<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg007.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="15"><p>Ὅσα δὲ τοῦ συμμέτρου θερμότερα μέν ἐστιν, <lb/>οὐ μὴν ὑγρότερά γε, ἢ ξηρότερα
                        κατὰ τὸ σαρκῶδες γένος, <lb/>καὶ ὑπὲρ τούτου γὰρ ὁ ἐνεστηκὼς λόγος, φαίνεται
                        μὲν δήπου <lb/>καὶ ἁπτομένοις θερμότερα τοσοῦτον, ὅσον πέρ ἐστι τῇ
                        <lb/>κράσει θερμότερα. λασιώτερα δὲ τοσοῦτον ἔσται, ὅσον περ <lb/>καὶ
                        θερμότερα, καὶ πιμελῆς ἧττον ἔχοντα, τῇ χροιᾷ δὲ <lb/>ἐξέρυθρα, καὶ
                        μελανότριχα εἶναι. ψυχροτέρας δὲ κράσεως <lb/>σημεῖα τὸ ἄτριχον, τὸ
                        πιμελῶδες, τὸ ψυχρὸν ἁπτομένοις. <lb/>ἡ χροιὰ δ’ αὐτοῖς ἅμα ταῖς θριξὶ
                        πυῤῥοτέρα. πολλῆς δὲ <lb/>τῆς ψύξεως οὔσης, πελιδνή πώς ἔστιν, καὶ καλεῖν
                        ἔθος <lb/>ἐστὶν ἐνίοις τῶν ἰατρῶν τοὺς τοιούτους μολυβδοχρῶτας. ἡ <lb/>δὲ
                        ξηροτέρα κρᾶσις ἰσχνοτέρα τέ ἐστι καὶ σκληροτέρα τῆς <pb n="344"/> εὐκράτου
                        τοσοῦτον, ὅσον περ ἂν ᾖ ξηροτέρα, τὰ δ᾽ ἄλλα <lb/>παραπλήσιος. καὶ ἡ
                        ὑγροτέρα δὲ τὰ μὲν ἄλλα παραπλήσιος, <lb/>εὐσαρκοτέρα δὲ καὶ μαλακωτέρα.
                    </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="16"><p>Καὶ μὴν καὶ κατὰ συζυγίαν τῶν πρώτων <lb/>ποιοτήτων αἱ δυσκρασίαι γινόμεναι
                        σύνθετον ἔχουσι καὶ <lb/>τὴν τῶν γνωρισμάτων ἰδέαν. ἡ μὲν γὰρ θερμοτέρα καὶ
                        <lb/>ξηροτέρα, λασιωτέρα, καὶ θερμοτέρα, καὶ σκληροτέρα, καὶ <lb/>ἀπίμελός
                        ἐστι, καὶ ἰσχνὴ, καὶ μελανόθριξ. εἰ δὲ ἐπὶ πλέον <lb/>ἥκει θερμότητος, καὶ
                        μελάγχρους. ἡ θερμοτέρα καὶ ὑγροτέρα <lb/>κρᾶσις μαλακωτέρα τε καὶ
                        εὐσαρκοτέρα, καὶ θερμοτέρα <lb/>τῆς ἀρίστης κράσεως εἰς τοσοῦτόν ἐστιν, εἰς
                        ὅσον <lb/>ἀμφοτέραις αὐξηθῇ ταῖς ποιότησιν. ἐπὶ πλεῖστον δὲ αὐξηθεῖσα
                        <lb/>τοῖς σηπεδονώδεσιν ἑτοίμως ἁλίσκεται νοσήμασιν, ὅτι <lb/>καὶ κακόχυμος
                        ἑτοίμως γίγνεται. εἰ δ᾽ ὀλίγῳ μὲν ὑγροτέρα <lb/>εἴη, παμπόλλῳ δὲ θερμοτέρα,
                        καὶ μαλακώτεροι μὲν ὀλίγῳ <lb/>τῶν συμμέτρων οἱ τοιοῦτοι, καὶ σαρκωδέστεροι,
                        λασιώτεροι <lb/>δὲ οὐκ ὀλίγῳ· καὶ μὲν δὴ καὶ ἁπτομένοις οὐκ ὀλίγῳ
                        θερμότεροι. <lb/>μέλαιναι δ᾽ αὐτοῖς αἱ τρίχες, καὶ ἡ σὰρξ ἀπίμελος. <lb/>εἰ
                        δ᾽ ὀλίγῳ μὲν εἴη θερμοτέρα, παμπόλλῳ δὲ <pb n="345"/> ὑγροτέρα, μαλακὴ
                        τούτοις ἐστὶν ἡ σὰρξ, καὶ πολλὴ, καὶ <lb/>τὸ χρῶμα συμμιγὲς ἐξ ἐρυθροῦ καὶ
                        λευκοῦ, καὶ ψαυόντων <lb/>ὀλίγῳ θερμότεροι. συλλήβδην δ’ εἰπεῖν ἐπὶ τῶν κατὰ
                        συζυγίαν <lb/>κράσεων, ἀεὶ τῆς ἐπικρατούσης ποιότητος ἐπικρατήσει <lb/>τὰ
                        γνωρίσματα. ἡ ψυχροτέρα δὲ καὶ ὑγροτέρα κρᾶσις, <lb/>ἐπ’ ὀλίγον μὲν ἀμφοῖν
                        ηὐξημένων, ἄτριχός τέ ἐστι καὶ <lb/>λευκὴ, καὶ μαλακὴ, καὶ παχεῖα, καὶ
                        πιμελώδης. ἐπὶ <lb/>πλεῖον δὲ τὰ μὲν ἄλλα κατὰ ἀναλογίαν τῆς τῶν ποιοτήτων
                        <lb/>αὐξήσεως· ἡ χροιὰ δὲ ἅμα ταῖς θριξὶ πυῤῥὰ, καθάπερ γε <lb/>καὶ εἰ ἐπὶ
                        πλεῖστον ἀμφοῖν ηὐξημένων πελιδνή. εἰ δ’ ἄνισος <lb/>ἡ αὔξησις εἴη τῶν
                        ποιοτήτων, ἐπικρατήσει τὰ τῆς μᾶλλον <lb/>ηὐξημένης ἴδια. εἰ δὲ τὸ ψυχρὸν
                        ἅμα τῷ ξηρῷ κατ’ <lb/>ἴσον αὐξηθείη, φύσει σκληρὸν καὶ ἰσχνὸν ἴσχουσι τὸ
                        σῶμα, <lb/>καὶ ἄτριχον, ἁπτομένοις δὲ ψυχρόν. ἡ πιμελὴ δὲ ὅμως <lb/>αὐτοῖς,
                        καίτοι γε ἰσχνοῖς οὖσι, παρέσπαρται τῇ σαρκί. τὰ <lb/>δὲ τῶν τριχῶν καὶ τῆς
                        χροιᾶς ἀνάλογον τῷ μέτρῳ τῆς <lb/>ψυχρότητος. <milestone unit="ed2page" n="210"/>μεταπεσούσης δὲ τῆς θερμῆς καὶ ξηρᾶς <lb/>κράσεως ἐν τῷ χρόνῳ
                        τῆς παρακμῆς εἰς τὴν ξηράν τε καὶ <pb n="346"/> ψυχρὰν, ἡ ἕξις τῶν τοιούτων
                        ἰσχνὴ καὶ σκληρὰ, μελαγχολικὴ <lb/>δέ ἐστι καὶ διὰ τοῦτο μέλαινά τε ἅμα καὶ
                        δασεῖα. κρατούσης <lb/>δὲ τῆς ἑτέρας τῶν ποιοτήτων παρὰ πολὺ, τῆς δ’
                        <lb/>ἑτέρας ὀλίγον τι τοῦ συμμέτρου παραλλαττούσης, ἐπικρατήσει <lb/>μὲν τὰ
                        τῆς ἐπικρατούσης, ἀμυδρὰ δὲ ἔσται τὰ τῆς ἑτέρας <lb/>γνωρίσματα. <milestone unit="ed1page" n="478"/>ἐπὶ πᾶσι δὲ τοῖς εἰρημένοις τε καὶ <lb/>μέλλουσι
                        λέγεσθαι κοινὸν γνώρισμα κράσεως, εἰ μὲν <lb/>εὔψυκτον εἴη τὸ μόριον, ἤτοι
                        ψυχρότητος, ἢ ἀραιότητος, <lb/>εἰ δὲ δύσψυκτον, ἤτοι θερμότητος, ἢ
                        πυκνότητος, εἰ δ’ <lb/>ὑπὸ τῶν ξηραινόντων βλάπτοιτο, αὐχμηρόν τε, καὶ
                        ξηρὸν, <lb/>καὶ δυσκίνητον γένοιτο, ξηρότητος, ὥσπερ γε καὶ εἰ βαρύνοιτο
                        <lb/>πρὸς τῶν ὑγραινόντων, ὑγρότητος. ἐπιβλέπειν δὲ καὶ <lb/>εἰ ὡσαύτως
                        ἀλλήλοις ἅπαντες οἱ μύες, ἢ οὐχ ὡσαύτως κέκρανται, <lb/>συνεπισκοπούμενον ἐν
                        ἅπασι πηλικότητα τῶν ὑποβεβλημένων <lb/>ὀστῶν. ἐνίοτε γοῦν ἰσχνότερον εἶναι
                        δοκεῖ τὸ <lb/>μέρος, οὐκ ὂν ἰσχνότερον, ὅσον ἐπὶ τοῖς μυσὶ, διὰ δὲ τὴν
                        <lb/>στενότητα τῶν ὀστῶν τοιοῦτον φανταζόμενον. οὕτως δὲ καὶ <lb/>παχύτερον
                        ἐνίοις εἶναι δοκεῖ πολλάκις, οὐ διὰ τὴν εὐρύτητα <pb n="347"/> τῶν ὀστῶν,
                        ἀλλὰ διὰ τὸ τῆς σαρκὸς πλῆθος, ἥτις αὐξανομένη <lb/>τε καὶ μειουμένη,
                        σκληροτέρα τε καὶ μαλακωτέρα γενομένη, <lb/>ξηρότερον ἢ ὑγρότερον ἀποφαίνει
                        τὸ μόριον. ἡ μὲν <lb/>οὖν ὀλίγη τε καὶ σκληρὰ, τὸ ξηρότερον· ἡ πολλὴ δὲ καὶ
                        <lb/>ἡ μαλακὴ; τὸ ὑγρότερον. οὕτω δὲ καὶ αἱ μεταξὺ χῶραι <lb/>τῶν ὁμοιομερῶν
                        σωμάτων, ἤτοι πλέον ὑγρὸν ἐν αὐταῖς, <lb/>ἢ ἔλαττον περιέχουσαι, καὶ ἤτοι
                        παχύτερον, ἢ λεπτότερον, <lb/>ἢ ὑγρότερον, ἢ ξηρότερον ἀποφαίνει τὸ μόριον·
                        <lb/>ὑγρότερον μὲν, ἔνθα λεπτοτέρα τε καὶ πλείων ἐστὶν ἡ ὑγρότης,
                        <lb/>ξηρότερον δὲ, ὅπου παχυτέρα τε ἅμα καὶ ἐλάττων. <lb/>αὐτὰ μὲν γὰρ τὰ
                        στερεὰ τοῦ σώματος μόρια, τὰ ὄντως <lb/>στερεὰ καὶ πρῶτα, κατ’ οὐδένα τρόπον
                        οἷόν τέ ἐστιν ὑγρότερα <lb/>ποιεῖν, ἀλλ’ ἱκανὸν, εἰ κωλύει τις αὐτὰ μὴ διὰ
                        ταχέων <lb/>ξηραίνεσθαι, τὰς δὲ διαλαμβανούσας αὐτὰ χώρας <lb/>ἔνεστι
                        πληροῦν ὑγρότητος, ἤτοι τοίας, ἢ τοίας. τοιαύτη <lb/>δέ ἐστιν ἡ οἰκεία τροφὴ
                        τῶν ὁμοιομερῶν ἐκ παραθέσεως; <lb/>οὐ δι’ ἀγγείων ἑλκομένη. κοινὸς δὲ καὶ
                        οὗτος ὁ λόγος <lb/>ἁπάντων ἐστὶ τῶν μορίων, καὶ ῥηθήσεται καὶ αὗθις ἐν <pb n="348"/> τῇ τῶν ὑγιεινῶν καὶ νοσωδῶν αἰτίων διδασκαλίᾳ. νυνὶ <lb/>δὲ
                        τῶν ἐφεξῆς ἐχώμεθα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="17"><p>Γαστρὸς γνωρίσματα, τῆς μὲν φύσει ξηροτέρας, <lb/>εἰ ταχέως διψώδεις
                        γίγνοιντο, καὶ ὀλίγον αὐτοῖς ἀρκοίη <lb/>ποτὸν, καὶ βαρύνοιντο τῷ πλείονι,
                        καὶ κλύδωνας <lb/>ἴσχοιεν, ἢ ἐπιπολάζοι τὸ περιττεῦον αὐτοῖς, ἐδέσμασί τε
                        <lb/>χαίροιεν ξηροτέροις· ὑγροτέρας δὲ, εἰ μήτε διψώδεις γίγνοιντο, <lb/>καὶ
                        τὸ πλεῖον ὑγρὸν ἀλύπως φέροιεν, ἐδέσμασί τε <lb/>χαίροιεν ὑγροτέροις. ἡ δὲ
                        θερμοτέρα φύσει γαστὴρ πέττει <lb/>μὲν ἄμεινον, ἢ ὀρέγεται, καὶ πολὺ μᾶλλον
                        ὅσα σκληρὰ φύσει <lb/>καὶ δυσαλλοίωτα· διαφθείρεται γὰρ ἐν αὐτῇ τὰ
                        εὐαλλοίωτα· <lb/>χαίρουσα δὲ τοῖς θερμοῖς ἐδέσμασί τε καὶ πόμασιν, <lb/>οὐδ’
                        ὑπὸ τῶν ψυχρῶν οὐδὲν βλάπτεται, κατά γε τὴν ἔμμετρον <lb/>χρῆσιν. ἡ δὲ
                        ψυχροτέρα φύσει γαστὴρ, ὀρεχθῆναι μὲν <lb/>ἀγαθὴ, πέψαι δὲ οὐκ ἀγαθὴ, καὶ
                        μάλιστα ὅσα δυσαλλοίωτα <lb/>καὶ ψυχρὰ τῶν ἐδεσμάτων ἐστίν. ὀξύνεται γοῦν
                        <lb/>ἑτοίμως ἐν αὐτῇ. διὰ τοῦτο καὶ ὀξυρεγμιώδης ἐστὶν ἡ <pb n="349"/>
                        τοιαύτη γαστὴρ, καὶ χαίρει μὲν τοῖς ψυχροῖς, βλάπτεται δὲ <lb/>ῥᾳδίως
                        ἀμετρότερον χρησαμένη. οὕτως <milestone unit="ed2page" n="211"/>δὲ καὶ τῶν
                        <lb/>ἔξωθεν αὐτῇ προσπιπτόντων ψυχρῶν οὐ φέρει τὴν πολυχρόνιον <lb/>ὁμιλίαν,
                        ὥσπερ οὐδ’ ἡ θερμὴ τῶν θερμῶν. αἱ <lb/>μέντοι διὰ νόσον ἐν τῇ γαστρὶ
                        δυσκρασίαι ταύτῃ διαφέρουσι <lb/>τῶν ἐμφύτων, ᾗ τῶν ἐναντίων ἐπιθυμοῦσιν, οὐ
                        τῶν <lb/>ὁμοίων, ὥσπερ αἱ σύμφυτοι. αἱ δὲ κατὰ συζυγίαν ἐν τῇ <lb/>γαστρὶ
                        δυσκρασίαι διὰ τῆς τῶν ἁπλῶν γνωρισθήσονται <lb/>συνθέσεως. ἀκριβῶς δὲ χρὴ
                        προσέχειν τὸν νοῦν τοῖς εἰρημένοις, <lb/>διακρίνοντας αὐτὰ τῶν ῥηθησομένων.
                        οὐ μόνον <lb/>γὰρ ἡ κοιλία διψώδεις τε καὶ ἀδίψους ἐργάζεται, καὶ ψυχροῦ
                        <lb/>καὶ θερμοῦ πόματος ὀρεκτικοὺς, ἀλλὰ καὶ τὰ κατὰ <lb/>τὸν θώρακα
                        σπλάγχνα, καρδία καὶ πνεύμων. ἀλλ’ οἵ γε <lb/>διὰ τὴν τούτων θερμότητα
                        διψῶντες εἰσπνέουσί τε πλέον, <lb/>ἐκφυσῶσί τε μακρὸν, αἰσθάνονταί τε κατὰ
                        τὸν θώρακα τοῦ <lb/>καύματος, οὐχ ὥσπερ οἱ διὰ τὴν γαστέρα κατὰ τὰ
                        ὑποχόνδρια. <lb/>καὶ μὲν δὴ πίνοντες οὐκ εὐθέως ἡσυχάζουσι, καὶ τὸ
                        <lb/>ψυχρὸν πόμα ἵστησιν αὐτῶν μᾶλλον τὴν δίψαν, ἤπερ τὸ <pb n="350"/> πολὺ
                        θερμόν. ἀναψύχει δὲ αὐτοὺς καὶ ὁ ψυχρὸς ἀὴρ εἰσπνεόμενος, <lb/>οὐδὲν
                        ἐπικουφίζων τοὺς ἐκ γαστρὸς διψώδεις. <lb/>οὕτως δὲ καὶ οἱ ἐναντίως ἔχοντες
                        ὑπὸ τῆς ψυχρᾶς εἰσπνοῆς <lb/>αἰσθητῶς ἀνιῶνται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="18"><p>Καὶ μέγιστόν ἐστι τοῦτο γνώρισμα τῆς ἐν <lb/>πνεύμονι ψυχρότητος. ὥσπερ δὲ
                        εἰσπνέοντες ψυχρὸν αἰσθάνονται <lb/>σαφῶς ἀνίας τε καὶ ψύξεως, οὕτως τὸ
                        θερμὸν <lb/>αὐτοῖς ἐστι φίλιον. ἀλλὰ καὶ φλεγματικὰ περιττώματα χρεμπτόμενοι
                        <lb/>ἅμα καὶ μετὰ βηχὸς ἀναπτύουσιν. αἱ ξηρότητες <lb/>δὲ τοῦ πνεύμονος
                        ἀπέριττοί τέ εἰσι καὶ καθαραὶ τῷ φλέγματι, <lb/>καὶ λαμπρὰν ἔχουσι τὴν
                        φωνὴν, καθάπερ αἱ ὑγρότητες <lb/>τὸ ἐναντίον ἀλαμπῆ μὲν ἐργάζονται καὶ
                        βραγχώδη <lb/>τὴν φωνὴν, ἐντρέχει δ’ αὐτοῖς περιττώματα, μεῖζόν τε καὶ
                        <lb/>ὀξύτερον φθέγξασθαι προελομένοις. οὐ μὴν αὐτό γε τὸ τῆς <lb/>φωνῆς
                        μέγεθος ὑπὸ τῆς θερμότητος αὐτῆς, ὥσπερ οὐδ’ ἡ <lb/>σμικρότης ὑπὸ τῆς
                        ψυχρότητος, γίνεται· ἀλλὰ τὸ μὲν εὐρύτητι <lb/>τῆς τραχείας ἀρτηρίας,
                        ἐκφυσήσει τε σφοδροτέρᾳ, σμικρότης <lb/>δὲ τοῖς ἐναντίοις ἀκολουθεῖ. ὥστε
                        οὔτε διὰ παντὸς, οὔτε <lb/>πρώτως, ἀλλὰ κατὰ συμβεβηκός τε καὶ μόναις ταῖς
                        συμφύτοις <pb n="351"/> κράσεσι, οὐ ταῖς ἐπικτήτοις, ἕπεται τὸ τῆς φωνῆς
                        μέγεθός <lb/>τε καὶ ἡ σμικρότης. ὅτι μὲν γὰρ τοιάδε τὰ ὄργανα διὰ <lb/>τὴν
                        κρᾶσιν ἐγένετο, τοῖς τοιούτοις δὲ ἕπεται τοιάδε φωνὴ, ἐκ <lb/>φωνῆς διὰ
                        τοῦτο ἔνεστι περὶ τῆς συμφύτου κράσεως συλλογίζεσθαι. <lb/>καὶ γὰρ ἡ λεία
                        φωνὴ λειότητι τῆς ἀρτηρίας <lb/>ἕπεται, καθάπερ ἡ τραχεῖα τραχύτητι. λειότης
                        μὲν οὖν ἀρτηρίας <lb/>συμμετρίᾳ κράσεως ἕπεται, τραχύτης δὲ ξηρότητι.
                        <lb/>τραχύτης μὲν γὰρ ἐπὶ ἀνωμαλίᾳ, κατὰ ξηρὸν σῶμα. τὴν <lb/>δὲ ἀρτηρίαν
                        ἐργάζεται σκληρὰν μὲν ἡ τῶν ὁμοιομερῶν αὐτῆς <lb/>μορίων ξηρότης, ἀνώμαλον
                        δὲ ἡ τῆς παρεσπαρμένης <lb/>τούτοις ὑγρότητος ἔνδεια. κατὰ δὲ τὸν αὐτὸν
                        τρόπον οὔτε <lb/>ἡ ὀξεῖα φύσει φωνὴ χωρὶς στενότητος φάρυγγος, οὔθ’ ἡ
                        <lb/>βαρεῖα χωρὶς εὐρύτητος δύναται γίνεσθαι. στενότης μὲν <lb/>οὗν ἐμφύτου
                        ψυχρότητος ἔκγονός ἐστιν, εὐρύτης δὲ θερμότητος. <lb/>ἀνάλογον δὲ ταῖς
                        φυσικαῖς διαφοραῖς τῶν φωνῶν <lb/>αἱ κατὰ πάθος ἐπιτελοῦνται, γνωρίσματα καὶ
                        αὗται γινόμεναι <lb/>τῶν ἐργαζομένων αἰτίων, ὑπὲρ ὧν αὐτάρκως ἐν τοῖς
                        <lb/>περὶ φωνῆς διώρισται. τὰ δ’ ἄλλα μόρια τοῦ ζώου τὰ <pb n="352"/> ἐντὸς
                        ἀμυδρὰ τῆς κράσεως ἔχει τὰ γνωρίσματα. πειρατέον <lb/>δὲ ὅμως αὐτὰ διά τε
                        τῶν ὠφελούντων καὶ βλαπτόντων <lb/>διαγινώσκειν, ἔτι τε κατὰ τὰς τῶν φυσικῶν
                            <milestone unit="ed2page" n="212"/>δυνάμεων <lb/>ἐνεργείας. εἴρηται δὲ
                        ἐν τῷ τρίτῳ περὶ τῶν ἐν τοῖς <lb/>συμπτώμασιν αἰτίων, ὡς ἥτις ἑκάστης
                        δυνάμεως ἀρετῇ τε <lb/>καὶ κακίᾳ, ἡ προηγουμένη κρᾶσίς ἐστιν. τὰ μὲν οὖν τῶν
                        <lb/>κράσεων γνωρίσματα καὶ ἤδη λέλεκται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="19"><p>Τὰ δὲ περὶ τὸ μέγεθος ἤτοι τὴν διάπλασιν, <lb/>ἢ τὸν ἀριθμὸν, ἢ τὴν θέσιν
                        ἐσφαλμένα, ὅσα μὲν <lb/>ὑποπίπτει ταῖς αἰσθήσεσιν, γνωρισθῆναι ῥᾴδιον. τῶν
                        δ’ <lb/>οὐχ ὑποπιπτόντων τὰ μὲν δύσγνωστα, τὰ δὲ ἄγνωστά ἐστιν. <lb/>τὸ μὲν
                        οὖν τῆς κεφαλῆς μέγεθός τε καὶ σχῆμα, καὶ σὺν <lb/>αὐτῇ τὸ τοῦ ἐγκεφάλου
                        πρόδηλόν τέ ἐστι καὶ πρόσθεν <lb/>εἴρηται. κατὰ ταὐτὰ δὲ καὶ τὸ τοῦ θώρακος·
                        οὕτως δὲ <lb/>καὶ ὅσα κατ’ ὠμοπλάτας, ἢ ὤμους, ἢ βραχίονας, ἢ πήχεις, <lb/>ἢ
                        ἄκρας χεῖρας, ἢ ἰσχίον, ἢ μηρὸν, ἢ κνήμην, ἢ <lb/>πόδας, οὐ χαλεπὸν
                        διαγινώσκειν, ἄν τε κατὰ τὴν διάπλασιν <lb/>ἐσφαλμένον ᾖ τι τῶν τοιούτων, ἄν
                        τε κατὰ τὺ μέγεθος, <pb n="353"/>
                        <milestone unit="ed1page" n="479"/>ἄν τε κατὰ τὸν ἀριθμὸν, ἢ τὴν σύνθεσιν
                        τῶν συντιθέντων <lb/>αὐτά. πρόδηλοι δὲ καὶ αἱ τῆς ἐνεργείας ἐφ’ ἑκάστου
                        <lb/>βλάβαι. τὰ δ’ ἐντὸς τοῦ σώματος οὐ πάντα διαγνωσθῆναι <lb/>δυνατόν.
                        γαστέρα μὲν γάρ τινος οὕτω σμικράν τε καὶ <lb/>στρογγύλην, καὶ προπετῆ κατὰ
                        τὸ ὑποχόνδριον ἐθεασάμην, <lb/>ὡς ἐναργῶς φαίνεσθαι κατὰ περιγραφὴν ἰδίαν
                        ὁρῶσί τε <lb/>καὶ ἁπτομένοις. οὕτω δὲ καὶ κύστιν τινὸς ἐθεασάμην
                        <lb/>ἐγκειμένην τε καὶ σμικρὰν, ὥστ’, εἴ ποτε χρονίσειε περὶ τὴν
                        <lb/>ἔκκρισιν τῶν οὔρων, ὄγκος ἐφαίνετο περιγεγραμμένος ἐναργῶς. <lb/>οὐ μὴν
                        τῶν ἄλλων τι τῶν ἐντὸς ἐναργῆ διάγνωσιν <lb/>παρέσχε μοί ποτε. πειρᾶσθαι
                        μέντοι χρὴ διαγινώσκειν, ὡς <lb/>οἷόν τέ ἐστιν, ἀρετήν τε καὶ κακίαν αὐτῶν,
                        εἰ καὶ μὴ κατ’ <lb/>ἐπιστήμην βεβαίαν, ἀλλ’ οὗν κατὰ στοχασμόν τινα
                        τεχνικὸν, <lb/>οἶον εἰ οὕτως ἔτυχεν ἐπὶ ἥπατος. εἶδον γάρ τινας ἤδη <lb/>καὶ
                        πολλοὺς στενὰς μὲν φλέβας ἔχοντας. ἄχρουν δὲ τὸ <lb/>σύμπαν σῶμα, καὶ εἰ
                        βραχὺ πλείω προσηνέγκαντο τροφῆς, <lb/>καὶ μᾶλλον εἰ φυσώδη, καὶ παχέα, καὶ
                        γλίσχρα, τοὺς μὲν <pb n="354"/> ὥσπερ τινὸς βάρους ἐγκειμένου καὶ
                        κρεμαμένου, κατὰ τὸ <lb/>δεξιὸν ὑποχόνδριον αἰσθανομένους ἐν βάθει, τοὺς δὲ
                        μετὰ <lb/>τάσεως ὀδυνώδους. ἐπὶ τούτων οὖν εἰκός ἐστι καὶ μικρὸν <lb/>εἶναι
                        τὸ ἧπαρ, καὶ στενὸν ταῖς διεξόδοις. ἕτερον δὲ ἐθεασάμην <lb/>φλεγματικὸν μὲν
                        ὅλην τὴν ἕξιν, ἐμοῦντα δὲ ἑκάστης <lb/>ἡμέρας χολὴν ὠχράν. ἔγνων οὖν χρῆναι
                        καὶ τὰ διαχωρήματα <lb/>αὐτοῦ θεάσασθαι, καὶ ὀλιγοστὸν εἶχε χολῆς.
                        ἐτεκμηράμην <lb/>οὖν τούτῳ τὸν τὸ χολῶδες ὑγρὸν ἐξοχετεύοντα πόρον οὐ
                        <lb/>μικρὰν ἑαυτοῦ μοῖραν εἰς τὸν πυλωρὸν τῆς γαστρὸς ἀποπέμπειν, <lb/>ὡς
                        ἐπ’ ἐνίων φαίνεται ζώων. ἐξ ὧν δῆλον, ὡς <lb/>ἐν τοῖς ἀδήλοις τῇ αἰσθήσει
                        μεγάλα συντελεῖ πρὸς διάγνωσιν <lb/>ἥ τε τῶν ἐξ ἀνατομῆς φαινομένων γνῶσις,
                        ἥ τε <lb/>τῶν ἐνεργειῶν τε καὶ τῶν χρειῶν εὕρεσις. ὅστις οὖν διαγνωστικὸς
                        <lb/>εἶναι βούλεται τῶν ὡς εἴρηται νῦν ἐσφαλμένων σωμάτων, <lb/>ἐν ταῖς
                        ἀνατομαῖς αὑτὸν γυμναστέον ἐστὶ, κᾀν ταῖς <lb/>τῶν ἐνεργειῶν τε καὶ χρειῶν
                        εὑρέσεσι. γέγραπται δὲ ὑπὲρ <lb/>πάντων ἰδίᾳ καθ’ ἑτέρας πραγματείας, ὑπὲρ
                        ὧν ἐπὶ τελευτῇ <pb n="355"/> τοῦ λόγου παντὸς εἰρήσεται, χάριν τοῦ γινώσκειν
                        τοὺς <lb/>φιλομαθεῖς ἕκαστον ὧν ἂν ὀρεχθῶσι μαθεῖν, ἐκ ποίας μάλιστα
                        <lb/>πραγματείας ἀναλέγεσθαι χρή. ἀλλὰ περὶ μὲν τούτων ἅλις. </p></div></div></body></text></TEI>