<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg004.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="9"><p>Ταῦτα εἰπόντος τοῦ ἐμπειρικοῦ παρελθὼν ὁ <lb/>δογματικὸς ὧδέ πως λεγέτω· Τάχα
                        μὲν εὖ φρονοῦντί σοι καὶ <lb/>ταῦτα ἦν ἱκανὰ, περὶ τοῦ μήθ’ ἡλικίαν, μήθ’
                        ὥραν, μήτε <lb/>χώραν, ἀλλὰ μηδὲ προκαταρκτικὸν αἴτιον, ἢ μέρος τι τοῦ
                        <lb/>σώματος ἄχρηστον ὑπολαμβάνειν. εἰ δέ σε μήπω πέπεικεν <lb/>ὁ
                        ἐμπειρικὸς, ὑπομιμνήσκων τῶν φαινομένων, ἀλλά τινος <lb/>ἔτι καὶ λόγου δέοι,
                        τοῦτόν μοι δοκῶ προσθήσειν ἐγὼ, καὶ <lb/>τὴν ὑπόθεσίν σου τῆς αἱρέσεως
                        ἀποδείξω σαθράν. ἀκούω <lb/>μὲν γὰρ ὑμῶν λεγόντων γνῶσιν φαινομένων
                        κοινοτήτων, <lb/>ἐρωτῶ δὲ ἑκάστοτε, περὶ τί μάλιστα ἡ κοινότης αὕτη
                        συνίσταται, <lb/>καὶ πῶς αὐτὴν γνωριοῦμεν, οὐδέπω καὶ νῦν μοι <lb/>δοκῶ
                        γνῶναι δύνασθαι. τὸ δ’ αἴτιον ἄχρι τῶν ὀνομάτων <lb/>ἀλλήλοις ὁμολογεῖτε,
                        περὶ τῶν πραγμάτων διαφερόμενοι. <lb/>τινες γὰρ ὑμῶν ταῖς παρὰ φύσιν
                        ἐκκρίσεσι παραμετροῦσι τὸ <lb/>στεγνὸν καὶ τὸ ῥοῶδες, ἰσχομένων μὲν αὐτῶν,
                        στέγνωσιν ὀνομάζοντες <lb/>τὸ πάθος, ἀμέτρως δ’ ἐκκρινομένων, ῥύσιν. ἄλλοι
                        <lb/>δέ τινες ἐξ ὑμῶν ἐν ταῖς λοιπαῖς τῶν σωμάτων διαθέσεσι ﻿<pb n="94"/> τὰ
                        πάθη φασὶν εἶναι, καὶ μέμφονταί γε δεινῶς τοῖς εἰς τὸ <lb/>κενούμενον
                        ἀποβλέπουσιν. ἐμοὶ δὲ ὅπη δοκοῦσιν ἑκάτεροι <lb/>σφάλλεσθαι, τάχα ἂν ἤδη
                        δηλώσαιμι. γινέσθω δὲ ἡμῖν ὁ <lb/>λόγος πρὸς ἐκείνους πρότερον, ὅσοι ταῖς
                        παρὰ φύσιν ἐκκρίσεσι <lb/>κρίνουσι τὰ πάθη. θαυμάζω γὰρ αὐτοὺς, εἰ μήθ’
                        <lb/>ἱδρῶτάς ποτε, μήτε οὖρα, μήτ’ ἐμέτους, μήτε διαχωρήματα <lb/>πλείω τῶν
                        κατὰ φύσιν εἶδον ἐν ταῖς νόσοις χρηστῶς κενούμενα, <lb/>καὶ τὸ πάντων
                        ἀτοπώτατον, εἰ μηδ’ ??ῥινῶν αἱμοῤῥαγίαν <lb/>ποτὲ κρίνασθαι ἐθεάσαντο.
                        ταύτης μέν γε οὐ τὸ ποσὸν <lb/>μόνον, ἀλλ’ ὅλον τὸ γένος παρὰ φύσιν ὑπάρχει.
                        ἱδρώτων δὲ, <lb/>ἢ οὔρων, ἢ ὅσα κατὰ γαστέρα, ἢ δι’ ἐμέτων ὁρμᾷ, τὸ μὲν
                        <lb/>γένος οὐ παρὰ φύσιν, οὕτως γε μὴν ἄμετρόν ἐστί ποτε τὸ <lb/>πλῆθος,
                        ὥστε ἐγὼ μὲν οἶδά τινας εἰς τοσοῦτον ἱδρώσαντας, <lb/>ἄχρι τοῦ καὶ γνάφαλα
                        διαβρέξαι, καὶ ἄλλους κατὰ γαστέρα <lb/>κενωθέντας ὑπὲρ τριάκοντα κοτύλας,
                            <milestone unit="ed2page" n="296"/>ἀλλ’ οὐκ ἐδόκει <lb/>τούτων οὐδὲν
                        παύειν, ὅτι τὸ λυποῦν ἐκενοῦτο. καίτοι τῷ <lb/>γε ταῖς κατὰ φύσιν ἐκκρίσεσιν
                        εἰς ἅπαντα κανόνι χρωμένῳ, <pb n="95"/> κωλυτέα ἦν τὰ τοιαῦτα συμπτώματα.
                        διὸ καὶ πιθανώτεροί <lb/>πως εἷναι δοκοῦσιν οἱ τὰς διαθέσεις ἐν τοῖς σώμασιν
                        αὐτοῖς <lb/>τὰς κοινότητας ἐπιτιθέμενοι. θαυμάζω δὲ καὶ τούτων, <lb/>ὅπως
                        αὐτὰς φαινομένας ἐτόλμησαν εἰπεῖν. εἰ γὰρ μὴ τὸ ῥέον <lb/>ἐκ τῆς κοιλίας ἡ
                        ῥύσις ἐστὶν, ἀλλ’ ἡ διάθεσις τῶν σωμάτων, <lb/>ἐξ ἧς τὸ ῥέον, οὐκ ἐνδέχεται
                        δὲ ταύτην οὐδεμιᾷ τῶν αἰσθήσεων <lb/>φαίνεσθαι, πῶς ἂν αἱ κοινότητες ἔτι
                        φαινόμεναι <lb/>λέγοιντ’ ἄν; καὶ γὰρ ἐν κώλῳ δυνατὸν τὴν τῆς ῥύσεως
                        <lb/>διάθεσιν εἶναι, καὶ ἐν λεπτοῖς ἐντέροις, καὶ περὶ τὴν <lb/>νῆστιν, καὶ
                        περὶ τὴν γαστέρα, καὶ τὸ μεσάραιον, καὶ ἄλλα <lb/>πολλὰ τῶν ἐντὸς, ὦν οὐδὲν
                        οὐδὲ αὐτὸ δυνατὸν αἰσθήσει <lb/>λαβεῖν, οὔτε τὸ πάθος αὐτοῦ. πῶς οὖν ἔτι
                        φαινόμεναι <lb/>λέγοιντ’ ἂν αἱ κοινότητες, εἰ μήπω καὶ τὸ διὰ σημείων
                        <lb/>γνωρίζεσθαι φαίνεσθαί τις ἐθέλοι καλεῖν; ἀλλ’ εἰ τοῦτο, <lb/>τίνι τῶν
                        παλαιῶν ἰατρῶν ἔτι διαφέρουσιν, οὐκ οἶδα. πῶς <lb/>δὲ ταχέως καὶ ἐν ἓξ μησὶν
                        ἐπαγγέλλονται τὴν τέχνην ἐκδιδάσκειν; <lb/>οὐ γὰρ ἂν, οἶμαι, σμικρᾶς δέοιντο
                        μεθόδου πρὸς τὸ <lb/>γνῶναί τι τῶν ἐκφευγόντων τὴν αἴσθησιν, ἀλλὰ τῷ τοῦτο
                            <pb n="96"/> καλῶς ἐργαζομένῳ καὶ ἀνατομῆς χρεία τῆς ἕκαστον τῶν ἐντὸς,
                        <lb/>ὡς ἔχει φύσεως, διδασκούσης, καὶ φυσικῆς θεωρίας οὐ <lb/>σμικρᾶς, ἵνα
                        τό τ’ ἔργον ἑκάστου καὶ τὴν χρείαν ἐπισκέψηται. <lb/>πρὶν γὰρ εὑρεθῆναι
                        ταῦτα, τῶν ἐν βάθει τοῦ σώματος <lb/>μορίων οὐδενὸς οἶόν τε διαγνῶναι τὸ
                        πάθος. τί δεῖ λέγειν, <lb/>ὅτι καὶ διαλεκτικῆς μὲν ἐνταῦθα χρεία μεγάλη,
                        ἵν’, <lb/>ἐκ τίνων τί περαίνεται, σαφῶς εἰδῇς, καὶ μὴ παρακρουσθῇς <lb/>ποτε
                        σοφίσμασι, μήθ’ ὑπ’ ἄλλου, μήθ’ ὑφ’ αὑτοῦ; <lb/>καὶ γὰρ καὶ ἡμᾶς αὐτοὺς
                            <milestone unit="ed1page" n="15"/>ἄκοντάς ἐστιν ἰδεῖν, ὅτε
                        <lb/>σοφιζόμεθα. καὶ μὴν καὶ οἷόν τί ἐστιν ἡ ῥύσις, ἡδέως ἂν <lb/>αὐτοὺς
                        ἐροίμην, εἰ διαλέγεσθαι μεμαθήκασιν. οὐ γὰρ δὴ <lb/>τοῦτό γε μόνον ἀρκεῖν
                        ἡγοῦμαι τό τισιν ἐξ αὐτῶν εἰρημένον, <lb/>ὅτι διάθεσίς τις παρὰ φύσιν ἡ
                        ῥύσις ἐστί. τίς γὰρ ἡ <lb/>διάθεσις, εἰ μὴ μάθοιμεν, οὐδὲν ἂν οὐδέπω πλέον
                        εἰδείημεν, <lb/>ἆρά γε χάλασίς τις, ἢ μαλακότης, ἢ ἀραιότης. οὐδὲν γάρ
                        <lb/>ἐστιν ἀποῦσαί τι σαφὲς οὐδὲ αὐτῶν λεγόντων, ἀλλ’ ὅ, τι ἂν <lb/>ἐπέλθοι,
                        νῦν μὲν τοῦτο, αὖθις δὲ ἐκεῖνο, πολλάκις δὲ καὶ <pb n="97"/> πάντα ἅμα,
                        ὥσπερ οὐδὲν διαφέροντα. καὶ εἴ τις ἐπιχειρήσειε <lb/>διδάσκειν αὐτοὺς, ὅπως
                        διαφέρει ταῦτα ἀλλήλων, καὶ <lb/>ὡς ἕκαστον αὐτῶν ἰδίας δεῖται θεωρίας, οὐχ
                        ὑπομένουσιν <lb/>ἀκούειν, ἀλλὰ καὶ τοῖς παλαιοῖς ἐπιπλήττουσιν, ὡς μάτην
                        <lb/>τὰ τοιαῦτα διοριζομένοις. οὕτως ἀταλαιπώρως ἔχουσι πρὸς <lb/>τὴν τῆς
                        ἀληθείας ζήτησιν. ἀλλ’ οὐδ’ ὅτι τῷ μὲν χαλαρῷ <lb/>τὸ συντεταμένον ἐστὶν
                        ἐναντίον, τῷ δὲ μαλακῷ τὸ σκληρὸν, <lb/>τῷ δ’ ἀραιῷ τὸ πυκνὸν, ἀκούειν
                        ἀνέχονται· καὶ ὡς <lb/>παρὰ ταῦτα πάντα ἕτερόν τί ἐστι τὸ ἐπέχεσθαι τὰς
                        φυσικὰς <lb/>ἐκκρίσεις καὶ τὸ ῥεῖν· καὶ ὡς ὑφ’ Ἱπποκράτους ταῦτα <lb/>πάντα
                        διώρισται. προπετῶς δὲ περί τε τούτων αὐτῶν ἀποφαίνονται, <lb/>καὶ τὴν
                        φλεγμονὴν, οὕτω δὲ καλοῦσι τὸν σκληρὸν <lb/>καὶ ἀντίτυπον καὶ ὀδυνηρὸν καὶ
                        θερμὸν ὄγκον, ἑτοίμως <lb/>πάνυ καὶ ἀσκέπτως, στεγνὸν εἶναι πάθος φασίν.
                        εἶτ’ αὖθις <lb/>ἑτέρας φλεγμονὰς ἐπιπεπλεγμένας ὀνομάζουσι, ὥσπερ <lb/>τὰς
                        ἐν ὀφθαλμοῖς, ὅταν μετὰ ῥεύματος ὦσι, καὶ τὰς ἐν <lb/>παρισθμίοις, καὶ
                        γαργαρεῶνι, καὶ οὐρανίσκῳ, καὶ οὔλοις. <pb n="98"/> εἶθ’ ὑποτίθενται πόρους,
                        τοὺς μὲν ἀραιοὺς γεγονέναι, τοὺς <lb/>δὲ μεμυκέναι, καὶ διὰ τοῦτο ἀμφότερα
                        τὰ πάθη πεπονθέναι. <lb/>τινὲς δὲ οὖκ ὀκνοῦσι περὶ ἕνα καὶ τὸν αὐτὸν ἅμα
                        <lb/>πόρον συνίστασθαι λέγειν ῥύσιν τε καὶ στέγνωσιν, ὃ μηδ’ <lb/>ἐπινοῆσαι
                        ῥᾴδιον· οὕτως ἐπίπαν τόλμης ἥκουσιν. <milestone unit="ed2page" n="297"/>ὀλίγοι <lb/>δέ τινες ἐξ αὐτῶν, ὑπομεῖναι δυνηθέντες ἐπιπλέον ὑπὲρ
                        <lb/>ἁπάντων τούτων ἀκοῦσαί τε καὶ διασκέψασθαι, μόλις ποτὲ <lb/>μεταγνόντες
                        ἐπὶ τὸ ἀληθὲς τρέπονται. τούτοις μὲν οὖν, <lb/>καὶ ὅσοι μετ’ ἀκριβείας τινὸς
                        βούλονται μαθεῖν τι περὶ τῶν <lb/>πρώτων καὶ γενικῶν παθῶν, ἰδίᾳ γέγραπται.
                        τὸ δὲ νῦν <lb/>εἶναι τοῖς εἰσαγομένοις χρήσιμον, πρὸς αὐτοὺς βραχέα εἰπεῖν
                        <lb/>δίκαιον. ηὐξάμην δ’ ἄν τι κᾀκείνοις ἀπ’ αὐτῶν ὄνασθαι. <lb/>γένοιτο δ’
                        ἂν τοῦτο, εἰ τοῦ φιλονεικεῖν ἀποστάντες, αὐτὸν <lb/>τὸν λόγον ἐξετάσαιεν ἐφ’
                        ἑαυτοῖς. ἔχει δὲ ὁ λόγος, ὡς ἡ <lb/>καλουμένη καὶ πρὸς αὐτῶν ἐκείνων
                        φλεγμονὴ παρὰ φύσιν <lb/>ὄγκος ἐστὶν ὀδυνηρὸς, καὶ ἀντίτυπος, καὶ σκληρὸς,
                        καὶ <lb/>θερμὸς, οὐδέν τι μᾶλλον ἀραιότερον ἐργαζομένη κατὰ τὸν ﻿<pb n="99"/> ἑαυτῆς λόγον, ἢ σκληρότερον, ἢ πυκνότερον ἑαυτοῦ τὸ μέρος, <lb/>ἀλλὰ
                        μεστὸν ῥεύματος περιττοῦ, καὶ διὰ τοῦτο τεταμένον. <lb/>οὐ μὴν, εἴ τι πάντως
                        τέταται, τοῦτο πυκνότερον <lb/>γέγονεν, ἢ σκληρότερον ἑαυτοῦ. μάθοις δ’ ἂν
                        ἐπί τε βυρσῶν <lb/>αὐτὸ καὶ ἱμάντων, καὶ πλοκάμων, εἰ πάντη διατείνειν
                        <lb/>ἐπιχειρήσαις. οὕτω δὲ καὶ ἡ ἴασις τῶν πεπληρωμένων <lb/>μελῶν κένωσίς
                        ἐστιν· ἐναντίον γὰρ τοῦτο τῇ πληρώσει. <lb/>κενουμένοις δὲ αὐτοῖς εὐθὺς
                        ἕπεται τοῖς μορίοις χαλαρωτέροις <lb/>γίνεσθαι. τάσις μὲν δὴ τοῖς
                        πεπληρωμένοις ἐξ ἀνάγκης, <lb/>ὥσπερ τοῖς κενουμένοις ἡ χάλασις ἕπεται.
                        πύκνωσις <lb/>δὲ, ἢ ἀραίωσις, οὐδέτερον ἐξ ἀνάγκης, ἀλλ’ οὐδὲ ῥύσις, ἢ
                        <lb/>ἐπίσχεσις. οὔτε γὰρ, εἰ ἀραιὸν ἤδη τι, καὶ ῥεῖν ἐξ αὐτοῦ <lb/>πάντως
                        ἀναγκαῖον· τί γὰρ, εἰ παχὺ καὶ ὀλίγον εἴη τὸ περιεχόμενον; <lb/>οὔτ’, εἰ
                        πυκνὸν, ἴσχεσθαι. τὸ γὰρ πολὺ καὶ <lb/>λεπτὸν καὶ διὰ πυκνῶν ἐκρεῖ τῶν
                        πόρων. βέλτιον οὖν ἦν <lb/>καὶ αὐτοὺς τοὺς τῶν παλαιῶν ἀναγνόντας τὰς
                        βίβλους μεμαθηκέναι, <lb/>κατὰ πόσους τρόπους τὸ πρότερον ἐν τῷ μορίῳ
                        <lb/>στεγόμενον αὖθις ἐκκρίνεται. καὶ γὰρ ἀραιουμένου τοῦ <pb n="100"/>
                        περιέχοντος αὐτὸ, καὶ αὐτοῦ τοῦ περιεχομένου τε καὶ πλείονος <lb/>γενομένου,
                        καὶ σφοδρότερον κινουμένου, καὶ ὑπό τινος τῶν <lb/>ἐκτὸς ἐφελκομένου, ἢ πρός
                        τινος τῶν ἐντὸς ὠθουμένου, καὶ <lb/>οἷον ἀναῤῥοιβδουμένου πρός τινων τῶν
                        ἐντός. εἰ δέ τις <lb/>ταῦτα πάντα παρεὶς, μίαν αἰτίαν κενώσεως ἡγοῖτο εἶναι
                        τὴν <lb/>ἀραίωσιν τῶν πόρων, δόξει μηδὲ τὰ φαινόμενα γινώσκειν. <lb/>ἔριον
                        γοῦν, ἢ σπογγίον, ἤ τι τῶν οὕτως ἀραιῶν ἐναργῶς <lb/>ὁρῶμεν, εἰ μὲν ὀλίγον
                        ἐντὸς ἑαυτῶν ὑγρὸν ἔχοι, στέγοντα <lb/>καὶ μὴ μεθιέντα, τὸ πλέον δ’
                        ἀποχέοντα. τί δή ποτ’ οὖν <lb/>οὐχὶ κἀπὶ τῶν ὀφθαλμῶν, καὶ τῶν μυκτήρων, καὶ
                        τοῦ στόματος, <lb/>καὶ τῶν ἄλλων τῶν οὕτως ἀραιῶν τὸ αὐτὸ τοῦτο
                        <lb/>ἐνενόησαν, ὡς ἐνδέχοιτό ποτε τῷ πλήθει τῆς περιεχομένης <lb/>ἐν αὐτοῖς
                        ὑγρότητος, οὐκ ἀραιώσει τῶν πόρων, ἐκρεῖν <lb/>τι; καὶ μὲν δὴ καὶ κεράμους
                        εἴδομεν πολλάκις ἀραιοὺς οὕτως, <lb/>ὡς διηθεῖσθαι τὸ ὕδωρ. ἀλλ’ εἰ μέλιτος
                        ἐγχέοις, οὐ <lb/>διηθεῖται, παχυτέρα γὰρ ἡ τοῦ μέλιτος οὐσία τῶν τοῦ κεράμου
                        <lb/>πόρων. οὔκουν οὐδὲ τοῦτο ἀπεικὸς ἦν ἐννοῆσαι, ὡς <lb/>διὰ λεπτότητα
                        πολλάκις ἐκρεῖ τι, κἂν μηδὲ αὐτὸ τὸ περιέχον <pb n="101"/> σῶμα τετρημένον
                        ἐκ τῆς φύσεως ᾖ· ἀλλ’ οὐδ’ ὅτι <lb/>πολλάκις, ἥπερ διοικεῖ τὸ ζῶον, ὁρμῇ
                        σφοδροτέρᾳ χρησαμένη, <lb/>τὸ περιττὸν ἅπαν ἐκένωσε δι’ αὐτοῦ, καθάπερ
                        ἐκθλίψασά <lb/>τε καὶ ἀπωσαμένη. τί οὖν χαλεπὸν ἦν ἐννοῆσαι <lb/>τῷ γε
                        ἀκριβῶς τοῖς τέχνης ἔργοις ὡμιληκότι τὰ πολλά; αἱ <lb/>γὰρ κρίσεις τῶν
                        νοσημάτων ὧδέ πως γίνονται. καὶ παρίημι <lb/>τὰς λοιπὰς τῶν κενουμένων
                        αἰτίας· ὡσαύτως δὲ καὶ τῶν <lb/>ἰσχομένων ἴσας τὸν ἀριθμὸν, ἐναντίας ταύταις
                        οὔσας. οὐ <lb/>γάρ ἐστι τῶν ἐκείνων ἀκοῶν ὁ τοιοῦτος λόγος ἄκουσμα. ὃ
                        <lb/>δέ μοι δοκοῦσι τάχα ἄν ποτε συνήσειν, ἐπὶ τοῦτ’ αὖθις <lb/>ἐπάνειμι. τὸ
                        δύνασθαί ποτε ῥευματίζεσθαι τὸν ὀφθαλμὸν, <lb/>ἢ πολλοῦ τοῦ ῥεύματος, ἢ
                        λεπτοῦ γεγονότος, ἢ ὑπὸ τῆς <lb/>φύσεως διὰ τοῦδε τοῦ μέρους ἀπωθουμένου,
                        μηδὲν αὐτῶν <lb/>τῶν σωμάτων παρὰ τὸ κατὰ φύσιν ἀλλοιότερον ἐχόντων, καὶ
                        <lb/>χρή δηλονότι τὸ μὲν λεπτὸν· ῥεῦμα παχύνειν, τὸ δὲ πολὺ <lb/>
                        <milestone unit="ed2page" n="298"/>κενοῦν. τὴν δὲ ὁρμὴν τῆς φύσεως, ἂν ἐν
                        καιρῷ γένηται, <lb/>δέχεσθαι, μηδὲν περὶ τὰ σώματα τῶν ὀφθαλμῶν <lb/>αὐτὰ
                        πραγματευόμενον, ἅτε μηδὲ τῆς ῥύσεως ἦν αἴτια. τὸ <pb n="102"/> δ’ οἴεσθαί
                        τινα μὲν φλεγμονὴν στεγνὸν εἶναι πάθος, ἑτέραν <lb/>δὲ ἐπιπεπλεγμένην, οὐκ
                        οἶδ’ ὅπως σωφρονούντων ἐστί. <lb/>πρῶτον μὲν γὰρ ἐπελάθοντο τῶν σφετέρων
                        λόγων, ὡς οὐ <lb/>τῇ κενώσει κριτέον τὸ ῥοῶδες, ἢ ταῖς ἐπισχέσεσι τὸ
                        στεγνὸν, <lb/>ἀλλ’ εἰς αὐτὰς τῶν σωμάτων τὰς διαθέσεις χρὴ βλέπειν.
                        <lb/>ὅταν οὖν καθ’ ἅπαν ὅμοιαι τυγχάνωσιν αὗται, καὶ μηδενὶ <lb/>φαίνηται
                        διαφέρειν ἡ νῦν φλεγμονὴ τῶν πρόσθεν, ἄλλῳ γε, <lb/>ἢ τῷ τὸ μὲν ἀποῤῥεῖν τι,
                        τὸ δὲ οὔ· πῶς οὐ δεινὸν ἄτοπον, <lb/>ἐπιπεπλεγμένην μὲν ταύτην, στεγνὴν δ’
                        ἐκείνην εἶναι <lb/>νομίζειν; ἔπειτα δὲ, πῶς οὐδὲ τοῦθ’, ὅπερ ἦν
                        προχειρότατον, <lb/>ἐπῆλθεν αὐτοῖς λογίσασθαι, ὅτι μήτε ἐν χειρὶ, μήτ’
                        <lb/>ἐν ποδὶ, μήτ’ ἐν πήχει, μήτ’ ἐν βραχίονι, μήτ’ ἐν κνήμη, <lb/>μήτ’ ἐν
                        μηρῷ, μήτ’ ἐν ἄλλῳ τινὶ μέρει τοῦ σώματος ὤφθη <lb/>ποτὲ φλεγμονῆς εἶδος
                        τοιοῦτον, οἷον ἐκτὸς ἀποχεῖν τι· μόναις <lb/>δὲ ταῖς ἐν τῷ στόματι, καὶ τοῖς
                        ὀφθαλμοῖς, καὶ ταῖς <lb/>ῥισὶν ὑπάρχειν τοῦτο; πότερον ὁ Ζεὺς προσέταξε ταῖς
                        κοινότησιν <lb/>ἁπάσαις ταῖς ἐπιπεπλεγμέναις, ὥστε μηδὲ πώποτε <pb n="103"/>
                        μηδεμίαν αὐτῶν εἰς ἄλλο μηδὲν τῶν τοῦ σώματος ἀφικνεῖσθαι <lb/>μορίων, ἀλλ’
                        ἐν ὀφθαλμοῖς μόνον, καὶ ῥινὶ, καὶ στόματι <lb/>πολεμεῖν; ἡ φλεγμονὴ μὲν γὰρ
                        ἅπαντα δύναται καταλαμβάνειν, <lb/>ὅσα γε τὰ τῆς γενέσεως αὐτῆς αἴτια
                        δέχεσθαι <lb/>πέφυκεν. τῷ δὲ εἶναι τὰ μὲν ἀραιὰ τὴν φύσιν, τὰ δὲ <lb/>πυκνά·
                            <milestone unit="ed1page" n="16"/>τῶν μὲν ἀποχεῖταί τι τοῦ ῥεύματος, ἐν
                        δὲ <lb/>τοῖς ἴσχεται. καὶ γὰρ εἰ πληρώσειας ἀσκὸν ἢ ἄλλο τι τῶν <lb/>οὕτως
                        στεγανῶν ὑγρᾶς οὐσίας, οὐδὲν ἀποῤῥεῖ· σπογγίαν <lb/>δὲ καὶ τῶν οὕτως ἀραιῶν
                        εὐθὺς ἅπαν τὸ περιττὸν ἀποχεῖται. <lb/>τί δὴ οὖν χαλεπὸν ἦν, ἐννοήσαντας
                        αὐτοὺς, ὅσον γε τὸ <lb/>ἄλλο δέρμα πᾶν στεγνότερόν ἐστι τοῦ κατὰ τοὺς
                        ὀφθαλμοὺς, <lb/>καὶ τοὺς μυκτῆρας, καὶ τὸ στόμα, τῇ τῶν μορίων φύσει
                        <lb/>τὴν αἰτίαν ἀναθεῖναι, παρέντας ἐπιπλοκὴν καὶ λήρους μακρούς; <lb/>ὅτι
                        γὰρ οὕτω τοῦτ’ ἔχει, δηλοῦσιν αἱ μεθ’ ἑλκώσεως <lb/>ἐν τοῖς ἄλλοις μορίοις
                        γινόμεναι φλεγμοναί· καὶ γὰρ κἀκείνων <lb/>ἀποῤῥεῖ τὸ λεπτομερὲς, ὥσπερ ἐν
                        ὀφθαλμοῖς, καὶ ῥινὶ, <lb/>καὶ στόματι· ἕως δ’ ἂν ἀπαθὲς ᾖ, καὶ πάντως
                        στεγνὸν τὸ <lb/>δέρμα, τοῦ μηδὲν ἀποχεῖσθαι τοῦτο αἴτιον, οὐ τὸ τῆς ﻿<pb n="104"/> φλεγμονῆς εἶδος. ὥσπερ αὖ πάλιν, εἰ μέλιτι δεύσειας ἢ
                        <lb/>ὑγρᾷ πίττῃ πάνυ τὸ πλῆθος ἀμέτρῳ σπογγίαν ἢ ἔριον, <lb/>οὐδὲν ἀποῤῥεῖ
                        διὰ τὸ τῆς ὑγρότητος πάχος, ἢ ὕδατι μὲν, <lb/>ἤ τινι τῶν οὕτω λεπτῶν, ἀλλ’
                        ἐλαχίστῳ τούτῳ· κατὰ τὸν <lb/>αὐτὸν, οἶμαι, λόγον οὐ διὰ παντὸς ἐκχεῖταί
                        τινι τῶν <lb/>ὀφθαλμῶν, ἢ διὰ τὸ πάχος τῆς ὑγρότητος, ἢ τῷ μὴ περιττεύειν,
                        <lb/>ὥσπερ καὶ ἐπὶ τῶν κατὰ φύσιν ἐχόντων. ὥστ’ ἐνδέχεται <lb/>ταὐτὸν εἶδος
                        τῆς φλεγμονῆς, μηδενὶ διαφέρον ἄλλῳ <lb/>γε, πλὴν τῷ πάχει τῆς ἐπιῤῥεούσης
                        οὐσίας, ὀφθαλμίαν <lb/>ἐργάσασθαι χωρὶς ῥεύματος, ἣν οἱ σοφώτατοι Μεθοδικοὶ
                        <lb/>στεγνὴν ὀνομάζουσι, καὶ διαφέρειν οἴονται τῆς ἐπιπεπλεγμένης,
                        <lb/>ἐπιλανθανόμενοι τῶν ἰδίων λόγων, οὓς ἄνω καὶ κάτω <lb/>μεταφέρουσι,
                        σωματικὰς ἀξιοῦντες εἶναι τὰς κατασκευὰς τῶν <lb/>παθῶν, οὐκ ἐν τοῖς ὑγροῖς
                        συνίστασθαι. πῶς οὖν, ὅταν εἰ <lb/>μὲν ἐν τοῖς σώμασιν ἡ αὐτὴ διάθεσις ᾖ,
                        οὐδενὶ ἄλλῳ γε <lb/>διαφέρουσα, μόνῃ δὲ τῇ τῶν ὑγρῶν φύσει λεπτῶν ἢ παχέων
                        <lb/>ὄντων, ἕπηται, ποτὲ μὲν ἀποῤῥεῖν τι, ποτὲ δὲ ἴσχεσθαι, <pb n="105"/>
                        διαφερούσας ὑπολαμβάνετε εἶναι τὰς κοινότητας; οὕτω μὲν <lb/>δὴ καὶ τὸ
                        ἐπιπεπλεγμένον ὑμῶν ἀδιανόητόν ἐστι. τὰ δὲ ἄλλα <lb/>κατὰ μέρος, οὐκ ἐν τοῖς
                        κατὰ δίαιταν μόνον, ἀλλὰ καὶ ἐν <lb/>τοῖς κατὰ χειρουργίαν τε καὶ
                        φαρμακείαν, ὅσα σφάλλεσθε, <lb/>τάχα ἂν αὖθις μαθήσετε, εἰ μηδέπω διὰ τούτων
                        ἐπείσθητε. <lb/>νυνὶ δὲ, ἐπεὶ καὶ τοῖς εἰσαγομένοις ἱκανὰ ταῦτα, καταπαύσω
                        <lb/>τῇδε τὸν παρόντα λόγον. </p></div></div></body></text></TEI>