<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg013.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="1"><head>ΓΑΛΗΝΟΥ ΠΕΡΙ ΦΛΕΒΩΝ ΚΑΙ <lb/>ΑΡΤΗΡΙΩΝ ΑΝΑΤΟΜΗΣ.</head><p>Σύνοψιν φλεβῶν καὶ ἀρτηριῶν ἀνατομῆς, <lb/>Ἀντίσθενες φίλτατε, βουληθέντι σοι
                        παρ’ ἐμοῦ δοθῆναι <lb/>μνήμης ἕνεκεν ὧν ἐθεάσω δεικνυμένων ἐν πιθήκου
                        σώματι, <lb/>διὰ τούτου τοῦ λόγου πεποίημαι. ἡ δὲ ἀκριβεστέρα ἐξήγησις
                        <lb/>οὐ τούτων μόνων, ἀλλὰ καὶ τῶν ἄλλων ἁπάντων <lb/>μορίων, ἐν ταῖς
                        ἀνατομικαῖς ἐγχειρήσεσι λέγεται. νυνὶ δὲ, <lb/>ἵνα καὶ σαφὴς ὁ λόγος
                        γένοιτο, δένδρου πρέμνον ἐννόησόν <pb n="780"/> τι κάτω μὲν εἰς πολλὰς
                        ῥίζας, ἄνω δὲ εἰς ἀκρέμονας σχιζομένου. <lb/>οὕτω γὰρ οὐχ Ἱπποκράτης μόνος,
                        ἀλλὰ καὶ οἱ <lb/>μετ’ αὐτὸν οἱ δοκιμώτατοι τῶν ἀνατομικῶν εἰκάζουσιν. αἱ
                        <lb/>μὲν οὖν εἰς τὴν γαστέρα καὶ ἔντερα καθήκουσαι φλέβες <lb/>ἀνάλογοι
                        ῥίζαις εἰσίν· ἣν δὲ ὀνομάζουσιν ἡπατῖτίν τε καὶ <lb/>κοίλην, οἷόν τι πρέμνον
                        ἁπασῶν ὑπάρχει τῶν καθ’ ὅλον τὸ <lb/>σῶμα φλεβῶν. οὕτω δὲ καὶ τῶν ἀρτηριῶν
                        ἐκ τῆς καρδίας <lb/>πεφυκυιῶν αἱ μὲν εἰς τὸν πνεύμονα κατασχιζόμεναι ῥίζαις
                        <lb/>τισὶν ἐοίκασιν· ἣν δὲ Ἀριστοτέλης μὲν ἀορτὴν, οἱ δὲ ἄλλοι <lb/>ἀρτηρίαν
                        μεγάλην ὀνομάζουσιν, ἀνάλογός ἐστι καὶ αὐτὴ <lb/>στελέχει φυτοῦ. πρῶτον οὖν
                        σε τῶν ἑπτὰ κατὰ τὴν γαστέρα <lb/>καθηκουσῶν ἀναμνήσω, μίαν ἀρχὴν ἐχουσῶν
                        ἁπασῶν ἐκεῖνο <lb/>τὸ μέρος τοῦ ἥπατος, ὃ καλοῦσι πύλας. ἐντεῦθεν γὰρ
                        ἐκφυομένη <lb/>μεγάλη τις φλὲψ ἀποτείνεται λοξὴ πρός τε τὰ <lb/>κάτω καὶ
                        ἄλλα τοῦ ζώου μόρια, κατὰ μέσην πως μάλιστα <lb/>τὴν δωδεκαδάκτυλον ὑπὸ
                        Ἡροφίλου καλουμένην ἔκφυσιν. <pb n="781"/> ὀνομάζει δ’ οὕτως ἐκεῖνος τὴν
                        ἀρχὴν τοῦ ἐντέρου, πρὶν εἰς <lb/>ἕλικας ἑλίττεσθαι. καὶ μὲν δὴ καὶ δίδωσι
                        ταύτῃ πρώτην <lb/>βραχεῖάν τινα φλέβα, μόνην ἐπ’ ἐνίων φαινομένην, ὡς τὸ
                        <lb/>πολὺ δὲ καὶ σὺν ἄλλαις τριχοειδέσι τῇ λεπτότητι, πρός τε <lb/>τὴν
                        ἔκφυσιν ἰούσαις καὶ τὸ πάγκρεας, ὅπερ ἔνιοι καλλίκρεας <lb/>ὀνομάζουσι. ἀδὴν
                        δ’ ἐστὶν οὗτος ὑποβεβλημένος <lb/>ταῖς ἐνταῦθα κατασχιζομέναις ἀρτηρίαις καὶ
                        φλεψίν. καὶ <lb/>ἄλλη δέ τις φλὲψ μικρὰ πρὸς τὸν πυλωρὸν ἀναφερομένη <lb/>
                        <milestone unit="ed2page" n="226"/>τῷ περὶ τοῦτον καὶ πρὸ τούτου μέρει τῆς
                        γαστρὸς <lb/>διασπείρεται. τῶν δὲ ἀξιολόγων ἀποφύσεων τῆς ἐπὶ πύλας
                        <lb/>φλεβὸς πρώτη μέν ἐστιν ἡ εἰς τὸ σιμὸν τῆς γαστρὸς φερομένη,
                        <lb/>δευτέρα δὲ ἡ εἰς τὸν σπλῆνα. τισὶ μέντοι τῶν <lb/>πιθήκων ἡ μὲν
                        ἀπόφυσίς ἐστι μία, σχίζεται δὲ αὐτίκα <lb/>δίχα, καὶ τὸ μὲν ἕτερον ἐπὶ τὴν
                        γαστέρα, τὸ δὲ ἕτερον <lb/>ἐπὶ τὸν σπλῆνα φέρεται. καὶ μὴν ὁπότε δύο εἰσὶν
                        αἱ φλέβες, <lb/>αὗται καὶ τότε ψαύουσιν ἀλλήλων κατὰ τὴν ἔκφυσιν. <lb/>ἡ μὲν
                        οὖν ἐπὶ τὸ σιμὸν τῆς γαστρὸς ἰοῦσα πλησίον ἐκφύεται <lb/>τοῦ πυλωροῦ.
                        καλεῖται δ’ οὕτω τὸ κάτω πέρας <pb n="782"/> αὐτῆς, ἐν τοῖς δεξιοῖς μέρεσι
                        κείμενον ἐγγὺς τοῦ ἥπατος· <lb/>ἱκανῶς γάρ ἐστι λοξὴ τὴν θέσιν ἐν τοῖς ζώοις
                        τούτοις ἡ <lb/>κοιλία. κατασχίζεται δὲ οὐκ ἔτ’ εἴσω παρ’ αὐτῆς τὸ σιμὸν
                        <lb/>ἡ φλὲψ ἥδε. τὰ γὰρ ἐν τοῖς ἀριστεροῖς πάντα μέχρι τῆς <lb/>κατὰ τὸν
                        στόμαχον ἐκφύσεως ἕτεραι διαπλέκουσι φλέβες <lb/>ἀπεσχισμέναι τῆς ἐπὶ τὸν
                        σπλῆνα φερομένης. ἱκανῶς γὰρ <lb/>αὕτη μικρὰς καὶ πολλὰς ἐν τῇ διόδῳ
                        τριχοειδεῖς φλέβας <lb/>εἰς τὸ πάγκρεας ἐκφύει. ἔπειτα, ἂν ἤδη πλησίον ᾖ τοῦ
                        <lb/>σπληνὸς, ἀξιόλογον ἀπόφυσιν ἑαυτῆς ἐπὶ τὰ σιμὰ πέμπει <lb/>τῆς γαστρός.
                        ὅσον δὲ αὐτῆς ἐπιβαίνει τῷ σπληνὶ, κατὰ <lb/>τὸ μέσον αὐτοῦ μάλιστα τὴν
                        θέσιν ἔχει, κᾄπειτα ἐνταῦθα <lb/>διασχιζόμενον ὅλῳ τῷ σιμῷ τοῦ σπλάγχνου
                        μετέωρον ὑποφέρεται, <lb/>πολλὰς εἰς αὐτὸν οἷον ῥίζας τινὰς ἐμβαλών. οὐ
                        <lb/>μὴν ἐνταῦθά γε κατασχίζεται πᾶν, ἀλλ’ ἱκανῶς ἀξιόλογον <lb/>ἑκάτερόν
                        ἐστι τῶν περάτων αὐτοῦ. καὶ τοίνυν καὶ φέρεται <lb/>τὸ μὲν ἀπὸ τῆς κεφαλῆς
                        τοῦ σπληνὸς ἐπὶ τὰ κυρτὰ τῆς <lb/>γαστρὸς, τὸ δὲ ἀπὸ τῆς τελευτῆς εἰς τὴν
                        ἀριστερὰν ἐπιπλόου <lb/>μοῖραν· ἐπίπλουν δὲ λέγειν ἢ ἐπίπλοον οὐ διοίσει.
                            <pb n="783"/> ταῦτα μὲν οὖν ὡς τὸ πολὺ φαίνεται. σπανίως δέ ποτε, καὶ
                        <lb/>πρὶν ἐπὶ τὴν κεφαλὴν ἐλθεῖν τοῦ σπληνὸς, ἡ μεγάλη φλὲψ <lb/>ἀναφέρεται
                        πρὸς τὰ κυρτὰ τῆς γαστρὸς, ἀποφύσεις ἑαυτῆς <lb/>πρός τε τοὐπίλοιπον τοῦ
                        σπληνὸς φέρουσα καὶ πρὸς τὰ <lb/>σιμὰ τῆς γαστρὸς ἄχρι τοῦ στόματος αὐτῆς.
                        τρίτη δ’ ἐπὶ <lb/>ταῖς εἰρημέναις ἀποφύεται τῆς μεγάλης φλεβὸς, ὁμοίως
                        <lb/>ἐκείναις εἰς τὰ ἀριστερὰ μέρη διαπλέκουσα τὸ τελευταῖον μεσεντέριον
                        <lb/>τῶν μεγάλων ἐντέρων ἄχρι τῆς ἕδρας, ὥσπερ γε <lb/>καὶ μετ’ αὐτὴν ἑτέρα
                        τις ἐκ τῶν δεξιῶν μερῶν τῆς μεγάλης <lb/>φλεβὸς ἀποφυομένη παρὰ τὸν πυλωρὸν
                        ἀναφέρεται <lb/>πρὸς τὸ κυρτὸν τῆς γαστρός. ἀποφύσεις δὲ αὐτῆς ἀνιούσης
                        <lb/>εἰς τοὐπίπλοον γίνονται κατὰ τὸ δεξιὸν αὐτοῦ μέρος, <lb/>ὁποῖόν τε
                        μάλιστα θέσιν ἀντικειμένην ἔχουσαι τῇ μικρὸν <lb/>ἔμπροσθεν ἀπὸ τῆς τελευτῆς
                        τοῦ σπληνὸς εἰς αὐτὸ φέρεσθαι <lb/>λελεγμένῃ. καὶ μετ’ αὐτὴν δὲ φλὲψ ἄλλη
                        τῆς <milestone unit="ed1page" n="198"/>μεγάλης <lb/>ἀποφύεται φλεβὸς ἐν τοῖς
                        δεξιοῖς μέρεσιν αὐτῆς, <lb/>εἰς τὸ ταύτῃ τοῦ κώλου μεσεντέριον
                        κατασχιζομένη. τὸ δ’ <lb/>ὑπόλοιπον ἅπαν τῆς φλεβὸς, ἣν ἀπὸ τῶν πυλῶν ἔφην
                            ﻿<pb n="784"/> ὁρμᾶσθαι, πρὸς τὸ μέσον ἥκει τῶν προειρημένων δύο
                        μεσεντερίων, <lb/>ὃ δὴ καὶ πλείστας ἔχει φλέβας, εἰς πρώτην μὲν <lb/>τὴν
                        νῆστιν, εἶθ’ ἑξῆς τὸ λεπτὸν ἔντερον ἅπαν κατασχιζόμενον. <lb/>ἡ τελευτὴ δ’
                        αὐτοῦ τό τε τυφλὸν ἔντερον διαπλέκει <lb/>καί τι μέρος μικρὸν τοῦ
                        συνάπτοντος αὐτῷ κώλου. <lb/>αὕτη μὲν ἡ νομὴ τῆς ἀπὸ πυλῶν φλεβὸς εἰς ἔντερα
                        καὶ <lb/>σπλῆνα καὶ γαστέρα. καὶ μὲν δὴ καὶ αἱ τοῦ ἐπιπλόου <lb/>φλέβες
                        ἅπασαι τούτων τῶν φλεβῶν ἀποβλαστήματά εἰσιν, <lb/>αἱ μὲν ἐν τοῖς ἀριστεροῖς
                        αὐτοῦ καὶ δεξιοῖς μέρεσιν, ὡς <lb/>ὀλίγον ἔμπροσθεν εἶπον, αἱ δὲ τῆς
                        ἐμπροσθίας τε καὶ <lb/>μέσης χώρας, ἐκ τῶν κατὰ τὰ κυρτὰ τῆς γαστρός. αἱ δὲ
                        <lb/>τῆς ὑποβεβλημένης ταύτῃ, μικραὶ παντελῶς ὑπάρχουσαι, <lb/>τὴν
                            <milestone unit="ed2page" n="227"/>γένεσιν ἐκ τῶν κατὰ τὰ σιμὰ τῆς
                        γαστρὸς ἔχουσι <lb/>φλεβῶν. ἀναμιμνήσκω δέ σε καὶ ὅτι τῶν τὸ κυρτὸν τῆς
                        <lb/>γαστρὸς διαπλεκουσῶν φλεβῶν δύο οὐσῶν ὡς ὀλίγον ἔμπροσθεν <lb/>εἴρηται,
                        τὰ πέρατα συνάπτεται πρὸς ἄλληλα, καὶ ὅτι <lb/>μετέωρος ἑκατέρα τῶνδε τῶν
                        φλεβῶν ὑμέσιν ἐποχουμένη <pb n="785"/> τισὶν ἐκπεριέρχεται τὸ κυρτὸν τῆς
                        γαστρός. οὐ μὴν αἵ γε <lb/>κατὰ τὸ σιμὸν αὐτῆς, ἀλλ’ ἄντικρυς αὐτῷ τῷ τῆς
                        γαστρὸς <lb/>ἐκφυόμεναι σώματι τὴν σχέσιν ἐν ἐκείνῳ ποιοῦνται. τοῦ
                        <lb/>μέντοι σπληνὸς ἡ φλὲψ ὁμοίως ταῖς κατὰ τὰ κυρτὰ τῆς <lb/>γαστρὸς ὑμέσιν
                        ὀχουμένη τὸ σιμὸν πᾶν ὑπελήλυθεν. εἰσὶ <lb/>δὲ καὶ ἄλλαι φλέβες ἐν τῷ τῶν
                        μικρῶν ἐντέρων μεσεντερίῳ <lb/>τῷ μέσῳ, περαίνουσαι πρὸς ἀδένας τινὰς
                        ἐνταυθοῖ κειμένους. <lb/>τῆς δὲ μεγάλης φλεβὸς τῆς ἐπὶ πύλας, ἧς
                        ἀποβλαστήματά <lb/>εἰσιν αἱ προειρημέναι πᾶσαι, καὶ ἄλλαι τινὲς ἀποφύονται,
                        <lb/>τοσαῦται τὸν ἀριθμὸν, ὅσοι περ ἂν ὦσιν οἱ <lb/>λοβοὶ τοῦ ἥπατος· εἰς
                        ἕκαστον γὰρ αὐτῶν κατασχίζεται μία. <lb/>καὶ τοίνυν ἡ τροφὴ διὰ μὲν τῶν εἰς
                        τὴν γαστέρα καὶ τὰ <lb/>ἔντερα καθηκουσῶν φλεβῶν ἐπὶ τὰς πύλας ἀναφέρεται
                        <lb/>ταύτας· διό μοι καὶ δοκοῦσιν οἱ ἀρχαῖοι προσαγορεῦσαι τὸ <lb/>χωρίον
                        οὕτως· ἐντεῦθεν δὲ εἰς ὅλον τὸ ἧπαρ ἀφικνεῖται <lb/>φερομένη διὰ τῶν εἰς
                        τοὺς λοβοὺς αὐτοῦ κατασχιζομένων <lb/>φλεβῶν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="2"><p>Ἐντεῦθεν δὲ αὖθις εἰς ἑτέρας μεταλαμβάνεται <pb n="786"/> φλέβας, ἐν μὲν τοῖς
                        κυρτοῖς τοῦ ἥπατος τεταγμένας, <lb/>ἀποφυομένας δὲ ἄλλης μεγίστης φλεβὸς, ἣν
                        δι’ αὐτὸ <lb/>τοῦτο κοίλην ὀνομάζουσιν. ἀπὸ ταύτης δὲ καὶ αἱ εἰς ὅλον
                        <lb/>τὸ σῶμα παράγουσαι τὸ αἷμα φλέβες διεκφύονται. ἐκπίπτουσα <lb/>γὰρ
                        ἑκατέρως τοῦ ἥπατος, ἄνω μὲν ἐκ τῶν φρενῶν <lb/>ἐπὶ τὴν καρδίαν ἀναφέρεται,
                        κάτω δὲ ἐπὶ τὴν ῥάχιν κατακάμπτεται, <lb/>κᾀνταῦθα ἐπιβαίνει τῇ μεγάλῃ
                        ἀρτηρίᾳ, τῇ <lb/>ἀπὸ τῆς καρδίας, ὀλίγον ἀνωτέρω τῶν φρενῶν. ἀποφύονται
                        <lb/>δὲ φλέβες, ἀπὸ μὲν τῆς ἄνω φερομένης αἵδε. πρώτη μὲν <lb/>συζυγία κατ’
                        αὐτὰς τὰς φρένας. εἶθ’ ἑξῆς τριχοειδεῖς τινες <lb/>πλείους εἴς τε τοὺς
                        διαφράττοντας ὑμένας τὸν θώρακα <lb/>καὶ τὸν περικάρδιον χιτῶνα. μετ’ αὐτὰς
                        δ’ ἱκανῶς ἀξιόλογος <lb/>εἰς τὸ τῆς καρδίας οὖς τὸ δεξιόν· ἐκ δὲ τοῦ ὠτὸς
                        εἴς τε <lb/>τὴν δεξιὰν κοιλίαν τῆς καρδίας τὴν μεγάλην, κᾀκ ταύτης <lb/>εἰς
                        τὸν πνεύμονα, τὸν αὐτὸν ἔχουσα χιτῶνα τῷ τῶν ἀρτηριῶν. <lb/>καί τις ἄλλη
                        μικροτάτη κατὰ τὴν ἐκτὸς ἐπιφάνειαν <lb/>τῆς καρδίας, εἰς ὅλον τὸ σπλάγχνον
                        διασπειρομένη. κατὰ <pb n="787"/> δὲ τὸν αὐτὸν τρόπον ἐπὶ μὲν τῶν πλείστων
                        ζώων εἰς τὰ <lb/>τοῦ θώρακος ἀριστερὰ μέρη φέρεται φλὲψ, ἐπιβαίνουσα τῷ
                        <lb/>πέμπτῳ τοῦ μεταφρένου σπονδύλῳ. τοῖς πιθήκοις δ’ ἀνωτέρω <lb/>βραχὺ τοῦ
                        τῆς καρδίας ὠτὸς ἐν τοῖς δεξιοῖς φλὲψ αὕτη <lb/>τέτακται, καταφερομένη μὲν
                        ὁμοίως κατὰ τὴν ῥάχιν, εἰς <lb/>ἅπαντα δὲ διανεμομένη τὸν θώρακα, πλὴν
                        δυοῖν, ἔστι δ’ <lb/>ὅτε τριῶν τῶν πρώτων μεσοπλευρίων. παρελθοῦσα γὰρ ἡ
                        <lb/>κοίλη τὴν καρδίαν ἐπὶ τὰς σφαγὰς ἀναφέρεται, πρώτην <lb/>μὲν τὴν
                        εἰρημένην ἀποφύουσα φλέβα, μικρὰς δὲ ἄλλας <lb/>ἐφεξῆς, τὰς μὲν
                        ἀραχνοειδεῖς, τὰς δὲ τριχοειδεῖς ἐπιπέμπουσα <lb/>τοῖς διαφράττουσιν ὑμέσιν
                        τὸν θώρακα καὶ τῷ καλουμένῳ <lb/>θυμῷ. πλησίον δὲ ἤδη τῶν σφαγῶν γενομένη
                        <lb/>δίχα σχίζεται, καὶ τῶν μορίων αὐτῆς ἑκάτερον ἐγκλινόμενον <lb/>λοξὸν
                        ἐπὶ τὰ πλάγια βραχὺ τῆς μέσης ἀφίσταται χώρας. <lb/>ἐφ’ ἑκάτερα δὲ πρὸς τὴν
                        κατ’ αὐτὰς κλεῖδα ἀναφερόμεναι, <lb/>ἐν τῇ μεταξὺ φορᾷ τῶν τε ἐπὶ τὰ πρόσω
                        τοῦ θώρακος <lb/>ἐρχομένων φλεβῶν εἰσὶν <milestone unit="ed2page" n="228"/>αἱ ῥίζαι. καὶ μετὰ ταῦτα <lb/>ἄλλη συζυγία φλεβῶν μεγάλων σχιζομένων τά τε
                        ἄνω μεσοπλεύρια <pb n="788"/> τοῦ θώρακος τρέφει καὶ τὰ περὶ τὰς ὠμοπλάτας
                        <lb/>χωρία καί τινας τῶν ἐν τῷ τραχήλῳ διὰ βάθους μυῶν. <lb/>ἀπὸ τούτων δὲ
                        τῶν φλεβῶν καὶ αἱ κατὰ τοὺς ἓξ τοῦ τραχήλου <lb/>σπονδύλους ἐμπίπτουσαι τοῖς
                        τρήμασιν αὐτῶν φλέβες <lb/>ἀναφέρονται μέχρι τῆς κεφαλῆς. καὶ μέντοι καὶ τὸ
                        <lb/>λοιπὸν ἅπαν, ὅσον πλεῖστόν ἐστιν, ἐπὶ τὰς μασχάλας ἀνατείνεται.
                        <lb/>περὶ τῆς φλεβὸς, ἑκατέρωθεν οὔσης δηλονότι <lb/>μιᾶς, ὥσπερ καὶ περὶ
                        τῶν ἄλλων, ἡ μὲν ἀκριβεστέρα διήγησις <lb/>ἐν ταῖς ἀνατομικαῖς ἐγχειρήσεσιν
                        λέγεται· συνόψεως <lb/>δὲ ἕνεκεν χρησίμης τοῖς εἰσαγομένοις εἰρήσεταί τι καὶ
                        νῦν. <lb/>μία μὲν ἀπόφυσις καθ’ ἑκατέραν αὐτῶν μικρὰ, τοῖς ἀπὸ <lb/>στέρνου
                        φερομένοις ἐπὶ τὸν ὦμον μυσὶ διανεμομένη. δευτέρα <lb/>δ’ εἰς αὐτὰ τὰ κατὰ
                        τὴν μασχάλην ἀδενώδη τε καὶ <lb/>ὑμενώδη σώματα μικρὰ πάνυ. τρίτη δὲ
                        ἀξιόλογος, εἰς μὲν <lb/>τὰ κάτω φερομένη διὰ τῶν αὐτῶν μερῶν παρατεταμένη· ἡ
                        <lb/>δ’ ἑκατέρα τῇ παρ’ αὐτῶν πλευρᾷ τοῦ θώρακος ἄνωθεν <lb/>κάτω μέχρι τῶν
                        ὑποχονδρίων ὑπὸ τῷ δέρματι τεταμένη μετὰ <lb/>νεύρου λεπτοῦ. τετάρτη δὲ ἐπὶ
                        ταῖσδε φλὲψ ἀποφύεται ﻿<pb n="789"/> τῆς διὰ μασχάλης ἐπὶ χεῖρα φερομένης,
                        εἴς τε τοὺς ἐν τοῖς <lb/>σιμοῖς τῆς ὠμοπλάτης μῦς διανεμομένη καὶ τὸν κατ’
                        αὐτὴν <lb/>τὴν μασχάλην τὸν μέγιστον. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><p>Τὸ δὲ λοιπὸν τῆς φλεβὸς ταύτης εἰς ὅλην <lb/>τὴν χεῖρα κατασχίζεται τρόπῳ
                        τοιῷδε. διὰ μὲν τοῦ βραχίονος <lb/>ἄνωθεν κάτω φέρεται, τοῖς ἔνδον μέρεσι
                        παρατεταμένη <lb/>τοῦ μεγάλου μυός. λαμβάνει δὲ ταύτης τῆς φλεβὸς <lb/>οὐχ
                        οὗτος μόνον ὁ μῦς, ἀλλὰ καὶ οἱ λοιποὶ σχεδὸν ἅπαντες <lb/>οἱ κατὰ τὸν
                        βραχίονα. τῶν δὲ ἀποβλαστημάτων αὐτῆς <lb/>ἕν τι καὶ αὐτὸ διὰ βάθους
                        φερόμενον ἑλίττεταί πως ἐν <lb/>κύκλῳ περὶ τὸν βραχίονα, τὴν ὀπίσω χώραν
                        ἐκπεριερχόμενον <lb/>αὐτοῦ. μετὰ δὲ ταῦτα κατὰ τὴν ἕξω τε καὶ πρόσω
                        <lb/>χώραν ἀναφέρεται πρὸς τὸ δέρμα. τοὐντεῦθεν δὲ φέρεται <lb/>κάτω, μέχρι
                        τῆς διαρθρώσεως κατασχιζόμενον. τὸ πέρας <lb/>δ’ αὐτοῦ ποτὲ μὲν ὀλίγον
                        ὑπερβαίνει τὸν ἔξω τοῦ βραχίονος <lb/>κόνδυλον, ἔστιν ὅτε δὲ ἐπὶ πλέον
                        ἐκτείνεται, παρά τε <lb/>τοῦ πήχεως ὀστοῦν κάτω φερόμενον ὑπὸ τῷ δέρματι. τὸ
                            <pb n="790"/> δὲ ἄλλο πᾶν τῆς μεγάλης φλεβὸς ἐπὶ μέσην ἀφικνεῖται τὴν
                        <lb/>κατ’ ἀγκῶνα διάρθρωσιν ἅμα τῷ νεύρῳ τῷ πλησιάζοντι, <lb/>τοῖς τε ἔνδον
                        μέρεσι τοῖς τῶν ἐνταῦθα μυῶν ἄχρι τῆς ἔνδον <lb/>κεφαλῆς τοῦ βραχίονος
                        ἀποφύσεις ἐκτεῖνον, οὐδὲν ἧττόν <lb/>τε διὰ βάθους τοῖς ὀπίσω τε καὶ πρόσω.
                        πρὶν δὲ <lb/>ἐπιβαίνειν τῆς διαρθρώσεως, εἰς πλείους σχίζεται φλέβας, <lb/>
                        <milestone unit="ed1page" n="199"/>ὧν ἐπιπολῆς μέν εἰσιν αἱ πολλαὶ, διὰ
                        βάθους δὲ ἡ <lb/>μεγίστη πασῶν. αὐτῶν δὲ τῶν ἐπιπολῆς οὔτε τὸ μέγεθος
                        <lb/>ἴσον, οὔθ’ ὁ ἀριθμός. ἐναργῶς γὰρ ὁρῶνται καὶ πρὸ τῆς <lb/>ἀνατομῆς ἐπὶ
                        τῶν ἰσχνῶν ἀνθρώπων, διαληφθέντος δὲ σιμοῦ <lb/>τοῦ βραχίονος, ἄλλως ἐπ’
                        ἄλλων ἔχουσαι· μάλιστα δὲ <lb/>ἐπισκέπτεσθαι χρὴ τὸ φαινόμενον ἐπὶ τῶν
                        εὐρείας ἐχόντων <lb/>φλέβας. καὶ μέντοι κᾀπὶ τῶν πιθήκων ἀνατεμνομένων
                        ἀκριβὴς <lb/>ὁμοιότης ἐστὶ τῶν ἐν τοῖς ἀνθρώποις φαινομένων. ἀλλ’ <lb/>ὡς τὸ
                        πολύ γε μία μὲν φλὲψ ἀποσχίζεται τῆς μεγάλης <lb/>φλεβὸς, ἐπὶ τὰ κάτω μᾶλλον
                        ἀποκλίνουσα λοξὴ, κᾄπειτα <lb/>ἐκ τῶν κάτω μερῶν τοῦ πήχεως ἄχρι τοῦ καρποῦ
                        κατασχιζομένη, <pb n="791"/> μία δὲ ταύτης ἀνωτέρω, κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον
                        <lb/>κατασχιζομένη· <milestone unit="ed2page" n="229"/>κᾄπειτα ἄλλη τρίτη
                        κατὰ μέσον μάλιστα <lb/>τὸν πῆχυν. ἐπιμίγνυται δὲ αὐτῶν τὰ πέρατα πλησίον
                        <lb/>τοῦ καρποῦ. ὑψηλοτάτη δ’ ἅμα καὶ μεγίστη τὰς προκειμένης <lb/>φλεβὸς
                        ἀπόφυσίς ἐστιν ἡ ἐπὶ τὸ μέσον ἀφικνουμένη <lb/>τῆς κατ’ ἀγκῶνος καμπῆς, εἰς
                        ὅπερ ἥκει καὶ ἄλλης φλεβὸς <lb/>οὐ μικρὰ μοῖρα κατὰ τὰ πρόσω τοῦ βραχίονος
                        ὑπὸ τῷ δέρματι <lb/>κειμένης, ἣν ἐπὶ τῶν εὐρείας ἐχόντων τὰς φλέβας
                        <lb/>ἐναργῶς ὁρῶμεν, ἀπὸ μὲν τῆς κλειδὸς λοξὴν τὰ πρῶτα παρὰ <lb/>τὸν τῆς
                        ἐπωμίδος μῦν φερομένην, μετὰ δὲ ταῦτα εὐθεῖαν <lb/>ἐκτεταμένην ἄνωθεν κάτω.
                        ταύτης τῆς φλεβὸς ἥτις μέν <lb/>ἐστιν ἡ πρώτη γένεσις, ὕστερον εἰρήσεται·
                        νυνὶ δὲ ἐκεῖνο <lb/>χρὴ γινώσκειν ἐπ’ αὐτῆς, ὡς ἐπιπολῆς ὑπὸ τῷ δέρματι
                        κειμένη <lb/>παντάπασιν ἀμυδρὰς ἀποφύει φλέβας ἐκείνοις τοῖς <lb/>μέρεσιν, ἃ
                        διεξέρχεται. πλησίον δὲ ἤδη τῆς κατ’ ἀγκῶνα <lb/>διαρθρώσεως γιγνομένη οὐ
                        μικρὸν μόριον ἑαυτῆς ἐκτείνει <lb/>λοξὸν ἐπὶ τὴν καμπὴν, εἰς ταὐτὸν
                        ἐρχόμενον τῷ προειρημένῳ <lb/>μέρει τῆς μεγάλης φλεβὸς, ἣν ἐξηγούμενοι μόνην
                            <pb n="792"/> ἄχρι τοῦδε διὰ τὴν κοινωνίαν ἠναγκάσθημεν ἐπὶ τὴν ἑτέραν
                        <lb/>φλέβα μεταβῆναι. δύο γὰρ αὗται τῆς ὅλης χειρός εἰσι <lb/>φλέβες, ἥ τε
                        διὰ τῆς μασχάλης εἰς αὐτὴν φερομένη καὶ ἡ <lb/>παρὰ τὴν κλεῖν, ἣν ὠμιαίαν
                        ὀνομάζουσιν. ἀλλ’ ἐκεῖνό γε <lb/>περὶ ἀμφοῖν ἀναγκαῖον γινώσκειν, ὡς ἀεὶ μὲν
                        ἑκατέρας αὐτῶν <lb/>οὐ σμικρὰ μοῖρα πρὸς τὴν καμπὴν ἀφικνεῖται τῆς κατ’
                        <lb/>ἀγκῶνα διαρθρώσεως, οὐκ ἀεὶ δὲ οὔτε ἡ θέσις ὁμοία ταῖς <lb/>φλεψὶν,
                        οὔτε τὸ μέγεθος ἴσον. εἰς τρεῖς δέ πως ἀνήκει <lb/>μάλιστα διαφορὰς, ὧν ἡ
                        μὲν μία τοῖς πλείστοις ὑπάρχει· <lb/>διὸ καὶ πρώτην αὐτὴν διηγήσομαι, τὰς δὲ
                        ἄλλας ἐφεξῆς <lb/>τῇδε λέξω. κατὰ φύσιν δὴ μάλιστά ἐστι καὶ τοῖς πλείστοις
                        <lb/>ὑπάρχει τὸ μόριον ἑκατέρας τῆς φλεβὸς εἰς τὴν κατ’ ἀγκῶνα <lb/>καμπὴν
                        φερόμενον ἴσον πως εἶναι· καὶ δὴ μιχθέντων <lb/>αὐτῶν τὴν γενομένην φλέβα
                        μεγίστην φέρεσθαι τῶν ἐπιπολῆς <lb/>ἁπασῶν κατὰ τὸν πῆχυν φλεβῶν· δευτέραν
                        δὲ ἐπ’ αὐτῇ <lb/>τὸ μέγεθος εἶναι τὴν ὠμιαίαν, ἀπὸ μὲν τῆς κατ’ ἀγκῶνα
                        <lb/>διαρθρώσεως ἀποτεταμένην τῇ κερκίδι, μετὰ δὲ ταῦτα <pb n="793"/> πρὸς
                        τοὐκτὸς ὑποχωροῦσαν ἀφικνουμένην τε πρὸς τὸ κυρτὸν <lb/>πέρας τοῦ κατὰ τὸν
                        πῆχυν ὀστοῦ πρὸς τῷ καρπῷ, κᾄπειτα <lb/>ἐντεῦθεν εἰς τὰ κάτω τῆς ἐκτὸς χώρας
                        τοῦ καρποῦ διανεμομένην. <lb/>αὕτη δὲ, ἣν εἶπον μεγίστην γενέσθαι τῶν
                        ἐπιπολῆς, <lb/>ἐξ ἀμφοῖν τῶν φλεβῶν γεννηθεῖσαν, ἐκ τῶν ἔνδον μερῶν τοῦ
                        <lb/>πήχεως ἀρχομένη ἀναβαίνει μὲν πρῶτον ἐπὶ τὴν κερκίδα, <lb/>μετὰ ταῦτα
                        δὲ ὑπεκβαίνει ἐκτὸς, ἔνθα διασχισθεῖσα, ἓν μὲν <lb/>τῶν μορίων ἐπὶ τὸ τῆς
                        κερκίδος ἔρχεται πέρας πρὸς τῷ <lb/>καρπῷ, θάτερον δὲ πρὸ τοῦ πήχεως
                        ἀφικνεῖται, ψαῦον ἐνταῦθα <lb/>τῆς προειρημένης φλεβὸς, ἣν ἀπὸ τῆς ὠμιαίας
                        σχιζομένην <lb/>γίγνεσθαι εἰρήκαμεν. κατὰ φύσιν μὲν οὕτω μάλιστα
                        <lb/>ἔχουσιν αἱ δύο φλέβες· εὑρίσκονται μὴν ἐνίοις οὐχ <lb/>οὕτως, ἀλλ’ ἢ τὸ
                        τῆς ὠμιαίας μόριον αὐξάνει τὴν ἀπὸ τῆς <lb/>μασχάλης φερομένην, ἢ τοὐναντίον
                        ἐκείνης τὸ μόριον αὔξει <lb/>τὴν ὠμιαίαν. ἀλλὰ καὶ τῇ θέσει πολλάκις
                        ὑπεσταλμένης <lb/>τῷ μυῒ τῆς ἑτέρας, ἡ λοιπὴ μόνη φαίνεται. καὶ τοίνυν
                        <lb/>κᾀν τῷ φλεβοτομεῖν ἤτοι τὰς τρεῖς ἴσας ἰδεῖν ἐστιν, ἢ ﻿<pb n="794"/>
                        δύο μόνας, ἢ πάσας ἀνίσους. ἔστι δ’ ὅτε καὶ κατακέκρυπται <lb/>μία τις ἐξ
                        αὐτῶν, ἢ δύο. καὶ μέντοι καὶ τὰς ἐφεξῆς <lb/>αὐτῶν τρεῖς τὰς ταπεινοτέρας οὐ
                        μόνον ἴσας τε καὶ ἀνίσους <lb/>ἐστὶν ἰδεῖν, ἀλλὰ μηδὲ ὅλως φαινομένας ἐνίας
                        ἐξ αὐτῶν, <lb/>ἤτοι τῷ μικρὰς εἶναι παντάπασιν, ἢ τῷ διὰ βάθους
                        <lb/>φέρεσθαι, καὶ μάλιστα ὅταν ᾖ παχύτερόν πως τὸ σῶμα. <lb/>
                        <milestone unit="ed2page" n="230"/>σχίζονται δὲ, ὥσπερ αἱ ἔνδον τοῦ πήχεως
                        φλέβες, ἐν <lb/>τοῖς κατὰ καρπὸν χωρίοις εἰς πολλὰς μικρὰς ἐπιμιγνυμένας
                        <lb/>ἀλλήλαις. οὕτω καὶ πολὺ μᾶλλον ἔτι τούτων ἐναργῶς <lb/>ἀνατέμνουσί τε
                        καὶ πρὸ τῆς ἀνατομῆς φαίνονται αἱ ἐκτός. <lb/>εἰς ταὐτὸν γὰρ ἴασιν ἑνούμεναι
                        πολλαχόθι πρὸς ἀλλήλας <lb/>τε καὶ τὰς ἔνδον, ἐκτείνονταί τε κατὰ τὴν
                        τοιαύτην ἐπιμιξίαν <lb/>ὑπὸ τὸ δέρμα τὸ κατὰ τὸν καρπὸν καὶ τὸ μετακάρπιον
                        <lb/>καὶ τοὺς δακτύλους. αἱ μὲν οὖν ἐπιπολῆς φλέβες <lb/>οὕτως ἔχουσιν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><p>Αἱ δὲ διὰ βάθους φλέβες ἔν τε τῷ πήχει <pb n="795"/> παντὶ καὶ κατ’ ἄκραν τὴν
                        χεῖρα γεννῶνται μὲν ἀπὸ τῶν <lb/>δύο φλεβῶν τῶν μεγάλων, ἀφ’ ὧν αἱ καθ’ ὅλας
                        τὰς χεῖρας <lb/>λέγονται φύεσθαι, τρόπος δέ ἐστιν αὐταῖς τῆς γενέσεως
                        <lb/>τοιόσδε. καθ’ ὃ μέρος ἑκατέρας τῆς φλεβὸς τῆς μεγάλης ἀποφύεσθαί
                        <lb/>τινας ἔφην ἐπὶ τὴν καμπὴν, εἰς ταὐτὸν ἀλλήλαις <lb/>ἐπιπολῆς τοῦ
                        δέρματος κειμένας καὶ κατὰ τοῦτο φερομένας, <lb/>δύο ἄλλαι φλέβες ἀφ’
                        ἑκατέρας μία φέρεται πρὸς τὸ βάθος, <lb/>ἐνταῦθά τε καὶ κατὰ τὸν αὐτὸν
                        τρόπον ἀλλήλαις διαπλέκονται. <lb/>κᾄπειτα ἐξ αὐτῶν πάλιν ἕτεραι δύο φλέβες
                        γίνονται <lb/>ἀξιόλογοι τὸ μέγεθος, ὧν ἡ μὲν ταπεινοτέρα πρὸς τὰ <lb/>τῆς
                        χειρὸς ἔνδον ἀφικνεῖται μέρη, ἡ δὲ ἑτέρα ὑψηλοτέρα <lb/>διὰ μέσου τοῦ βάθους
                        ἄχρι πολλοῦ φερομένη καὶ σχεδὸν <lb/>ψαύουσα τοῦ κοινοῦ συνδέσμου τῶν ὀστῶν,
                        ἐκ τῶν ἔνδον <lb/>μερῶν ὕστερον, ἐπειδὰν ἅψηται τοῦ λοξοῦ μυὸς τοῦ μικροῦ
                        <lb/>πρὸς καρποῦ τοῦ τὴν κερκίδα κινοῦντος, εἰς τοὐκτὸς αὐτοῦ <lb/>ἐκπίπτει
                        μέρος, ἐνταῦθά τε διὰ βάθους ἐπιτεινομένη τῶν <lb/>ἐπὶ τῆς χειρὸς ἐκτὸς
                        πάντα διαπλέκει τῶν ψαυόντων ὀστῶν. <lb/>ἡ προειρημένη δὲ ἐπὶ τὰ τῆς χειρὸς
                        ἔνδον φέρεσθαι μέχρι <pb n="796"/> τῶν μικρῶν ἀφικνεῖται δακτύλων,
                        ἐπιλαμβάνουσά τι καὶ <lb/>τοῦ μέσου. τὸ δ’ ὑπόλοιπον τοῦ μέσου ἅμα καὶ τοῖς
                        <lb/>ἐφεξῆς αὐτοῦ δύο τοῖς μεγάλοις δακτύλοις ἑτέρα φλὲψ <lb/>διαπλέκει σὺν
                        τοῖς προτεταγμένοις δηλονότι μορίοις αὐτοῦ <lb/>τοῦ μετακαρπίου καὶ καρποῦ,
                        τὴν γένεσιν ἀπὸ τῶν ἐπιπολῆς <lb/>φλεβῶν λαμβάνουσα. τοιαύτη μέν τις ἡ κατὰ
                        χεῖράς <lb/>ἐστι νομὴ τῶν φλεβῶν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p>Ἡ δὲ τῶν εἰς τὰ πρόσω τοῦ θώρακος φερομένων <lb/>τοιάδε. κατὰ μὲν τὸ μέσον
                        ἀμφοῖν τοῖν μεροῖν τῆς <lb/>ἐσχισμένης δίχα κοίλης ἡ ἐπὶ τὸ δεξιὸν μέρος τοῦ
                        στέρνου <lb/>φερομένη φλὲψ ἀποφύεται, κατὰ δὲ τὸ τῇδε μόριον τοῦ <lb/>τῶν
                        ἀριστερῶν ἡ ἑτέρα. φέρονται δὲ δι’ ὅλου τοῦ θώρακος <lb/>ὑποτεταγμέναι τῷ
                        στέρνῳ μέχρι τῆς ῥίζης ἑξῆς τοῦ ξιφοειδοῦς <lb/>ὀνομαζομένου χόνδρου, καθ’
                        ἕκαστον μεσοπλεύριον <lb/>ἀπόφυσιν ἑαυτῶν ποιούμεναι μικρὰν, καθ’ ἣν
                        ἀναμίγνυνται <lb/>τοῖς πέρασι τῆς κατὰ τὰ μεσοπλεύρια φλεβός· διεκπίπτει
                        <lb/>τέ τι μόριον αὐτῶν ἔξω τοῦ θώρακος εἰς τοὺς ὑποκειμένους <lb/>μύας.
                        αὗται δὲ αἱ παρὰ τὸν ξιφοειδῆ χόνδρον ἀνίσχουσαι <pb n="797"/> τοῖς τιτθοῖς,
                        ἀπονεμήσεις δοῦσαι τῷ λοιπῷ, φέρονται <lb/>κάτω τοῖς ὀρθίοις ὑποφυόμεναι
                        μυσὶ, <milestone unit="ed2page" n="231"/>εἰς <lb/>οὓς καὶ πέμπουσί τινα
                        μοῖραν. ὑφ’ ὧν αὐτῶν οὐκ ὀλίγη <lb/>μοῖρα αὐτῶν εἰς ταὐτὸ ἥκει πέρασιν
                        ἑτέρων φλεβῶν κάτωθεν <lb/>ἄνω φερομένων, <milestone unit="ed1page" n="200"/>ὑπὲρ ὧν ἐν τοῖς ἑξῆς εἰρήσεται <lb/>κατὰ τὴν διήγησιν τῶν κατὰ τὸ πλατὺ
                        καλούμενον ὀστοῦν <lb/>φλεβῶν. ἕτεραι δ’ ἐπιπολῆς ὑπὸ τῷ καθ’ ὑποχόνδρια
                        δέρματι <lb/>γεννῶνται φλέβες ἐξ ἐπιμιξίας μορίων ἀπό τε τῶν <lb/>εἰρημένων
                        φλεβῶν ἀνίσχειν ἔξω παρὰ τὸν ξιφοειδῆ χόνδρον, <lb/>ἔτι τε τῶν ἐν τοῖς ταύτῃ
                        μεσοπλευρίοις. αἷς αὖ πάλιν <lb/>ἕτεραί τινες εἰς ταὐτὸν ἥκουσιν ἀπὸ τῶν
                        βουβώνων ἀναφερόμεναι, <lb/>περὶ ὧν εἰρήσεται κατὰ τὴν οἰκείαν τάξιν. αὕτη
                        <lb/>μὲν ἡ νομὴ τῶν φλεβῶν ἐστιν, ὅσαι τῆς κοίλης δίχα σχισθείσης
                        <lb/>ἀποφύονται, πρὶν ἅψασθαι τῶν κλειδῶν, κατ’ <lb/>ἐκεῖνο μάλιστα
                        γενόμεναι τὸ χωρίον, ἐν ᾧ μέγας ἀδὴν κεῖται, <lb/>προσαγορευόμενος ὑπὸ τῶν
                        ἀνατομικῶν θυμός. ἔνθα <lb/>καὶ ἄλλαι φλέβες μικραὶ, τινὲς μὲν ἀραχνοειδεῖς,
                        τινὲς δὲ <pb n="798"/> τριχοειδεῖς, εἰς αὐτόν τε τὸν ἀδένα καὶ τοὺς
                        διαφράττοντας <lb/>ὑμένας ἐμφύονται, τῆς κοίλης ἀποσχιζόμεναι. τινὲς δὲ
                        μείζους <lb/>μὲν τούτων, ἔτι δὲ καὶ αὗται μικραὶ, πρός τε τὸν
                        <lb/>περικάρδιον ἔρχονται χιτῶνα καὶ κατὰ τῆς ἄνω φερομένης <lb/>ἀπὸ καρδίας
                        ἀρτηρίας ἐκτείνονται. </p></div></div></body></text></TEI>