <pb n="806"/> περὶ τὴν κλεῖν ἔφην· ἡ δὲ ἔσωθεν εἰς τὰ περὶ τὴν
                        <lb/>κάτω γένυν, ἐπιμιγνυμένη πολλαχόθι τοῖς διὰ βάθους <lb/>σφαγίτιδος
                        ἀποβλαστήμασιν, ἀφ’ ὧν εἴς τε τὸν λάρυγγα <lb/>καὶ τὸν στόμαχον, ὅσα τε κατὰ
                        βάθος τοῦ τραχήλου τέτακται <lb/>μυῶν μόρια, πολλαὶ τῶν ἀπονεμήσεων
                        ἐμφύονται, <lb/>καθάπερ, ὅσα τοῦ βάθους ἀποκεχώρηκε μόρια μυῶν, ὑπὸ <lb/>τῶν
                        ἐπιπολῆς τρέφεται σφαγιτίδων. λαμβάνει δὲ καὶ ἡ <lb/>γλῶττα μεγάλας φλέβας
                        ἀπὸ τῶν διὰ βάθους σφαγιτίδων, <lb/>ὅταν ταῖς ἐπιπολῆς διὰ τῶν ἀποφύσεων
                        συμπλακῶσιν. ὅσα <lb/>μέντοι τῇ γλώττῃ περίκειται σώματα, καὶ τῶν μυῶν ὅσοι
                        <lb/>μὴ διὰ βάθους εἰσὶν, ἀπὸ τῶν ἐπιπολῆς τρέφεται σφαγιτίδων. <lb/>τό γε
                        μὴν ὑπόλοιπον ἅπαν τῶν διὰ βάθους σφαγιτίδων <lb/>εἰς τὸν ἐγκέφαλον
                        ἀναφερόμενον ἐκπίπτει μὲν τῷ <lb/>κρανίῳ κατὰ τὸ πέρας τῆς λαμβδοειδοῦς
                        ῥαφῆς, πρὶν δὲ <lb/>ἐκπίπτειν, ἀποβλάστημα μικρὸν τῇ μεταξὺ χώρᾳ τοῦ πρώτου
                        <lb/>καὶ δευτέρου ποιεῖται σπονδύλου, καὶ μετὰ ταῦτα ἄλλο <lb/>χοειδὲς ἐν τῇ
                        μεταξὺ τοῦ πρώτου καὶ τῆς κεφαλῆς, <milestone unit="ed2page" n="234"/>ἀναμίγνυται <pb n="807"/> δὲ ταῖς ἄνωθεν κάτω φερομέναις κατὰ τὸν
                        ἐγκέφαλον <lb/>φλεψὶ καί τισι τῶν ἔξωθέν τε καὶ τῶν πλαγίων. <lb/>πασῶν γὰρ
                        ἑνοῦνται τὰ πέρατα τῶν φλεβῶν ἐν τοῖς περὶ <lb/>τὴν κεφαλήν τε καὶ τὴν
                        διάρθρωσιν αὐτῆς χωρίοις. ἀλλὰ <lb/>καὶ τῶν περικειμένων φλεβῶν τῷ κρανίῳ
                        φέρονταί τινες <lb/>ἔσω λεπταὶ, καὶ μάλιστα περὶ τὴν διάρθρωσιν τῆς
                        <lb/>γνάθου. ὅπως δὲ αὗται πᾶσαι μετὰ τὸ διελθεῖν ἔσω τοῦ <lb/>κρανίου
                        κατασχίζονταί τε καὶ κοινωνοῦσιν ἀλλήλαις, αὖθίς <lb/>τε πάλιν αὐτῶν ἔξω
                        τινὰ φέρεται μόρια μετὰ νεύρων τινῶν, <lb/>ἐν ταῖς κατὰ τὸν ἐγκέφαλον
                        ἀνατομικαῖς ἐγχειρήσεσιν <lb/>ἐλέγομεν, ὥσπερ κᾀν ταῖς κατὰ τὸν πνεύμονα καὶ
                        καρδίαν <lb/>ἕκαστόν τε τῶν ἄλλων σπλάγχνων ἡ καθ’ ἕκαστον ἔκφυσις <lb/>ἀπὸ
                        πάντων τῶν ἀγγείων ἐν ταῖς ἰδίαις αὐτῶν ἀνατομικαῖς <lb/>ἀκριβοῦται. νυνὶ
                        δὲ, ὡς εἴρηται, σύνοψίν τινα τῆς τῶν <lb/>ἀγγείων ἀνατομῆς ποιούμεθα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="8"><p>Συμπεπληρωμένης ἤδη τῆς ἐξηγήσεως ἁπασῶν <lb/>τῶν ἄνω τοῦ διαφράγματος
                        φλεβῶν, ἐπὶ τὰς ὑπολοίπους <pb n="808"/> μετέλθωμεν, ὅσαι τὰ κάτω τῶν φρενῶν
                        τρέφουσιν ἀπὸ τῆς <lb/>ἐπ’ ὀσφύϊ κοίλης γεννώμεναι. αὕτη γὰρ ἡ φλὲψ, ἐπειδὰν
                        <lb/>πρῶτον ἔξω τοῦ ἥπατος γένηται, πρὶν μὲν ἐπιβῆναι τῆς <lb/>ὀσφύος, ἔτι
                        μετέωρος οὖσα, κατὰ μὲν τὸ δεξιὸν ἑαυτῆς μέρος <lb/>εἰς τὸν τοῦ δεξιοῦ
                        νεφροῦ χιτῶνα καὶ τὰ περὶ τοῦτον <lb/>σώματα ποτὲ μὲν ἀραχνοειδεῖς, ποτὲ δὲ
                        τριχοειδεῖς, ποτὲ <lb/>δὲ ἁδροτέρας τὰς ἐπινεμήσεις πέμπει, κατὰ δὲ τὸ
                        ἀριστερὸν <lb/>ἀξιόλογον φλέβα διασχιζομένην εἰς τὰ ταύτῃ σώματα.
                        <lb/>πολλάκις δ’, αὐτῆς ἐπὶ τὸν νεφρὸν ἀφικνουμένης, <lb/>ἀποφύονται φλέβες
                        ἀπ’ αὐτῆς, καὶ τοῦ αὐτοῦ περὶ τὸν <lb/>νεφρὸν χιτῶνος ἅμα τοῖς πέριξ
                        χωρίοις, ἔνιαι μὲν <lb/>ἀραχνοειδεῖς, ἔνιαι δὲ μικραὶ, τριχοειδεῖς ἔνιαι.
                        ὀνομάζω <lb/>δὲ ἰδίως φλέβας μικρὰς, ὅσαι φαίνονται, καίτοι <lb/>μικρὸν
                        εὖρος ἔχουσαι. τοῦτο δὲ οὐχ ὑπάρχει ταῖς ἀραχνοειδέσι <lb/>καὶ τριχοειδέσιν,
                        ἀλλ’ αἱ μὲν λεπτοτάταις ἐοίκασι <lb/>γραμμαῖς μόγις ὁρωμέναις, ἃς
                        ἀπανθισμοὺς ἐκάλεσαν ἔνιοι <lb/>τῶν παλαιῶν, αἱ δὲ, ὡς ἂν εἴποι τις,
                        ἁδροτέραις γραμμαῖς, ﻿<pb n="809"/> ἐχούσαις μὲν δηλονότι πάντως τι πλάτος,
                        ἀλλ’ ὡς πρὸς <lb/>αἴσθησιν ἀπλατέσι λεγομέναις, ἐπειδὴ σαφὴς ἡ διάκρισις
                        <lb/>τῶν ὁριζόντων τὸ πλάτος μορίων ἐν αὐταῖς οὐκ ἔστιν. <lb/>αὗται μὲν οὖν
                        αἱ φλέβες τοιαίδε. αἱ δὲ εἰς τοὺς νεφροὺς <lb/>ἐμφυόμεναι μέγισται πασῶν
                        εἰσιν τῶν τῆς κοίλης ἀπεσχισμένων. <lb/>ἐφεξῆς δὲ αὐτῶν ἐπὶ τοὺς ὄρχεις
                        φέρονται φλέβες, <lb/>τὸ μέν τι κοινὸν ἐπὶ πάντων ἔχουσαι τῶν πιθήκων, τὸ δὲ
                        <lb/>ἴδιον ἐν ἑκάστοις αὐτῶν. τὸ κοινὸν μὲν οὖν ἐστιν, ἀπὸ <lb/>τῆς ἐπὶ τὸν
                        ἀριστερὸν νεφρὸν ἀποβλάστημά τι φέρεσθαι <lb/>ἐπὶ τὸν ἀριστερὸν ὄρχιν· ἴδιον
                        δὲ, διττὰς εἶναί ποτε τὰς <lb/>ἀρχὰς τῆς εἰς τὸν ὄρχιν ἰούσης φλεβὸς, τῆς
                        μὲν ἀπὸ <lb/>τῆς ἐπὶ τὸν ἀριστερὸν νεφρὸν ἀφικνουμένης, τῆς δὲ τῆς
                        <lb/>κοίλης ἀποσχιζομένης, ποτὲ δὲ μίαν μόνην ἀπὸ τῆς ἐπὶ <lb/>τὸν μηρὸν
                        ἰούσης φλεβός. ἡ δὲ ἐν τοῖς δεξιοῖς μέρεσι φλὲψ, <lb/>εἰς τὸν δεξιὸν ὄρχιν
                        ἰοῦσα, τῆς κοίλης αὐτῆς ἀποπέφυκεν. <lb/>ὤφθη δὲ ἅπαξ ποτέ μοι καὶ ἥδε δύο
                        ἀρχὰς ἔχουσα, καθάπερ <lb/>ἐν τοῖς ἀριστεροῖς πολλάκις. αὗται μὲν οὖν αἱ
                        φλέβες <pb n="810"/> εἰς τοὺς ὄρχεις φέρονται, ἄν τε ἄῤῥεν, ἄν τε θῆλυ τὸ
                        <lb/>ζῶον ᾖ. καὶ γὰρ καὶ τὸ θῆλυ κατὰ τὰ πλευρὰ τῆς μήτρας <lb/>ἔχει τοὺς
                        ὄρχεις, πολὺ μικροτέρους τε καὶ πυκνοτέρους ἤπερ <lb/>ἐπὶ τῶν ἀῤῥένων.
                        ἐφεξῆς δ’ αὐτῶν καθ’ ἕκαστον σπόνδυλον <lb/>ἐπὶ τὰς λαγόνας φέρονται φλέβες,
                        ὧν τὰ πέρατα πρὸς <lb/>τοὺς κατ’ ἐπιγάστριον ἀναφέρονται μῦς. <milestone unit="ed2page" n="235"/>οἱ γάρ τοι <lb/>κατ’ ἐπιγάστριον μῦς ἐκ τούτων
                        τρέφονται τῶν φλεβῶν, καὶ <lb/>τῶν ἐν τοῖς τῶν νόθων πλευρῶν μεσοπλευρίοις,
                        καὶ τῶν <lb/>ἄνωθεν ἐπὶ τὸ στέρνον ἐπὶ τοὺς τιτθοὺς φερομένων, καὶ <lb/>τῶν
                        ταύταις ἑνουμένων τοῖς πέρασιν ἐκ τῶν κάτω μερῶν <lb/>ἀναφερομένων, ὑπὲρ ὧν
                        ἔμπροσθεν ἐπηγγειλάμην αὖθις <lb/>ἐρεῖν. οἱ δὲ ὑπερκείμενοι τούτων μύες, οἱ
                        ἔξωθεν τοῦ θώρακος, <lb/>ἐκ τῶν κατὰ τὰς κλεῖς ἀγγείων τῶν μικρῶν, ὑπὲρ ὧν
                        <lb/>ἔμπροσθεν εἶπον, κᾀκ τῶν ἐπὶ τὸ στέρνον φερομένων. διεκπίπτει <lb/>γὰρ
                        αὐτῶν ἀποβλαστήματα πρὸς τοὺς παρὰ τὸ στέρνον <lb/>μῦς, καὶ προσέτι τῶν κατὰ
                        τὰ μεσοπλεύρια· καὶ γὰρ <lb/>καὶ τούτων ἐκπίπτει τις ἔξω τοῦ θώρακος μοῖρα.
                        καὶ μὲν <pb n="811"/> δὴ ὅτι τῷ κατ’ ὀσφὺν νωτιαίῳ φλέβες ἀπὸ τῆς
                        ἐπικειμένης <lb/>ἐνταῦθα τῆς κοίλης ἐμφύονται καθ’ ἕκαστον τρῆμα μία,
                        <lb/>λέλεκται πρόσθεν. ὥστ’ οὐδὲν <milestone unit="ed1page" n="202"/>ἔτι
                        ὑπόλοιπόν ἐστιν <lb/>τῆς ἐπ’ ὀσφύϊ κοίλης ἀποβλάστημα διηγήσεως δεόμενον.
                        <lb/>ἀλλ’ ὅπως δίχα σχίζεται, λεκτέον ἤδη. κατὰ τοίνυν τοὺς <lb/>ὑστάτους
                        τῆς ὀσφύος σπονδύλους οὐκ ἔθ’ ὑποκειμένην ἐστὶν <lb/>εὑρεῖν τὴν ἀρτηρίαν τῇ
                        φλεβὶ, τοὐναντίον δ’ ἅπαν γίνεται. <lb/>μετέωρος μὲν ἡ ἀρτηρία κατὰ τῆς
                        φλεβὸς ὀχεῖται, τῶν <lb/>σπονδύλων δὲ αὐτῶν ἡ φλέψ. ψαύει τοίνυν καὶ
                        σχίζεται <lb/>κατὰ τοῦτο τὸ μέρος ἑκάτερον τῶν ἀγγείων δίχα, καὶ γίνεται
                        <lb/>τὸ σύμπαν αὐτῶν σχῆμα τῷ Λ στοιχείῳ παραπλήσιον. <lb/>ἕκαστον δὲ τῶν
                        συνθέτων ἀγγείων ἐπὶ τὸ καθ’ <lb/>ἑαυτὸ φέρεται σκέλος λοξόν. ἐν δὲ τῇ φορᾷ
                        ταύτῃ πρῶτον <lb/>μὲν ἀπόφυσιν τῆς φλεβὸς ἑκατέρας ἰδεῖν ἐστιν, ἐπὶ τὰς
                        <lb/>ψόας ὀπίσω διανεμομένας, καί τινας ἄλλας τριχοειδεῖς ἀμυδρῶς
                        <lb/>ἐνίοτε φερομένας εἰς τὸ κατ’ ὀσφὺν περιτόναιον. ἀπὸ <lb/>γάρ τοι τῶν
                        πλησιαζόντων καθ’ ἕκαστον μόριον ἀγγείων τὸ <pb n="812"/> περιτόναιον
                        τρέφεται τοσαύταις φλεψί· πλείστας δ’ αὐτῶν <lb/>καὶ μακροτέρας λαμβάνει
                        παρὰ τῶν ἐπ’ ὄρχεις φερομένων. <lb/>ἐφεξῆς δὲ τούτων εἰσὶν ἀποφύσεις τῶν ἐπὶ
                        τὰ σκέλη φερομένων <lb/>φλεβῶν εἴς τε τὰ κάτω καὶ πρόσω. πρῶτον μὲν εἰς
                        <lb/>τοὺς κατὰ τὸ πλατὺ καλούμενον ὀστοῦν μῦς, ὧν οὐ σμικρὸν <lb/>μέρος
                        ἀναμίγνυται τῇ μετ’ αὐτῶν ἐκφύσει πρὸς τοὺς <lb/>κατὰ τὴν ἕδραν μῦς
                        φερόμενον. ἀμφοτέρων δὲ τῶν συζυγιῶν <lb/>τὰ πέρατα διεκπίπτει πρὸς τὰ ἐκτὸς
                        μόρια τοῦ πλατέος <lb/>ὀστοῦ, τοῖς τοῦ ἐνταῦθα μυσὶ διασπειρόμενα. μετὰ
                        <lb/>δὲ ταῦτα ἐπὶ τὰ κάτω μέρη τῆς μήτρας φέρονται φλέβες <lb/>ἀνωτέρω βραχὺ
                        τῆς τοῦ τραχήλου πρώτης ἐκφύσεως, αἵτινες <lb/>εἴς τε τὸν τράχηλον αὐτὸν
                        διασπείρονται, καὶ εἰς τὴν <lb/>μήτραν ἑνούμεναι μέρει μὲν ἑαυτῶν τινι τοὺς
                        ὄρχεις, τῷ <lb/>δὲ ἄλλῳ τὰ μέχρι τοῦ πυθμένος τῆς μήτρας διαπλέκουσιν.
                        <lb/>ἀπὸ δὲ τῶν ἐπὶ τὰ κάτω τῆς μήτρας φερομένων φλεβῶν <lb/>καὶ αἱ τῆς
                        κύστεως ἀποσχίζονται φλέβες. ἐφεξῆς δ’ ἐστὶν <lb/>ἄλλη συζυγία φλεβῶν, δύο
                        ἀρχὰς τοὐπίπαν ἐχουσῶν. προϊοῦσαι <pb n="813"/> δὲ αὗται συνάπτονται πρὸς
                        ἀλλήλας καὶ γεννῶσι φλέβα <lb/>καθ’ ἑκάτερον μέρος εἰς τοὐκτὸς φερομένην διὰ
                        τοῦ τῆς <lb/>ἥβης ὀστοῦ σὺν τῷ ταύτης νεύρῳ. καὶ τοίνυν διασπείρεται
                        <lb/>τοῖς κάτω μυσὶ τοῦ τῆς ἥβης ὀστοῦ τὸ ἀγγεῖον τοῦτο, καθάπερ <lb/>καὶ τὸ
                        νεῦρον. μετὰ δὲ ταῦτά ἐστιν ἄλλη συζυγία <lb/>φλεβῶν, ὑπὲρ ὧν ἔμπροσθεν
                        ἀνεβαλόμην ἐρεῖν, τῶν ἀναφερομένων <lb/>παρὰ τοὺς ὀρθίους μῦς, ἔπειτα εἰς
                        ταὐτὸν ἰουσῶν <lb/>τοῖς πέρασι τῶν φλεβῶν, ἃς διὰ τοῦ θώρακος εἰς ὑποχόνδρια
                        <lb/>καταφέρεσθαι πρόσθεν εἶπον. ἀπὸ δὲ τῆς αὐτῆς ῥίζης <lb/>καὶ ἄλλο
                        φλεβίον ἓν καθ’ ἑκάτερον μέρος εἰς τὴν μήτραν <lb/>ἀφικνεῖται, δι’ ὧν φλεβῶν
                        ἡ κοινωνία μάλιστά ἐστι <lb/>τοῖς τιτθοῖς πρὸς τὰς μήτρας. αὗται μὲν οὖν αἱ
                        φλέβες <lb/>ἐκ τῶν ἔνδον μερῶν κεῖνται τῶν ὀρθίων μυῶν, <milestone unit="ed2page" n="236"/>καὶ <lb/>αἵ γε ἀναφερόμεναι πρὸς τὰ ὑποχόνδρια
                        συμφυεῖς εἰσιν <lb/>αὐτοῖς. ἑτέρα δ’ ἔξωθεν τῶν μυῶν ἐστι συζυγία τῶν
                        καθηκουσῶν <lb/>ἐπὶ τὸ αἰδοῖον, ἄν τε ἄῤῥεν, ἄν τε θῆλυ τὸ <lb/>ζῶον ᾖ·
                        καταφέρονται δὲ παρὰ τὴν συμβολὴν τῶν τῆς ἥβης <lb/>ὀστῶν ἑκατέρωθεν. καὶ
                        μετὰ ταύτας εὐθέως ἐστὶν ἑτέρα ﻿<pb n="814"/> φλὲψ ἀφ’ ἑκατέρας τῆς ἐπὶ τὰ
                        σκέλη πρὸς τοὺς ἔνδον μῦς <lb/>τῶν μηρῶν φερομένη. τούτων δ’ ἑξῆς ἄλλη
                        συζυγία φλεβῶν <lb/>ἐπιπολῆς ὑπὸ τῷ δέρματι κειμένη, ἃς καὶ θεώμεθα
                        <lb/>πάνυ σαφῶς ἐπὶ τῶν ἰσχνῶν ἀνθρώπων, ἀπὸ μὲν τῶν βουβώνων
                        <lb/>ἀρχομένας, ἀναφερομένας δὲ κατὰ τὸν τῶν λαγόνων <lb/>τόπον. ἀμυδραὶ δὲ
                        ἄλλαι συνάπτουσιν αὐτῶν τοῖς πέρασιν <lb/>ἄνωθεν κάτω φερόμεναι, τὴν γένεσιν
                        ἔχουσαι μάλιστα ἐκ <lb/>τῶν παρὰ τοὺς τιτθοὺς φλεβῶν. ἀλλὰ ταύτης τῆς
                        συζυγίας <lb/>τῆς νῦν ἐν τῷ λόγῳ προκειμένης ἔφην ἀναφέρεσθαι κάτωθεν
                        <lb/>ἄνω μέρος οὐ σμικρὸν, ἐπὶ τοὺς παρὰ τὰς πυγὰς ἀποχωροῦν <lb/>μῦς.
                        ἐντεῦθεν δὴ λοιπὸν ἡ μεγάλη φλὲψ εἰς τὸ <lb/>σκέλος ἀποσχίζεται, πρώτην μὲν
                        ἀπόφυσιν ἑαυτῆς κατὰ τὸν <lb/>βουβῶνα ποιοῦσα σὺν ἀρτηρίᾳ μικρᾷ τοῖς
                        ἐμπροσθίοις μυσὶν <lb/>διανεμομένην, δευτέραν ἑκατέρωθεν μίαν κᾀκ τῶν ἔνδον
                        <lb/>μερῶν ἄχρι τοῦ γόνατος ἐπιπολῆς διασπειρομένην, ἄλλας δ’ <lb/>οὐκ
                        ὀλίγας διὰ βάθους εἰς τοὺς μηρούς. μικρὸν δ’ ἀνωτέρω <lb/>τῆς κατὰ γόνυ
                        διαρθρώσεως τριχῆ σχισθεῖσα, τῷ μέσῳ <lb/>μὲν αὑτῆς, ᾗ δὴ μεγίστη ἐστὶ, δι’
                        αὐτῆς εἰς ἰγνύας φέρεται <pb n="815"/> κάτω, κᾄπειτα ἐντεῦθεν διὰ τοῦ βάθους
                        ἰοῦσα τῆς καλουμένης <lb/>γαστροκνημίας ἀποφύσεις οὐκ ὀλίγας δίδωσι τοῖς
                        <lb/>κατὰ ταύτην μυσί· τῷ δ’ ἔξωθεν μορίῳ τῷ δευτέρῳ κατὰ <lb/>τὸ τῆς
                        περόνης ἐκτὸς ἐπὶ τῆς κατὰ τὸν πόδα διαρθρώσεως <lb/>ἐπιπολῆς ἀφικνεῖται· τῷ
                        τρίτῳ δὲ μέρει τῶν ἔνδον <lb/>ἐπ’ αὐτὸ τὸ ἀντικείμενον ἔρχεται, κᾄπειτα
                        ἐντεῦθεν ἐπὶ <lb/>τὸ σφυρὸν ἀφικνεῖται ἐπ’ αὐτὸ τῆς κνήμης τὸ πέρας,
                        ἐπιτηδειοτάτη <lb/>πρὸς τὰς φλεβοτομίας οὖσα. καὶ μὲν δὴ καὶ <lb/>τῆς διὰ
                        βάθους τῆς μεγάλης εἰς τοὺς μῦς σχιζομένης σὺν <lb/>ἀρτηρίᾳ δύο πέρατα
                        ποιησαμένης, τὸ μὲν ἕτερον τὸ μεῖζον <lb/>ἀπὸ τῆς κνήμης ἔσω φέρεται, τὸ δ’
                        ἕτερον διὰ τῆς μέσης <lb/>χώρας περόνης τε καὶ κνήμης εἰς τὰ πρόσω
                        παραγίγνεται <lb/>τοῦ ποδὸς, ἐμπηγνύμενον ἀποβλαστήματι φλεβὸς ἑτέρας, ἣν
                        <lb/>διὰ τῶν ἔξω τῆς κνήμης μερῶν παρὰ τὴν περόνην ἔφην <lb/>καταφέρεσθαι,
                        ὡς γίγνεσθαι τέτταρας φλέβας εἰς πόδα κατερχομένας, <lb/>μίαν μὲν ἔξωθεν
                        πασῶν παρὰ τὸ κυρτὸν πέρας <lb/>τῆς περόνης, ἑτέραν δὲ ἐκ τῶν ἔνδον αὐτοῦ
                        μερῶν, <lb/>καὶ τρίτην, ὡς εἶπον, πρόσω τοῦ τῆς κνήμης πέρατος, <pb n="816"/> καὶ τετάρτην, ἐκ τῶν ἔνδον περιλαμβάνουσαν τὰς κυρτὰς <lb/>ἀποφύσεις. ἡ
                        μὲν πρώτη καὶ δευτέρα ῥηθεῖσαι τῆς περόνης, <lb/>αἱ δὲ ἑξῆς δύο τῆς κνήμης.
                        ἐντεῦθεν δ’ ἡ μὲν τετάρτη <lb/>κάτω τοῦ ποδὸς ἅπαντα διαπλέκει,
                        συνεπιμιγνυμένων <lb/>αὐτῇ μορίων τῆς πρώτης. αἱ μέσαι δ’ αὐτῶν αἱ δύο
                        <lb/>κατὰ τοῦ ποδὸς ἄνω διασπείρονται. καὶ μέντοι καὶ τῆς <lb/>πρώτης μόριον
                        τὸ ἄνω τοῦ ποδὸς ἔχει, ὃ διαπλέκει τὰ <lb/>μέρη τῆς κατὰ τὸν μικρὸν μάλιστα
                        δάκτυλον. ἐπιμίγνυται <lb/>δὲ καὶ ἄλλως πολυειδῶς, ὥσπερ ἐν ταῖς ἄκραις
                        χερσὶν, οὕτω <lb/>καὶ κατὰ τὸν πόδα μόρια τῶν ἀγγείων. αὕτη μὲν ἡ σύνοψις
                        <lb/>ἔσται σοι τῆς τῶν φλεβῶν ἀνατομῆς· ἐφεξῆς δὲ περὶ <lb/>τῶν ἀρτηριῶν
                        ἐροῦμεν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="9"><p>Ἀρχὴ μὲν τούτων ἐστὶν ἡ ἀριστερὰ κοιλία <lb/>τῆς καρδίας. ἐντεῦθεν δὲ μία μὲν
                        εἰς τὸν πνεύμονα κατασχίζεται <lb/>λεπτὴ <milestone unit="ed2page" n="237"/>καὶ μονοχίτων, καθάπερ αἱ φλέβες· <lb/>ἑτέρα δὲ δύο χιτῶνας ἔχουσα καὶ
                        παχεῖα, πολὺ μείζων <lb/>τῆσδε, καθάπερ τι στέλεχος ἁπασῶν οὖσα τῶν
                        ἀρτηριῶν. <lb/>εἰκάσαις δ’ ἂν, εἰ βούλοιο, καὶ τὴν εἰς τὸν πνεύμονα <pb n="817"/> κατασχιζομένην ἀνάλογον ἔχειν τῇ πρώτῃ πασῶν ῥηθείσῃ
                        <lb/>φλεβὶ, τῇ κατὰ τὰς πύλας τοῦ ἥπατος, ἣν εἰς τὰ κατὰ <lb/>τὴν γαστέρα
                        μόρια καθήκειν ἔφην, οἶόν περ ῥίζαις τισὶ <lb/>τοῖς ἑαυτῆς πέρασιν
                        ἀναλαμβάνουσαν τὴν τροφήν. ὡσαύτως <lb/>γάρ τοι καὶ ἥδε διὰ τῆς εἰσπνοῆς
                        ὠφέλειαν εἰς τὸν πνεύμονα <lb/>κατασχίζεται. καὶ μέντοι καὶ δι’ αὐτὸ τὸ τῆς
                        καρδίας <lb/>σῶμα περιχεομένας ἐν κύκλῳ δύο ἀρτηρίας ἔχει, τὴν <lb/>μὲν
                        ἑτέραν τὴν μείζω τὸ πλεῖστον αὐτῆς διαπλέκουσαν, τὴν <lb/>δὲ ἑτέραν εἰς
                        ἐκεῖνα μάλιστα διανεμομένην, ἔνθα τὴν τρίτην <lb/>ἐνόμιζεν εἶναι κοιλίαν ὁ
                        Ἀριστοτέλης. αὕτη δέ ἐστιν <lb/>ἡ κατὰ τὸ πλατὺ τῆς καρδίας μόριον οὖσα τῆς
                        δεξιᾶς, οὐκ <lb/>ἄλλη τρίτη τις. πέφυκε δ’ ἐξ αὐτῆς εἰς τὸν πνεύμονα
                        κατασχιζομένη <lb/>φλὲψ, ἧς ὁ χιτὼν ὁ αὐτός ἐστι τῷ τῆς ἀρτηρίας.
                        <lb/>ταύτας μὲν οὖν τὰς ἀρτηρίας ἅμα τῷ πρῶτον <lb/>ἐκφύεσθαι τῆς καρδίας
                        τὴν μεγίστην ἀποφυομένας αὐτῆς <lb/>ἰδεῖν ἐστιν, εὐθὺς δὲ κᾳκείνην
                        διασχιζομένην ἀνίσοις τμήμασιν· <lb/>καὶ μέντοι καὶ τὸ <milestone unit="ed1page" n="203"/>ἔλαττον αὐτῆς μέρος ἄνω <pb n="818"/> φερόμενον,
                        καὶ αὐτὸ πάλιν αὐτίκα σχιζόμενον ἀνίσοις τμήμασι· <lb/>κᾄπειτα τὸ μὲν μεῖζον
                        αὐτῶν ἐπὶ τὴν σφαγὴν ἀνατεινόμενον <lb/>λοξὸν ἀπὸ τῶν ἀριστερῶν ἐπὶ τὰ δεξιὰ
                        τοῦ θώρακος, <lb/>ἀντίστροφον δὲ τὴν θέσιν ἔχον τὸ ἕτερον. ἀναφέρεται
                        <lb/>γάρ τοι καὶ τοῦτο λοξὸν ἐπὶ τὴν ἀριστερὰν ὠμοπλάτην τε <lb/>καὶ
                        μασχάλην ἀποφύσεσιν, ἀποφυόμενον ἐπί τε τὸ στέρνον <lb/>καὶ τὰς πρώτας τοῦ
                        θώρακος πλευρὰς καὶ τοὺς ἓξ τοῦ <lb/>τραχήλου σπονδύλους, ἐπί τε τὰ περὶ τὴν
                        κλεῖν χωρία <lb/>μέχρι τῆς ἀκρωμίας, μεθ’ ἃς ἁπάσας τὸ ὑπόλοιπον ἐπί τε
                        <lb/>τὴν ὠμοπλάτην καὶ τὴν χεῖρα κατασχίζεται. τὸ δ’ ἐπὶ τὴν <lb/>σφαγὴν
                        ἀνατεινόμενον μέρος τῆς ἀρτηρίας τὸ μεῖζον, ὅταν <lb/>τῷ θυμῷ πλησιάσῃ,
                        πρῶτον μὲν ἀπόφυσιν ἑαυτοῦ ποιεῖται <lb/>παρὰ τὴν ἀριστερὰν σφαγῖτιν, ἐπ’
                        αὐτῇ δὲ ἑτέραν παρὰ <lb/>τὴν δεξιάν· εἶθ’ οὕτως τὸ ὑπόλοιπον ἅπαν αὐτῆς
                        ὁμοίως <lb/>κατασχίζεται τῇ λεγομένῃ πρὸς τὴν ἀριστερὰν ὠμοπλάτην <lb/>τε
                        καὶ μασχάλην ἀναφέρεσθαι. καὶ γὰρ ἐπὶ τὸ στέρνον <lb/>ἥκει τις ὡσαύτως τῇ
                        φλεβὶ, τάς τε ἄλλας ἀποφύσεις ποιουμένη, <lb/>καὶ τὴν ἐπὶ τῶν τιτθῶν, ἥ τε
                        ἐπὶ τὰς πρώτας τοῦ ﻿<pb n="819"/> θώρακος πλευρὰς συγκατασχίζεται καὶ
                        συνεκπίπτει τοῦ <lb/>θώρακος ἐκτὸς ἐπὶ τοὺς ῥαχίτας μῦς, ὥσπερ ἡ φλὲψ, ἥ
                        <lb/>τε διὰ τῶν κατὰ τοὺς πρώτους ἓξ τοῦ τραχήλου σπονδύλους <lb/>τρημάτων
                        φερομένη συγκαταβαίνει τε καὶ συγκατασχίζεται <lb/>τῇ φλεβὶ πρὸς τὰς τοῦ
                        νωτιαίου μήνιγγας, <lb/>ἥ τ’ ἐπ’ ἀκρώμιον ὠμοπλάτην τε καὶ μασχάλην δεξιάν.
                        <lb/>αὗται πᾶσαί τε ἄλλαι ταῖς παρακειμέναις φλεψὶ συγκατασχίζονται,
                        <lb/>καθάπερ αἱ καρωτίδες ὀνομαζόμεναι ταῖς <lb/>διὰ βάθους σφαγίτισιν.
                        συναναφέρεταί τις ἀρτηρία. ἀλλ’ <lb/>εἴτε δύο γενηθεῖεν, εἴτε τέτταρες
                        αὗται, χωρὶς ἀρτηριῶν <lb/>εἰσι. τὸ δὲ ὑπόλοιπον ἑκατέρας καρωτίδος ὄρθιον
                        <lb/>ἀναφερόμενον εἴσω τοῦ κρανίου παραγίνεται, κᾀνταῦθα <lb/>ποιεῖ τὸ
                        καλούμενον δικτυοειδὲς πλέγμα, καὶ μετὰ ταῦτα <lb/>πάλιν ἀρτηρίαι δύο
                        γινόμεναι πρὸς τὸν ἐγκέφαλον ἀναφέρονται. <lb/>περὶ δὲ τῆς ἐκείνων νομῆς καὶ
                        πρὸς τὰ τῶν αἰσθήσεων <lb/>ὄργανα κοινωνίας ἐν ταῖς ἀνατομικαῖς ἐγχειρήσεσι
                        <lb/>λέγεται. τὸ δὲ ἕτερον μέρος τῆς ἐκ καρδίας φυομένης ἀρτηρίας <pb n="820"/> τὸ μεῖζον παρὰ τὴν ῥάχιν κατακάμπτεται, τῷ <lb/>πέμπτῳ τοῦ
                        θώρακος ἐπιβαῖνον σπονδύλῳ, φέρεταί τε τοὐντεῦθεν <lb/>δι’ ὅλης ἤδη τῆς
                        ῥάχεως ἄχρι τοῦ πλατέος ὀστοῦ, <lb/>
                        <milestone unit="ed2page" n="238"/>πρῶτον μέν τινα πέμπον ἀπόφυσιν αὑτοῦ
                        μικρὰν ἀρτηρίαν, <lb/>κατασχιζομένην εἰς ἐκεῖνα τοῦ θώρακος τὰ μέρη,
                        <lb/>καθ’ ἃ ὁ πνεύμων ἐπίκειται· τὰ τελευταῖα δὲ αὐτῆς πέρατα <lb/>μέχρι τῆς
                        τραχείας ἀρτηρίας ἀνήκει, μετὰ δὲ ταῦτα καθ’ <lb/>ἕκαστον σπόνδυλον εἴς τε
                        τὰ μεσοπλεύρια καὶ εἰς τὸν νωτιαῖον <lb/>ἀπονεμήσεις γίνονται. τὰ δ’ ἄνω τοῦ
                        θώρακος τὰ <lb/>κατὰ τὰς τέσσαρας πλευρὰς οὐχ ὁμοίως ἀεὶ τὰς ἀρτηρίας
                        <lb/>ἔχει διατεταμένας· ἐνίοτε μὲν γὰρ ἀπὸ ταύτης πλέον, ἐνίοτε <lb/>δὲ ἀπὸ
                        τῶν ἄνω φερομένων, ὡς ἔμπροσθεν εἶπον, ἐνίοτε <lb/>δὲ ἀπ’ ἀμφοῖν ἴσον εἰς
                        αὐτὰς διασπείρεται. ἀλλ’ ἥ γε μεγάλη <lb/>ἀρτηρία φερομένη μετὰ τὸ ἐξελθεῖν
                        τὸν θώρακα <lb/>πρῶτον ἐν τῷ διαφράγματι δύο δίδωσιν ἀρτηρίας, ἐφεξῆς
                        <lb/>δὲ γαστρὶ μὲν καὶ σπληνὶ καὶ ἥπατι μίαν ἀζυγῆ, ταύτῃ <lb/>δ’ ἐφεξῆς
                        ἑτέραν ἀζυγῆ, κατὰ τὰ πρόσω μέρη τῆς μεγάλης <lb/>ἀποπεφυκυίας ἀμφοτέρας.
                        ἔστι δ’ ὅτε ἐκ μιᾶς ῥίζης δίχα <pb n="821"/> σχισθεῖσα, γαστρὶ μὲν καὶ
                        σπληνὶ καὶ ἥπατι τὸ ἕτερον <lb/>τμῆμα, τοῖς δὲ ἐντέροις θάτερον διανέμεται
                        κατὰ τὰ δύο <lb/>μεσεντέρια, τό τε ἐν τοῖς δεξιοῖς, ὅπερ ἐστὶ τοῦ κώλου
                        <lb/>τῶν πρώτων μερῶν, καὶ μέσον ἔντερον ἐπὶ τῶν λεπτῶν <lb/>ἐστι· τὸ γάρ
                        τοι τρίτον μεσεντέριον, ὃ πλησίον ἥκει τῆς <lb/>ἕδρας, ἐν τοῖς ἀριστεροῖς
                        κείμενον, ἐντεῦθεν μὲν ἀρτηρίαν <lb/>οὐδεμίαν λαμβάνει, κάτωθεν δὲ ἐμβάλλει
                        τις αὐτῷ <lb/>μικρὰ, κατὰ τοὺς νεφροὺς φυομένη τῆς μεγάλης ἀρτηρίας
                        <lb/>ἀζυγής. μεταξὺ δὲ ταύτης καὶ τῶν προειρημένων ἐπὶ τοὺς <lb/>νεφροὺς
                        ἴασι δύο ἀξιόλογοι τὸ μέγεθος, ἑτέρα τέ τις αὐτῶν <lb/>ἄνωθεν ἐκ τῶν
                        ἀριστερῶν μερῶν παρατεταμένη τῇ κάτωθεν <lb/>φλεβί. καὶ μέντοι καὶ αὐτῶν τῶν
                        προειρημένων δυοῖν ἀζυγῶν <lb/>ἀρτηριῶν ὀλιγάκις ἐθεασάμεθα τὴν μὲν
                        ὑψηλοτέραν <lb/>εἰς γαστέρα καὶ σπλῆνα, τὴν δὲ ταπεινοτέραν εἰς ἧπάρ τε
                        <lb/>καὶ μεσεντέρια διανεμομένην. καθήκουσί τε καὶ εἰς τὸν <lb/>νωτιαῖον ἅμα
                        ταῖς φλεψὶ καθ’ ἕκαστον σπόνδυλον ἀρτηρίας <lb/>τῆς μεγάλης ἀποσχιζόμεναι.
                        καὶ ταῖς εἰς τὰς λαγόνας <pb n="822"/> εἰρημέναις φέρεσθαι φλεψὶ, καὶ
                        ταύταις ὁμοίως συμπαραφέρονταί <lb/>τινες ἀρτηρίαι, τῆς ἐπ’ ὀσφύϊ μεγάλης
                        ἀρτηρίας <lb/>ἀποφυόμεναι. καὶ ταῖς ἐπὶ τοὺς ὄρχεις ὡσαύτως φέρεσθαι
                        <lb/>φλεψὶν εἰρημέναις ἀρτηρίαι συμπαραφέρονται. κατὰ δὲ τὰ <lb/>πλάγια τῆς
                        ὀσφύος ὑπερβαίνει τὴν ὑπερκειμένην φλέβα τὸ <lb/>τῆς μεγάλης ἀρτηρίας
                        ὕστατον, ὡς ἐρηρεῖσθαι μὲν κατὰ τῶν <lb/>σπονδύλων τὴν φλέβα, κατ’ αὐτῆς δ’
                        ὀχεῖσθαι τὴν ἀρτηρίαν. <lb/>ἐπειδὰν δὲ τοῦτο γένηται, τηνικαῦτα, ὥσπερ ἡ
                        φλὲψ, <lb/>καὶ ἡ μεγάλη ἀρτηρία δίχα σχισθεῖσα τῶν μορίων ἑκάτερον <lb/>εἰς
                        τὸ κατ’ εὐθὺ πέμπει σκέλος. ἐν δὲ τῇ φορᾷ ταύτῃ <lb/>μόριον ἓν ἀπεσχισμένον
                        ἑκατέρας αὐτῶν φαίνεται πρῶτον, ὃ <lb/>τοῖς ἐμβρύοις ἐξ ὀμφαλοῦ προσγίνεται.
                        τελουμένων γὰρ τῶν <lb/>ζώων, τὸ μὲν ἐν τῷ μεταξὺ πᾶν ὑμενῶδές τε καὶ ξηρὸν
                        <lb/>καὶ ἄχρηστον γίνεται, τὸ δὲ κατὰ τὴν ἔμφυσιν σώζεται. <lb/>καὶ τούτου
                        τινὲς ἀποφύσεις, ὥσπερ ἐπὶ τῶν ἐμβρύων, οὕτω <lb/>καὶ ἐπὶ τῶν τελείων
                        κατασχίζονται ταῖς κατὰ τὸ πλατὺ καλούμενον <lb/>ὀστοῦν φλεψὶν, ἃς ἔμπροσθεν
                        εἶπον εἰς τοὺς ἐνταῦθα <pb n="823"/> μῦς διασχίζεσθαι. αὐτὴ δὲ ἡ ἑκατέρων
                        τῶν σκελῶν <lb/>ἀρτηρία μεγάλη διὰ βάθους φέρεται τῇ μεγάλῃ φλεβὶ
                        συμπαραφερομένη. <lb/>καὶ μέντοι καὶ ὅσαι διὰ βάθους ἐκείνης <lb/>εἴρηνται
                        πρόσθεν ἀποφύσεις γίνεσθαι, ταύταις συμπαρεκτείνονταί <lb/>τε καὶ
                        συγκατασχίζονται. ταῖς δ’ ἐπιπολῆς φλεψὶν <lb/>ταῖς ἐν τοῖς σκέλεσιν οὐκ ἂν
                        εὕροις ἀρτηρίαν παρακειμένην, <lb/>ὥσπερ οὐδὲ ἐν χερσὶ, κατά τε ἐπιγάστριον
                        καὶ νῶτον καὶ <lb/>τράχηλον. ἐν κεφαλῇ δὲ μόνῃ πλησίον τοῦ δέρματος εὕροις
                        <lb/>ἂν ἀρτηρίας ὄπισθεν τοῦ ὠτὸς καὶ τὰς κατὰ ἑκάτερον <lb/>τῶν κροτάφων.
                            <milestone unit="ed2page" n="239"/>αἱ δὲ κατ’ ἄκρας τὰς χεῖρας <lb/>τῶν
                        διὰ βάθους ἀρτηριῶν εἰσι πέρατα, διὰ δὲ τὸ τῶν μορίων <lb/>ἄσαρκον
                        ὑποπίπτουσι τοῖς ἁπτομένοις, ὥσπερ γε <lb/>καὶ κατὰ τοὺς ταρσοὺς τῶν ποδῶν.
                        κἀν τοῖς παχυτέροις <lb/>καὶ πιμελωδεστέροις τὸ σῶμα καὶ τούτων μικρόν
                        <lb/>τι τὸ φανερόν ἐστιν, καὶ τῶν ἄλλων οὐδεμία πρόδηλος· <lb/>τοῖς τε γὰρ
                        ἰσχνοῖς καὶ προφανῆ ἐπὶ πλεῖστόν εἰσι <lb/>καὶ πολλῶν ἀρτηριῶν μόρια. τὰ μὲν
                        οὖν εἰρημένα ﻿<pb n="824"/> πάντα περὶ φλεβῶν καὶ ἀρτηριῶν ἐπὶ τῶν τελείων
                        φαίνεται <lb/>ζώων. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="10"><p>Ἐπὶ μέντοι τῶν ἔτι κυουμένων πρὸς τοῖς <lb/>εἰρημένοις κατ’ αὐτὸ τὸ χορίον
                        ἀρτηρίαι καὶ φλέβες εἰσὶ <lb/>καθηκόντων περάτων ἐκφυόμεναι τῶν ἐπὶ μήτραν.
                        συνιόντων <lb/>δ ἐκείνων πρὸς ἄλληλα, καὶ τῶν γενομένων αὖθις <lb/>πρὸς
                        ἀλλήλας, γενέσθαι συμβέβηκεν ἐξ αὐτῶν τὸ κατ’ ὀμφαλὸν <lb/>ζεῦγος ἑκατέρων
                        τῶν ἀγγείων. ἀλλ’ αἱ μὲν ἀρτηρίαι <lb/>περιλαμβάνουσαι τὴν κύστιν ἐπὶ τὰς
                        ἀποπεφυκυίας τὰς <lb/>κατὰ ῥάχιν ὡς ἐπὶ τὰ σκέλη παραγίνονται, καθ’ ὅ τι καὶ
                        <lb/>μικρὸν ἔμπροσθεν εἴρηται. συμβάλλουσαι δ’ ἄλλαι φλέβες <lb/>κατὰ τὴν
                        πρώτην ἔκφυσιν τοῦ ὀμφαλοῦ μίαν ἀποτελοῦσι <lb/>μεγάλην ἐπὶ τὰ σιμὰ τοῦ
                        ἥπατος φερομένην ἐγγὺς τῆς ἐπὶ <lb/>πύλαις φλεβός. αὕτη τε οὗν ἡ φλὲψ χωρὶς
                        ἀρτηρίας ἐστὶ <lb/>καὶ μετ’ αὐτὴν ἡ κοίλη πᾶσα. τό τε γὰρ διὰ τῶν κυρτῶν
                        <lb/>τοῦ ἥπατος διεληλυθὸς <milestone unit="ed1page" n="204"/>οὐδεμίαν
                        ἀρτηρίαν παρακειμένην <lb/>ἔχει τοὐντεῦθεν ἐπὶ τὴν ῥάχιν· ὁμοίως δὲ καὶ τὸ
                        μέχρι <pb n="825"/> τῶν σφαγῶν φερόμενον. οὐ μὴν οὐδὲ ἄλλη τις τῶν κατὰ
                        <lb/>τὰ κυρτὰ τοῦ ἥπατος φλεβῶν ἀρτηρίαν ἔχει παρακειμένην, <lb/>ὥσπερ οὐδὲ
                        αἱ τοῦ διαφράγματος, ἃς ἔφαμεν ἀποφύεσθαι <lb/>τῆς κοίλης διερχομένης αὐτό.
                        καὶ μέντοι καὶ ἡ <lb/>τὸν θώρακα τρέφουσα φλὲψ, ἣν ἀνωτέρω τῆς καρδίας ἐπὶ
                        <lb/>τῶν πιθήκων ἔφην ἀποφύεσθαι, καὶ ταύτην χωρὶς ἀρτηρίας <lb/>ἐστὶν ἰδεῖν
                        ἀποβῆναι τῆς ῥάχεως. οὐχ ἥττων τῆσδε <lb/>κατὰ τὸ μέγεθος, ἣν ὠμιαίαν ἔφαμεν
                        ὀνομάζεσθαι, χωρὶς <lb/>ἀρτηρίας ἐστὶ μετὰ πασῶν τῶν ἑαυτῆς ἀποφύσεων, ὅτι
                        μὴ <lb/>μιᾶς μόνης, ἣν ἐν τῇ κατ’ ἀγκῶνα διαρθρώσει τὴν γένεσιν <lb/>ἔχειν
                        ἔλεγον, ἀποφυομένην εἰς βάθος, ὥσπερ καὶ τῆς ἔνδον <lb/>τῆς διὰ μασχάλης.
                        αὗται γὰρ αἱ δύο μόναι διὰ βάθους <lb/>τοῦ πήχεως φέρονται σὺν ἀρτηρίαις, αἱ
                        δὲ ἄλλαι αἱ κατὰ <lb/>τὸν πῆχυν ἐπιπολῆς ἅπασαι χωρίς. τρεῖς γὰρ ἢ τέτταρας
                        <lb/>φύεσθαι πρόσθεν ἔφην ἀπὸ τῆς διὰ μασχάλης· ἄλλη δὲ <lb/>πολὺ τούτων
                        μείζων ἡ ἐξ ἀμφοῖν γινομένη. αὗται πᾶσαι <pb n="826"/> καθ’ ἑκατέραν χεῖρα
                        φλέβες οὐκ ἔχουσι παρακειμένην ἀρτηρίαν, <lb/>ὥσπερ καὶ ἡ τοῦ βραχίονος
                        ὀστοῦ ἐμπεριεχομένη <lb/>διὰ τῶν ὀπίσω μερῶν, ἔπειθ’ ὑπὸ τὸ δέρμα φερομένη,
                        <lb/>κἀνταῦθα περὶ τὸν ἔξω κόνδυλον εἰς τὸν πῆχυν ἀφικνουμένη. <lb/>καὶ γὰρ
                        καὶ ἥδε μετὰ τῶν ἰδίων ἀποφύσεων ἁπασῶν <lb/>χωρὶς ἀρτηρίας ἐστίν· ὡσαύτως
                        δὲ καὶ αἱ ἐπιπολῆς σφαγίτιδες <lb/>ἅμα ταῖς ἑαυτῶν ἀποφύσεσιν. ὅσαι δὲ κατὰ
                        τὸν <lb/>τράχηλόν εἰσι, καὶ ὅσαι πρὸς τὰς ὠμοπλάτας ἀποτείνονται, <lb/>καὶ
                        ὅσαι κατὰ τὰς ῥίζας αὑτῶν ἐλέχθησαν εἰς τὰ πλησίον <lb/>τῶν κλειδῶν
                        σπείρεσθαι μικραὶ, χωρὶς ἀρτηρίας εἰσὶ <lb/>σύμπασαι. καὶ τῶν ἐν προσώπῳ δὲ
                        καὶ κεφαλῆς φλεβῶν, <lb/>παμπόλλων οὐσῶν, ὀλίγαι ταῖς ἀρτηρίας παρατέτανται, <lb/>
                        <milestone unit="ed2page" n="240"/>καθάπερ ἐλέχθη πρόσθεν, ἡνίκα ὑπὲρ τῶν
                        κατὰ <lb/>τοὺς κροτάφους καὶ τῶν ὤτων ὄπισθεν ὑπὸ τῷ δέρματι
                        <lb/>διηγησάμεθα. καὶ συλλήβδην εἰπεῖν, ταῖς ἐπιπολῆς ἢ ταῖς <lb/>ὑπὸ τῷ
                        δέρματι κατά τε τὸν νῶτον καὶ τὰ πλευρὰ καὶ <lb/>σύμπαντα τὸν θώρακα καὶ τὸ
                        ὑπογάστριον οὐκ ἂν εὕροις <pb n="827"/> ἀρτηρίαν ὑποκειμένην. ἀμέλει καὶ τῶν
                        ἐξ ὑποχονδρίου καταφερομένων, <lb/>ἃς συνάπτεσθαι ταῖς κάτωθεν ἀναφερομέναις
                        <lb/>ἔφην, ἐπιπολῆς οὐδεμία παρακειμένην ἀρτηρίαν ἔχει, καθάπερ <lb/>διὰ
                        βάθους αἱ παραπεφυκυῖαι τοῖς ἔνδον μέρεσι <lb/>τῶν ὀρθίων μυῶν. αὗται γὰρ
                        ἔχουσιν· αἱ δὲ ἐπιπολῆς οὐκ <lb/>ἔτι. καὶ αὐτῶν δὲ τῶν διὰ βάθους αἱ μὲν
                        ἄνωθεν καταφερόμεναι <lb/>παρακειμένην ἀρτηρίαν ἔχουσιν· αἳ δὲ κάτω
                        <lb/>φερόμεναι ταῖς ἄνωθεν φερομέναις συνάπτουσι, χωρὶς ἀρτηριῶν <lb/>εἰσιν,
                        ὥσπερ γε καὶ αἱ ἐκ τῶν ἐντέρων εἰς ἀδένας <lb/>ἀναφερόμεναι. οὕτω δὲ καὶ τῶν
                        καθ’ ἱερὸν ὀστοῦν αἱ εἰς <lb/>τοὺς μῦς μόναι παρακειμένην ἀρτηρίαν ἔχουσι,
                        τῶν δὲ <lb/>ἄλλων οὐδεμία. καὶ ἃς ἐπὶ τὸ αἰδοῖον ἐλέγομεν φέρεσθαι <lb/>τῶν
                        μυῶν ἐκτὸς ἤδη τὴν ἀπόφυσιν ἐχούσας, καὶ αὗται χωρὶς <lb/>ἀρτηριῶν εἰσιν,
                        ὥσπερ γε καὶ αἱ κατὰ τὸν μηρὸν ὑπὸ <lb/>τῷ δέρματι τῆς κνήμης. καὶ γὰρ
                        ἐνταῦθα τριχῇ σχισθείσης <pb n="828"/> τῆς μεγάλης φλεβὸς ὀλίγον πρὸ τῆς
                        ἰγνύος, ἡ διὰ <lb/>βάθους ἅμα ταῖς ἀποφύσεσιν ἔχει τὰς ἀρτηρίας ἐπικειμένας·
                        <lb/>ὅσαι δ’ ἀποχωροῦσι πρὸς τὸ δέρμα, τούτων <lb/>οὐδεμία παρακειμένην
                        ἀρτηρίαν ἔχει. αὗται μὲν αἱ <lb/>φλέβες χωρὶς ἀρτηριῶν εἰσιν. ἀρτηρίαι δὲ
                        χωρὶς φλεβῶν αἱ <lb/>κυουμένων ἔτι τῶν ζώων περιλαμβάνουσαι τὴν κύστιν, ἃς
                        <lb/>ἐξ ὀμφαλοῦ φερομένας ἔφην εἰς τὴν παρὰ τὴν ῥάχιν ἀρτηρίαν <lb/>ἰέναι
                        κατ’ ἐκεῖνα μάλιστα τὰ μέρη, καθ’ ἃ δίχα <lb/>σχισθεῖσα τῶν μορίων ἑκατέρων
                        ἐπιβάσει τῷ καθ’ ἑαυτὸ <lb/>σκέλει ἀποδίδοται. καὶ μέντοι καὶ ἣ ἐκ τῆς
                        μεγάλης ἀρτηρίας <lb/>εἰς τὴν ἀρτηριώδη φλέβα, κυουμένων ἔτι τῶν ζώων,
                        <lb/>ἀπόφυσίς ἐστι καὶ κατάφυσις, οὐ κατὰ τὸ σῶμα μόνον, <lb/>ἀλλὰ καὶ κατὰ
                        τὴν χρείαν ἐπὶ τῶν κυουμένων ἐστὶν ἀρτηρία, <lb/>μόνη καὶ αὐτὴ τεταμένη
                        χωρὶς φλεβός. αἱ δὲ ἄλλαι <lb/>ἀρτηρίαι χωρὶς φλεβῶν εἰσιν οὐκ ἐπὶ τῶν
                        κυουμένων μόνον, <lb/>ἀλλὰ καὶ ἤδη τῶν τελείων ζώων, αἵ γε ἐκ τῆς καρδίας,
                        <lb/>αἱ μεγάλαι, μία μὲν ἡ ἐπὶ τὸν πέμπτον τοῦ θώρακος ﻿<pb n="829"/>
                        καθήκουσα σπόνδυλον, ἑτέρα δὲ ἡ ἐπὶ τὰς σφαγὰς ἀναφερομένη, <lb/>καὶ τρίτη
                        πρὸς ταύταις, ἣν ἔφην ἐπ’ ὠμοπλάτην <lb/>τε καὶ μασχάλην ἀριστερὰν ἰέναι.
                        τούτων γὰρ ἑκάστη <lb/>μέχρι πολλοῦ φέρεται μόνη χωρὶς φλεβὸς, ἡ μὲν ἐπὶ τὸν
                        <lb/>πέμπτον σπόνδυλον, ἄχρι περ ἂν ὑπ’ αὐτοῦ στηριχθῇ, ἡ <lb/>δὲ ἐπὶ τὰς
                        σφαγὰς ἄχρι τοῦ κατὰ τὸν θυμὸν χωρίου, ἡ <lb/>δὲ ἐπὶ τὴν ἀριστερὰν μασχάλην
                        ἄχρι τοῦ πλησιάσαι τῇ <lb/>πρώτῃ πλευρᾷ. ἀρτηρία δὲ χωρὶς φλεβός ἐστιν ἡ ἐκ
                        τῆς <lb/>καρωτίδος ἀνιοῦσα, μία καθ’ ἑκάτερον μέρος εἰς τὸ δικτυοειδὲς
                        <lb/>πλέγμα· τρῆμα γάρ ἐστιν ἴδιον ταύτης ἀποκεχωρισμένον <lb/>πολὺ τοῦ
                        τρήματος ἐκείνου, δι’ οὗ τὸ τῆς σφαγίτιδος πέρας <lb/>ἐπὶ τὸν ἐγκέφαλον ἔφην
                        ἀνιέναι. καὶ μὲν δὴ τὸ δικτυοειδὲς <lb/>πλέγμα χωρὶς φλεβός ἐστιν, καὶ αἱ
                        ἀπὸ τοῦδε <lb/>αἱ ἐπὶ τὸν πύελον ἀναφερόμεναι κατ’ αὐτὴν τὴν δίοδον
                        <lb/>οὐδεμίαν ἔχουσι παρακειμένην φλέβα, πρὶν ἄρξασθαι κατασχίζεσθαι,
                        <lb/>καὶ αἱ ἐπὶ τὸ διάφραγμα δὲ, πρὶν ἐντυχεῖν τοῖς <lb/>πέρασι τῶν φλεβῶν,
                        ἃς ἀπὸ κοίλης εἰς αὐτὰς κατασχίζεσθαι <pb n="830"/> προειρήκαμεν, οὐδεμίαν
                        ἔχουσι παρακειμένην φλέβα, <lb/>καθάπερ οὐδὲ αἱ πρῶται τῶν ἐκφύσεων ἐφ’ ἧπαρ
                        καὶ γαστέρα <lb/>καὶ σπλῆνα καὶ ἔντερα· οὐδὲ γὰρ ταύταις παράκειται
                        <lb/>φλὲψ, πρὶν ἄρξασθαι σχίζεσθαι. </p></div></div></body></text></TEI>