<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg007.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="10"><p>Περὶ δὲ τῶν τῆς καρδίας κράσεων ἑξῆς λεγέσθω, <lb/>πρότερόν γε τοῦτο
                        ἀναμνησάντων ἡμῶν, ὡς ἕκαστον <lb/>μέρος ἤτοι θερμότερον, ἢ ψυχρότερον, ἢ
                        ξηρότερον, <lb/>ἢ ὑγρότερον ἑαυτοῦ γεγονέναι φαμὲν, οὐ πρὸς ἕτερόν <lb/>τι
                        παραβάλλοντες, ἀλλὰ πρὸς ἑαυτό. ὅπως γὰρ ἂν ἡ <pb n="332"/> καρδία γένηταί
                        τινι φύσει ψυχροτέρα, πολὺ θερμοτέρα τὴν <lb/>κρᾶσίν ἐστιν ἐγκεφάλου τοῦ
                        θερμοτάτου. τῆς μὲν οὖν θερμοτέρας <lb/>ὡς πρὸς τὴν οἰκείαν συμμετρίαν
                        καρδίας σημεῖα, <lb/>τὰ μὲν ἀχώριστά τε καὶ οἰκεῖα, μέγεθος ἀναπνοῆς, καὶ
                        <lb/>σφυγμοῦ τάχος καὶ πυκνότης ἐστὶν, εὐτολμία τε καὶ τὸ <lb/>πρὸς τὰς
                        πράξεις ἄοκνον. εἰ δὲ ἐπὶ πλεῖστον ἥκει θερμότητος, <lb/>ὀξυθυμία τε
                        μανιώδης καὶ θρασύτης. ἔστι δὲ καὶ <lb/>λάσιος αὐτοῖς ὁ θώραξ, καὶ μάλιστα
                        τὰ στέρνα, καὶ τῶν <lb/>καθ’ ὑποχόνδριον ὅσα τούτοις πλησίον. ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ
                        <lb/>δὲ καὶ τὸ σύμπαν σῶμα θερμὸν ἐπὶ θερμῇ τῇ καρδίᾳ γίνεται, <lb/>πλὴν εἰ
                        μὴ μεγάλως ἀντιπράττοι τὸ ἧπαρ. εἰρήσεται <lb/>δ’ ὀλίγον ὕστερον ἅπαντος τοῦ
                        σώματος τὰ γνωρίσματα. <lb/>καὶ μέντοι καὶ ἡ τοῦ θώρακος εὐρύτης θερμότητος
                        γνώρισμα, <lb/>πλὴν εἰ μὴ κᾀνταῦθά ποτε μεγάλως ὁ ἐγκέφαλος
                        <lb/>ἀντιπράξειεν. ἐπειδὴ τὸ μὲν τοῦ νωτιαίου μέγεθος ἀνάλογόν <lb/>ἐστιν
                        ἐκείνῳ τὰ πολλὰ, καὶ τηλικοῦτοι μὲν οἱ σπόνδυλοι <lb/>τὸ μέγεθος, ἡλίκος ὁ
                        νωτιαῖος μυελὸς· ὥστε καὶ ἡ <lb/>ῥάχις ὅλη. συμπήγνυται δὲ ὁ θώραξ ἐπὶ τῷ
                        κατὰ τὸ <pb n="333"/> μετάφρενον αὐτῆς μέρει, καθάπερ ἐπὶ τρόπιδι ναῦς, ὥστ’
                        <lb/>ἐξ ἀνάγκης ἕξει τὸ μὲν μῆκος ἴσον τῷ μεταφρένῳ, τὸ δ’ <lb/>εὖρος, ὅταν
                        μὲν ἀνάλογον τῷ πάχει τῶν σπονδύλων ἡ σύμπηξις <lb/>αὐτῷ γένηται <milestone unit="ed1page" n="476"/>κατ’ ἐκείνους· ὅταν δὲ ἡ τῆς <lb/>καρδίας
                        θερμότης κρατήσασα διαφυσήσῃ τε καὶ ἀνευρύνῃ <lb/>κατὰ τὴν πρώτην γένεσιν,
                        ἀνάλογον τῇ ταύτης θερμότητι <lb/>διὸ καὶ ὅταν μὲν ἐπὶ σμικρᾷ κεφαλῇ ὁ θώραξ
                        εὐρὺς ᾖ, <lb/>μέγιστον γίνεται γνώρισμα τῆς κατὰ τὴν καρδίαν θερμότητος·
                        <lb/>ὅταν δ’ ἐπὶ μεγάλῃ σμικρὸς, ἰδικώτατον καὶ τοῦτο <lb/>σημεῖόν ἐστι
                        καρδίας ψυχροτέρας. εἰ δ’ ἀνάλογον ἔχει τὴν <lb/>κεφαλὴν, τοῖς ἄλλοις
                        σημείοις διορίζου περὶ τῆς καρδίας, <lb/>ὡς ἐκ θώρακός γε πηλικότητος οὐδὲν
                        ληψόμενος. ἐπὶ δὲ <lb/>ψυχροτέρας καρδίας σφυγμοὶ μικρότεροι τῶν συμμέτρων,
                        οὐ <lb/>μὴν βραδύτεροί γε ἐξ ἀνάγκης. ἢ ἀραιότεροι. ἡ ἀναπνοὴ <lb/>δὲ, εἰ
                        μὲν τοσοῦτον μικρότερος ὁ θώραξ, ὅσον ἡ καρδία <lb/>ψυχροτέρα, τοῖς σφυγμοῖς
                        ἀνάλογον· εἰ δὲ μείζων, ἢ κατὰ <lb/>τὸ ποσὸν τῆς ψύξεως, οὐ σμικροτέρα
                        μόνον, ἀλλὰ καὶ βραδυτέρα <lb/>καὶ ἀραιοτέρα. δειλοὶ τὴν φύσιν οἱ τοιοῦτοι
                        καὶ <pb n="334"/> ἄτολμοί εἰσι καὶ μελληταὶ, καὶ ψιλὸν αὐτοῖς τὸ στέρνον
                        <lb/>τριχῶν ἐστι. περὶ δὲ σμικρότητος αὐτῆς διοριστέον, ὡς ἔμπροσθεν
                        <lb/>εἴρηται. κατὰ ταῦτα δὲ καὶ περὶ τῆς ὅλου τοῦ <lb/>σώματος θερμότητος. ἡ
                        δὲ ξηροτέρα καρδία τοὺς σφυγμοὺς <lb/>ἐργάζεται σκληροτέρους, καὶ τὸν θυμὸν
                        οὐχ ἕτοιμον <lb/>μὲν, ἄγριον δὲ καὶ δύσπαυστον, ὡς τὰ πολλὰ δὲ καὶ ὅλον
                        <lb/>τὸ <milestone unit="ed2page" n="206"/>σῶμα ξηρότερον, εἰ μὴ τὰ καθ’
                        ἧπαρ ἀντιπράττει. <lb/>ὑγροτέρας δὲ καρδίας σημεῖα, σφυγμοὶ μαλακοὶ, καὶ
                        <lb/>ἦθος εὐκίνητον μὲν πρὸς ὀργὴν, εὐκατάπαυστον δὲ, καὶ <lb/>τὸ σύμπαν
                        σῶμα ὑγρότερον, πλὴν εἰ μὴ τὰ καθ’ ἧπαρ <lb/>ἀντιπράττει. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="11"><p>Κατὰ δὲ συζυγίαν τῶν πρώτων ποιοτήτων <lb/>αἱ δυσκρασίαι τῆς καρδίας ᾧδε
                        ἔχουσιν. θερμῆς καὶ ξηρᾶς <lb/>καρδίας οἱ σφυγμοὶ σκληροὶ καὶ μεγάλοι, καὶ
                        ταχεῖς, καὶ <lb/>πυκνοὶ, καὶ αἱ ἀναπνοαὶ μεγάλαι τε καὶ ταχεῖαι, καὶ
                        <lb/>πυκναί. καὶ πολὺ δὴ μᾶλλον εἰς τάχος ἐπιδιδόασι καὶ πυκνότητα, <lb/>οὐ
                        συναυξηθέντος ἀνάλογον τῇ καρδίᾳ τοῦ θώρακος. <lb/>πάντων οὗτοι λασιώτατοι
                        τὰ κατὰ τὸ στέρνον εἰσὶ <pb n="335"/> καὶ τὸ ὑποχόνδριον. εἰς δὲ τὰς πράξεις
                        ἕτοιμοι καὶ θυμικοὶ <lb/>καὶ ταχεῖς, ἄγριοι, καὶ ἀνήμεροι, καὶ ἰταμοὶ, καὶ
                        ἀναίσχυντοι, <lb/>καὶ τυραννικοὶ τοῖς ἤθεσι, καὶ γὰρ ὀξύθυμοι καὶ
                        <lb/>δύσπαυστοι. περὶ δὲ τῆς ἅπαντος τοῦ σώματος κράσεως, <lb/>ἔτι τε τῆς
                        τοῦ θώρακος εὐρυχωρίας, ἀνάλογον τοῖς ἔμπροσθεν <lb/>εἰρημένοις διοριστέον.
                        εἰ δ’ ὑγρότης ἐπικρατήσειεν <lb/>ἄμα θερμότητι, λάσιοι μὲν ἧττον οἱ τοιοῦτοι
                        τῶν προειρημένων, <lb/>ἕτοιμοι δὲ εἰς τὰς πράξεις οὐδὲν ἧττον· οὐ μὴν
                        <lb/>ἄγριός γε ὁ θυμὸς, ἀλλ’ εἰς ὀργὴν μόνον ἕτοιμοι. οἱ σφυγμοὶ <lb/>δὲ
                        μαλακοί τε καὶ μεγάλοι, καὶ ταχεῖς, καὶ πυκνοί. <lb/>καὶ ἡ ἀναπνοὴ, τοῦ μὲν
                        θώρακος ἀνάλογον ἔχοντος τῇ καρδίᾳ, <lb/>κατὰ τὴν αὐτὴν ἰδέαν τοῖς σφυγμοῖς·
                        μικροτέρου δὲ γενομένου, <lb/>τοσοῦτον θάττων τε καὶ πυκνοτέρα τῶν
                        προειρημένων, <lb/>ὅσον καὶ ὁ θώραξ μικρότερός ἐστιν. πολλῆς δὲ τῆς κατὰ
                        <lb/>τὴν κρᾶσιν ἐκτροπῆς γινομένης, καὶ μάλιστα εἰ κατὰ τὴν <lb/>ὑγρότητα
                        συμπέσῃ τοῦτο, πρὸς τοῖς εἰρημένοις ἔτι καὶ τὰ <lb/>σηπεδονώδη νοσήματα
                        γίνεται, διαφθειρομένων τε καὶ σηπομένων <lb/>αὐτοῖς τῶν χυμῶν συμπεσεῖται,
                        καὶ αἱ ἐκπνοαὶ <pb n="336"/> μείζους τε καὶ θάττους τῶν εἰσπνοῶν, κᾀν τοῖς
                        σφυγμοῖς <lb/>ἡ συστολὴ ταχεῖα. ὑγροτέρας δὲ καὶ ψυχροτέρας καρδίας <lb/>οἱ
                        μὲν σφυγμοὶ μαλακοὶ, τὸ δὲ ἦθος ἄτολμόν τε καὶ δειλὸν, <lb/>καὶ ὀκνηρόν.
                        εἰσὶ δὲ καὶ ψιλοὶ τριχῶν οἱ τοιοῦτοι τὰ <lb/>στέρνα, καὶ ἥκιστα μηνιῶσιν,
                        ὥσπερ καὶ εἰς ὀργὴν οὐχ <lb/>ἕτοιμοι. τὰ δὲ κατὰ θώρακα καὶ τὸ σύμπαν σῶμα
                        τοῖς <lb/>ἔμπροσθεν ὡσαύτως διοριστέον. ἡ ψυχροτέρα δὲ καὶ ξηροτέρα
                        <lb/>καρδία τοὺς μὲν σφυγμοὺς σκληροὺς ἐργάζεται καὶ <lb/>μικρούς· τὴν δὲ
                        ἀναπνοὴν, εἰ μὲν ἀνάλογον τῇ ψυχρότητι <lb/>μικρὸς ὁ θώραξ γένοιτο,
                        σύμμετρον· εἰ δὲ μείζων, ἀραιὰν <lb/>καὶ βραδεῖαν. ἀοργητότατοι πάντων
                        οὗτοι· βιασθέντες <lb/>μέντοι τισὶν ὀργισθῆναι, φυλάττουσι τὴν μῆνιν. εἰσὶ
                        δὲ <lb/>καὶ ἄτριχοι τὰ στέρνα πάντων μάλιστα. περὶ δὲ σμικρότητος <lb/>τοῦ
                        θώρακος, ἔτι τε τῆς τοῦ ὅλου σώματος ψυχρότητος <lb/>ὁμοίως διοριστέον, ἓν
                        κοινὸν ἐπὶ πᾶσι τοῖς εἰρημένοις <lb/>ἐκεῖνο μεμνημένους, ὡς, ὅσα περὶ ἠθῶν ἢ
                        νῦν, ἢ κατ’ <lb/>ἄλλον τινὰ γέγραπται λόγον εἰς διάγνωσιν κράσεως, οὐχ <pb n="337"/> ὑπὲρ τῶν ἐκ φιλοσοφίας ἢ χρηστῶν ἢ μοχθηρῶν ἠθῶν
                        <lb/>ἐγγιγνομένων, ἀλλ’ ὑπὲρ τῶν ἐμφύτων ἑκάστῳ λέλεκται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="12"><p><milestone unit="ed2page" n="207"/>Ἥπατος θερμοτέρου γνωρίσματα, <lb/>φλεβῶν
                        εὐρύτης, ἡ ξανθὴ χολὴ πλείων, ἐν δὲ τῷ χρόνῳ <lb/>τῆς ἀκμῆς καὶ ἡ μέλαινα,
                        θερμότερον αὐτοῖς τὸ αἷμα, καὶ <lb/>διὰ τοῦτο καὶ τὸ σύμπαν σῶμα, πλὴν εἰ μὴ
                        τὰ κατὰ τὴν <lb/>καρδίαν ἀντιπράττει, δασύτης τῶν καθ’ ὑποχόνδρια καὶ
                        γαστέρα. <lb/>ψυχροτέρου δὲ στενότης φλεβῶν, φλέγμα πλεῖον, <lb/>αἷμα
                        ψυχρότερον, καὶ ἡ σύμπασα τοῦ σώματος ἕξις ψυχροτέρα, <lb/>εἰ μή τι πρὸς τῆς
                        καρδίας θερμαίνοιτο, ψιλὰ τριχῶν <lb/>ὑποχόνδριά τε καὶ γαστήρ. ξηροτέρου
                        δὲ, τὸ μὲν αἷμα παχύτερόν <lb/>τε καὶ ξηρότερον καὶ ὀλιγώτερον, αἱ φλέβες δὲ
                        <lb/>σκληρότεραι, καὶ ἡ σύμπασα τοῦ σώματος ἕξις ξηροτέρα. <lb/>ὑγροτέρου
                        δὲ, τὸ μὲν αἷμα πλεῖόν τε καὶ ὑγρότερον, αἱ <lb/>φλέβες δὲ μαλακώτεραι·
                        οὕτως δὲ καὶ τὸ σύμπαν σῶμα, <lb/>πλὴν εἰ μὴ τὰ κατὰ τὴν καρδίαν
                        ἀντιπράττει. θερμοτέρου <lb/>δὲ ἅμα καὶ ξηροτέρου ἥπατος γνωρίσματα,
                        λασιώτατον <lb/>ὑποχόνδριον, αἷμα παχύτερόν τε ἅμα καὶ ξηρότερον, ἡ ξανθὴ
                        <lb/>χολὴ πλείστη, κατὰ δὲ τὴν ἀκμὴν καὶ ἡ μέλαινα, φλεβῶν <pb n="338"/>
                        εὐρύτης τε καὶ σκληρότης. οὕτως δὲ καὶ τὸ σύμπαν σῶμα <lb/>θερμότης μὲν γὰρ
                        ἡ ἐκ καρδίας ὁρμωμένη νικῆσαι δύναται <lb/>τὴν ἐξ ἥπατος ὁρμωμένην
                        ψυχρότητα, καθάπερ γε καὶ ἡ <lb/>ψυχρότης τὴν θερμότητα. τὴν ξηρότητα δὲ οὐχ
                        οἷόν τε <lb/>πρὸς τοὐναντίον ὑπὸ τῆς καρδίας ὑγροτέρας γενομένης ἀχθῆναι.
                        <lb/>μεταξὺ δέ ἐστιν ἡ ἀφ’ ἥπατος ὑγρότης τῶν εἰρημένων. <lb/>μᾶλλον μὲν γὰρ
                        τῆς ἐν καρδίᾳ νικᾶται ξηρότητος, ἤπερ ἡ <lb/>ξηρότης ὑπὸ τῆς ὑγρότητος·
                        ἧττον δὲ τῆς θερμότητος, ἔτι <lb/>δὲ μᾶλλον ἧττον ὑπὸ τῆς ψυχρότητος·
                        εὐνικητοτάτη γὰρ <lb/>αὕτη τῶν ἐξ ἥπατος ὁρμωμένων ποιοτήτων. εὔδηλον οὖν,
                        <lb/>ὡς, ἐπειδὰν εἰς ταὐτὸ συνδράμωσιν αἱ τῶν ἀρχῶν ἀμφοτέρων <lb/>κράσεις,
                        ὅλον ἀκριβῶς τὸ σῶμα κατ’ ἐκείνας διατίθεται. <lb/>λεχθήσεται δὲ ὀλίγον
                        ὕστερον αὐτοῦ τὰ γνωρίσματα. τὸ δὲ <lb/>ὑγρότερον ἅμα καὶ θερμότερον ἧπαρ
                        ἧττον μὲν τοῦ θερμοτέρου <lb/>καὶ ξηροτέρου τὰ καθ’ ὑποχόνδριον ἐργάζεται
                        λάσια, <lb/>πλεῖστον δ’ αἷμα, καὶ φλέβας μεγάλας, καὶ τὴν ἕξιν
                        <lb/>ὑγροτέραν καὶ θερμοτέραν, εἰ μὴ τὰ κατὰ τὴν καρδίαν ἀντιπράττει.
                        <lb/>εἰ δὲ ἐπὶ πλέον ἀμφοτέραις ταῖς ποιότησιν ἐκτραπείη <pb n="339"/> τοῦ
                        κατὰ φύσιν, ἑτοίμως ἁλίσκεται τοῖς σηπεδονώδεσι <lb/>καὶ κακοχύμοις
                        νοσήμασιν· ἔτι μᾶλλον, εἰ ἐπὶ πλεῖστον <lb/>μὲν αὐξηθείη τὸ ὑγρὸν, ἐπ’
                        ὀλίγον δὲ τὸ θερμόν. εἰ δ’ <lb/>ἔμπαλιν ἐπ’ ὀλίγον μὲν αὐξηθείη τὸ ὑγρὸν,
                        ἐπὶ πλεῖστον <lb/>δὲ τὸ θερμὸν, ἥκιστα κακόχυμοι γίγνονται. τὸ δ’ αὖ
                        ὑγρότερον <lb/>καὶ ψυχρότερον ἧπαρ ἄτριχον μὲν ἔχει τὸ ὑποχόνδριον,
                        <lb/>αἷμα δ’ ἐργάζεται φλεγματικώτερον ἅμα φλεβῶν <lb/>στενότητι, καὶ τὸ
                        σύμπαν σῶμα παραπλησίως ἔχον, εἰ μὴ <lb/>πρὸς τῆς καρδίας ἐς τἀναντία
                        μετάγοιτο. τὸ δὲ ψυχρότερον <lb/>καὶ ξηρότερον ἧπαρ ὀλίγαιμόν <milestone unit="ed1page" n="477"/>τε καὶ στενόφλεβον <lb/>ἐργάζεται τὸ σῶμα καὶ
                        ψυχρότερον, ὑποχόνδριόν τε ψιλὸν, <lb/>εἰ μὴ κᾀνταῦθα νικήσειεν ἡ καρδία.
                    </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="13"><p>Τῆς δὲ τῶν ὄρχεων κράσεως ἡ θερμὴ μὲν <lb/>ἀφροδισιαστική τέ ἐστι, καὶ
                        ἀῤῥενόγονος, καὶ γόνιμος, καὶ <lb/>ταχέως δασύνει <milestone unit="ed2page" n="208"/>τὰ γεννητικὰ μόρια, συνεφάπτεται <lb/>δὲ καὶ τῶν πέριξ, ἡ ψυχρὰ
                        δὲ τἀναντία. καὶ ἡ μὲν ὑγρὰ <lb/>πολύσπερμός τέ ἐστι καὶ ὑγρόσπερμος, ἡ ξηρὰ
                        δὲ ὀλιγόσπερμός <lb/>τε καὶ μετρίως παχύσπερμος. ἡ θερμοτέρα δὲ <pb n="340"/> καὶ ξηροτέρα παχυσπερμοτάτη τέ ἐστι καὶ γονιμωτάτη, <lb/>καὶ τάχιστα πρὸς
                        συνουσίαν ἐπεγείρει τὸ ζῶον εὐθέως ἐξ <lb/>ἀρχῆς. ἀτὰρ οὖν οἱ τοιοῦτοι καὶ
                        δασύνονται τάχιστα τὰ <lb/>γεννητικὰ μόρια καὶ σύμπαντα τὰ πέριξ, ἄνω μὲν
                        ἄχρι <lb/>τῶν κατὰ τὸν ὀμφαλὸν χωρίων, κάτω δὲ μέχρι μέσων μηρῶν.
                        <lb/>ὁρμητικὴ μὲν οὖν ἡ τοιαύτη κρᾶσις ἱκανῶς ἐπ’ ἀφροδίσια, <lb/>τάχιστα δὲ
                        ἐμπιπλαμένη καὶ, εἰ βιάσαιτο, βλαπτομένη. <lb/>συνελθούσης δὲ ὑγρότητος τῇ
                        θερμότητι, λάσιοι μὲν <lb/>ἧττον οἱ τοιοῦτοι, πολύσπερμοι δὲ μᾶλλον, οὐ μὴν
                        ὀρέγονταί <lb/>γε μᾶλλον τῶν ἑτέρων, ἐξαρκοῦσι δ’ ἀβλαβέστερον
                        <lb/>ἀφροδισίοις πλείοσιν. εἰ δ’ ἱκανῶς ἄμφω συναυξηθείη τό <lb/>θ’ ὑγρὸν
                        καὶ θερμὸν, οὐδ’ ἀβλαβῶς ἀπέχονται τῶν ἀφροδισίων. <lb/>εἰ δ’ ὑγρότεροι καὶ
                        ψυχρότεροι τὴν κρᾶσιν οἱ ὄρχεις <lb/>γένοιντο, ψιλὰ τὰ πέριξ τριχῶν, καὶ
                        βραδέως ἀφροδισιάζειν <lb/>ἄρχονται, καὶ οὐδ’ ὁρμητικοὶ πρὸς τὴν ἐνέργειάν
                        <lb/>εἰσιν, ὑδατῶδες δὲ καὶ λεπτὸν αὐτοῖς τὸ σπέρμα καὶ ὀλίγον <lb/>ἐστὶ,
                        καὶ θηλύγονον, καὶ ἄγονον. ἡ ψυχροτέρα δὲ <lb/>καὶ ξηροτέρα κρᾶσις ὁμοία μὲν
                        τἄλλα τῇ προειρημένη <pb n="341"/> κράσει, παχύτερον δ’ αὐτοῖς τὸ σπέρμα,
                        καὶ παντάπασιν <lb/>ὀλίγον. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="14"><p>Αἱ δ’ ὅλου τοῦ σώματος ἕξεις εἴρηνται <lb/>μέν που καὶ πρόσθεν, ὡς ὁμοιοῦνται
                        καρδίᾳ καὶ ἥπατι· <lb/>κρατεῖ δὲ ἡ ὁμοιότης τοῦ σφοδροτέραν ἔχοντος
                        ἡντιναοῦν <lb/>τῶν πρώτων ποιοτήτων, ἃς δὴ καὶ δραστικὰς ὀνομάζουσιν.
                        <lb/>ὅλου δὲ τοῦ σώματος ἡ ἕξις ἐπ’ ἐκείνων λέγεται μάλιστα <lb/>τῶν μορίων,
                        ὅσα θεωμένοις ὑποπίπτει πρῶτα. μύες δέ <lb/>εἰσιν οὗτοι, πᾶσι τοῖς ὀστοῖς
                        περιβεβλημένοι, σύνθετοί τινες <lb/>σάρκες ἔκ τε τῆς ἁπλῆς τῆς πρώτης
                        σαρκὸς, ἔτι τε <lb/>τῶν ἰνῶν, αἷς αὗται περιπεφύκασιν. ἡ γὰρ οἰκεία τῶν μυῶν
                        <lb/>οὐσία ταῦτ’ ἐστιν ἄμφω. τὰ δ’ εἰς αὐτοὺς ἥκοντα τῶν <lb/>ἀγγείων οἷον
                        ὀχετοί τινές εἰσιν, οὐ συμπληροῦντες αὐτῶν <lb/>τὴν οὐσίαν, ἀλλ’
                        ὑπηρετοῦντες εἰς διαμονήν. εἰρήσεται <lb/>γοῦν καὶ τὰ τῆς τούτων κράσεως
                        γνωρίσματα κατὰ τὴν <lb/>εὔκρατον οἴκησιν. ἐξαλλάττουσι γὰρ αἱ δύσκρατοι τὸ
                        δέρμα, <lb/>καθ’ ἑαυτὰς τυποῦσαι, καὶ διαφθείρουσιν ἔνια τῶν γνωρισμάτων.
                        <lb/>οὕτως δὲ καὶ εἰ κατὰ τὴν εὔκρατον χώραν ὥρᾳ <pb n="342"/> θέρους ἑαυτὸν
                        ἡλίῳ τὶς παραβάλλοι γυμνὸν, ἐξαλλάξει τῶν <lb/>γνωρισμάτων ὅσα κατὰ χρόαν τέ
                        ἐστι καὶ τὴν ἐν μαλακότητι <lb/>καὶ σκληρότητι σύστασιν. εἰ δ’, ὥσπερ
                        εὔκρατόν ἐστι <lb/>τὸ χωρίον, οὕτως καὶ αὐτὸς εὐκράτως διαιτῷτο, μήτ’
                        ἐξοπτώμενος <lb/>ἐν ἡλίῳ· γυμνὸς ἑκάστης ἡμέρας ἐπὶ πλεῖστον, <lb/>ἀλλὰ
                        μήθ’, ὥσπερ ἔνιοι, δίκην παρθένου σκιατραφούμενος, <lb/>ἀκριβῆ τὰ τῆς
                        κράσεως ἐνδείξεται γνωρίσματα. καἰ τοίνυν <lb/>ὡς ἐπὶ τούτων τοῦ λόγου
                        γενησομένου, προσέχωμεν ἤδη τὸν <lb/>νοῦν αὐτῷ. συμμέτρου. κράσεως
                        γνωρίσματα πρὸς ὅλην τοῦ <lb/>ζώου τὴν ἕξιν ἡ χροιὰ μὲν ἐξ ἐρυθροῦ καὶ
                        λευκοῦ συμμιγής· <lb/>αἱ τρίχες δὲ ξανθαὶ μετρίως καὶ οὖλαι τὰ πολλά·
                        <lb/>συμμετρία δὲ σαρκώσεως ἐν ποσότητί καὶ ποιότητι. μέσον <lb/>γὰρ ἀκριβῶς
                        ἐστι τὸ τοιοῦτον σῶμα πασῶν τῶν ὑπερβολῶν, <lb/>ὡς ἂν καὶ νοουμένων τε καὶ
                        λεγομένων πρὸς αὐτό. καὶ γὰρ <lb/>τὸ παχὺ σῶμα πρὸς τοῦτο λέγεται παχὺ, καὶ
                        τὸ λεπτὸν <lb/>ὡσαύτως πρὸς τοῦτο, πολύσαρκόν τε καὶ ὀλιγόσαρκον, καὶ
                        <lb/>πιμελῶδες, καὶ σκληρὸν, καὶ μαλακὸν, καὶ λάσιον, καὶ <pb n="343"/>
                        ψιλόν. οὐδὲν οὖν τούτων· ἐστὶ τὸ σύμμετρον, <milestone unit="ed2page" n="209"/>ἀλλ’ <lb/>οἷος ὁ Πολυκλείτου κανὼν εἰς ἄκρον ἥκει συμμετρίας
                        ἁπάσης, <lb/>ὡς ψαυόντων μὲν μήτε, μαλακὸν φαίνεσθαι, μήτε <lb/>σκληρὸν,
                        μήτε θερμὸν, μήτε ψυχρὸν, ὁρώντων δὲ μήτε <lb/>λάσιον, μήτε ψιλὸν, μήτε
                        παχὺ, μήτε ἰσχνὸν, ἤ τινα ἑτέραν <lb/>ἔχον ἀμετρίαν. </p></div></div></body></text></TEI>