ἔφαμεν πάλαι, ὅτι Σὴμ ἐπώνυμός ἐστιν ἀγαθοῦ, καλούμενος οὐκ ὀνόματος εἴδει, ἀλλ’ 2 ἐπαληθεὐηται coiiicio 3 tertium ἐπὶ om. v quartum ἐπὶ G: ἐπεὶ FΗ 4 ἔκγονα conicio στίχουσιν F 5 καθ’ αὑτοὺς couicio 7 Μωσῆς; Vat πλεῖον Vat 8 λέγει] φησὶ Vat 9 διάχητε Η 11 καὶ μονὴν Vat: ἐκτὸς εἶναι μόνην cocld., εἰκότως εἶναι μονὴν Mang. κακιῶν Vat: κακῶν codd. 12 ταῦτα Vat: τοῦτο codd. 13 ὕποχον G1: ὗποσχον F, ὑπάρχοντι G2, ὑποσχ(??) in mg. L, om. H, ὑπαίτιον Vat, ὑπόδικον coni. Mang. 13. 14 πρὸς τὸν Κάιν Vat: περὶ τῆς τοῦ παντὸς γενέσεως codd. 14 χρησθεῖσι om. Vat λόγοις Vat 15 αὐτόν Vat: τὸν φαῦλον codd. d) οὕτος om. Vat ἁμαρτεῖν Vat 16 κακὰ H1 τὴν Vat: om. codd. ἣν Vat: om. codd. 16. 17 bis ὅτιGF Vat: ἐν τῶ Η, ὅ τι coui. Cohu 17 ἀνυπαίτιον καὶ σωτήριον Vat 18 τἀς] τά Η ἀρετὰς L1 19 ἔχοντα seclusi vel ἐξῆς conicio (ἐχομένως coni. Cohn) 20 αὑτοῦ V κύριος om. L 6—17 Vat. gr. 1611 fol. 232 Φῶνος (= Corderii Catena in Lucara p. 426): ἔτι ἐν Τῶ νόμω—ἀνυπαίτιον καὶ σωτήριον. ὅλον τὸ γένος αὐτοῦ ὄνομα, παρόσον τὸ ἀγαθὸν ὀνομαστὸν μόνον καὶ εὐφημίας καὶ εὐκλείας ἄξιον, ὡς ἔμπαλιν ἀνώνυμον καὶ δυσώνυμον τὸ κακόν. τίνος οὖν τὸν τῆς φύσεως τἀγαθοῦ μεμοιραμένον εὐχῆς ἀξιοῖ;