Ἐπίχαρμον δὲ τὸν κωμῳδιοποιόν, κωμῳδιοποιόν (the preferred form) Bernardakis: κωμῳδοποιόν . ὅτι τῆς γυναικὸς αὐτοῦ παρούσης εἶπέ τι τῶν ἀπρεπῶν, ἐζημίωσε.