λέγεται δὲ καὶ δι’ ἑτέρων· „τὰ δῶρά μου, δόματά μου, καρπώματά μου διατηρήσετε προσφέρειν ἐμοὶ ἐν ταῖς ἑορταῖς μου“ (Num. 28, 2), οὐκ ἀφαιροῦντες οὐδὲ διανέμοντες, ἀλλ’ ἔμπλεα καὶ ὁλόκληρα καὶ τέλεια προσάγοντες· ἑορτὴ γὰρ ψυχῆς ἡ ἐν ἀρεταῖς εὐφροσύνη τελείαις, τέλειαι δὲ αἱ κηρῶν ἀμέτοχοι, ὅσας τὸ ἀνθρώπειον γένος χωρεῖ. μόνος δὲ ἑορτάζει τὴν τοιαύτην ἑορτὴν ὁ σοφός, τῶν δὲ ἄλλων οὐδὲ εἷς· ἄγευστον γὰρ παθῶν ἢ κακιῶν 1 δὲ Pap MG: δ’ ceteri ὑπολειπτέον UG: ὑποληπτέον ceteri 2 οὑν om. Pap τούτων] τῆς τῶν τόπων AP, τῶν τοιούτων Mang. εἰσιν Pap δὲ om. Pap 3 ὅλα (sic) δι’ ὅλων post θέμις transp. Pap ἅς om. Pap 4 αἱ add. Pap: om. codd. αμερισταις Pap 5 ὁ Ἰσαάκ Pap M: ὁ om. ceteri 6 μεμοιραμένον] λελωβημένον AGH 7 δόγματά (sic) μου δῶρά μου transp. H διατηρήσατε Α 8 μου om. GHP ἀφαιροῦντες — διανέμοντες — προσάγοντες Mang. : ἀφαιροῦντας — διανέμοντας — προσάγοντας codd. et Pap 9 ἔκπλεα UF 10 τελείαις Pap D: τελεία codd. τέλειαι] τέλεια F δὲ om. Pap κηρῶν] κηλίδων D (Mang.) ὅσας] ἃς Pap 11 ἀνθρώπειον Pap UF: ἀνθρώπινον ceteri 12 δ’ AHUF, δὲ om. P οὐδὲ εἷς Pap UF: οὐδείς ceteri 4—6 ibid. . . . cuius rei manifestum et evidens exemplum est oblatio patriarchae quem sacrificii modo obtulit pater . . . mundam offerens Deo hostiam vacuamque formidinis et corporeae cupiditatis immunem. 6 sqq. ibid. II 2,8 . . . cum fidem habuerimus, elaboremus ut opera nostra perfecta sint, siquidem hoc plenum est et perfectum sacrificium, sicut ipse Dominus docet nos dicens: De donis et datis meis observabitis offere mihi in diebus festis meis, nihil detrahentes neque dispertientes, sed plena et integia et perfecta offerentes. festus autem dies Domini est, ubi perfectarum virtutum gratia est, quae tunc perfectae sunt, si . . . animus delinimenta voluptatis excludat. . . . solus itaque sapiens hanc celebrat sollemnitatem, nullus alius; iramunem enim huiusmodi passionum animam reperire difficile est. divide ergo secundum rationem animae principalia et obedientia, et tunc quid masculinum quidve femininum sit deprehendes. nulla enim sine labore virtus, quia labor processus virtutis est. quod etiam legis ipsius verba significant, quae dicit: Omne quod aperit vulvam asinae, mutabis ove. ... quod asina laboriosum sit animal, ovis fructuosum . . . omnem laborem tuum, omnem industriam puro et simplici commendabis affectu. 9—12 DC fol. 170r Φίλωνος ἐκ τοῦ εἰς τὸν Αβελ) DR fol. 162v Φίλωνος) ψυχῆς — οὐδείς. 12—248,1 DC fol. 46v DR fol. 67v Φίλωνος ἐκ τοῦ περὶ Αβελ: ἄγευστον— σπανιώτατον. ψυχὴν εὑρεῖν σπανιώτατον. ἀποδοὺς οὖν τὸν περὶ τῶν μερῶν τῆς ψυχῆς λόγον ἡγεμονικοῦ τε καὶ ὑπηκόου καὶ τί ἐστιν ἐν ἑκατέρῳ τὸ ἄρρεν ἢ θῆλυ, μετὰ ταῦτα περὶ τῶν ἀκολούθων ἐκδιδάσκει. σαφῶς γὰρ εἰδὼς ὅτι δίχα πόνου καὶ ἐπιμελείας οὐχ οἷόν τε γενεᾶς τῆς ἄρρενος ἐπιλαχεῖν, φησὶν ἑξῆς· „πᾶν διανοῖγον μήτραν ὄνου ἀλλάξεις προβάτῳ“ (Exod. 13, 13), ἴσον τῷ πάντα πόνον ἀντικαταλλάττου προκοπῆς· πόνου μὲν γὰρ ὄνος — τλητικὸν γὰρ τὸ ζῷον —, προκοπῆς δὲ πρόβατον, ὡς καὶ αὐτὸ δηλοῖ τοὔνομα, σύμβολον. ἴθι οὖν ἐπὶ τὴν τῶν τεχνῶν καὶ ἐπιτηδευμάτων καὶ τῶν ἄλλων ὅσα διδακτὰ μελέτην, μὴ ὀλιγώρως μηδὲ ῥᾳθύμως ἀλλὰ μετὰ φροντίδος τῆς πάσης παρεσκευακὼς τὴν σαυτοῦ διάνοιαν ὑποστῆναι καρτερῶς πάντα κάματον, καὶ σπούδαζε μὴ ὑπὸ ἀτελοῦς κατασχεθῆναι πόνου, προκοπὴν δὲ καὶ βελτίωσιν ἐπὶ τὸ εὐκλεέστατον ἄγοντα τέλος εὑρέσθαι· προκοπῆς γὰρ χάριν οἰστὸς ὁ πόνος. ἐὰν δὲ ἄρα σὺ μὲν ἀναδέχῃ τὸν ἐκ τοῦ πονεῖν κάματον, ἡ δὲ φύσις μηδὲν ἐπιδιδῷ πρὸς τὸ ἄμεινον ἐναντιουμένη ταῖς ἐκ προκοπῆς βελτιώσεσι, μετατραπόμενος ἠρέμει· χαλεπὸν γάρ ἐναντιοῦσθαι φύσει. διὸ καὶ προστίθησιν· „ἐὰν δὲ” φησί „μὴ ἀλλάξῃς, 1 εὑρεῖν ψυχήν transp. PDR τὼ] τῶν M τῆς om. F 2 λόγον post ψυχῆς habent Pap UF: post ὑπηκόου transp. ceteri 3 τὸ ἄρρεν Pap UF: τὸ om. ceteri περὶ τῶν ἀκολούθων Pap UF: περὶ σώματος ἀκολούθως ceteri 5 φησὶν] φυγεῖν F ὤνου M ἀλλ’ ἄξης Α 6 προβάτου Pap τῳ] τὸ F 7 πόνος Pap ὦνος M τὸ om. UF προκοπη Pap 8 ἴθι οὑν Pap: ποιοῦν MAGP, τί οὖν UF, τι ὃν in ras. H τὴν Pap U: om. F, τῆς ceteri 9 τῶν τέχνων καὶ τῶν ἄλλων ἐπιτηδευμάτων Pap μελέτην Pap UF: μελέτης ceteri 10. 11 παρεσκευακὼς codd.: παρεσκευακότα v 11 κάματον] πόνον Α 12 σπούδαζε codd.: σπουδάσαι v ἀτελοῦς Pap UF: ἀμελοῦς ceteri 13 ἀκλεέστατον AP, εὐκταιότατον UF ἀγαγόντα F, ἀγωγὰ Pap εὕρασθαι MAP 14 δ’ UF σὺ] σοι Pap 15 ἐπιδῶ UF, διδῷ D 16 βελτειωσεσιν Pap μετατραπόμενος Pap F: μετατρεπόμενος ceteri χαλεπὸν— προστίθησιν (17) om. A 17 καὶ — δὲ om. HP, add. mgH προστιθησει Pap φησί om. UF μὴ ἀλλάξῃς] μεταλλάξης U 13 — 17 DR fol. 274v τοῦ αὐτοῦ Φίλωνος): προκοπῆς χάριν οὗτος (sic) ὁ πόνος· ἐὰν δὲ σὺ — ἐναντιοῦσθαι φύσει. 17 sqq. Amhros. l. l. 112,9 Si autem non mutabis, inquit, redi mes. . . . intellectus profundior liberandam animam tiiam docet, ut desistat ab iis quae fructum non habent: qui enim redimit se, iiberat et quodam exuit debito. relinquenda sunt opera, quae veruin fructum bonosque processus babere non possunt; qualia sunt ista mundana, quofum usus non potest esse diuturnus. . . . ea enim quae servitutem animae inferunt, inutilia sunt omnia, etsi non desit effectus. λυτρώσῃ αὐτό“ (Exod. 13, 13), ὅπερ ἐστίν, ἐὰν μὴ δυνηθῇς προκοπὴν ἀλλάξασθαι τοῦ πονεῖν, μέθες καὶ τὸν πόνον· τὸ γάρ λυτρώσασθαι τοιοῦτον ὑποβάλλει νοῦν, ἐλευθερῶσαι τὴν ψυχὴν ἀνηνύτου καὶ ἀτελοῦς φροντίδος. λέγω δὲ ταῦτα οὐ περὶ τῶν ἀρετῶν ἀλλὰ περὶ τῶν μέσων τεχνῶν καὶ ὧν ἄλλων ἀναγκαίων περί τε σώματος ἐπιμέλειαν καὶ τὴν τῶν ἐκτὸς περιουσίαν πραγματεύονται, ἐπεὶ ὅ γε περὶ ἀγαθῶν καὶ καλῶν τελείων πόνος, κἂν ὑστερίζῃ τοῦ τέλους, ἱκανὸς ἐξ ἑαυτοῦ προωφελῆσαι τοὺς χρωμένους, τὰ δὲ ὅσα ἐκτὸς ἀρετῆς, ἐὰν μὴ προσγένηται τὸ πέρας, ἀνωφελῆ πάντα· ὥσπερ ἐπὶ ζῴων, ἐὰν ἀφέλῃς κεφαλήν, οἴχεται τἆλλα· κεφαλὴ δὲ πραγμάτων ἐστὶ τὸ τέλος αὐτῶν, ἃ ζῇ μὲν τρόπον τινὰ ἐφαρμοζομένου, θνῄσκει δέ, ἐὰν ἐκτεμεῖν καὶ ἀκρωτηριάζειν ἐθέλῃς.