<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg012.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p>Ἐν τοῖς ὀστοῖς ἀριθμητέον ἐστὶ καὶ τοὺς <lb/>ὀδόντας, εἰ καί τισι τῶν
                        σοφιστῶν οὐ δοκεῖ. καίτοιγε δίκαιοι <lb/>ἦσαν, εἰ μὴ τοῦτο καλεῖν <milestone unit="ed2page" n="16"/>αὐτοὺς ἐπιτρέπουσιν <lb/>ἡμῖν, ἑτέραν δοῦναι
                        προσηγορίαν αὐτοῖς. ὅτι μὲν γὰρ <lb/>οὔτε χόνδρους, οὔτε ἀρτηρίας, οὔτε
                        φλέβας, οὔτε νεῦρα <pb n="753"/> προσῆκεν ὀνομάζειν αὐτοὺς, ἄντικρυς δῆλον·
                        πολὺ δὲ δὴ <lb/>μᾶλλον, οὔτε πιμελὰς, ἢ τρίχας, ἢ σάρκας, ἢ ἀδένας,
                        <lb/>οὐδ’ ἄλλο οὐδὲν ἁπλῶς τῶν κατὰ τὸ σῶμα μορίων. εἴπερ <lb/>οὖν μήτ’ ἐν
                        τῇ τῶν φλεβῶν ἀνατομῇ, μήτ’ ἐν τῇ τῶν ἀρτηριῶν, <lb/>μήτ’ ἐν τῇ τῶν νεύρων,
                        ἢ μυῶν, ἢ σπλάγχνων <lb/>ἐροῦμεν ὑπὲρ αὐτῶν, ἀλλὰ μηδὲ ἐν τῇ νῦν ἐνεστώσῃ τῇ
                        <lb/>περὶ ὀστῶν, οὐδ’ ὅλως ἐροῦμεν οὐδέποτε περὶ αὐτῶν. τοῖς <lb/>μὲν δὴ
                        σοφισταῖς μακρὰν χαίρειν ῥητέον. ὀδόντες δ’ ἑκκαίδεκα <lb/>ὑπάρχουσι καθ’
                        ἑκατέραν τὴν γένυν, ἔμπροσθεν μὲν <lb/>τέσσαρες, οἱ τομεῖς ὀνομαζόμενοι,
                        μονόῤῥιζοι πάντες· ἐφεξῆς <lb/>δὲ αὐτῶν ἑκατέρωθέν εἰσιν οἱ κυνόδοντες,
                        μονόῤῥιζοι <lb/>καὶ αὐτοί· εἶθ’ οἱ γόμφιοι τούτων ἑξῆς ἑκατέρωθεν πέντε,
                        <lb/>τρίῤῥιζοι μὲν οἱ ἐν τῇ ἄνω γένυϊ, δυοῖν δὲ ῥιζῶν οἱ ἐν τῇ <lb/>κάτω.
                        πλὴν πολλάκις εὑρίσκονται τετράῤῥιζοι μέν τινες <lb/>τῶν ἄνω, τρίῤῥιζοι δὲ
                        τῶν κάτω, καὶ μάλιστα οἱ πρῶτοι <lb/>πάντων ἔσωθεν δύο, σπανιώτερον δὲ ὁ
                        τρίτος. τισὶ δὲ οὐ <lb/>πέντε καθ’ ἑκάτερον, ἀλλὰ τέσσαρες ἢ ἓξ ἔφυσαν οἱ
                        γόμφιοι. <lb/>καλοῦνται δὲ οὐχ οὕτω μόνον, ἀλλὰ καὶ μύλαι θηλυκῶς, <pb n="754"/> ἐκ μεταφορᾶς, οἶμαι, τοὔνομα λαβόντες, ὅτι τρίβομεν <lb/>ἐν
                        αὐτοῖς καὶ λειοῦμεν τὰ σιτία, καθάπερ ταῖς μύλαις <lb/>τοὺς Δημητρίους
                        καρπούς. ἀλλὰ καὶ οἱ κυνόδοντες, <lb/>ὁμοιότατοι τοῖς τῶν κυνῶν ὑπάρχοντες,
                        ἀπ’ ἐκείνων ὠνομάσθησαν. <lb/>οἱ δὲ τομεῖς ἀπὸ τοῦ τέμνειν αὐτοὺς, ὥσπερ
                        <lb/>σμίλῃ, ὅσα δύναται τέμνεσθαι σιτία. δύναται δὲ δηλονότι <lb/>τὰ μαλακὰ,
                        πρὸς ἃ δὴ γεγόνασιν ὑπὸ τῆς φύσεως, ὥσπερ <lb/>καὶ πρὸς τὰ σκληρὰ τοὺς
                        κυνόδοντας ἐποίησεν, οὐ τέμνειν, <lb/>ἀλλὰ θλᾷν ἱκανῶς. γεγόμφωνται δ’
                        ἅπαντες ἐν τοῖς τῶν <lb/>φατνίων βοθρίοις. φάτνια μὲν γὰρ αὐτὰ τὰ περιέχοντα
                        αὐτοὺς <lb/>ὀστᾶ, βόθρια δὲ αἱ κοιλότητες, ἐν αἷς ἐμπεπήγασιν,
                        <lb/>ὀνομάζονται. μετειλήφασι δὲ τῶν ἀπὸ ἐγκεφάλου νεύρων <lb/>τῶν μαλακῶν
                        ὀδόντες μόνοι τῶν ἄλλων ὀστῶν, ὅθεν περ <lb/>καὶ σαφῶς αἰσθάνονται μόνοι.
                    </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="6"><p>Οὐδὲ τὸ τῆς κάτω γένυος ὀστοῦν ἐστιν <lb/>ἁπλοῦν, ὡς ἄν τῳ δόξειεν. ἑψόμενον
                        γὰρ καὶ τοῦτο διαλύεται <lb/>κατ’ ἄκρον τὸ γένειον, ὡς φαίνεσθαι σαφῶς, ὅτι
                        <lb/>συνεπεφύκει. τὸ δὲ ἀντεινόμενον ὡς ἐπὶ τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ <pb n="755"/>
                        μέρος εἰς δύο τελευτᾷ πέρατα. καὶ τούτων τῶν περάτων <lb/>τῷ μὲν ὀξέϊ τὸν ἐκ
                        τοῦ κροταφίτου μυὸς καθήκοντα δέχεται <lb/>τένοντα· τῷ δὲ ἑτέρῳ διαρθροῦται
                        πρὸς τὸ τῆς κεφαλῆς <lb/>ὀστοῦν ὑπὸ τὴν ἀπόφυσιν τὴν μαστοειδῆ, κονδυλώδει
                        τινὶ <lb/>περιφερείᾳ κατὰ τῆς ἐνταῦθα γληνοειδοῦς κοιλότητος
                        <lb/>ἐπιβεβηκός. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="7"><p>Τῆς ὅλης ῥάχεως οἱ σπόνδυλοι τέσσαρες <lb/>ἐπὶ τοῖς εἴκοσιν ὑπάρχουσι. παρὰ
                        φύσιν γὰρ ἤδη τὸ πλέον <lb/>καὶ τοὔλαττον, ὥσπερ καὶ αἱ φοξαὶ κεφαλαί.
                        διαιρεῖται δὲ <lb/>ἡ σύμπασα σύνταξις αὐτῶν εἰς τράχηλόν τε καὶ νῶτον, καὶ
                        <lb/>ὀσφὺν, καὶ ἱερὸν ὀστοῦν. ὁ μὲν οὖν τράχηλος ἔζευκται τῇ <lb/>κεφαλῇ· ὁ
                        δὲ νῶτος ἐφεξῆς τούτῳ τέτακται, τηλικοῦτος <lb/>ὑπάρχων τὸ μῆκος, ἡλίκος περ
                            <milestone unit="ed2page" n="17"/>ἂν ᾖ καὶ ὁ θώραξ. <lb/>ὅσον δὲ
                        ὑπόλοιπον κάτω, τοῦτο ὀσφὺς ὀνομάζεται. κατὰ <lb/>δὲ τὸ πέρας αὑτοῦ τὸ
                        καλούμενον ἱερὸν ὀστοῦν ἔχει· ἔνιοι <lb/>δὲ πλατὺ προσαγορεύουσιν αὐτό.
                        σπόνδυλοι δὲ κατὰ μὲν <lb/>τὸν τράχηλον ἑπτὰ τὸν ἀριθμὸν ὑπάρχουσι, κατὰ δὲ
                        τὸν <lb/>νῶτον δώδεκα, κατὰ δὲ τὸν ὀσφὺν πέντε. περὶ πρώτων <pb n="756"/>
                        οὖν εἰρήσεται τῶν κατὰ τὸν αὐχένα. διαφέρει γὰρ οὐδὲν, <lb/>ἢ τράχηλον, ἢ
                        αὐχένα προσαγορεύειν αὐτόν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="8"><p>Τῶν κατὰ τὸν αὐχένα σπονδύλων οἱ πρῶτοι <lb/>μὲν δύο διήρθρωνται πάντῃ· τῶν
                        δὲ ἄλλων τῶν πέντε <lb/>τὸ πρόσω μέρος ἰσχυρὸς συμφύει δεσμός. οὐ γὰρ δὴ διὰ
                        <lb/>χόνδρου γε συμφύονται, καθάπερ οἴονταί τινες· ἀλλ’ ὁ τὰς <lb/>τοῦ
                        νωτιαίου δύο μήνιγγας ἔξωθεν περιλαμβάνων χιτὼν, <lb/>εἰς τὴν μεταξὺ χώραν
                        αὐτῶν παρεμπίπτων, κοινὸς ἀμφοτέρων <lb/>γίνεται δεσμός. οὕτω δὲ καὶ κατὰ
                        πάντας ἔχει τοὺς <lb/>σπονδύλους πλὴν τῶν πρώτων δυοῖν, ὡς εἰρήσεται. διττῶν
                        <lb/>δὲ οὐσῶν κινήσεων τῆς κεφαλῆς, τῆς μὲν ἐπινευόντων τε καὶ
                        <lb/>ἀνανευόντων, τῆς δὲ ἐν τῷ περιάγειν ἐφ’ ἑκάτερα, τὴν μὲν <lb/>προτέραν
                        ἡ τοῦ δευτέρου σπονδύλου πυρηνοειδὴς ἀπόφυσις <lb/>ἐργάζεται μάλιστα, τὴν δὲ
                        ἑτέραν ἡ τοῦ πρώτου πρὸς τὰ <lb/>κορωνὰ τῆς κεφαλῆς διάρθρωσις. ἀλλ’ αὗται
                        μὲν διὰ τῶν <lb/>πλαγίων γίγνονται μερῶν τοῦ τε πρώτου σπονδύλου καὶ
                        <lb/>αὐτῆς τῆς κεφαλῆς· ἡ δὲ πυρηνοειδὴς ἀπόφυσις ἀνάντης ﻿<pb n="757"/> μέν
                        ἐστιν, ἀπὸ δὲ τῶν προσθίων ἀρχομένη μερῶν τοῦ δευτέρου <lb/>σπονδύλου
                        συνδεῖται τῇ κεφαλῇ διά τινος εὐρώστου <lb/>τε ἅμα καὶ στρογγύλου συνδέσμου.
                        καὶ δὴ καὶ χώραν ἐπιτήδειον <lb/>ὁ πρῶτος σπόνδυλος αὐτῇ παρέχει, καθ’ ἣν
                        ἀσφαλῶς <lb/>στηρίζεται, καί τις ἕτερος ἐγκάρσιος δεσμὸς, ἐν αὐτῷ <lb/>τῷ
                        πρώτῳ σπονδύλῳ γενόμενος, ἔσωθεν ἐπιβέβληται κατ’ <lb/>αὐτῆς. ἔνιοι μὲν
                        ταύτην ὀδοντοειδῆ καλοῦσιν ἀπόφυσιν· <lb/>Ἱπποκράτης δὲ καὶ ὅλον τὸν
                        δεύτερον σπόνδυλον ὀδόντα <lb/>προσηγόρευσεν ἀπ’ αὐτῆς. ἔχει δὲ καὶ ἄλλας ὁ
                        πρῶτος <lb/>σπόνδυλος δύο κοιλότητας ἐπιπολαίας γληνοειδεῖς ἐν τοῖς
                        <lb/>κάτω μέρεσιν αὑτοῦ, παραπλησίας ταῖς ἄνωθεν. εἰσὶ δὲ εἰκότως <lb/>αἱ
                        μὲν ἄνωθεν μείζους, ὡς ἂν τῇ κεφαλῇ διαρθρούμεναι, <lb/>μικρότεραι δὲ αἱ
                        κάτωθεν, αἷς περιβέβληκε τὸν δεύτερον <lb/>σπόνδυλον. ἔστι δὲ ὁ μὲν πρῶτος
                        εὐρύτατός τε ἅμα καὶ <lb/>ἰσχνότατος, ὁ δὲ ἐφεξῆς αὐτοῦ στενώτερος μὲν, ἀλλ’
                        ὅμως <lb/>εὐρωστότερος. οὕτω δὲ καὶ οἱ ἄλλοι πάντες οἱ μετ’ αὐτόν. <lb/>ἐφ’
                        ὅσον γὰρ ὁ νωτιαῖος, εἰς τὰς τῶν νεύρων ἀποφύσεις καταναλισκόμενος,
                        <lb/>ἰσχνότερος ἑαυτοῦ γίνεται, ἐπὶ τοσοῦτο καὶ <pb n="758"/> αἱ τῶν
                        κατωτέρω σπονδύλων εὐρύτητες ἐλαττοῦνται· ἑκάστη <lb/>γὰρ ἴση τῷ πάχει τοῦ
                        περιεχομένου καθ’ ἑαυτὴν ὑπάρχει <lb/>νωτιαίου. τουτὶ μὲν οὖν κοινὸν ἅπασι
                        τοῖς σπονδύλοις <lb/>ἐστὶν, ὥσπερ γε καὶ αἱ εἰς τὸ πλάγιον ἀποφύσεις, ἔτι τε
                        <lb/>πρὸς ταύταις ἀνάντεις τε καὶ κατάντεις ἀποφύσεις, καθ’ <lb/>ἃς πρὸς
                        ἀλλήλους διαρθροῦνται· τῶν δὲ ἄλλων τὰ μὲν <lb/>πλεῖστα κοινὰ, διαφέροντα δὲ
                        ὀλίγα, περὶ ὧν ἐφεξῆς ἐρῶ. <lb/>τὴν ὀπίσθιον ἀπόφυσιν, ἣν ἄκανθαν
                        ὀνομάζουσιν, ἅπαντες <lb/>ἔχουσι πλὴν τοῦ πρώτου σπονδύλου· τούτῳ δὲ ἐν τοῖς
                        <lb/>ἔμπροσθέν ἐστιν ἀπόφυσις μικρὰ μόνῳ. τῶν δὲ ἄλλων <lb/>ἁπάντων τὰς
                        πλαγίας ἀποφύσεις ἀεὶ διατετρημένας ἔχουσιν <lb/>οἱ κατὰ τὸν τράχηλον μόνοι
                        πλὴν τοῦ ἑβδόμου, ὅσπερ δὴ <lb/>καὶ ἔσχατος αὐτῶν ὑπάρχει· σπανίως δ’ ἄν
                        ποθ’ εὕροις <lb/>καὶ τούτῳ διατετρημένας. τὰς δὲ αὐτὰς ἀποφύσεις ἀτρέμα
                        <lb/>πως δι<milestone unit="ed2page" n="18"/>σχιδεῖς οἱ κατὰ τὸν τράχηλον
                        ἔχουσι μόνοι πλὴν <lb/>τῶν πρώτων δυοῖν· ἁπλαῖ γὰρ τούτοις εἰσί. τῷ δὲ ἕκτῳ
                        <lb/>διτταὶ σαφῶς εἰσι καὶ μέγισται τῶν ἄλλων ἁπασῶν, ὥσπερ <lb/>γε καὶ
                        αὐτός ἐστι μέγιστος· καὶ ἡ ἑτέρα δὲ αὐτῶν ἡ ἔνδον <pb n="759"/> ἱκανῶς
                        πλατεῖα. πρόμηκες δὲ ἑκάστου τὸ πρόσθιον μέρος, <lb/>ᾧ καὶ συμφύονται πρὸς
                        ἀλλήλους, τοῖς ἐν τῷ τραχήλῳ μάλιστά <lb/>ἐστι πλὴν τοῦ πρώτου. τοῖς δὲ
                        ἐκφυομένοις τοῦ <lb/>νωτιαίου νεύροις καὶ κατὰ τὰς συμβολὰς τῶν σπονδύλων
                        <lb/>διεκπίπτουσιν ἑκάτερος τῶν τοῦ τραχήλου σπονδύλων ἴσον <lb/>πως
                        συντελεῖ τῷ πρώτῳ· τῶν δὲ ἄλλων ἁπάντων ὁ ὑπερκείμενος <lb/>ἤτοι τὸ
                        πλεῖστον, ἢ τὸ σύμπαν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="9"><p>Ὅτι μὲν δώδεκα τὸν ἀριθμόν εἰσι τοῦ <lb/>θώρακος σπόνδυλοι, πρόσθεν εἴρηται,
                        πλὴν εἰ σπάνιόν <lb/>τινι λείπων εἷς ἢ περιττεύων εὑρεθήσεται. καὶ τούτων δὲ
                        <lb/>αὐτῶν τὸ περιττεύειν τοῦ λείπειν σπανιώτερον, ἅπασι δ’ <lb/>αὐτοῖς αἱ
                        τῆς ἀκάνθης ἀποφύσεις μέγισται τυγχάνουσιν οὖσαι <lb/>μέχρι τοῦ δεκάτου.
                        μεγάλαι δὲ οὐχ ἥκιστά εἰσι καὶ <lb/>αἱ κατὰ τὸ πλάγιον, αἷς διαρθροῦνται
                        πρὸς τὰς πλευράς. <lb/>αὐτὸ δὲ αὐτῶν τὸ σῶμα κατὰ μὲν τὸν πρῶτον ἀτρέμα
                        <lb/>πως ὑπάρχει πρόμηκες εἰς τὰ κάτω, παύεται δὲ ἐν τοῖς <lb/>ἐφεξῆς κατὰ
                        βραχύ. καὶ μὲν δὴ καὶ τὴν ἄκανθαν ἄχρι μὲν <lb/>τοῦ δεκάτου σπονδύλου τοῖς
                        κατὰ τὸν τράχηλον ὁμοίως <pb n="760"/> ἔχουσιν ἄνωθεν κάτω φερομένην.
                        ἔμπαλιν δὲ ἀπὸ τοῦ <lb/>δεκάτου κάτωθεν ἄνω φέρεται ῥέπουσα, κατὰ μὲν τοὺς
                        δύο <lb/>τοὺς ἐφεξῆς αὐτοῦ ἀμυδρῶς, κατὰ δὲ τοὺς ἄλλους σαφῶς. <lb/>ταὐτὸ δὲ
                        τοῦτο πεπόνθασι καὶ αἱ κατὰ τὸ πλάγιον ἀποφύσεις, <lb/>κάτω μὲν τῶν ὑπὲρ τὸν
                        δέκατον, ἄνω δὲ τῶν μετ’ <lb/>αὐτὸν ῥέπουσαι. μόναι γὰρ αἱ κατὰ τὸν δέκατον
                        ἀῤῥεπεῖς <lb/>εἰσι. καὶ γὰρ μόνος οὗτος ὁ σπόνδυλος οὐ τὰς ἀνάντεις
                        <lb/>μόνον, ἀλλὰ καὶ τὰς κατάντεις ἀποφύσεις εἰς κονδυλώδη <lb/>πέρατα
                        τελευτώσας ἔχει, καθάπερ ὁ πρῶτος τῶν κατὰ τὸν <lb/>τράχηλον ἑκατέρας
                        γληνοειδεῖς. τῶν δὲ ἄλλων τοῖς μὲν <lb/>ὑπερκειμένοις τοῦ δεκάτου
                        κονδυλώδεις μέν εἰσιν αἱ ἀνάντεις, <lb/>γληνοειδεῖς δὲ αἱ κατάντεις, τοῖς δὲ
                        ὑποτεταγμένοις <lb/>ἀνάπαλιν. </p></div></div></body></text></TEI>