<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:stoa0033a.tlg043.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p>Τὸ δὲ πνεῦμα <lb/>τὸ ἐκ τῆς ἀναπνοῆς φέρεσθαι μὲν εἰς τὴν κοιλίαν, οὐ διὰ <lb/>τοῦ
						στομάχου (τοῦτο μὲν γὰρ ἀδύνατον), ἀλλὰ πόρον εἶναι <lb/>παρὰ τὴν ὀσφύν, δι’ οὗ τὸ
						πνεῦμα τῇ ἀναπνοῇ φέρεσθαι <lb/>ἐκ τοῦ βραγχίου εἰς τὴν κοιλίαν καὶ πάλιν ἔξω· τοῦτο δὲ
						<lb/>τῇ αἰσθήσει φανερόν. Ἔχει δ’ ἀπορίαν καὶ τὰ περὶ τὴν αἴσθησιν. <lb/>Εἰ γὰρ ἡ
						ἀρτηρία μόνον αἰσθάνεται, πότερα τῷ <lb/>πνεύματι τῷ δι’ αὐτῆς, ἢ τῷ ὄγκῳ, ἢ τῷ σώματι;
						Ἢ εἴπερ <lb/>ὁ ἀὴρ πρῶτον ὑπὸ τὴν ψυχήν, τῷ κυριωτέρῳ τε καὶ προτέρῳ; <lb/>Τί οὖν ἡ
						ψυχή; Δύναμίν φασι τὴν αἰτίαν τῆς κινήσεως <lb/>τῆς τοιαύτης. Ἢ δῆλον ὡς οὐκ ὀρθῶς
						ἐπιτιμήσεις <lb/>τοῖς τὸ λογιστικὸν καὶ θυμικόν· καὶ γὰρ οὗτοι ὡς δυνάμεις
						<lb/>λέγουσιν. Ἀλλ’ εἰ δὴ ἡ ψυχὴ ἐν τῷ ἀέρι τούτῳ, οὗτός <lb/>γε κοινὸς ἢ πάσχων γέ τι
						καὶ ἀλλοιούμενος, εὐλόγως ἂν <lb/>εὔψυχον ἡ ψυχή, πρὸς τὸ συγγενὲς φέρεται, καὶ τῷ ὁμοίῳ
						<lb/>τὸ ὅμοιον αὔξεται. Ἢ οὔ; Τὸ γὰρ ὅλον οὐκ ἀήρ, ἀλλὰ <lb/>συμβαλλόμενόν τι πρὸς
						ταύτην τὴν δύναμιν ὁ ἀήρ, ἢ οὐ τὸ <lb/>ταύτην ποιοῦν, καὶ τὸ ποιῆσαν τοῦτ’ ἀρχὴ καὶ
						ὑπόθεσις. <lb/>Τοῖς δὲ μὴ ἀναπνέουσιν, ἵνα ἀνεπίμικτος τῷ ἔξω. Ἢ οὔ, <pb n="361"/> ἀλλὰ
						κατ’ ἄλλον τρόπον μιγνύμενος; Τίς οὖν ἡ διαφορὰ <lb/>τοῦ ἐν τῇ ἀρτηρίᾳ πρὸς τὸν ἔξω;
						Διαφέρειν γὰρ εὔλογον, <lb/>τάχα δὲ καὶ ἀναγκαῖον, λεπτότητι. Ἀλλ’ ἔτι δὲ καθ’ αὑτὸν
						<lb/>θερμὸς ἢ ὑφ’ ἑτέρου; Φαίνεται γὰρ ὁ ἔσω καθά περ ὁ <lb/>ἔξω· βοηθεῖται δὲ τῇ
						καταψύξει. Πότερα δέ; Ἔξω μὲν <lb/>γὰρ πραΰς, ἐμπεριληφθεὶς δὲ πνεῦμα, καθάπερ πυκνωθεὶς
						<lb/>καὶ διαδοθείς πως. Ἢ μίξιν τινὰ ἀνάγκη λαμβάνειν, ἐν <lb/>ὑγρότητί τε καὶ
						σωματικοῖς ὄγκοις ἀναστρεφόμενον; Οὐκ <lb/>ἄρα λεπτότατος, εἴπερ μέμικται. Καὶ μὴν
						εὔλογόν γε <lb/>τὸ πρῶτον δεκτικὸν ψυχῆς, εἰ μὴ ἄρα καὶ ἡ ψυχὴ τοιοῦτον, <lb/>καὶ οὐ
						καθαρόν τι καὶ ἀμιγές, τὴν ἀρτηρίαν μόνον εἶναι <lb/>δεκτικὴν πνεύματος, τὸ δὲ νεῦρον
						οὔ. Διαφέρει δὲ καὶ ὅτι <lb/>τὸ μὲν νεῦρον ἔχει τάσιν, ἡ δ’ ἀρτηρία ταχὺ διαρρήγνυται,
						<lb/>καθάπερ καὶ ἡ φλέψ. Τὸ δὲ δέρμα ἐκ φλεβὸς καὶ νεύρου <lb/>καὶ ἀρτηρίας, ἐκ φλεβὸς
						μὲν ὅτι κεντηθὲν αἷμα ἀναδίδωσιν, <lb/>ἐκ νεύρου δὲ ὅτι τάσιν ἔχει, ἐξ ἀρτηρίας δὲ ὅτι
						διαπνοὴν <lb/>ἔχει. Μόνον γὰρ δεκτικὸν πνεύματος ἡ ἀρτηρία. Τὰς δὲ <lb/>φλέβας ἔχειν
						πόρους, ἐν αἷς τὸ θερμὸν ὂν ὥσπερ ἐν χαλκείῳ <lb/>θερμαίνειν τὸ αἷμα· φύσει γὰρ οὐκ
						εἶναι θερμόν, ἀλλ’ <lb/>ὥσπερ τὰ τηκτὰ καταδιαχεῖσθαι· διὸ καὶ πήγνυσθαι τὴν
						<lb/>ἀρτηρίαν, καὶ ἔχειν ὑγρότητα καὶ ἐν αὑτῇ καὶ ἐν τοῖς <lb/>χιτῶσι τοῖς περιέχουσι τὸ
						κοίλωμα. Φανερὸν δ’ ἔκ τε <lb/>τῶν ἀνατομῶν εἶναι, καὶ ὅτι εἰς τὸ ἔντερον καὶ εἰς τὴν
						<lb/>κοιλίαν αἵ τε φλέβες καὶ αἱ ἀρτηρίαι συνάπτουσιν, ἃς εἰκὸς <lb/>εἶναι τὴν τροφὴν
						ἕλκειν. Ἐκ δὲ τῶν φλεβῶν εἰς τὰς σάρκας <lb/>διαδίδοσθαι τὴν τροφήν, οὐ κατὰ τὰ πλάγια
						ἀλλὰ κατὰ τὸ <lb/>στόμα, καθάπερ σωλῆνας. Ἀποτείνει γὰρ ἐκ τῶν πλαγίων <lb/>φλεβῶν
						φλέβια λεπτὰ ἐκ τῆς μεγάλης φλεβὸς καὶ τῆς ἀρτηρίας <pb n="362"/> παρ’ ἑκάστην πλευράν,
						καὶ ἀρτηρίαν καὶ φλέβα παρακεῖσθαι· <lb/>καὶ τὰ ὀστέα δὲ καθάπτειν τὰ νεῦρα καὶ τὰς
						φλέβας <lb/>καὶ εἰς μέσα καὶ εἰς τὰς συμβολὰς τῶν κεφαλῶν, δι’ <lb/>ὧν τὴν τροφὴν
						δέχεσθαι τοὺς ἰχθύας καὶ ἀναπνεῖν· εἰ δὲ μὴ <lb/>ἀνέπνεον, ἐξαιρεθέντας ἂν ἐκ τοῦ ὑγροῦ
						εὐθὺς θνήσκειν. Τὰς <lb/>δὲ φλέβας καὶ τὰς ἀρτηρίας συνάπτειν εἰς ἀλλήλας καὶ τῇ
						<lb/>αἰσθήσει φανερὸν εἶναι. Τοῦτο δ’ οὐκ ἂν συμβαίνειν, εἰ μὴ <lb/>ἐδεῖτο καὶ τὸ ὑγρὸν
						πνεύματος καὶ τὸ πνεῦμα ὑγροῦ, τῷ <lb/>θερμὸν εἶναι ἐν νεύρῳ καὶ ἀρτηρίᾳ καὶ φλεβί,
						θερμότατον δὲ <lb/>καὶ οἷον φλεβωδέστατον τὸ ἐν τῷ νεύρῳ. Ἄτοπον οὖν τῇ <lb/>τοῦ
						πνεύματος χώρᾳ τὸ θερμόν, ἄλλως τε καὶ καταψύξεως <lb/>χάριν. Εἰ δὲ ποιεῖ καὶ οἷον
						ἀναζωπυρεῖ θερμῷ τὸ θερμόν, <lb/>γίγνοιτ’ ἄν. Ἔτι πάντων τῶν ἐχόντων θερμότητα σύμφυτόν
						<lb/>πως ἡ διαμονή, μηδενὸς ἀντικειμένου μηδὲ καταψύχοντος. <lb/>Ὅτι γὰρ πάντα δεῖται
						καταψύξεως, σχεδὸν φανερὸν τῷ <lb/>αἷμα κατέχειν ἐν τῇ φλεβὶ τὸ θερμὸν οἷον ἀποστέγον·
						διὸ <lb/>καὶ ὅταν ἐκρυῇ, μεθιέναι τε καὶ ἀποθνήσκειν, τῷ τὸ ἧπαρ <lb/>οὐκ ἔχειν οὐδεμίαν
						ἀρτηρίαν. </p></div></div></body></text></TEI>