<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg011.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="2"><p>Ὁποῖόν τι ταῖς σκηναῖς οἱ καλούμενοι κάμακές <lb/>εἰσιν, καὶ ταῖς οἰκίαις
                            οἱ τοῖχοι, τοιοῦτον ἐν τοῖς <lb/>ζώοις ἥ γε τῶν ὀστῶν οὐσία.
                            συνεξομοιοῦσθαι γὰρ αὐτῇ <pb n="219"/> τἄλλα καὶ συμμεταβάλλεσθαι
                            πέφυκεν. οἷον, εἰ τῷ ζώῳ τὸ <lb/>κράνιον ᾖ στρογγύλον, ἀνάγκη καὶ τὸν
                            ἐγκέφαλον τοιοῦτον <lb/>εἶναι, ὥσπερ γε καὶ, εἰ πρόμηκες, προμήκης τούτῳ
                            τῷ ζώῳ <lb/>καὶ ὁ ἐγκέφαλος. εἰ δὲ γένυες σμικραὶ, καὶ τὸ πρόσωπον
                            <lb/>ὅλον στρογγυλώτερον, ἀνάγκη καὶ τοὺς μῦς αὐτῶν εἶναι σμικρούς.
                            <lb/>οὕτως δὲ καὶ, εἰ μακραὶ, μακρὸν μὲν εὐθὺς ὅλον καὶ <lb/>τὸ πρόσωπον
                            ἔσται τῷ τοιούτῳ ζώῳ, μακροὶ δὲ καὶ οἱ κατ’ <lb/>αὐτὸ μύες. διὰ τοῦτο
                            γοῦν καὶ ὁ πίθηκος ἁπάντων τῶν <lb/>ζώων ὁμοιότατος ἀνθρώπῳ καὶ
                            σπλάγχνοις, καὶ μυσὶ, καὶ <lb/>ἀρτηρίαις, καὶ φλεψὶ, καὶ νεύροις, ὅτι
                            καὶ τῇ τῶν ὀστῶν <lb/>ἰδέᾳ. διὰ γὰρ τὴν τούτων φύσιν ἐπί τε δυοῖν
                            βαδίζει σκελοῖν, <lb/>καὶ τοῖς προσθίοις κώλοις ὥσπερ χερσὶ χρῆται, καὶ
                            <lb/>στέρνον πλατύτατον ἁπάντων τῶν τετραπόδων ἔχει, καὶ <lb/>κλεῖς
                            ὡσαύτως ἀνθρώπῳ, καὶ πρόσωπον στρογγύλον καὶ <lb/>τράχηλον μικρόν.
                                <milestone unit="ed2page" n="27"/>τούτων δ’ ὁμοίων ὑπαρχόντων, οὐκ
                            <lb/>ἐνδέχεται τοὺς μῦς ἑτεροίως ἔχειν. ἐπιτέτανται γὰρ οὗτοι <lb/>τοῖς
                            ὀστοῖς ἔξωθεν, ὥστε καὶ τὸ μέγεθος αὐτῶν καὶ τὸ <lb/>σχῆμα μιμοῦνται.
                            τούτοις δ’ ἀκολουθοῦσιν ἀρτηρίαι καὶ <pb n="220"/> φλέβες, καὶ νεῦρα.
                            καὶ ταῦτ’ οὖν ὅμοια τοῖς ὁμοίοις ὀστοῖς. <lb/>ἐπεὶ τοίνυν ἥ τε μορφὴ τοῦ
                            σώματος ὁμοιοῦται τοῖς ὀστοῖς, <lb/>ἥ τε τῶν ἄλλων μορίων φύσις ἕπεται
                            τοῖσδε, πρῶτον οὖν <lb/>ἁπάντων ἀξιῶ σε τῶν ἀνθρωπίνων ὀστῶν ἐμπειρίαν
                            ἀκριβῆ <lb/>λαβεῖν, μὴ κατὰ τὸ πάρεργον αὐτὰ θεασάμενον, ἀλλὰ μηδ’
                            <lb/>ἐκ βιβλίου μόνου ἀναλεξάμενον, ἅ τινες μὲν ὀστολογίας
                            <lb/>ἐπιγράφουσιν, ἔνιοι δὲ σκελετοὺς, ἔνιοι δ’ ἁπλῶς περὶ <lb/>ὀστῶν,
                            οἷόν πέρ ἐστι καὶ τὸ ἡμέτερον, ὃ πέπεισμαι καὶ <lb/>τῇ τῶν πραγμάτων
                            ἀκριβείᾳ, καὶ τῷ τάχει τῆς ἑρμηνείας, <lb/>καὶ τῇ σαφηνείᾳ, βέλτιον
                            εἶναι τῶν ἅπασι τοῖς ἔμπροσθεν <lb/>γεγραμμένων. ἔργον δέ σοι γενέσθω
                            καὶ σπούδασμα, μὴ <lb/>μόνον ἐκ τοῦ βιβλίου τὴν ἰδέαν ἑκάστου τῶν ὀστῶν
                            ἀκριβῶς <lb/>ἐκμαθεῖν, ἀλλὰ καὶ διὰ τῶν ὀμμάτων σύντονον αὐτόπτην
                            <lb/>αὑτὸν ἐργάσασθαι τῶν ἀνθρωπείων ὀστῶν. ἔστι δ’ <lb/>ἐν Ἀλεξανδρείᾳ
                            μὲν τοῦτο πάνυ ῥᾴδιον, ὥστε καὶ τὴν διδασκαλίαν <lb/>αὐτῶν τοῖς
                            φοιτηταῖς οἱ κατ’ ἐκεῖνο τὸ χωρίον <lb/>ἰατροὶ μετὰ τῆς αὐτοψίας
                            πορίζονται. καὶ πειρατέον ἐστί <lb/>σοι, κᾄν μὴ δι’ ἄλλο τι, διὰ τοῦτο
                            γοῦν αὐτὸ μόνον ἐν <pb n="221"/> Ἀλεξανδρείᾳ γενέσθαι. μὴ δυνηθέντι δὲ
                            τούτου τυχεῖν, οὐκ <lb/>ἀδύνατον οὐδ’ οὕτως ἀνθρώπων ὀστᾶ θεάσασθαι. ἐγώ
                            γε <lb/>οὖν ἐθεασάμην πάνυ πολλάκις, ἤτοι τάφων τινῶν, ἢ μνημάτων
                            <lb/>διαλυθέντων. ἀλλὰ καὶ ποταμὸς ἐπαναβάς ποτε <lb/>τάφῳ πρὸ μηνῶν
                            ὀλίγων αὐτοσχεδίως γεγενημένῳ διέλυσέ <lb/>τε ῥᾳδίως αὐτὸν, ἐπισυράμενός
                            τε τῇ ῥύμῃ τῆς φορᾶς ὅλον <lb/>τοῦ νεκροῦ τὸ σῶμα, τῶν μὲν σαρκῶν ἤδη
                            σεσηπυιῶν, ἀκριβῶς <lb/>δ’ ἀλλήλοις ἔτι συνεχομένων τῶν ὀστῶν, ἄχρι μὲν
                            σταδίου <lb/>κάταντες συρόμενον ἐπηνέγκατο· λιμνώδους δὲ αὐτὸ
                            <lb/>ἐκδεξαμένου χωρίου, τοῖς χείλεσιν ὑπτίου, πρὸς τοῦτο ἀπεκρούσθη
                            <lb/>τὸ τοῦ νεκροῦ σῶμα, καὶ ἦν ἰδεῖν καὶ τοῦτο <lb/>τοιοῦτο, οἶόν περ
                            ἂν ἐπίτηδες αὐτὸ παρεσκεύασεν ἰατρὸς <lb/>εἰς διδασκαλίαν μειρακίου.
                            ἐθεασάμεθα δέ ποτε καὶ λῃστοῦ <lb/>σκελετὸν ἐν ὄρει κείμενον ὀλίγον
                            ἐξωτέρω τῆς ὁδοῦ, ὃν <lb/>ἀπέκτεινε μέν τις ὁδοιπόρος ἐπεγχειροῦντα
                            πρότερον ὁμόσε <lb/>χωρήσας, οὐκ ἔμελλε δὲ θάψειν οὐδεὶς τῶν οἰκητόρων
                            τῆς <lb/>χώρας ἐκείνης, ἀλλ’ ὑπὸ μίσους ἐπέχαιρον ἐσθιομένῳ τῷ
                            <lb/>σώματι πρὸς τῶν οἰω<milestone unit="ed1page" n="120"/>νῶν, οἵτινες
                            ἐν δυσὶν ἡμέραις <pb n="222"/> αὐτοῦ καταφαγόντες τὰς σάρκας ἀπέλιπον ὡς
                            εἰς διδασκαλίαν <lb/>τῷ βουληθέντι θεάσασθαι τὸν σκελετόν. σὺ δὲ, εἰ
                            <lb/>μηδὲ τοιοῦτον μηδὲν εὐτύχησας θεάσασθαι, πίθηκον οὖν <lb/>ἀνατεμὼν,
                            ἐπ’ αὐτοῦ κατανόησον ἕκαστον τῶν ὀστῶν ἀκριβῶς <lb/>ἀφελὼν τὰς σάρκας.
                            ἔκλεξαι δὲ εἰς τοῦτο τῶν πιθήκων <lb/>τοὺς ὁμοιοτάτους ἀνθρώπῳ. τοιοῦτοι
                            δ’ εἰσὶν, ὧν <lb/>οὔθ’ αἱ γένυες προμήκεις, οὔθ’ οἱ κυνόδοντες
                            ὀνομαζόμενοι <lb/>μεγάλοι. τοῖς δὲ τοιούτοις πιθήκοις εὑρήσεις καὶ τἄλλα
                            <lb/>μόρια παραπλησίως ἀνθρώποις διακείμενα, καὶ διὰ τοῦτο
                            <lb/>βαδίζοντάς τε καὶ τρέχοντας αὐτοὺς ἐπὶ δυοῖν σκελοῖν. ὅσοι <lb/>δ’
                            ἐξ αὐτῶν ἐοίκασι τοῖς κυνοκεφάλοις, μακρορυγχότεροί τέ <lb/>εἰσι καὶ
                            μεγάλους ἔχουσι τοὺς κυνόδοντας. οὗτοι καὶ μόλις <lb/>ἐπὶ δυοῖν ἵστανται
                            κώλων ὄρθιοι· τοσοῦτον ἀπέχουσι τοῦ <lb/>περιπατεῖν ἢ τρέχειν.
                            ἀπολείπονται οὖν βραχύ τι καὶ οἱ <lb/>μάλιστα ἐοικότες ἀνθρώπῳ πίθηκοι
                            τῆς ἀκριβοῦς ὀρθότητος. <lb/>ἥ τε γὰρ τοῦ μηροῦ κεφαλὴ τῇ κατ’ ἰσχίον
                            κοτύλῃ <lb/>λοξοτέρα πως ἐπερήρεισται, καὶ τῶν καθηκόντων εἰς τὴν κνήμην
                                <pb n="223"/> μυῶν ἐπὶ πλέον ἔνιοι προέρχονται· κωλύει δ’ ἄμφω
                            <lb/>ταῦτα καὶ παραβλάπτει τὴν ὀρθότητα, καθάπερ <milestone unit="ed2page" n="28"/>καὶ <lb/>οἱ πόδες αὐτοὶ, στενοτέρας μὲν
                            ἔχοντες τὰς πτέρνας, ἐσχισμένους <lb/>δ’ ἀπ’ ἀλλήλων ἐπὶ πολὺ τοὺς
                            δακτύλους. ἀλλὰ <lb/>σμικρὰ ταῦτά ἐστι, καὶ διὰ τοῦτο βραχὺ τῆς
                            ὀρθότητος <lb/>ἀφαιρεῖται τὸν πίθηκον. ὅσοι δὲ ἐοίκασι τοῖς κυνοκεφάλοις
                            <lb/>πίθηκοι, πλέον οὗτοι καὶ σαφὲς ἤδη τῆς ἀνθρώπων ἰδέας
                            <lb/>ἀποκεχωρηκότες ἐναργῆ καὶ τὴν τῶν ὀστῶν ἀνομοιότητα <lb/>κέκτηνται.
                            τῶν μὲν δὴ πιθήκων τοὺς ἀνθρωποειδεστάτους <lb/>ἐκλεγόμενος, ἐπ’ αὐτῶν
                            καταμάνθανε τὴν τῶν ὀστῶν φύσιν <lb/>ἀκριβῶς ἐκ τῶν ἡμετέρων
                            ἀναλεγόμενος γραμμάτων. εὐθὺς <lb/>γὰρ ὑπάρξει σοι καὶ τοῖς ὀνόμασιν
                            αὐτῶν ἐθίζεσθαι, χρησίμοις <lb/>ἔσεσθαι μέλλουσι καὶ εἰς τὴν τῶν ἄλλων
                            μορίων διδασκαλίαν <lb/>τῆς ἀνατομῆς. οὕτω δὲ κᾂν εἰ περιτύχοις πόθ’
                            <lb/>ὕστερον ἀνθρωπίνῳ σκελετῷ, ῥαδίως ἅπαντα κατανοήσεις <lb/>τε καὶ
                            μνημονεύσεις. εἰ δ’ ἀναγνώσει μόνῃ θαῤῥήσεις, <lb/>ἄνευ τοῦ προεθισθῆναι
                            τῇ θέᾳ τῶν πιθηκείων ὀστῶν, οὐκ <lb/>ἂν οὔτε κατανοήσαις ἀκριβῶς
                            ἀνθρώπου σκελετὸν ἐξαίφνης <pb n="224"/> ἰδὼν, οὔτε μνημονεύσαις. ἡ γάρ
                            τοι τῶν αἰσθητῶν πραγμάτων <lb/>μνήμη συνεχοῦς ὁμιλίας δεῖται· καὶ διὰ
                            τοῦτο καὶ <lb/>αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων ἐκείνους τάχιστα γνωρίζομεν, οἷς
                            <lb/>πολλάκις συνεγενόμεθα, τὸν δ’ ἅπαξ ἢ δὶς ὀφθέντα διὰ <lb/>χρόνου
                            πλείονος θεασάμενοι πάλιν παρερχόμεθα, μήτε γνωρίζοντες <lb/>ὅλως, μήτε
                            ἀναμιμνησκόμενοι τῆς ἔμπροσθεν θέας. <lb/>οὕτως οὖν οὐδ’ ἡ πολυθρύλλητος
                            ἀνατομὴ ἡ κατὰ περίπτωσιν, <lb/>ἣν ἔνιοι τῶν ἰατρῶν πρεσβεύουσιν, ἱκανὴ
                            διδάσκειν <lb/>ἐστὶ τῶν ὀφθέντων τὴν φύσιν. ὁρᾶσθαι γὰρ χρὴ πρότερον
                            <lb/>ἐπὶ πολλῆς σχολῆς ἕκαστον τῶν μορίων, ἵν’ ἐξαίφνης ὀφθὲν
                            <lb/>γνωρισθῇ, μάλιστα μὲν ἐπ’ ἀνθρώπων αὐτῶν· εἰ δὲ μὴ, <lb/>ἀλλ’ ἐπὶ
                            ζώων παραπλησίων ἀνθρώπῳ. πολλῶν γοῦν ἐψιλώθη <lb/>μόρια τοῦ δέρματος,
                            τινῶν δὲ καὶ τῆς σαρκὸς αὐτῆς ἐκ <lb/>τῶν ἐπιδημησάντων ἀνθράκων ἐν
                            πολλαῖς τῶν ἐν Ἀσίᾳ πόλεων. <lb/>ἐγὼ δὲ ἐν τῇ πατρίδι κατ’ ἐκεῖνον ἔτι
                            διέτριβον τὸν χρόνον, <lb/>ὑπὸ Σατύρῳ παιδευόμενος; ἐτὸς ἤδη τέταρτον
                            ἐπιδημοῦντι <lb/>τῇ Περγάμῳ μετὰ Κοστουνίου Ῥουφίνου, κατασκευάζοντος
                                <pb n="225"/> ἡμῖν τὸν νεὼν τοῦ Διὸς Ἀσκληπιοῦ· ἐτεθνήκει δ’ οὐ πρὸ
                            <lb/>πολλοῦ Κόϊντος, ὁ διδάσκαλος τοῦ Σατύρου. ὅσοι μὲν οὖν <lb/>ἡμῶν
                            ἐτεθέαντο, Σατύρου ἀνατέμνοντος τῶν ἐψιλωμένων τι <lb/>μορίων, ἑτοίμως
                            τ’ ἐγνωρίζομεν αὐτὰ καὶ διηρθρωμένην <lb/>ἐποιούμεθα τὴν διάγνωσιν,
                            ἐπιτάττοντες τοῖς κάμνουσι, κινεῖσθαί <lb/>τινα κίνησιν, ἣν ἠπιστάμεθα
                            διὰ τοῦδέ τινος ἐπιτελεῖσθαι <lb/>μυὸς, ὀλίγον τι παραστέλλοντες καὶ
                            παρατρέποντες <lb/>ἐνίοτε τοὺς μῦς ὑπὲρ τοῦ θεάσασθαι παρακειμένην
                            <lb/>ἀρτηρίαν μεγάλην ἢ νεῦρον ἢ φλέβα. τοὺς δ’ ἄλλους <lb/>ἅπαντας
                            ἑωρῶμεν οἷον τυφλοὺς ἀγνοοῦντάς τε τὰ γεγυμνωμένα <lb/>μόρια, καὶ
                            πάσχοντας ἐξ ἀνάγκης δυοῖν θάτερον, ἢ <lb/>πολλὰ μέρη τῶν ἐψιλωμένων
                            μυῶν ἐπαίροντάς τε καὶ παρατρέποντας, <lb/>ἐξ ὧν ἀνιαροὶ οἱ κάμνοντες
                            ἐγίγνοντο, μάτην ἐνοχλοῦντας, <lb/>ἢ μηδὲ τὴν ἀρχὴν ἐπιχειροῦντας θέᾳ
                            τοιαύτῃ· τὸ <lb/>μὲν γὰρ προστάξαι τῷ κάμνοντι τὴν προσήκουσαν κίνησιν
                            <lb/>κινῆσαι τὸ μόριον οἱ ἐν ἔθει μᾶλλον ἠπίσταντο. ἔγνων <lb/>οὖν
                            ἐναργῶς ἐκ τουτωνὶ τὴν τραυματικὴν θέαν τοῖς <pb n="226"/> μὲν ἤδη τι
                            προδεδειγμένοις βεβαιοῦσαν ἃ μεμαθήκασι, τοῖς <lb/>δ’ οὐδὲν
                            προεπισταμένοις ἀδυνατοῦσαν διδάσκειν τὸ πᾶν. <lb/>ἀλλ’ ἐπὶ τὸ
                            προκείμενον ἰτέον. ἁπάντων, ὡς ἔφην, τῶν <lb/>ὀστῶν κατανοῆσαι χρὴ τὴν
                            φύσιν, εἴτ’ ἐπὶ ἀνθρώπου σώματι, <lb/>εἴτ’ ἐν πιθήκου, εἰ δυνηθείης,
                            ἄμεινον δ’ ἐπ’ <lb/>ἀμφοῖν, εἶθ’ ἑξῆς ἐπὶ τὴν τῶν μυῶν ἀνατομὴν ἐλθεῖν. <lb/>
                            <milestone unit="ed2page" n="29"/>ὑποβέβληται γὰρ ἄμφω ταῦτα τὰ μόρια
                            τοῖς ἄλλοις <lb/>ἅπασιν, οἷόν περ θεμέλια. μετὰ δὲ ταῦτα δυνήσῃ
                            μανθάνειν <lb/>ὅ τι περ ἂν ἐθελήσαις πρῶτον, εἴτ’ οὖν ἀρτηρίας,
                            <lb/>εἴτε φλέβας, εἴτε νεῦρα. ταῖς τούτων ἀνατομαῖς ὁμιλοῦντί <lb/>σοι
                            καὶ ἡ τῆς τῶν σπλάγχνων φύσεως ἐπίγνωσις ἔσται. <lb/>εἶτα δὲ ἐντέρων τε
                            καὶ πιμελῆς καὶ ἀδένων ὑπάρξει γνῶσις· <lb/>ἃ πάλιν αὐτὰ καθ’ ἑαυτὰ
                            λεπτομερέστερον ἐπισκέπτεσθαι <lb/>προσήκει. γυμνάζεσθαι μὲν οὖν σε τῇδε
                            τῇ τάξει <lb/>βέλτιον. ἄλλως δ’ ἐπιδεικνύντα παρασκευάσαι χρὴ τὸ
                            προβληθὲν <lb/>ὑπ’ αὐτοῦ μόριον ὅτι τάχιστα γυμνῶσαί τε καὶ <lb/>δεῖξαι
                            πολυειδέστερον, ἄλλοτε κατ’ ἄλλην ἐπιβολὴν, ὡς <lb/>διδάξω.
                            παρεσκευάσθαι δ’ ἄμεινον, ὅταν ἀπορῇς πιθήκων, <pb n="227"/> τὰ τῶν
                            ἄλλων ζώων διαιρεῖν σώματα, διοριζόμενον εὐθὺς, <lb/>ἐν οἷς διαλλάττει
                            πιθήκου· δηλώσω γὰρ κᾀκεῖνα. </p></div></div></div></body></text></TEI>