<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg001.1st1K-grc2"><div type="textpart" subtype="chapter" n="7"><p>τοιοῦτοι δέ τινές εἰσι καὶ οἱ τὴν εὐγένειαν <lb/>προβαλλόμενοι καὶ φρονοῦντες ἐπ’ αὐτῇ
						μέγα· καὶ γὰρ <lb/>
						<milestone unit="lineno" n="5"/>καὶ οὗτοι σπάνει τῶν ἰδίων ἀγαθῶν ἐπὶ τὸ γένος ἥκουσιν,
						<lb/>οὐδὲ τοσοῦτον γιγνώσκοντες ὅτι ἡ ἄρα εὐγένεια αὕτη ἐφ’ <lb/>ᾗ σεμνύνονται τοῖς κατὰ
						πόλιν νομίσμασιν ἔοικεν, ἃ <lb/>παρὰ τοῖς θεμένοις ἰσχύοντα παρ’ ἄλλοις ἐστὶ κίβδηλα·
						<lb/>— οὐδ’ ηὑγένεια σ’ ἦρεν εἰς ὕψος μέγα; <lb/>
						<milestone unit="lineno" n="10"/>— κακὸν τὸ μὴ ἔχειν· τὸ γένος οὐκ ἔβοσκέ με. <lb/>καλὸς
						οὖν, [ἧ] φησὶν ὁ Πλάτων, θησαυρὸς <lb/>αἱ τῶν πατέρων ἀρεταί· κάλλιον δ’ ἀντιθεῖναι
						δύνασθαι <lb/>τὸν τοῦ Σθενέλου λόγον ‘ἡμεῖς τοι πατέρων <lb/>μέγ’ ἀμείνονες εὐχόμεθ’
						εἶναι’. ταύτην γὰρ μόνην ἔχοιμεν <lb/>
						<milestone unit="lineno" n="15"/>ἄν, εἰ δή τίς ἐστιν εὐγενείας χρεία, πρὸς οἰκεῖον
						<lb/>παράδειγμα τὸν ζῆλον ἡμῖν γίγνεσθαι· ὡς εἴ γε κατὰ <lb/>πολὺ τῆς τῶν προγόνων
						ἀρετῆς ἀπολειπόμεθα, λύπη <lb/>μὲν ἂν εἴη κἀκείνοις, εἴ τις αὐτοῖς ἐστιν αἴσθησις,
						<lb/>αἰσχύνη δ’ ἡμῖν αὐτοῖς τοσῷδε μείζων ὅσῳ καὶ τὸ <lb/>
						<milestone unit="lineno" n="20"/>γένος περιφανέστερον. οἱ μὲν γὰρ <lb/>[ἀμαθεῖς]
						παντάπασιν ἄσημοι τῷ γένει τοῦτο γοῦν αὐτὸ <lb/>κερδαίνουσι τὸ μὴ γιγνώσκεσθαι τοῖς
						πολλοῖς ὁποῖοί <lb/>τινές εἰσιν· ὅσοις δὲ τὸ λαμπρὸν καὶ διάσημον τοῦ <lb/>γένους οὐδὲ
						τοῦ λαθεῖν ἐξουσίαν δίδωσι, τί ἄλλο ἢ <lb/>
						<milestone unit="lineno" n="25"/>περιφανέστερον οὗτοι δυστυχοῦσιν; καὶ μὲν δὴ καὶ
						<lb/>καταγιγνώσκονται μᾶλλον οἱ ἀνάξιοι τοῦ γένους, ὥστ’ <lb/>εἰ καί τις ἠλίθιος ὢν
						ὑπομιμνῄσκοι τὸ λαμπρὸν τοῦ <lb/>γένους, ἀσυγγνωστότερον ἑαυτῷ τὸ κακὸν ἀποφαίνει. οὐ
						<lb/>γὰρ ὁμοίως ἐξετάζομέν τε καὶ βασανίζομεν τοὺς ἐπιτυχόντας <pb n="8"/> ἀνθρώπους
						τοῖς ἐκ γένους λαμπροῦ, ἀλλὰ τοὺς <lb/>μέν, κἂν μέτριοί τινες ὦσιν, ἀποδεχόμεθα τῇ
						δυσγενείᾳ <lb/>τῆς ἐνδείας τὴν αἰτίαν ἀναφέροντες, τοὺς δ’ εἰ μηδὲν <lb/>τῶν προγόνων
						ἄξιον ἔχοιεν οὐδέπω θαυμάζομεν, ἂν καὶ <lb/>
						<milestone unit="lineno" n="5"/>τῶν ἄλλων ἁπάντων πολὺ διαφέρωσιν. ὥστ’ εἴ τις εὗ
						<lb/>φρονεῖ, τέχνης ἀσκήσει προσίτω, δι’ ἣν κἂν εὐγενὴς ᾗ <lb/>τοῦ γένους οὐκ ἀνάξιος
						φανεῖται, κἂν μὴ τοιοῦτος ὑπάρχῃ <lb/>τὸ γένος αὐτὸς ἐπικοσμήσει, μιμησάμενος τὸν
						παλαιὸν <lb/>ἐκεῖνον Θεμιστοκλέα, ὃς ὀνειδιζόμενος ἐπὶ τῷ γένει ‘ἀλλ’ <lb/>
						<milestone unit="lineno" n="10"/>ἐγὼ τοῖς ἀπ’ ἐμαυτοῦ, ἔφη, τοῦ γένους ἄρξω, καὶ τὸ
						<lb/>μὲν ἐμὸν ἀπ’ ἐμοῦ γένος ἄρξεται, τὸ δὲ σὸν εἰς σὲ τελευτήσει’. <lb/>ὁρᾷς ὡς οὐδὲν
						κωλύει τὸν Σκύθην Ἀνάχαρσιν <lb/>καὶ θαυμάζεσθαί τε καὶ σοφὸν ὀνομάζεσθαι· καίτοι
						<lb/>βάρβαρος ἦν τὸ γένος. οὗτός ποτε πρός τινος ὀνειδιζόμενος <lb/>
						<milestone unit="lineno" n="15"/>ὅτι βάρβαρος εἴη καὶ Σκύθης ‘ἐμοὶ μέν, 〈εἶπεν〉, <lb/>ἡ
						πατρὶς ὄνειδος, σὺ δὲ τῇ πατρίδι’, πάνυ καλῶς ἐπιπλήξας <lb/>τῷ μηδενὸς ἀξίῳ λόγου,
						μόνον δ’ ἐπὶ τῇ πατρίδι <lb/>σεμνυνομένῳ. εἰ γὰρ ἐπιστήσαις τοῖς πράγμασι τὸν <lb/>νοῦν,
						οὐ διὰ τὰς πόλεις εὕροις ἂν ἐν δόξῃ τοὺς πολίτας <lb/>
						<milestone unit="lineno" n="20"/>γιγνομένους, ἀλλ’ αὐτὸ δὴ τοὐναντίον διὰ τοὺς ἀγαθοὺς
						<lb/>ἄνδρας [ἐν ταῖς τέχναις] καὶ τὰς πατρίδας αὐτῶν μνημονευομένας. <lb/>τίς γὰρ 〈ἂν〉
						ἦν Σταγίρων λόγος, εἰ μὴ δι’ <lb/>Ἀριστοτέλην, τίς δ’ ἂν Σόλων, εἰ μὴ δι’ Ἄρατόν τε καὶ
						<lb/>Χρύσιππον· ὅπου καὶ τῶν Ἀθηνῶν αὐτῶν μέχρι πόρρω <lb/>
						<milestone unit="lineno" n="25"/>τοὔνομα πεφοίτηκεν οὐ διὰ <milestone unit="ed1folio" n="2r"/> τὴν τῆς γῆς ἀρετήν — λεπτόγεως <lb/>γάρ — ἀλλὰ διὰ τοὺς ἐν αὐτῇ <lb/>φύντας,
						οἳ πλεῖστοί τε καὶ ἄριστοι γενόμενοι μετέδοσάν <lb/>τι καὶ τῇ πατρίδι τοῦ σφετέρου
						κλέους. μάθοις δ’ ἂν <lb/>ἐναργέστατα τὸ τοιοῦτον ἀληθὲς ὄν, εἰ τὸν Ὑπέρβολον <lb/>
						<milestone unit="lineno" n="30"/>ἢ τὸν Κλέωνα λογίσαιο, τοσοῦτον ἀπὸ τῶν Ἀθηνῶν
						<lb/>κερδήσαντας ὅσον ἄν τις εἰς περιφάνειαν κακὸς ὢν ἐπικτήσαιτο. <pb n="9"/> ‘ἦν ὅτε
						σύας Βοιώτιον ἔθνος ἔνεπον’ ὁ Πίνδαρός <lb/>φησι, καὶ πάλιν ὁ αὐτὸς ‘εἰ φεύγομεν
						<lb/>Βοιωτίαν ὗν’, ἀξιῶν ὅλου σχεδὸν ἔθνους τὸν ἐπ’ <lb/>ἀμαθείᾳ ψόγον ἀπολύεσθαι διὰ
						τὴν ἑαυτοῦ μουσικήν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="8"><lb/><milestone unit="lineno" n="5"/><p>ἐπαινέσειε δ’ ἄν τις καὶ τὸν Ἀθήνησι νομοθέτην, <lb/>ὃς τὸν μὴ διδάξαντα τέχνην ἐκώλυε
						πρὸς τοῦ <lb/>παιδὸς τρέφεσθαι. τέχνης 〈γὰρ〉 ἁπάσης κατ’ ἐκεῖνον <lb/>μάλιστα τὸν χρόνον
						ἀσκουμένης ἡνίχ’ ὡραιότατα φαίνεται <lb/>τὰ σώματα, πολλοῖς συνέβη περιβλέπτοις διὰ
						κάλλος <lb/>
						<milestone unit="lineno" n="10"/>γεγενημένοις ἀμελῆσαι τῆς ἑαυτῶν ψυχῆς, εἶθ’ ὕστερον
						<lb/>ὅτ’ οὐδὲν ὄφελος λέγειν ‘εἴθ’ ὤφελεν τὸ κάλλος, ὅ με <lb/>διώλεσε, κακῶς ὀλέσθαι’.
						τηνικαῦτα δ’ <lb/>αὐτοὺς καὶ τὸ τοῦ Σόλωνος εἰσέρχεται σκοπεῖσθαι κελεύοντος <lb/>ἐν
						τοῖς μάλιστα τὸ τέλος τοῦ βίου. εἶτα καὶ <lb/>
						<milestone unit="lineno" n="15"/>τῷ γήρᾳ λοιδοροῦνται, δέον ἑαυτοῖς, καὶ τὸν Εὐριπίδην
						<lb/>ἐπαινοῦσι λέγοντα οὐκ ἀσφαλὲς εἶναι περαιτέρω <lb/>τὸ κάλλος ἢ μέσον λαβεῖν.
						ἄμεινον οὖν ἐστιν <lb/>ἐγνωκότας τὴν μὲν τῶν μειρακίων ὥραν τοῖς ἠρινοῖς <lb/>ἄνθεσιν
						ἐοικυῖαν ὀλιγοχρόνιόν τε τὴν τέρψιν ἔχουσαν <lb/>
						<milestone unit="lineno" n="20"/>ἐπαινεῖν 〈ἐκεῖνόν〉 τε καὶ τὴν Λεσβίαν <lb/>λέγουσαν ‘ὁ
						μὲν γὰρ καλὸς ὅσσον ἰδεῖν πέλεται <lb/>〈καλός〉, ὁ δὲ κἀγαθὸς αὐτίκα καὶ καλὸς ἔσται’,
						πείθεσθαι <lb/>δὲ καὶ Σόλωνι τὴν αὐτὴν γνώμην ἐνδεικνυμένῳ, <lb/>τὸ δὲ γῆρας καθάπερ
						χαλεπὸν ἐφεδρεύοντα χειμῶνα, <lb/>
						<milestone unit="lineno" n="25"/>δεόμενον οὐχ ὑποδημάτων μόνον καὶ ἐσθῆτος ἀλλὰ καὶ
						<lb/>οἰκήσεως ἐπιτηδείας καὶ μυρίων ἄλλων, παρασκευάζεσθαι <lb/>πρὸς αὐτὸ καθάπερ ἀγαθὸν
						κυβερνήτην ἐκ πολλοῦ πρὸς <lb/>χειμῶνα· μοχθηρὸν γὰρ τὸ ‘ῥεχθέν δέ τε νήπιος ἔγνω’.
						<lb/>πρὸς τί γὰρ ἂν καὶ φαίη τις εἶναι χρήσιμον <pb n="10"/> ἀνάσκητον νέου κάλλος; ἆρά
						γ’ εἰς πόλεμον; καὶ μὴν <lb/>οὐκ 〈ἂν〉 ἀστόχως τις ἐπιφωνήσειε τοῖς τοιούτοις ‘ἀλλὰ
						<lb/>σύγ’ ἱμερόεντα μετέρχεο ἔργα γάμοιο’ 〈ἢ〉 ‘ἀλλ’ <lb/>εἰς οἶκον ἰοῦσα τὰ σ’ αὐτῆς
						ἔργα κόμιζε’. καὶ <lb/>
						<milestone unit="lineno" n="5"/>γὰρ ὁ Νιρεὺς ‘κάλλιστος μὲν ἀνὴρ ὑπὸ Ἴλιον <lb/>ἦλθεν,
						ἀλλ’ ἀλαπαδνὸς ἔην’, καὶ διὰ τοῦθ’ ἅπαξ αὐτοῦ <lb/>μόνον ἐμνημόνευσεν Ὅμηρος ἐν νεῶν
						καταλόγῳ πρὸς ἐπίδειξιν, <lb/>ἐμοὶ δοκεῖ, τῆς τῶν καλλίστων ἀνδρῶν ἀχρηστίας, <lb/>ὅταν
						αὐτοῖς ὑπάρχῃ μηδὲν ἄλλο τῶν εἰς τὸν βίον χρησίμων. <lb/>
						<milestone unit="lineno" n="10"/>οὐδὲ μὴν εἰς πόρον χρημάτων, εἴ τινες τῶν
						<lb/>κακοδαιμόνων λέγειν τολμῶσι, τὸ κάλλος ἐστὶ χρήσιμον. <lb/>ὁ μὲν γὰρ ἐλευθέριός τε
						καὶ ἔνδοξος καὶ βέβαιος χρηματισμὸς <lb/>ἀπὸ τέχνης γίγνεσθαι πέφυκεν, ὁ δ’ ἀπὸ
						<lb/>σώματος καὶ κάλλους αἰσχρός ἐστι καὶ διὰ παντὸς <lb/>
						<milestone unit="lineno" n="15"/>ἐπονείδιστος. χρὴ τοίνυν τὸν νέον πειθόμενον τῷ
						<lb/>παλαιῷ παραγγέλματι τὴν <lb/>ἑαυτοῦ μορφὴν ἐν κατόπτρῳ θεασάμενον, εἰ μὲν καλὸς
						<lb/>εἴη τὴν ὄψιν, ἀσκῆσαι τοιαύτην εἶναι καὶ τὴν ψυχήν, <lb/>ἄτοπον ἡγησάμενον ἐν καλῷ
						σώματι ψυχὴν αἰσχρὰν οἰκεῖν, <lb/>
						<milestone unit="lineno" n="20"/>εἰ δ’ αἰσχρὸς αὑτῷ φαίνοιτο τὴν τοῦ σώματος ἰδέαν
						<lb/>εἶναι, τοσῷδε μᾶλλον ἐπιμεληθῆναι τῆς ψυχῆς, ἵν’ ἔχῃ <lb/>λέγειν τὸ Ὁμηρικόν ‘ἄλλος
						δ’ αὖτ’ εἶδος ἀκιδνότερος <lb/>πέλει ἀνήρ· ἀλλὰ θεὸς μορφὴν ἔπεσι στέφει, οἳ <lb/>δέ τ’
						ἐς αὐτὸν τερπόμενοι λεύσσουσιν· ὃ δ’ ἀσφαλέως <lb/>
						<milestone unit="lineno" n="25"/>ἀγορεύει αἰδοῖ μειλιχίῃ, μετὰ δὲ πρέπει ἀγρομένοισιν·
						<lb/>ἐρχόμενον δ’ ἀνὰ ἄστυ θεὸν ὣς εἰσορόωσιν’.</p><p>ἐξ ἁπάντων τοίνυν τῶν εἰρημένων τοῖς γε μὴ παντάπασιν <lb/>ἀνοήτοις ἐναργῶς φαίνεται
						μήτ’ ἐπὶ γένους <lb/>λαμπρότητι μήτ’ ἐπὶ πλούτῳ τε καὶ κάλλει θαρρήσαντας <lb/>
						<milestone unit="lineno" n="30"/>καταφρονῆσαι τέχνης ἀσκήσεως. αὐτάρκη μὲν οὖν καὶ
						<lb/>ταῦτα· κάλλιον δ’ ἴσως προσθεῖναι καὶ τὸ τοῦ Διογένους ﻿<pb n="11"/> οἷον ἀγαθόν
						τινα ἐπῳδόν. ὃς ἑστιώμενος παρά τινι τῶν <lb/>μὲν ἑαυτοῦ πάντων ἀκριβῶς προνενοημένῳ,
						μόνου δ’ <lb/>ἑαυτοῦ παντάπασιν ἠμεληκότι, χρεμψάμενος ὡς πτύσων <lb/>εἶτ’ ἐν κύκλῳ
						περισκοπήσας εἰς οὐδὲν μὲν τῶν πέριξ <lb/>
						<milestone unit="lineno" n="5"/>ἔπτυσεν, αὐτῷ δὲ μόνῳ προσέπτυσε τῷ δεσπότῃ τῆς
						<lb/>οἰκίας. ἀγανακτοῦντος δ’ αὐτοῦ καὶ τὴν αἰτίαν ἐρωτῶντος <lb/>οὐδὲν ἔφησεν ὁρᾶν
						οὕτως ἠμελημένον τῶν κατὰ τὴν <lb/>οἰκίαν ὡς ἐκεῖνον. τοὺς γὰρ τοίχους ἅπαντας
						ἀξιολόγοις <lb/>γραφαῖς κεκοσμῆσθαι, τὸ δ’ ἔδαφος ἐκ ψήφων πολυτελῶν <lb/>
						<milestone unit="lineno" n="10"/>συγκεῖσθαι θεῶν εἰκόνας ἔχον [ἐξ αὐτῶν] διατετυπωμένας,
						<lb/>ἅπαντά 〈τε〉 τὰ σκεύη λαμπρὰ καὶ καθαρὰ <lb/>καὶ τὴν στρωμνὴν καὶ τὰς κλίνας εἰς
						κάλλος ἐξησκῆσθαι, <lb/>μόνον δ’ ἐκεῖνον ὁρᾶν ἠμελημένον. εἴθισται δ’ ἅπασιν
						<lb/>ἀνθρώποις εἰς τοὺς ἀτιμοτάτους τῶν παρόντων τόπων <lb/>
						<milestone unit="lineno" n="15"/>ἀποπτύειν. μὴ τοίνυν ἐάσῃς, ὦ μειράκιον, ἄξιον τοῦ
						<lb/>προσπτύεσθαι γενέσθαι σεαυτόν, μηδ’ ἂν ἅπαντά σοι <lb/>τἄλλα κάλλιστα διακεῖσθαι
						δοκῇ. σπάνιον μὲν γάρ ἐστι <lb/>καὶ τὸ τυχεῖν αὐτῶν ὁμοῦ πάντων, ὡς εὐγενῆ τε καὶ
						<lb/>πλούσιον εἶναι καὶ καλὸν ἅμα τὸν αὐτόν. εἰ δ’ ἄρα καὶ <lb/>
						<milestone unit="lineno" n="20"/>συνέλοι ποτέ, δεινὸν ἂν εἴη μόνον ἐν ἅπασι τοῖς
						ὑπάρχουσιν <lb/>αὐτὸν κατάπτυστον εἶναι. </p></div></div></body></text></TEI>