<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:stoa0033a.tlg043.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><p>Ἐπεὶ δὲ τρεῖς αἱ κινήσεις τοῦ ἐν τῇ ἀρτηρίᾳ πνεύματος, <lb/>ἀναπνοή, σφυγμός, τρίτη δ’
						ἡ τὴν τροφὴν ἐπάγουσα καὶ <pb n="359"/> κατεργαζομένη, λεκτέον ὑπὲρ ἑκάστης καὶ ποῦ καὶ
						πῶς καὶ <lb/>τίνος χάριν. Τούτων δ’ ἡ μὲν τοῦ σφυγμοῦ καὶ τῇ αἰσθήσει <lb/>φανερὰ καθ’
						ὁτιοῦν μέρος ἁπτομένοις, ἡ δὲ τῆς ἀναπνοῆς <lb/>μέχρι μέν του φανερά, τὸ δὲ πλέον κατὰ
						λόγον, ἡ <lb/>δὲ τῆς τροφῆς ἅπασα κατὰ λόγον ὡς εἰπεῖν, ὡς ἐκ τῶν <lb/>συμβαινόντων δὲ
						κατὰ τὴν αἴσθησιν. Ἡ μὲν οὖν ἀναπνοὴ <lb/>δῆλον ὡς ἀπὸ τοῦ ἐντὸς ἔχει τὴν ἀρχήν, εἴτε
						ψυχῆς δύναμιν <lb/>εἴτε ψυχὴν δεῖ λέγειν ταύτην, εἴτε καὶ ἄλλην τινὰ σωμάτων <lb/>μίξιν,
						ἣ δι’ αὐτῶν ποιεῖ τὴν τοιαύτην ὁλκήν. Ἡ <lb/>δὲ θρεπτικὴ δόξειεν ἂν ἀπὸ τῆς ἀναπνοῆς·
						αὕτη γὰρ ἀνταποδίδοται, <lb/>καὶ ὁμοία τῷ ἀληθεῖ. Εἰ δὲ μή, πᾶν ὁμαλίζει <lb/>τοῖς
						χρόνοις τὸ σῶμα κατὰ τὴν τοιαύτην κίνησιν. Ἢ <lb/>εἰ μηδὲν διαφέρει τὸ ἅμα, πάντα τὰ
						μέρη σκεπτέον. Ὁ <lb/>δὲ σφυγμὸς ἴδιός τις παρ’ αὐτάς, τῇ μὲν ἂν δοκῶν εἶναι <lb/>κατὰ
						συμβεβηκός, εἴπερ, ὅταν ἐν ὑγρῷ πλῆθος ᾖ θερμότητος, <lb/>ἀνάγκη τὸ ἐκπνευματούμενον διὰ
						τὴν ἐναπόληψιν <lb/>ποιεῖν σφυγμόν, ἐν τῇ ἀρχῇ δὲ καὶ πρῶτον, εἴπερ τοῖς <lb/>πρώτοις
						σύμφυτον· ἐν γὰρ τῇ καρδίᾳ μάλιστα καὶ πρῶτον, <lb/>ἀφ’ ἧς καὶ τοῖς ἄλλοις. Τάχα δὲ πρὸς
						τὴν ὑποκειμένην <lb/>οὐσίαν τοῦ ζῴου τὴν ἐκ τῆς ἐνεργείας ἀνάγκη τοῦτο παρακολουθεῖν.
						<lb/>Ὅτι δ’ οὐδὲν πρὸς τὴν ἀναπνοὴν ὁ σφυγμός, <lb/>σημεῖον· ἐάν τε γὰρ πυκνὸν ἐάν τε
						ὁμαλὸν ἐάν τε σφοδρὸν <lb/>ἢ πρᾶον ἀναπνέῃ τις, ὅ γε σφυγμὸς ὅμοιος καὶ ὁ αὐτός,
						<lb/>ἀλλ’ ἡ ἀνωμαλία γίνεται καὶ ἐπίτασις ἔν τε σωματικοῖς τισὶ <lb/>πάθεσι καὶ ἐν τοῖς
						τῆς ψυχῆς φόβοις ἐλπίσιν ἀγωνίαις. <lb/>Εἰ δὲ καὶ ἐν ταῖς ἀρτηρίαις ὁ σφυγμός, καὶ ὁ
						αὐτὸς ὢν <lb/>ῥυθμῷ καὶ ὁμαλὸς ᾖ, σκεπτέον· οὐκ ἔοικε δέ γε τοῖς μακρὰν
						<lb/>ἀπηρτημένοις. Ἥκιστα δ’ ἕνεκά του φαίνεται γίνεσθαι, <lb/>καθάπερ εἴρηται. Τὸ γὰρ
						αὖ τῆς ἀναπνοῆς καὶ τῆς ἐπαγωγῆς, <pb n="360"/> εἴθ’ ὡς ἕτερα πάμπαν ἀλλήλων εἴθ’ ὡς
						θάτερον <lb/>πρὸς θάτερον, ἕνεκά του φαίνεται καὶ ἔχει τινὰ λόγον. <lb/>Τριῶν δ’ οὐσῶν
						πότερον εὔλογον εἶναι τήν γε σφυγμώδη <lb/>καὶ τὴν ἀναπνευστικήν; Ἡ γὰρ τροφὴ
						προϋπάρχοντος. <lb/>Ἢ οὔ; Τὸ μὲν γὰρ ἀναπνεῖν, ὅταν ἀπολυθῇ τῆς κυούσης, <lb/>ἡ δ’
						ἐπιφορὰ καὶ ἡ τροφὴ καὶ ξυνισταμένου καὶ ξυνεστηκότος, <lb/>ὁ δὲ σφυγμὸς εὐθὺς ἐν τῇ
						ἀρχῇ ξυνισταμένης τῆς καρδίας, <lb/>καθάπερ ἐν τοῖς ᾠοῖς γίνεται φανερόν. Ὥστε αὕτη
						<lb/>πρώτη, καὶ ἔοικεν ἐνεργείᾳ τινὶ καὶ οὐκ ἐναπολήψει πνεύματος, <lb/>εἰ μὴ ἄρα τοῦτο
						πρὸς τὴν ἐνέργειαν. </p></div></div></body></text></TEI>