τοιαῦτα καὶ Φλάκκος ἔπαθε γενόμενος ἀψευδεστάτη πίστις τοῦ μὴ ἀπεστερῆσθαι τὸ Ἰουδαίων ἔθνος ἐπικουρίας τῆς ἐκ θεοῦ. 1 στέρνα (α corr. vid. ex ὢν) Η τινὰ post τρόπον add. A ἔκειτο Α (Mang.): om. ceteri (Turn.) 2 ἐννόμως M 3 τόπος corr. ex τρόπος M 4 καὶ ante διὰ add. Α 5 ἐκχεομένῳ (scil. αἵματι) Mang. : ἐκχεομένων codd. (v) δὲ L (v) ὀρωρυγμένων Η, ὠρωρυγμένων G 8 ἀπεστερῆσθαι Cohn: ὑπερορᾶσθαι codd. (v) ; ὑστερεῖσθαι coni. Mang. (Dahl), ἐστερῆσθαι Matthaei τὸ om. Mang. τῶν ante Ἰουδαίων add. Α (Mang.) ἰουδαῖον L (Turn.)