<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg012.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="15"><p>Τοῦ στέρνου τῷ ἄνω πέρατι τῶν κλειδῶν <lb/>ἑκατέρα διαρθροῦται, σηραγγώδης τε
                        οὖσα καὶ ἀνώμαλος <lb/>τό τε σχῆμα καὶ τὸ πάχος. τὸ κάτω μὲν γὰρ αὐτῶν, ὃ
                        <lb/>καὶ διαρθροῦται πρὸς τὸ στέρνον, <milestone unit="ed2page" n="21"/>παχύτερόν τε τῶν <lb/>ἄλλων ἐστὶ καὶ στρογγυλώτερον· ὅσον δὲ ἑξῆς τούτῳ,
                        <lb/>πολὺ μὲν ἰσχνότερον, ἔστι δὲ στρογγύλον· ἀνώμαλον δὲ τὸ <lb/>ἐπὶ τούτῳ
                        σύμπαν ἄχρι τῆς πρὸς τὴν ὠμοπλάτην συντάξεως, <lb/>ἔνθα καὶ πλατύνεταί πως
                        ἀτρέμα. συμπάσης δ’ αὐτῆς <lb/>τὰ μέσα μέρη κυρτὰ πρὸς τὸ ἐκτός ἐστι; καὶ
                        μᾶλλον <lb/>ἐν αὐτοῖς, ὅσα πρὸς τὴν ὠμοπλάτην ῥέπει. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="16"><p>Τὸ τοῦ βραχίονος ὀστοῦν, ἁπάντων ὀστῶν <lb/>μέγιστον ὑπάρχον πλὴν τοῦ μηροῦ,
                        διαρθροῦται κατ’ ἄμφω <lb/>τὰ πέρατα, ἄνω καὶ κάτω. κατὰ μὲν δὴ τὸν ὦμον
                        ἐπίφυσιν <lb/>ἔχει κεφαλῆς εὐμεγέθους ἐπ’ αὐχένι σμικρῷ. καί τις <lb/>ἐν
                        αὐτῷ κοιλότης ἐστὶν ὥσπερ τομὴ πλατεῖα κατὰ τὰ <lb/>πρόσω μέρη, διαιροῦσα
                        τὴν ὅλην κεφαλὴν εἰς δύο μοίρας <pb n="768"/> ὁμοίας κονδύλοις. τὸ κάτωθεν
                        δὲ πέρας εἰς κονδύλους <lb/>ἀνίσους τελευτᾷ. καὶ πρὸς μὲν τὸν ἔξωθεν αὐτῶν ἡ
                        τῆς <lb/>κερκίδος κεφαλὴ διαρθροῦται, πρὸς δὲ τὸν ἔνδον οὐδὲν <lb/>ὅλως
                        ὀστοῦν συντέτακται. καὶ διὰ τοῦτο πολὺ μείζων οὗτος <lb/>φαίνεται τοῦ ἔξω,
                        καί τοι βραχὺ μείζων ὑπάρχων. κοιλότης <lb/>δὲ ἐν τῷ κάτω πέρατι τοῦ
                        βραχίονός ἐστι, ταῖς κατὰ <lb/>τὰς τροχηλίας ἐοικυῖα, περὶ ἣν ὁ πῆχυς
                        κινεῖται. ἔνθα δ’ <lb/>ἡ κοιλότης αὕτη τελευτᾷ, κατ’ ἄμφω τὰ μέρη κοιλότης
                        <lb/>ἐστὶν ἑτέρα καθ’ ἕτερον πέρας, ἡ πρόσω τῆς ὄπισθεν ἐλάττων.
                        <lb/>ὑποδέχονται δὲ αὗται τὰς κορώνας τοῦ πήχεως, ἐν μὲν <lb/>ταῖς ἐσχάταις
                        κάμψεσιν ἡ πρόσω τὴν πρόσω, κατὰ δὲ <lb/>τὰς ἐκτάσεις ἡ ὀπίσω τὴν ὄπισθεν.
                        τὰ δὲ ἄλλα μέρη <lb/>περιφερής ἐστιν ὁ βραχίων, οὐ μὴν εὐθὺς, οὐδ’ ὅμοιος
                        <lb/>πάντῃ· κυρτὸς μὲν γὰρ εἴς τε τὸ πρόσω καὶ τὸ ἔξω, σιμὸς <lb/>δὲ ὄπισθέν
                        τε καὶ ἔνδον ἐστί. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="17"><p>Πῆχυς καλεῖται μὲν καὶ ὅλον τὸ μεταξὺ <lb/>βραχίονος καὶ καρποῦ, καλεῖται δὲ
                        καὶ τὸ ἕτερον ὀστοῦν <lb/>τῶν ἐν αὐτῷ τὸ μεῖζον, ὕπερ ὑποτέτακται θατέρῳ, τῇ
                            <pb n="769"/> κερκίδι προσαγορευομένῃ. αὕτη μὲν οὖν κατὰ τὸ πέρας
                        <lb/>αὑτῆς τὸ ἄνω περιλαμβάνει τὸν ἔξω τοῦ βραχίονος κόνδυλον <lb/>ἐπιπολαίῳ
                        κοιλότητι. καὶ ἔστι τῆς διαρθρώσεως ταύτης <lb/>ἔργον ἐπὶ τὸ πρηνές τε καὶ
                        ὕπτιον ὅλην τὴν χεῖρα περιάγειν. <lb/>ὁ δὲ πῆχυς δύο ἀποφύσεις ἔχει δυοῖν
                        κορωνῶν, <lb/>ἐλάττονος μὲν τοῦ πρόσω, μείζονος δὲ θατέρου. τὴν κοιλότητα
                        <lb/>δὲ αὗται περιλαμβάνουσι τοῦ πήχεως τὴν σιγματοειδῆ, <lb/>καθ’ ᾗς
                        ἐπιβέβηκεν ἡ τροχιλώδης περιφέρεια τοῦ <lb/>βραχίονος, ἡ μεταξὺ τῶν κονδύλων
                        αὐτοῦ, καὶ ἔστι ταύτης <lb/>τῆς διαρθρώσεως ἔργον ἐκτείνειν τε καὶ κάμπτειν
                        ὅλην τὴν <lb/>χεῖρα. συνδεῖται δὲ καθ’ ἑκάτερον τῶν περάτων ὁ πῆχυς <lb/>τῇ
                        κερκίδι συνδέσμοις ἰσχυροῖς ἴσως· τοὐν μέσῳ δὲ πάντῃ <lb/>ἀπ’ ἀλλήλων
                        διεστήκασιν. ἔχει δὲ ἐπίφυσιν ἑκάτερον αὐτῶν <lb/>κατὰ τὰ πρὸς τῷ καρπῷ
                        μέρη, κυρτὴν μὲν ἔξωθεν, ἔσωθεν <lb/>δὲ κοίλην· πῆχυς μὲν κατὰ τὸν μικρὸν
                        δάκτυλον, <lb/>κερκὶς δὲ κατὰ τὸν μέγιστον. ἐμβαίνει δὲ τῇ κοιλότητι
                        <lb/>ταύτῃ καὶ διαρθροῦται πρὸς αὐτὴν ὁ καρπός. ἐκ περιττοῦ <lb/>δὲ τῷ πήχει
                        ὑπάρχει καὶ ἡ καλουμένη στυλοειδὴς ἀπόφυσις, <pb n="770"/> διαρθρουμένη καὶ
                        αὐτὴ πρὸς τὸν καρπόν. ἀλλὰ <lb/>ταύτης μὲν ἔργον ἡ εἰς τὰ πλάγια περιφορὰ
                        τοῦ καρποῦ, <lb/>τῆς δὲ ἑτέρας αἱ κατ’ εὐθὺ, καθ’ ἃς ἐκτείνομέν τε καὶ
                        <lb/>κάμπτομεν τὴν ἄκραν χεῖρα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="18"><p><milestone unit="ed2page" n="22"/>Ὀκτὼ συντίθησιν ὀστᾶ τὸν καρπὸν, <lb/>ἐπὶ
                        δύο στίχους συγκείμενα, σκληρὰ πάντα, καὶ σμικρὰ, καὶ <lb/>ἀμύελα, καὶ
                        πολυειδῆ τὸ σχῆμα. πῇ μὲν γάρ ἐστι κυρτὰ, πῇ <lb/>δὲ σιμὰ, καὶ πῇ μὲν εὐθέα,
                        πῇ δὲ περιφερῆ. συνδεῖται δὲ <lb/>πάντα δεσμοῖς νευροχονδρώδεσι,
                        συνηρθρωμένα πρὸς ἄλληλα, <lb/>καὶ οὐχ, ὥς τινες οἴονται, συμπεφυκότα, κυρτὰ
                        μὲν <lb/>ἀτρέμα τὴν ἔξωθεν ἐπιφάνειαν ὄντα, κοῖλα δὲ τὴν ἔνδον. <lb/>ἡ μὲν
                        οὖν ἄνωθεν μοῖρα τοῦ καρποῦ, ἐκ τριῶν ὀστῶν οὖσα, <lb/>περιφερής πως
                        γινομένη διαρθροῦται πρὸς πῆχύν τε καὶ <lb/>κερκίδα καὶ τὴν στυλοειδῆ
                        ἀπόφυσιν, πλὴν ὅτι γληνοειδεῖ <lb/>κοιλότητι βραχείᾳ τὴν στυλοειδῆ. τοῦ
                        πήχεως ἀπόφυσιν <lb/>περιλαμβάνει τοῦ καρποῦ τὸ κατὰ τὸν μικρὸν δάκτυλον
                        <lb/>ὀστοῦν. τὸ δὲ μέσον ἐν αὐτοῖς ἐκείνην μάλιστα κατείληφε <lb/>τὴν χώραν,
                        ἵνα συμβάλλουσιν ἀλλήλοις ὅ τε πῆχυς καὶ ἡ <pb n="771"/> κερκίς. τὸ δὲ
                        τρίτον ὑπὸ τῆς κερκίδος περιλαμβάνεται, διφυὲς <lb/>ὑπάρχον. ἡ δὲ κάτωθεν
                        μοῖρα τοῦ καρποῦ τοῖς τέσσαρσι <lb/>μὲν ἑαυτῆς ὀστοῖς συνήρθρωται τῷ
                        μετακαρπίῳ, τὸ <lb/>πέμπτον δὲ ἐποχούμενον ἔχει τοῖς μέρεσιν ἐκείνοις τοῦ
                        καρποῦ, <lb/>καθ’ ἃ μάλιστά ἐστιν ἡ στυλοειδὴς τοῦ πήχεως <lb/>ἀπόφυσις.
                    </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="19"><p>Τὸ μεταξὺ καρποῦ τε καὶ δακτύλων μετακάρπιον <lb/>ὀνομάζεται, συναρθρούμενον
                        μὲν πρὸς τὸν καρπὸν, <lb/>διαρθρούμενον δὲ πρὸς τὰς πρώτας τῶν· δακτύλων
                        <lb/>φάλαγγας, (οὕτω γὰρ καλεῖται τὰ τῶν δακτύλων ὀστᾶ, <lb/>ἔνιοι δὲ
                        σκυταλίδας ὀνομάζουσιν αὐτὰ,) μόνου τοῦ μεγάλου <lb/>δακτύλου τῆς πρώτης
                        φάλαγγος αὐτῷ τῷ μετακαρπίῳ διηρθρωμένης <lb/>ἐκ πλαγίων. ὥσθ’ ἕκαστον τῶν
                        δακτύλων ἐκ <lb/>τριῶν ὀστῶν συγκεῖσθαι, τῆς προτέρας ἀεὶ φάλαγγος
                        ἐπιβαινούσης <lb/>τῇ κοιλότητι τῇ κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς ἑπομένης τεταγμένῃ.
                        <lb/>εὔλογον γὰρ καὶ τὸν μέγαν δάκτυλον ἐκ τριῶν <lb/>ὀστῶν συγκεῖσθαι
                        λέγειν, καὶ μὴ προσνέμειν τῷ μετακαρπίῳ <lb/>τὴν πρώτην αὐτοῦ φάλαγγα, κατ’
                        ἄμφω γε τὰ μέρη ﻿<pb n="772"/> διηρθρωμένην, ὃ τοῖς μὲν πρώτοις τῶν δακτύλων
                        ὀστοῖς <lb/>συμβέβηκεν, οὐ μὴν τοῖς τοῦ μετακαρπίου. ὅθεν καὶ τέτταρα
                        <lb/>μὲν εὐλόγως μόνον ἄν τις φήσειε τὰ τοῦ μετακαρπίου, <lb/>πεντεκαίδεκα
                        δὲ τῶν πέντε δακτύλων. ὅσοι δὲ τὸ τρίτον <lb/>ὀστοῦν τοῦ μεγάλου δακτύλου τῷ
                        μετακαρπίῳ προσνέμουσι, <lb/>τεσσαρακαίδεκα μὲν εἶναί φασι τὰ τῶν δακτύλων,
                        πέντε δὲ <lb/>τὰ τοῦ μετακαρπίου. </p></div></div></body></text></TEI>