<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg007.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p>Τῆς μὲν οὖν ἀρίστης κατασκευῆς τοῦ σώματος <lb/>εἴρηται τὰ γνωρίσματα. τῶν δ’
                        ἀπολειπομένων αὐτῆς <lb/>ἰσάριθμα μὲν τὰ γένη, ἐν τῷ μᾶλλόν τε καὶ ἧττον
                        τέμνεσθαι <lb/>δυναμένων. ἀφωρισμένων δὲ εἰς τρία μέρη, τὰ σημεῖα <lb/>τοῦ
                        νοσώδους σώματος ἁπλῶς ἐροῦμεν. ἐξ αὐτῶν γὰρ ἔσται <lb/>δῆλα καὶ τὰ λοιπὰ
                        δύο πλάτη. κατὰ γένος μὲν οὖν εἴρηται <lb/>πρόσθεν ἐν τῷ τῆς ἀρίστης
                        κατασκευῆς λόγῳ, κατ’ <lb/>εἶδος δὲ νῦν εἰρήσεται, διελομένων ἡμῶν πρότερον
                        τὰ μόρια. <lb/>τέσσαρες δ’ αὐτῶν εἰσιν αἱ πᾶσαι διαφοραί. τὰ μὲν γὰρ
                        <lb/>ἀρχαί τινές εἰσιν, τὰ δὲ ἀπ’ ἐκείνων ἐκπέφυκε. τὰ δὲ, <lb/>οὔτ’ ἄλλων
                        ἄρχει τῆς διοικήσεως, οὔθ’ ὑπ’ ἄλλων ἄρχεται, <pb n="319"/> συμφύτους ἔχοντα
                        τὰς διοικούσας αὐτὰ δυνάμεις. ἔνια δὲ <lb/>συμφύτους τε ἅμα καὶ ἐπιῤῥύτους
                        ἔχει. ἀρχαὶ μὲν οὖν <lb/>
                        <milestone unit="ed2page" n="201"/>εἰσιν ἐγκέφαλος, καρδία, ἧπαρ, καὶ
                        ὄρχεις. ἀπ’ <lb/>ἐκείνων δ’ ἐκπέφυκε, κᾀκείνοις ὑπηρετεῖ, νεῦρα μὲν καὶ
                        <lb/>νωτιαῖος μυελὸς ἐγκεφάλῳ, τῇ καρδίᾳ δ’ ἀρτηρίαι, φλέβες <lb/>δ’ ἥπατι,
                        τὰ σπερματικὰ δ’ ἀγγεῖα τοῖς ὄρχεσιν. αὐτὰ δ’ <lb/>αὑτὰ διοικεῖ χόνδρος,
                        ὀστοῦν, σύνδεσμος, ὑμὴν, ἀδὴν, <lb/>πιμελὴ, σὰρξ ἁπλῆ. τὰ δ’ ἄλλα πάντα
                        μόρια κοινὴν τούτοις <lb/>ἔχοντα τὴν ἐξ ἑαυτῶν διοίκησιν, ἀρτηριῶν τε καὶ
                        φλεβῶν, <lb/>καὶ νεύρων προσδεῖται. τριχῶν δὲ καὶ ὀνύχων οὐδὲ <lb/>διοίκησίς
                        τίς ἐστιν, ἀλλὰ γένεσις μόνη. αὗται μὲν οὖν αἱ <lb/>τῶν μορίων διαφοραί.
                    </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="6"><p>Σημεῖα δ’ ἑκάστου τῆς κράσεως ἐφεξῆς εἰρήσεται, <lb/>τὴν ἀρχὴν ἀπ’ ἐγκεφάλου
                        ποιησαμένων ἡμῶν. ἔστι <lb/>δὲ πέντε τὰ σύμφυτα γένη τῶν γνωρισμάτων αὐτοῦ.
                        ἓν <lb/>μὲν ἡ τῆς συμπάσης κεφαλῆς διάθεσις, δεύτερον δὲ ἡ τῶν
                        <lb/>αἰσθητικῶν ἐνεργειῶν ἀρετή τε καὶ κακία, καὶ τρίτον ἡ <lb/>τῶν
                        πρακτικῶν, καὶ τέταρτον ἡ τῶν ἡγεμονικῶν, καὶ <pb n="320"/> πέμπτον ἡ τῶν
                        φυσικῶν. ἄλλο δὲ γένος ἐπὶ τούτοις ἅπασιν, <lb/>ἡ ἀπὸ τῶν ἔξωθεν αὐτῷ
                        προσπιπτόντων ἀλλοίωσις. <lb/>ἡ μὲν δὴ τῆς συμπάσης κεφαλῆς διάθεσις ἐκ
                        μεγέθους τε <lb/>καὶ σχήματος αὐτῆς λαμβάνεται καὶ τριχῶν. ἡ μὲν οὖν
                        <lb/>μικρὰ κεφαλὴ <milestone unit="ed1page" n="474"/>μοχθηρᾶς ἐγκεφάλου
                        κατασκευῆς ἴδιον <lb/>σημεῖον. ἡ μεγάλη δὲ οὐκ ἐξ ἀνάγκης ἀγαθῆς κατασκευῆς
                        <lb/>σημεῖον. ἀλλ’ εἰ μὲν διὰ ῥώμην ἐγένετο τῆς ἐγχωρίου δυνάμεως, <lb/>ὕλην
                        χρηστήν τε καὶ πολλὴν δημιουργούσης, ἀγαθὸν <lb/>σημεῖον· εἰ δὲ διὰ μόνης
                        τῆς ὕλης τὸ πλῆθος, <lb/>οὐκ ἀγαθόν. διοριστέον οὖν ἐστιν αὐτὰ τῷ τε σχήματι
                        <lb/>καὶ τοῖς ἀπ’ αὐτοῦ πεφυκόσι. τῷ σχήματι μὲν, εἰ εὔρυθμος, <lb/>ἀεὶ γὰρ
                        ἀγαθὸν τοῦτο σημεῖον. τοῖς δ’ ἀπ’ αὐτοῦ <lb/>πεφυκόσιν, εἰ κρατεραύχην τέ
                        ἐστιν καὶ τοῖς ἄλλοις ὀστοῖς <lb/>ἄριστα διάκειται, καὶ εἰ τὸ νευρῶδες αὐτῇ
                        σύμπαν εὐτραφές <lb/>τέ ἐστι καὶ εὔτονον. οἰκεῖον δὲ σχῆμα κεφαλῆς, ὥσπερ
                        <lb/>ἂν εἰ νοήσαις σφαῖραν ἀκριβῆ κηρίνην ἑκατέρωθεν ἀτρέμα
                        <lb/>πεπιλημένην. ἀνάγκη γὰρ τῆς τοιαύτης κυρτότερα μὲν, ἢ <lb/>κατὰ
                        σφαῖραν, γενέσθαι τά τε ὄπισθεν καὶ τὰ ἔμπροσθεν, <pb n="321"/> εὐθύτερα δὲ
                        τὰ ἑκατέρωθεν. εἰ δ’ ἡ κατ’ ἰνίον ἐξοχὴ <lb/>μειωθείη τινὶ, συνεπισκέπτου τά
                        τε νεῦρα καὶ τὸν αὐχένα <lb/>σὺν τοῖς ἄλλοις ὀστοῖς. κατὰ φύσιν μὲν γὰρ
                        ἐχόντων, ἐνδείᾳ <lb/>τῆς ὕλης, οὐ δυνάμεως ἀῤῥωστίᾳ τοιοῦτος ἐγένετο.
                        <lb/>φαυλοτέρων δὲ ὑπαρχόντων, ἀσθενὴς ἡ ἀρχή. τὰ πολλὰ <lb/>δὲ ταῖς κατ’
                        ἰνίον ἐνδείαις ἀσθένεια τῶν εἰρημένων ἕπεται, <lb/>καὶ σπάνιον πάνυ τὸ μὴ
                        τοιοῦτον. καὶ τὴν φοξοτέραν <lb/>δὲ κατ’ ἰνίον ἐπισκέπτου κεφαλὴν, ὡσαύτως
                        τοῖς ἐφ’ ὅλης <lb/>αὐτῆς μεγάλης γενομένης διορισμοῖς. ὡς τὰ πολλὰ δὲ
                        κᾀνταῦθα <lb/>σὺν εὐρύθμῳ τῷ σχήματι γενομένης τῆς παρεγκεφαλίδος,
                        <lb/>ἀγαθὸν σημεῖον, ἣν ἔνιοι τῶν ἰατρῶν ὀπίσθιον <lb/>ἐγκέφαλον
                        ὀνομάζουσιν, ὥσπερ οὖν καὶ ἔστιν ὀπίσθιος, ὁριζόμενος <lb/>τῇ λαμβδοειδεῖ
                        ῥαφῇ. τοῦ νωτιαίου δέ ἐστιν ἀρχὴ <lb/>τὸ μόριον τοῦτο, καὶ δι’ ἐκεῖνον
                        ἁπάντων τῶν καθ’ ὅλον <lb/>τὸ ζῶον νεύρων πρακτικῶν. αὐτὸ δὲ τὸ ὄπισθεν
                        μέρος καθ’ <lb/>αὑτὸ παντάπασιν ὀλίγων αἰσθητικῶν μετέχει, παμπόλλων <lb/>δὲ
                        τῶν πρακτικῶν, ὥσπερ γε καὶ θάτερον τὸ πρόσθιον, <pb n="322"/> αἰσθητικῶν
                        μὲν παμπόλλων, <milestone unit="ed2page" n="202"/>ὀλίγων δὲ τῶν πρακτικῶν.
                        <lb/>ὥστε καὶ καλῶς διακείμενα ῥωμαλέας ἕξει τὰς ἀποφύσεις <lb/>ἑκάτερον τὰς
                        ἰδίας. οἱ αὐτοὶ δὲ κᾀπὶ τῶν ἔμπροσθεν τῆς <lb/>κεφαλῆς τῶν κατὰ τὸ μέτωπον
                        διορισμοὶ τοῖς ὄπισθεν, εἰς <lb/>σμικρότητά τε καὶ μέγεθος αὐτοῦ βλεπόντων,
                        καὶ σχῆμα, <lb/>καὶ τὰς ἐνταῦθα αἰσθήσεις, ὄψιν τε καὶ γεῦσιν καὶ
                        <lb/>ὄσφρησιν. ἀλλήλων γάρ ἐστι γνωρίσματα, καὶ ἀλλήλοις <lb/>μαρτυρεῖ, τά
                        τε ἀπὸ τῆς ἀρχῆς πεφυκότα, τῇ τῆς ἀρχῆς <lb/>ἀρετῇ τε καὶ κακίᾳ, καὶ ἡ ἀρχὴ
                        τοῖς ἀπ’ αὐτῆς. ἡ μέντοι <lb/>τῶν ἡγεμονικῶν ἐνεργειῶν ἀρετή τε καὶ κακία
                        τῆς ἀρχῆς <lb/>μόνης ἐστὶν αὐτῆς καθ’ ἑαυτὴν γνώρισμα. καλῶ δὲ ἡγεμονικὰς
                        <lb/>ἐνεργείας τὰς ἀπὸ τῆς ἀρχῆς μόνης γινομένας. <lb/>ἀγχίνοια μὲν οὖν
                        λεπτομεροῦς οὐσίας ἐγκεφάλου γνώρισμα, <lb/>βραδυτὴς δὲ διανοίας παχυμεροῦς·
                        εὐμάθεια δ’ εὐτυπώτου, <lb/>καὶ μνήμη μονίμου. οὕτω δὲ καὶ ἡ μὲν δυσμάθεια
                        δυστυπώτου. <lb/>ἡ δ’ ἐπιλησμοσύνη διαῤῥεούσης, καὶ τὸ μὲν εὐμετάβολον
                        <lb/>ἐν δόξαις θερμῆς, τὸ δὲ μόνιμον ψυχρᾶς. ἔτι δέ <pb n="323"/> μοι δοκῶ
                        λείπεσθαι δύο γένη γνωρισμάτων, ὧν ἐξ ἀρχῆς <lb/>ὑπεσχόμην ἐρεῖν, ἓν μὲν τὸ
                        τῶν φυσικῶν ἐνεργειῶν, ἕτερον <lb/>δὲ τὸ τῶν ἔξωθεν προσπιπτόντων· ἔσται δὲ
                        κοινὸς ὑπὲρ <lb/>ἀμφοῖν ὁ λόγος. εἰ μὲν εὔκρατος ὁ ἐγκέφαλος ὑπάρχει κατὰ
                        <lb/>τὰς τέσσαρας ποιότητας, ἁπάντων τῶν εἰρημένων ἕξει μετρίως, <lb/>καὶ
                        τῶν περιττωμάτων, ὅσα δι’ ὑπερώας, ἤ ὤτων, <lb/>ἢ μυκτήρων ἐκκαθαίρεται, καὶ
                        τούτων ἕξει μετρίως, ἥκιστά <lb/>τε βλαβήσεται πρὸς ἁπάντων τῶν ἔξωθεν
                        προσπιπτόντων, <lb/>ὅσα θερμαίνει, καὶ ψύχει, καὶ ξηραίνει, καὶ ὑγραίνει.
                        τοῖς <lb/>τοιούτοις αἱ τρίχες τῆς κεφαλῆς, βρέφεσι μὲν οὖσιν ὑπόπυῤῥοι,
                        <lb/>παισὶ δὲ ὑπόξανθοι, τελειουμένοις δὲ γίνονται ξανθαὶ, <lb/>μεταξύ πως
                        οὖσαι τῶν τε ἀκριβῶς οὔλων καὶ ἁπλῶν, <lb/>οὐ μὴν οὐδὲ φαλακροῦνται ῥᾳδίως.
                        ἀκούειν δὲ χρὴ τῶν εἰρημένων <lb/>τε καὶ ῥηθησομένων γνωρισμάτων ὡς ἐπὶ
                        εὐκράτων <lb/>οἰκήσεων. ὅσα δὲ κατὰ τὰς τρίχας οὐκ ἐπὶ χωρίων <lb/>μόνον,
                        ἀλλὰ καὶ τῆς τῶν χυμῶν κράσεως, ἀνάλογον ἐχούσης <pb n="324"/> τῇ κράσει τῶν
                        κατὰ τὸν ἐγκέφαλον. εἰ δὲ θερμότερος εἴη <lb/>τοῦ συμμέτρου, κατὰ δὲ τὴν
                        ἑτέραν ἀντίθεσιν εὔκρατος, <lb/>εἰ μὲν ἐπὶ πλέον εἴη θερμότερος, ἰσχυρὰ
                        πάντα τὰ ῥηθησόμενα <lb/>γενήσεται γνωρίσματα, βραχείας δὲ τῆς ὑπερβολῆς
                        <lb/>ὑπαρχούσης, ἀμυδρά. κοινὸς δὲ οὗτος ὁ λόγος ἐπὶ πάντων <lb/>εἰρήσθω μοι
                        τῶν μορίων, τῶν ἐν πάσαις ταῖς κράσεσι μελλόντων <lb/>λέγεσθαι γνωρισμάτων.
                    </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="7"><p>Ἑξῆς δ’ οὖν σημεῖα τῆς ἐν ἐγκεφάλῳ θερμότητος, <lb/>ἐπὶ τοῖς ἔμπροσθεν
                        εἰρημένοις, ἐρυθρότερα καὶ <lb/>θερμότερα τὰ περὶ τὴν κεφαλὴν σύμπαντα, καὶ
                        αἱ ἐν τοῖς <lb/>ὀφθαλμοῖς φλέβες αἰσθηταὶ, αἱ τρίχες τούτοις γεννηθεῖσι,
                        <lb/>ταχέως ἐπὶ τῆς κεφαλῆς φύονται. πολλῷ μὲν οὖσι θερμοτέροις <lb/>τῶν
                        εὐκράτων, μέλαιναι, καὶ ἰσχυραὶ, καὶ οὖλαι γίνονται· <lb/>μὴ πολλῷ δὲ,
                        ὑπόξανθοι μὲν τὸ πρῶτον, εἶτα <lb/>μελαίνονται· προϊόντων δὲ ταῖς ἡλικίαις
                        φαλακροῦνται, καὶ <lb/>μᾶλλόν γε οἱ ἐπὶ πλέον θερμότεροι. περιττώματα δὲ
                        καθ’ <lb/>ὑπερώαν καὶ μυκτῆρας, ὀφθαλμούς τε καὶ ὦτα, βραχέα <lb/>καὶ πέπονα
                        τούτοις ἐστὶν, ὅταν ἀμέμπτως ὑγιαίνωσι. <pb n="325"/> πεπλησμένης δὲ τῆς
                        κεφαλῆς ἐνίοτε, συνεχῶς γὰρ καὶ μάλιστα <lb/>αὐτοῖς, ὅταν ἀφυλάκτως
                            <milestone unit="ed2page" n="203"/>διαιτῶνται, τὸ τοιοῦτον
                        <lb/>συμβαίνει, πλείω μὲν, ἀλλ’ οὐκ ἄπεπτα τὰ περιττώματα <lb/>γίνεται.
                        πληροῦνται δὲ καὶ βαρύνονται τὴν κεφαλὴν <lb/>ὑπὸ θερμαινόντων ἐδεσμάτων τε
                        καὶ πομάτων, καὶ ὀσμῶν, <lb/>καὶ τῶν ἔξωθεν προσπιπτόντων ἁπάντων, ἐν οἷς
                        ἐστι καὶ <lb/>ὁ περιέχων ἡμᾶς ἀήρ. ἔτι τε μᾶλλον, εἰ μὴ μόνον εἴη <lb/>θερμὰ
                        τὰ τοιαῦτα τὴν φύσιν, ἀλλὰ καὶ ὑγρὰ, βραχέσιν <lb/>ὕπνοις αἱ τοιαῦται
                        κράσεις ἀρκοῦνται, πρὸς τῷ μηδὲ βαθεῖς <lb/>αὐτοὺς γίνεσθαι. ψυχροτέρου δὲ ἤ
                        προσῆκεν ἐγκεφάλου <lb/>γνωρίσματα, περιττώματα πλείω κατὰ τὰς οἰκείας.
                        <lb/>ἐκροὰς, καὶ αἱ τρίχες εὐθεῖαί τε καὶ πυῤῥαὶ, καὶ μόνιμοι, <lb/>καὶ μετὰ
                        πολὺν χρόνον τοῦ γεννηθῆναι φυόμεναι, λεπταὶ <lb/>καὶ ἄτροφοι τὸ πρῶτον, καὶ
                        ῥᾳδίως ὑπὸ τῶν ψυχρῶν αἰτίων <lb/>βλάπτονται, καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν χρόνον τῆς
                        βλάβης <lb/>κατάῤῥοις τε καὶ κορύζαις ἁλίσκονται. οὐ μὴν οὐδ’ ἁπτομένοις
                        <lb/>θερμὰ τὰ περὶ τὴν κεφαλὴν, οὐδ’ ὁρῶσιν ἐρυθρὰ, <lb/>καὶ τῶν ὀφθαλμῶν αἱ
                        φλέβες ἀόρατοι, καὶ ὑπνωδέστεροί <pb n="326"/> πώς εἰσι. ξηροτέρου δ’
                        ἐγκεφάλου γνωρίσματα, τὸ ἀπέριττον <lb/>ἐν ταῖς ἐκροαῖς, καὶ τὸ τῶν
                        αἰσθήσεων ἀκριβές. ἀγρυπνητικοὶ <lb/>δὲ εἰσι, καὶ τρίχας ἰσχυροτάτας μὲν
                        ἔχουσι, καὶ <lb/>τάχιστα φύουσι γεννηθέντες, οὔλας μᾶλλον ἢ εὐθείας,
                        φαλακροῦνται <lb/>δ’ ἐν τάχει. ὑγροτέρου δὲ τρίχες ἁπλαῖ, καὶ <lb/>οὐδ’ ὅλως
                        φαλακροῦνται, καὶ αἱ αἰσθήσεις ἀχλυώδεις εἰσὶ, <lb/>καὶ περιττωμάτων πλῆθος,
                        ὕπνοι τε πολλοὶ καὶ βαθεῖς. <lb/>αὗται μὲν αἱ ἁπλαῖ δυσκρασίαι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="8"><p>Σύνθετοι δὲ, θερμὴ μὲν καὶ ξηρὰ πρώτη, <lb/>καθ’ ἣν ἀπέριττοί τέ εἰσι καὶ
                        ἀκριβεῖς ταῖς αἰσθήσεσι, <lb/>καὶ ἀγρυπνητικώτατοι, καὶ φαλακροῦνται ταχέως.
                        ἡ πρώτη <lb/>μέντοι γένεσις τῶν τριχῶν ταχίστη τέ ἐστι καὶ εὐτραφεστάτη,
                        <lb/>μελανότριχές τε καὶ οὐλότριχές εἰσι, καὶ θερμοὶ, ψαυόντων <lb/>τῆς
                        κεφαλῆς, ἐρυθροί τε μέχρι τῶν τῆς ἀκμῆς χρόνων. εἰ <lb/>δ’ ὑγρότης προσίοι
                        τῇ θερμότητι, βραχὺ μὲν ὑπερβαλλουσῶν <lb/>ἀμφοτέρων τὸ σύμμετρον, εὔχροιά
                        τε καὶ θερμότης, καὶ <lb/>αἱ ἐν τοῖς <milestone unit="ed1page" n="475"/>ὀφθαλμοῖς φλέβες μεγάλαι, καὶ περιττώματα <pb n="327"/> πλείω, μετρίως
                        πέπονα, καὶ αἱ τρίχες εὐθεῖαι καὶ <lb/>ὑπόξανθοι, καὶ οὐ φαλακροῦνται
                        ῥᾳδίως, πληροῦνται δὲ, <lb/>καὶ βαρύνονται τὴν κεφαλὴν ὑπὸ τῶν θερμαινόντων.
                        εἰ δὲ <lb/>καὶ ὑγραίνοιντο, πολὺ δή που μᾶλλον, ἡνίκα καὶ πλῆθος
                        <lb/>ἴσχουσι περιττωμάτων. ἐὰν δ’ ἐπὶ πλεῖστον ὑγρότητός τε <lb/>καὶ
                        θερμότητος ἥκωσι, νοσώδης τούτοις ἡ κεφαλὴ, καὶ περιττωματικὴ, <lb/>καὶ
                        ῥᾳδίως ὑπὸ τῶν ὑγραινόντων τε καὶ θερμαινόντων <lb/>βλαπτομένη. νότος δ’
                        αὐτοῖς πολέμιος ἀεί. <lb/>ἄριστα δ’ ἐν τοῖς βορείοις διάγουσιν, οὐ μὴν οὐδ’
                        ἐγρηγορέναι <lb/>δύνανται μέχρι πλείονος, ὕπνῳ τ’ ἐπιτρέψαντες ἑαυτοὺς,
                        <lb/>ἅμα τε κωματώδεις εἰσὶ καὶ ἄγρυπνοι, καὶ φαντασιώδεις <lb/>τοῖς
                        ὀνείρασιν, καὶ αἱ ὄψεις ἀχλυώδεις, καὶ αἱ <lb/>αἰσθήσεις οὐκ ἀκριβεῖς. εἰ δὲ
                        πολλῷ μὲν εἴη τοῦ συμμέτρου <lb/>θερμότερος ὁ ἐγκέφαλος, ὀλίγῳ δ’ ὑγρότερος,
                        ἐπικρατήσει <lb/>μὲν τὰ τῆς θερμῆς κράσεως γνωρίσματα, μιχθήσονται <lb/>δ’
                        αὐτοῖς ἀμυδρῶς τὰ τῆς ὑγρότητος, ὥσπερ καὶ, εἰ πολλῷ <lb/>μὲν ὑγρότερος,
                        ὀλίγῳ δὲ θερμότερος, ἐναργῆ μὲν ἔσται καὶ <lb/>σφοδρὰ ὰ τοῦ ὑγρότητος,
                        ἀμυδρὰ δὲ τὰ τῆς θερμότητος <lb/>γνωρίσματα. κοινὸς δ’ οὗτος ὁ λόγος ἐπὶ
                        πασῶν ἐστι τῶν <pb n="328"/> κατὰ συζυγίαν δυσκρασιῶν. αἱ ψυχραὶ δ’ ἅμα καὶ
                        ξηραὶ <lb/>κράσεις ἐγκεφάλου ψυχρὰν καὶ ἄχρουν ἀποτελοῦσι τὴν κεφαλὴν
                        <lb/>ὅσον ἐφ’ ἑαυταῖς. ἀεὶ γὰρ <milestone unit="ed2page" n="204"/>χρὴ
                        μεμνῆσθαι <lb/>τοῦ κατ’ ἀρχὴν διορισμοῦ, προσεπιλογιζόμενον, ὅσον ἐκ τῆς
                        <lb/>τῶν χυμῶν κράσεως ἀλλοιοῦται τὰ κατ’ αὐτόν. εὐθὺς δ’ <lb/>αἱ τοιαῦται
                        κράσεις ἄφλεβοί τὲ τὰ κατὰ τοὺς ὀφθαλμούς <lb/>εἰσι, καὶ πρὸς τῶν ψυχρῶν
                        αἰτίων ἑτοίμως βλάπτονται· διὸ <lb/>καὶ ἀνωμάλως ὑγιαίνουσι, ποτὲ μὲν
                        κουφότατοι τὰς κεφαλὰς, <lb/>ἀπέριττοί τε τὰς ἀκροὰς, ἐνίοτε δὲ κατάῤῥοις τε
                        καὶ <lb/>κορύζαις· ἐπὶ σμικροῖς αἰτίοις ἑτοίμως ἁλισκόμενοι. αἱ δ’
                        <lb/>αἰσθήσεις αὐτῶν ἐν νεότητι μὲν ἀκριβεῖς τέ εἰσι καὶ ἄμεμπτοι <lb/>τὰ
                        πάντα, προϊοῦσι δὲ ἀπομαραίνονται ταχέως, καὶ, <lb/>συλλήβδην φάναι,
                        ταχύγηροι τὰ περὶ τὴν κεφαλὴν ἅπαντές <lb/>εἰσι· διὸ καὶ πολιοῦνται ταχέως.
                        αἱ τρίχες δ’ αὐτοῖς γεννηθεῖσι <lb/>μὲν ἀνέρχονται μόγις, ἄτροφοι καὶ
                        πυῤῥαί· προήκοντι <lb/>δὲ τῷ χρόνῳ, κρατούσης μὲν ἐπὶ πλέον τῆς ψυχρότητος
                        <lb/>ἤπερ τῆς ξηρότητος, οὐ φαλακροῦνται. τοὔμπαλιν δὲ, <pb n="329"/> εἰ
                        συμβαίη τὴν ξηρότητα μὲν πλεῖστον κρατῆσαι τῆς ὑγρότητος, <lb/>τὴν ψυχρότητα
                        δὲ τῆς θερμότητος ὀλίγον, οἱ τοιοῦτοι <lb/>φαλακροῦνται. αἱ δ’ ὑγραὶ καὶ
                        ψυχραὶ κράσεις ἐγκεφάλου <lb/>κωματώδεις ἐργάζονται, καὶ ὑπνηλοὺς, καὶ
                        φαύλους <lb/>ταῖς αἰσθήσεσι, καὶ περιττωματικοὺς, εὐψύκτους τε καὶ
                        <lb/>εὐπληρώτους τὴν κεφαλὴν, εὐαλώτους τε κατάῤῥοις καὶ κορύζαις. <lb/>οὐ
                        μὴν οὐδὲ φαλακροῦνται οἱ τοιοῦτοι. ταυτὶ μὲν <lb/>οὖν ἐστι τὰ σημεῖα τῶν
                        ἐγκεφάλου κράσεων. ἐξ αὐτῶν δ’ <lb/>ὁρμώμενος ἐφ’ ἕκαστον ὄργανον αἰσθήσεως
                        ἴσθι τὰς διαγνώσεις <lb/>μεταφέρων. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="9"><p>Ἀρκέσει δ’ ἐπ’ ὀφθαλμῶν μόνον εἰπεῖν. <lb/>ὅσοι μὲν ἁπτομένοις ἐναργῶς εἰσι
                        θερμοὶ, καὶ κινοῦνται ῥᾳδίως <lb/>τε καὶ πολλάκις, καὶ φλέβας εὐρείας
                        ἔχουσι, θερμοὶ <lb/>σύμπαντές εἰσι. ψυχροὶ δὲ οἱ τούτοις ἐναντίοι, καὶ ὑγροὶ
                        <lb/>μὲν οἱ μαλακοί τε ἅμα καὶ πλήρεις ὑγρότητος, ξηροὶ δὲ <lb/>οἱ αὐχμηροί
                        τε ἅμα καὶ σκληροί. καὶ βλάπτονται μὲν ὑπὸ <lb/>τῶν ὁμοίων αἰτίων τῇ κράσει
                        ῥᾳδίως, ὠφελοῦνται δὲ ὑπὸ <lb/>τῶν ἐναντίων τῇ ἐμμέτρῳ χρήσει. ἀλλὰ τοῦτό γε
                        κοινὸν ἐπὶ <pb n="330"/> πάσῃ διαγνώσει κράσεως ἅπαντος μορίου μεμνῆσθαι
                        προσήκει. <lb/>μέγεθος δ’ ὀφθαλμῶν ἅμα μὲν εὐρυθμίᾳ τε καὶ τῇ <lb/>τῶν
                        ἐνεργειῶν ἀρετῇ πλῆθος οὐσίας εὐκράτου, ἐξ ἧς διεπλάσθησαν,
                        <lb/>ἐνδείκνυται. τὸ δ’ ἄνευ τούτων πολλὴν μὲν <lb/>τὴν οὐσίαν, οὐκ εὔκρατον
                        δὲ δηλοῖ. μικρότης δ’ ὀφθαλμῶν <lb/>ἅμα μὲν εὐρυθμίᾳ τε καὶ τῇ τῶν ἐνεργειῶν
                        ἀρετῇ <lb/>ὀλίγην μὲν, ἀλλ’ εὔκρατον ἐνδείκνυται τὴν οὐσίαν, ἐξ ἧς
                        <lb/>διεπλάσθησαν, ἅμα δ’ ἀῤῥυθμίᾳ τινὶ καὶ κακίᾳ τῶν ἐνεργειῶν <lb/>ὀλίγην
                        τε ἅμα καὶ φαύλην εἶναι σημαίνει τὴν οὐσίαν <lb/>αὐτῶν. τὰ δὲ κατὰ χρόας ᾧδε
                        χρὴ διορίζεσθαι. γλαυκοὶ μὲν <lb/>ὀφθαλμοὶ λάμποντες ὑγρότητι καθαρᾷ τε καὶ
                        οὐ πολλῇ φωτός <lb/>λαμπροῦ γίνονται περιουσίᾳ, μέλανες δ’ ἔμπαλιν. οἱ δ’ αὖ
                        μεταξὺ <lb/>κατὰ τὰς ἀνὰ μέσον αἰτίας. γλαυκὸς μὲν οὖν ὀφθαλμὸς <lb/>ἤτοι
                        διὰ μέγεθος, ἢ λαμπρότητα τοῦ κρυσταλλοειδοῦς, ἤ <lb/>προπετῆ θέσιν, ἢ διὰ
                        τὴν τοῦ λεπτοῦ καὶ ὑδατώδους <lb/>ὑγροῦ τοῦ κατὰ τὴν κόρην ὀλιγότητά τε καὶ
                        καθαρότητα <lb/>γίνεται· πάντων μὲν ἅμα συνελθόντων, ὁ γλαυκότατος· εἰ <pb n="331"/> δὲ τὰ μὲν αὐτῶν παρῇ, τὰ δὲ μὴ, τὸ μᾶλλόν τε καὶ <lb/>ἧττον ἐν
                        γλαυκότητι συνίσταται.· μέλας δ’ ὀφθαλμὸς ἢ <lb/>διὰ τὴν σμικρότητα τοῦ
                        κρυσταλλοειδοῦς, ἢ διὰ τὴν ἐν βάθει <lb/>θέσιν, ἢ ὅτι λαμπρόν τε καὶ
                        αὐγοειδὲς ἀκριβῶς οὐκ <lb/>ἔστιν, ἢ ὅτι τὸ λεπτὸν ὑγρὸν, ἤτοι πλέον, ἢ οὐ
                        καθαρόν <lb/>ἐστιν, ἢ διά τινα τούτων, ἢ διὰ πάντα πέφυκε γίνεσθαι. <lb/>τὸ
                        μᾶλλον δὲ καὶ ἧττον ἐν αὐτοῖς, ὡς <milestone unit="ed2page" n="205"/>ἔμπροσθεν <lb/>εἴρηται. τὸ μὲν οὖν λεπτὸν ὑγρὸν, ὑδατωδέστερόν τε καὶ
                        <lb/>πλέον γενόμενον, ὑγρότερον ἀποφαίνει τὸν ὀφθαλμόν. ὥσπερ <lb/>γε καὶ εἰ
                        παχύτερον, ἢ ἔλαττον γένοιτο ξηρότερον, τὸ δὲ <lb/>κρυσταλλοειδὲς, εἰ μὲν
                        σκληρότερον εἴη, ξηρότερον, εἰ δὲ μαλακώτερον, <lb/>ὑγρότερον. οὕτως δὲ καὶ
                        εἰ μὲν ὑπερβάλλοι τῆς συμμετρίας <lb/>τοῦ λεπτοῦ, ξηρότερον· εἰ δ’
                        ἀπολείποιτο, τοὐναντίον. </p></div></div></body></text></TEI>