<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg007.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="14"><p>Αἱ δ’ ὅλου τοῦ σώματος ἕξεις εἴρηνται <lb/>μέν που καὶ πρόσθεν, ὡς ὁμοιοῦνται
                        καρδίᾳ καὶ ἥπατι· <lb/>κρατεῖ δὲ ἡ ὁμοιότης τοῦ σφοδροτέραν ἔχοντος
                        ἡντιναοῦν <lb/>τῶν πρώτων ποιοτήτων, ἃς δὴ καὶ δραστικὰς ὀνομάζουσιν.
                        <lb/>ὅλου δὲ τοῦ σώματος ἡ ἕξις ἐπ’ ἐκείνων λέγεται μάλιστα <lb/>τῶν μορίων,
                        ὅσα θεωμένοις ὑποπίπτει πρῶτα. μύες δέ <lb/>εἰσιν οὗτοι, πᾶσι τοῖς ὀστοῖς
                        περιβεβλημένοι, σύνθετοί τινες <lb/>σάρκες ἔκ τε τῆς ἁπλῆς τῆς πρώτης
                        σαρκὸς, ἔτι τε <lb/>τῶν ἰνῶν, αἷς αὗται περιπεφύκασιν. ἡ γὰρ οἰκεία τῶν μυῶν
                        <lb/>οὐσία ταῦτ’ ἐστιν ἄμφω. τὰ δ’ εἰς αὐτοὺς ἥκοντα τῶν <lb/>ἀγγείων οἷον
                        ὀχετοί τινές εἰσιν, οὐ συμπληροῦντες αὐτῶν <lb/>τὴν οὐσίαν, ἀλλ’
                        ὑπηρετοῦντες εἰς διαμονήν. εἰρήσεται <lb/>γοῦν καὶ τὰ τῆς τούτων κράσεως
                        γνωρίσματα κατὰ τὴν <lb/>εὔκρατον οἴκησιν. ἐξαλλάττουσι γὰρ αἱ δύσκρατοι τὸ
                        δέρμα, <lb/>καθ’ ἑαυτὰς τυποῦσαι, καὶ διαφθείρουσιν ἔνια τῶν γνωρισμάτων.
                        <lb/>οὕτως δὲ καὶ εἰ κατὰ τὴν εὔκρατον χώραν ὥρᾳ <pb n="342"/> θέρους ἑαυτὸν
                        ἡλίῳ τὶς παραβάλλοι γυμνὸν, ἐξαλλάξει τῶν <lb/>γνωρισμάτων ὅσα κατὰ χρόαν τέ
                        ἐστι καὶ τὴν ἐν μαλακότητι <lb/>καὶ σκληρότητι σύστασιν. εἰ δ’, ὥσπερ
                        εὔκρατόν ἐστι <lb/>τὸ χωρίον, οὕτως καὶ αὐτὸς εὐκράτως διαιτῷτο, μήτ’
                        ἐξοπτώμενος <lb/>ἐν ἡλίῳ· γυμνὸς ἑκάστης ἡμέρας ἐπὶ πλεῖστον, <lb/>ἀλλὰ
                        μήθ’, ὥσπερ ἔνιοι, δίκην παρθένου σκιατραφούμενος, <lb/>ἀκριβῆ τὰ τῆς
                        κράσεως ἐνδείξεται γνωρίσματα. καἰ τοίνυν <lb/>ὡς ἐπὶ τούτων τοῦ λόγου
                        γενησομένου, προσέχωμεν ἤδη τὸν <lb/>νοῦν αὐτῷ. συμμέτρου. κράσεως
                        γνωρίσματα πρὸς ὅλην τοῦ <lb/>ζώου τὴν ἕξιν ἡ χροιὰ μὲν ἐξ ἐρυθροῦ καὶ
                        λευκοῦ συμμιγής· <lb/>αἱ τρίχες δὲ ξανθαὶ μετρίως καὶ οὖλαι τὰ πολλά·
                        <lb/>συμμετρία δὲ σαρκώσεως ἐν ποσότητί καὶ ποιότητι. μέσον <lb/>γὰρ ἀκριβῶς
                        ἐστι τὸ τοιοῦτον σῶμα πασῶν τῶν ὑπερβολῶν, <lb/>ὡς ἂν καὶ νοουμένων τε καὶ
                        λεγομένων πρὸς αὐτό. καὶ γὰρ <lb/>τὸ παχὺ σῶμα πρὸς τοῦτο λέγεται παχὺ, καὶ
                        τὸ λεπτὸν <lb/>ὡσαύτως πρὸς τοῦτο, πολύσαρκόν τε καὶ ὀλιγόσαρκον, καὶ
                        <lb/>πιμελῶδες, καὶ σκληρὸν, καὶ μαλακὸν, καὶ λάσιον, καὶ <pb n="343"/>
                        ψιλόν. οὐδὲν οὖν τούτων· ἐστὶ τὸ σύμμετρον, <milestone unit="ed2page" n="209"/>ἀλλ’ <lb/>οἷος ὁ Πολυκλείτου κανὼν εἰς ἄκρον ἥκει συμμετρίας
                        ἁπάσης, <lb/>ὡς ψαυόντων μὲν μήτε, μαλακὸν φαίνεσθαι, μήτε <lb/>σκληρὸν,
                        μήτε θερμὸν, μήτε ψυχρὸν, ὁρώντων δὲ μήτε <lb/>λάσιον, μήτε ψιλὸν, μήτε
                        παχὺ, μήτε ἰσχνὸν, ἤ τινα ἑτέραν <lb/>ἔχον ἀμετρίαν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="15"><p>Ὅσα δὲ τοῦ συμμέτρου θερμότερα μέν ἐστιν, <lb/>οὐ μὴν ὑγρότερά γε, ἢ ξηρότερα
                        κατὰ τὸ σαρκῶδες γένος, <lb/>καὶ ὑπὲρ τούτου γὰρ ὁ ἐνεστηκὼς λόγος, φαίνεται
                        μὲν δήπου <lb/>καὶ ἁπτομένοις θερμότερα τοσοῦτον, ὅσον πέρ ἐστι τῇ
                        <lb/>κράσει θερμότερα. λασιώτερα δὲ τοσοῦτον ἔσται, ὅσον περ <lb/>καὶ
                        θερμότερα, καὶ πιμελῆς ἧττον ἔχοντα, τῇ χροιᾷ δὲ <lb/>ἐξέρυθρα, καὶ
                        μελανότριχα εἶναι. ψυχροτέρας δὲ κράσεως <lb/>σημεῖα τὸ ἄτριχον, τὸ
                        πιμελῶδες, τὸ ψυχρὸν ἁπτομένοις. <lb/>ἡ χροιὰ δ’ αὐτοῖς ἅμα ταῖς θριξὶ
                        πυῤῥοτέρα. πολλῆς δὲ <lb/>τῆς ψύξεως οὔσης, πελιδνή πώς ἔστιν, καὶ καλεῖν
                        ἔθος <lb/>ἐστὶν ἐνίοις τῶν ἰατρῶν τοὺς τοιούτους μολυβδοχρῶτας. ἡ <lb/>δὲ
                        ξηροτέρα κρᾶσις ἰσχνοτέρα τέ ἐστι καὶ σκληροτέρα τῆς <pb n="344"/> εὐκράτου
                        τοσοῦτον, ὅσον περ ἂν ᾖ ξηροτέρα, τὰ δ᾽ ἄλλα <lb/>παραπλήσιος. καὶ ἡ
                        ὑγροτέρα δὲ τὰ μὲν ἄλλα παραπλήσιος, <lb/>εὐσαρκοτέρα δὲ καὶ μαλακωτέρα.
                    </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="16"><p>Καὶ μὴν καὶ κατὰ συζυγίαν τῶν πρώτων <lb/>ποιοτήτων αἱ δυσκρασίαι γινόμεναι
                        σύνθετον ἔχουσι καὶ <lb/>τὴν τῶν γνωρισμάτων ἰδέαν. ἡ μὲν γὰρ θερμοτέρα καὶ
                        <lb/>ξηροτέρα, λασιωτέρα, καὶ θερμοτέρα, καὶ σκληροτέρα, καὶ <lb/>ἀπίμελός
                        ἐστι, καὶ ἰσχνὴ, καὶ μελανόθριξ. εἰ δὲ ἐπὶ πλέον <lb/>ἥκει θερμότητος, καὶ
                        μελάγχρους. ἡ θερμοτέρα καὶ ὑγροτέρα <lb/>κρᾶσις μαλακωτέρα τε καὶ
                        εὐσαρκοτέρα, καὶ θερμοτέρα <lb/>τῆς ἀρίστης κράσεως εἰς τοσοῦτόν ἐστιν, εἰς
                        ὅσον <lb/>ἀμφοτέραις αὐξηθῇ ταῖς ποιότησιν. ἐπὶ πλεῖστον δὲ αὐξηθεῖσα
                        <lb/>τοῖς σηπεδονώδεσιν ἑτοίμως ἁλίσκεται νοσήμασιν, ὅτι <lb/>καὶ κακόχυμος
                        ἑτοίμως γίγνεται. εἰ δ᾽ ὀλίγῳ μὲν ὑγροτέρα <lb/>εἴη, παμπόλλῳ δὲ θερμοτέρα,
                        καὶ μαλακώτεροι μὲν ὀλίγῳ <lb/>τῶν συμμέτρων οἱ τοιοῦτοι, καὶ σαρκωδέστεροι,
                        λασιώτεροι <lb/>δὲ οὐκ ὀλίγῳ· καὶ μὲν δὴ καὶ ἁπτομένοις οὐκ ὀλίγῳ
                        θερμότεροι. <lb/>μέλαιναι δ᾽ αὐτοῖς αἱ τρίχες, καὶ ἡ σὰρξ ἀπίμελος. <lb/>εἰ
                        δ᾽ ὀλίγῳ μὲν εἴη θερμοτέρα, παμπόλλῳ δὲ <pb n="345"/> ὑγροτέρα, μαλακὴ
                        τούτοις ἐστὶν ἡ σὰρξ, καὶ πολλὴ, καὶ <lb/>τὸ χρῶμα συμμιγὲς ἐξ ἐρυθροῦ καὶ
                        λευκοῦ, καὶ ψαυόντων <lb/>ὀλίγῳ θερμότεροι. συλλήβδην δ’ εἰπεῖν ἐπὶ τῶν κατὰ
                        συζυγίαν <lb/>κράσεων, ἀεὶ τῆς ἐπικρατούσης ποιότητος ἐπικρατήσει <lb/>τὰ
                        γνωρίσματα. ἡ ψυχροτέρα δὲ καὶ ὑγροτέρα κρᾶσις, <lb/>ἐπ’ ὀλίγον μὲν ἀμφοῖν
                        ηὐξημένων, ἄτριχός τέ ἐστι καὶ <lb/>λευκὴ, καὶ μαλακὴ, καὶ παχεῖα, καὶ
                        πιμελώδης. ἐπὶ <lb/>πλεῖον δὲ τὰ μὲν ἄλλα κατὰ ἀναλογίαν τῆς τῶν ποιοτήτων
                        <lb/>αὐξήσεως· ἡ χροιὰ δὲ ἅμα ταῖς θριξὶ πυῤῥὰ, καθάπερ γε <lb/>καὶ εἰ ἐπὶ
                        πλεῖστον ἀμφοῖν ηὐξημένων πελιδνή. εἰ δ’ ἄνισος <lb/>ἡ αὔξησις εἴη τῶν
                        ποιοτήτων, ἐπικρατήσει τὰ τῆς μᾶλλον <lb/>ηὐξημένης ἴδια. εἰ δὲ τὸ ψυχρὸν
                        ἅμα τῷ ξηρῷ κατ’ <lb/>ἴσον αὐξηθείη, φύσει σκληρὸν καὶ ἰσχνὸν ἴσχουσι τὸ
                        σῶμα, <lb/>καὶ ἄτριχον, ἁπτομένοις δὲ ψυχρόν. ἡ πιμελὴ δὲ ὅμως <lb/>αὐτοῖς,
                        καίτοι γε ἰσχνοῖς οὖσι, παρέσπαρται τῇ σαρκί. τὰ <lb/>δὲ τῶν τριχῶν καὶ τῆς
                        χροιᾶς ἀνάλογον τῷ μέτρῳ τῆς <lb/>ψυχρότητος. <milestone unit="ed2page" n="210"/>μεταπεσούσης δὲ τῆς θερμῆς καὶ ξηρᾶς <lb/>κράσεως ἐν τῷ χρόνῳ
                        τῆς παρακμῆς εἰς τὴν ξηράν τε καὶ <pb n="346"/> ψυχρὰν, ἡ ἕξις τῶν τοιούτων
                        ἰσχνὴ καὶ σκληρὰ, μελαγχολικὴ <lb/>δέ ἐστι καὶ διὰ τοῦτο μέλαινά τε ἅμα καὶ
                        δασεῖα. κρατούσης <lb/>δὲ τῆς ἑτέρας τῶν ποιοτήτων παρὰ πολὺ, τῆς δ’
                        <lb/>ἑτέρας ὀλίγον τι τοῦ συμμέτρου παραλλαττούσης, ἐπικρατήσει <lb/>μὲν τὰ
                        τῆς ἐπικρατούσης, ἀμυδρὰ δὲ ἔσται τὰ τῆς ἑτέρας <lb/>γνωρίσματα. <milestone unit="ed1page" n="478"/>ἐπὶ πᾶσι δὲ τοῖς εἰρημένοις τε καὶ <lb/>μέλλουσι
                        λέγεσθαι κοινὸν γνώρισμα κράσεως, εἰ μὲν <lb/>εὔψυκτον εἴη τὸ μόριον, ἤτοι
                        ψυχρότητος, ἢ ἀραιότητος, <lb/>εἰ δὲ δύσψυκτον, ἤτοι θερμότητος, ἢ
                        πυκνότητος, εἰ δ’ <lb/>ὑπὸ τῶν ξηραινόντων βλάπτοιτο, αὐχμηρόν τε, καὶ
                        ξηρὸν, <lb/>καὶ δυσκίνητον γένοιτο, ξηρότητος, ὥσπερ γε καὶ εἰ βαρύνοιτο
                        <lb/>πρὸς τῶν ὑγραινόντων, ὑγρότητος. ἐπιβλέπειν δὲ καὶ <lb/>εἰ ὡσαύτως
                        ἀλλήλοις ἅπαντες οἱ μύες, ἢ οὐχ ὡσαύτως κέκρανται, <lb/>συνεπισκοπούμενον ἐν
                        ἅπασι πηλικότητα τῶν ὑποβεβλημένων <lb/>ὀστῶν. ἐνίοτε γοῦν ἰσχνότερον εἶναι
                        δοκεῖ τὸ <lb/>μέρος, οὐκ ὂν ἰσχνότερον, ὅσον ἐπὶ τοῖς μυσὶ, διὰ δὲ τὴν
                        <lb/>στενότητα τῶν ὀστῶν τοιοῦτον φανταζόμενον. οὕτως δὲ καὶ <lb/>παχύτερον
                        ἐνίοις εἶναι δοκεῖ πολλάκις, οὐ διὰ τὴν εὐρύτητα <pb n="347"/> τῶν ὀστῶν,
                        ἀλλὰ διὰ τὸ τῆς σαρκὸς πλῆθος, ἥτις αὐξανομένη <lb/>τε καὶ μειουμένη,
                        σκληροτέρα τε καὶ μαλακωτέρα γενομένη, <lb/>ξηρότερον ἢ ὑγρότερον ἀποφαίνει
                        τὸ μόριον. ἡ μὲν <lb/>οὖν ὀλίγη τε καὶ σκληρὰ, τὸ ξηρότερον· ἡ πολλὴ δὲ καὶ
                        <lb/>ἡ μαλακὴ; τὸ ὑγρότερον. οὕτω δὲ καὶ αἱ μεταξὺ χῶραι <lb/>τῶν ὁμοιομερῶν
                        σωμάτων, ἤτοι πλέον ὑγρὸν ἐν αὐταῖς, <lb/>ἢ ἔλαττον περιέχουσαι, καὶ ἤτοι
                        παχύτερον, ἢ λεπτότερον, <lb/>ἢ ὑγρότερον, ἢ ξηρότερον ἀποφαίνει τὸ μόριον·
                        <lb/>ὑγρότερον μὲν, ἔνθα λεπτοτέρα τε καὶ πλείων ἐστὶν ἡ ὑγρότης,
                        <lb/>ξηρότερον δὲ, ὅπου παχυτέρα τε ἅμα καὶ ἐλάττων. <lb/>αὐτὰ μὲν γὰρ τὰ
                        στερεὰ τοῦ σώματος μόρια, τὰ ὄντως <lb/>στερεὰ καὶ πρῶτα, κατ’ οὐδένα τρόπον
                        οἷόν τέ ἐστιν ὑγρότερα <lb/>ποιεῖν, ἀλλ’ ἱκανὸν, εἰ κωλύει τις αὐτὰ μὴ διὰ
                        ταχέων <lb/>ξηραίνεσθαι, τὰς δὲ διαλαμβανούσας αὐτὰ χώρας <lb/>ἔνεστι
                        πληροῦν ὑγρότητος, ἤτοι τοίας, ἢ τοίας. τοιαύτη <lb/>δέ ἐστιν ἡ οἰκεία τροφὴ
                        τῶν ὁμοιομερῶν ἐκ παραθέσεως; <lb/>οὐ δι’ ἀγγείων ἑλκομένη. κοινὸς δὲ καὶ
                        οὗτος ὁ λόγος <lb/>ἁπάντων ἐστὶ τῶν μορίων, καὶ ῥηθήσεται καὶ αὗθις ἐν <pb n="348"/> τῇ τῶν ὑγιεινῶν καὶ νοσωδῶν αἰτίων διδασκαλίᾳ. νυνὶ <lb/>δὲ
                        τῶν ἐφεξῆς ἐχώμεθα. </p></div></div></body></text></TEI>