<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:stoa0033a.tlg043.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="1"><head>ΠΕΡΙ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ.</head><p>ΤΙΣ ἡ τοῦ ἐμφύτου πνεύματος διαμονή, καὶ τίς ἡ αὔξησις; <lb/>Ὁρῶμεν γὰρ ὅτι πλέον καὶ
						ἰσχυρότερον γίνεται καὶ <lb/>καθ’ ἡλικίας μεταβολὴν καὶ κατὰ διάθεσιν σώματος. Ἢ <lb/>ὡς
						τἆλλα μέρη, προσγινομένου τινός. Προσγίνεται δὲ <lb/>τροφὴ τοῖς ἐμψύχοις, ὥστε ταύτην
						σκεπτέον ποία τε καὶ <lb/>πόθεν. Δύο δὴ τρόποι δι’ ὧν γίνεται, ἢ διὰ τῆς ἀναπνοῆς,
						<lb/>ἢ διὰ τῆς κατὰ τὴν τῆς τροφῆς προσφορὰν πέψεως, καθάπερ <lb/>τοῖς ἄλλοις. Τούτων
						ἴσως οὐχ ἧττον ἂν οὐχ οὕτω <lb/>δόξειεν διὰ τῆς τροφῆς· σῶμα γὰρ ὑπὸ σώματος τρέφεται,
						<lb/>τὸ δὲ πνεῦμα σῶμα. Τίς οὖν ὁ τρόπος; Ἢ δῆλον ὡς ἐκ <lb/>τῆς φλεβὸς ὁλκῇ τινὶ καὶ
						πέψει. Τὸ γὰρ αἷμα ἡ ἐσχάτη <lb/>τροφὴ καὶ ἡ αὐτὴ πᾶσιν. Ὥσπερ οὖν καὶ εἰς τὸ ἀγγεῖον
						<lb/>αὐτοῦ καὶ εἰς τὸ περιεχόμενον λαμβάνει τροφὴν εἰς τὸ θερμόν. <lb/>Ἄγει δ’ ὁ ἀὴρ τὴν
						ἐνέργειαν ποιῶν, τήν τε πεπτικὴν <lb/>αὐτὸς αὑτῷ προστιθεὶς αὔξει καὶ τρέφει. Οὐδὲν δ’
						ἴσως <lb/>ἄτοπον αὐτό γε τοῦτο, ἀλλὰ γενέσθαι τὸ πρῶτον ἐκ τῆς <lb/>τροφῆς. Καθαρώτερον
						γὰρ ὃ τῇ ψυχῇ συμφυές, εἰ μὴ <lb/>καὶ τὴν ψυχὴν ὕστερον λέγοι γίνεσθαι, διακρινομένων
						τῶν <lb/>σπερμάτων καὶ εἰς φύσιν ἰόντων. Εἴτε περίττωμα πάσης <lb/>τροφῆς ἐστί, ποίᾳ
						διαπέμπεται τοῦτο; Κατὰ μὲν γὰρ τὴν <lb/>ἐκπνοὴν οὐκ εὔλογον· ἀντιλαμβάνει γὰρ εὐθύς.
						Λοιπὸν δὲ <lb/>δῆλον ὅτι διὰ τῶν τῆς ἀρτηρίας πόρων. Τὸ δ’ ἐκκρινόμενον <lb/>ἤτοι
						λεπτότερον ἢ παχύτερον. Ἀμφοτέρως δ’ ἄτοπον, εἰ <lb/>τοῦτο πάντων ἔσται καθαρώτατον. Εἰ
						δὲ παχύτερον, ἔσονταί <pb n="356"/> ταί τινες πόροι μείζους. Εἰ δ’ ἄρα κατὰ τοὺς αὐτοὺς
						λαμβάνει <lb/>καὶ ἐκπέμπει, τοῦτ’ αὐτὸ παράλογον καὶ ἄτοπον. <lb/>Ἡ μὲν οὖν ἐκ τῆς
						τροφῆς αὔξησις καὶ διαμονὴ σχεδὸν <lb/>ταῦτα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="2"><p>Ἡ δ’ ἐκ τῆς ἀναπνοῆς, ὥσπερ Ἀριστογένης οἴεται (τροφὴν <lb/>γὰρ οἴεται καὶ τὸ πνεῦμα
						πεττόμενον, οὐ τοῦ ἀέρος ἐν <lb/>τῷ πνεύματι· τοῦτο δ’ εἰς τὰ ἀγγεῖα διαδίδοσθαι, τὸ
						περίττωμα <lb/>πάλιν ἐκπέμπεσθαι) πλείους ἔχει τὰς ἀπορίας. <lb/>Ἥ τε γὰρ πέψις ὑπὸ
						τίνος; Εἰκὸς μὲν γὰρ ὑπ’ αὐτοῦ, καθάπερ <lb/>καὶ τῶν ἄλλων. Αὐτὸ δὲ τοῦτ’ ἄτοπον, εἰ μὴ
						διαφέρει <lb/>τοῦ ἔξω ἀέρος· οὕτω δ’ ἡ θερμότης ἂν πέττοι. Καὶ <lb/>μὴν καὶ παχύτερον
						αὐτὸν εὔλογον εἶναι μεθ’ ὑγρότητος τῆς <lb/>ἀπὸ τῶν ἀγγείων ὄντα καὶ τῶν ὅλων ὄγκων,
						ὥσθ’ ἡ πέψις <lb/>ἂν εἰς τὸ σωματῶδες εἴη. Τὸ δὲ περίττωμα, εἴπερ γίνεται
						<lb/>λεπτότερον, οὐ πιθανόν. Ἄλογος δὲ καὶ ἡ ταχυτὴς τῆς <lb/>πέψεως. Εὐθὺς γὰρ μετὰ τὴν
						εἰσπνοὴν ἡ ἐκπνοή. Τί οὖν <lb/>τὸ οὕτω ταχὺ μεταβάλλον καὶ ἀλλοιοῦν; Ὑπολάβοι γὰρ
						<lb/>ἄν τις μάλιστα τὸ θερμόν, καὶ μαρτυρεῖ οὕτως ἡ αἴσθησις· <lb/>ὁ γὰρ ἐκπνεόμενος
						θερμός. Ἔτι δ’ εἰ μὲν ἐν τῷ πνεύμονι <lb/>καὶ τῇ ἀρτηρίᾳ τὸ πεττόμενον, ἡ τοῦ θερμοῦ
						δύναμις ἐν τούτοις· <lb/>ὅπερ οὔ φασιν, ἀλλ’ ἐν τῇ κινήσει τῇ τοῦ πνεύματος
						<lb/>ἐκθερμαίνεσθαι τὴν τροφήν. Εἰ δ’ ἐξ ἑτέρου τινὸς οἷον ἐπισπᾶται <lb/>ἢ καὶ
						κινοῦντος δέχεται, τοῦτ’ ἐστὶ θαυμασιώτερον. <lb/>Ἅμα δὲ καὶ οὐκ αὐτὸ τὸ πρῶτον κινοῦν.
						Ἔτι δ’ ἡ μὲν <lb/>ἀναπνοὴ μέχρι τοῦ πνεύμονος, ὥσπερ λέγουσιν αὐτοί, τὸ δὲ <lb/>πνεῦμα
						δι’ ὅλου τὸ σύμφυτον. Εἰ δ’ ἀπὸ τούτου διαδίδοται <lb/>καὶ πρὸς τὰ κάτω καὶ πρὸς τὰ
						ἄλλα, πῶς ἡ πέψις οὕτω <lb/>ταχεῖα; Θαυμασιώτερον γὰρ τοῦτο καὶ μεῖζον· οὐ γὰρ διαπέμπει
						<lb/>τοῦτό γ’ εὐθὺς πεττόμενον τὸν ἀέρα τοῖς κάτω. <lb/>Καίτοι τὸ μὲν δόξειεν ἂν
						ἀναγκαῖον εἶναι τοῦτο τῆς πέψεως <pb n="357"/> γινομένης ἐν τῷ πνεύμονι, τῆς τ’ ἀναπνοῆς
						κοινωνούντων <lb/>καὶ τῶν κάτω. Μεῖζον δ’ οὕτως ἔτι καὶ παραδοξότερον <lb/>τὸ συμβαῖνον·
						οἷον γὰρ διόδῳ καὶ θίξει γίνεται μόνον <lb/>ἡ πέψις. Ἄλογον δὲ καὶ τουτὶ καὶ
						λογοδέστερον, εἰ ὁ <lb/>αὐτὸς λόγος τῆς τροφῆς καὶ τοῦ περιττώματος. Εἰ δὲ <lb/>δι’
						ἄλλου τινὸς τῶν ἐντός, οἱ αὐτοὶ λόγοι οἳ καὶ πρότερον, <lb/>εἰ μὴ τοῦτο λέγοι τις, ὡς οὐ
						πάσης τῆς τροφῆς οὐδὲ πᾶσι <lb/>γίνεται περίττωμα, καθάπερ οὐδὲ τοῖς φυτοῖς, ἐπεὶ οὐδὲ
						τῶν <lb/>τοῦ σώματος μερῶν ἑκάστου λαβεῖν ἔστιν. Εἰ δὲ μή, οὔτι <lb/>γε παντός. Ἀλλ’ ἄρα
						γε ἡ μὲν ἀγγείων αὔξησις ἡ αὐτὴ <lb/>καὶ τῶν ἄλλων μορίων, εὐρυνομένων δὲ καὶ
						διισταμένων τούτων <lb/>πλείων ὁ ἀὴρ ὁ εἰσρέων καὶ ἐκρέων. Εἰ δέ τι ἀναγκαῖον
						<lb/>ἐνυπάρχει, τοῦτο αὐτὸ ζητεῖται, τίς ὁ φυσικὸς καὶ πῶς <lb/>οὗτος πλείων ὑγιῶς, ἐκ
						τούτου φανερὸν ἂν εἶεν. Τοῖς δὲ <lb/>δὴ μὴ ἀναπνευστικοῖς τίς ἡ τροφὴ τοῦ συμφύτου καὶ
						τίς ἡ <lb/>αὔξησις; Οὐ γὰρ ἔτι τούτοις ἀπὸ τοῦ ἔξωθεν. Εἰ δ’ ἀπὸ <lb/>τῶν ἐντὸς καὶ τῆς
						κοινῆς τροφῆς, εὔλογον κἀκείνοις· ἀπὸ <lb/>γὰρ τῶν αὐτῶν τὰ ὅμοια, καὶ ὡσαύτως. Εἰ μὴ
						ἄρα καὶ <lb/>τούτοις ἀπὸ τοῦ ἐκτός, ὥσπερ καὶ τῶν ὀσμῶν αἰσθάνονται. <lb/>Ἀλλ’ οὕτω γ’
						οἷον ἀναπνοὴ γίνεται. Περὶ οὗ κἂν ἀπορήσειέ <lb/>τις, εἰ κατὰ ἀλήθειάν ἐστιν, αὐτό τε
						τοῦτο προφέρων <lb/>καὶ τὴν ἐπίσπασιν τῆς τροφῆς (ὁλκὴ γὰρ ἅμα πνεύματος), <lb/>ἔτι δ’
						ὑπὲρ τῆς καταψύξεως ἀντιλέγων, ὡς κἀκείνων δεομένων. <lb/>Εἰ δὲ διὰ τοῦ ὑποζώματος
						αὐτοῖς γίνεται, ταύτῃ <lb/>δῆλον ὅτι καὶ ἡ τοῦ ἀέρος εἴσοδος· ὥσθ’ ὅμοιόν τι τῇ ἀναπνοῇ.
						<lb/>Πλὴν οὐκ ἀφορίζεται τίς ὁλκὴ καὶ ὑπὸ τίνος. Ἢ <lb/>εἰ μὴ ὁλκή, πῶς ἡ εἴσοδος; εἰ μὴ
						ἄρα αὐτομάτως. τοῦτο <lb/>μὲν οὖν ἔχει καὶ αὐτὸ καθ’ αὑτὸ σκέψιν. Τοῖς δὲ δὴ ἐνύγροις
						<lb/>τίς ἡ τροφὴ καὶ αὔξησις τοῦ συμφύτου; Χωρὶς γὰρ <pb n="358"/> τοῦ μὴ ἀναπνεῖν οὐδ’
						ἐνυπάρχειν ὅλως ἐν τῷ ὑγρῷ φαμὲν <lb/>ἀέρα. Λοιπὸν ἄρα διὰ τῆς τροφῆς, ὡς οὐχ ὁμοίως
						πᾶσιν, <lb/>ἢ κἀκεῖνα διὰ τῆς τροφῆς τὰ ἔνυγρα· τριῶν γὰρ τούτων <lb/>ἀναγκαῖον ἕν. Καὶ
						ταῦτα μὲν ὡς περὶ τὴν αὔξησιν καὶ τροφὴν <lb/>τοῦ πνεύματος. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><p>Περὶ δὲ ἀναπνοῆς οἱ μὲν οὐ λέγουσι τίνος χάριν, ἀλλὰ <lb/>μόνον ὃν τρόπον γίνεται,
						καθάπερ Ἐμπεδοκλῆς καὶ Δημόκριτος· <lb/>οἱ δ’ οὐδὲ τὸν τρόπον ὅλως λέγουσιν, ἀλλ’ ὡς
						φανερῷ <lb/>χρῶνται. Δεῖ δὲ καὶ εἰ καταψύξεως χάριν, αὐτὸ <lb/>τοῦτο διασαφῆσαι. Εἰ γὰρ
						ἐν τοῖς ἄνω τὸ θερμόν, οὐκ <lb/>ἂν ἔτι δέοιτο κάτω. Τὸ δὲ σύμφυτον πνεῦμα δι’ ὅλου, καὶ
						<lb/>ἀρχὴ ἀπὸ τοῦ πνεύμονος. Δοκεῖ δὲ καὶ τὸ τῆς ἀναπνοῆς <lb/>εἰς πάντα διαδίδοσθαι
						κατὰ συνέχειαν, ὥστε τοῦτο δεικτέον <lb/>ὡς οὐκ ἔστιν. Ἄτοπον δὲ εἰ μὴ δεῖταί τινος
						κινήσεως καὶ <lb/>οἷον τροφῆς. Εἰ δὲ διαπνεῖ πρὸς πᾶν, οὐκέτι καταψύξεως <lb/>εἴη χάριν.
						Ἀλλὰ μὴν καὶ ἡ διάδοσις ἄλλως τ’ ἀναίσθητος, <lb/>καὶ τὸ τάχος αὐτῆς. Καὶ πάλιν τὸ τῆς
						παλιρροίας, <lb/>εἴπερ ἀπὸ πάντων, θαυμαστόν, πλὴν εἰ ἄλλον τρόπον ἀπὸ <lb/>τῶν ἐσχάτων.
						Τὸ δὲ πρώτως καὶ κυρίως ἀπὸ τῶν περὶ τὴν <lb/>καρδίαν. Ἐν πολλοῖς δ’ οὕτω τὸ τῶν
						ἐνεργειῶν καὶ τῶν <lb/>δυνάμεων. Ἄτοπον οὖν ὅμως εἰ καὶ εἰς τὸ ὀστοῦν διαδίδοται·
						<lb/>καὶ γὰρ δὴ τοῦτό φασιν ἐξ ἀρτηριῶν. Διό, καθάπερ <lb/>εἴρηται, σκεπτέον περὶ
						ἀναπνοῆς, καὶ τίνος ἕνεκα καὶ ποίοις <lb/>μέρεσι καὶ πῶς. Ἔτι οὐδ’ ἐπιφορὰ τῆς τροφῆς
						φαίνεται <lb/>πᾶσι δι’ ἀρτηριῶν, οἷον αὐτοῖς τε τοῖς ἀγγείοις καὶ ἄλλοις <lb/>τισὶ τῶν
						μερῶν· ζῇ δὲ τὰ φυτὰ καὶ τρέφεται. Ταῦτα μὲν <lb/>οἰκειότερά πως τοῖς περὶ τὰς τροφάς.
					</p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><p>Ἐπεὶ δὲ τρεῖς αἱ κινήσεις τοῦ ἐν τῇ ἀρτηρίᾳ πνεύματος, <lb/>ἀναπνοή, σφυγμός, τρίτη δ’
						ἡ τὴν τροφὴν ἐπάγουσα καὶ <pb n="359"/> κατεργαζομένη, λεκτέον ὑπὲρ ἑκάστης καὶ ποῦ καὶ
						πῶς καὶ <lb/>τίνος χάριν. Τούτων δ’ ἡ μὲν τοῦ σφυγμοῦ καὶ τῇ αἰσθήσει <lb/>φανερὰ καθ’
						ὁτιοῦν μέρος ἁπτομένοις, ἡ δὲ τῆς ἀναπνοῆς <lb/>μέχρι μέν του φανερά, τὸ δὲ πλέον κατὰ
						λόγον, ἡ <lb/>δὲ τῆς τροφῆς ἅπασα κατὰ λόγον ὡς εἰπεῖν, ὡς ἐκ τῶν <lb/>συμβαινόντων δὲ
						κατὰ τὴν αἴσθησιν. Ἡ μὲν οὖν ἀναπνοὴ <lb/>δῆλον ὡς ἀπὸ τοῦ ἐντὸς ἔχει τὴν ἀρχήν, εἴτε
						ψυχῆς δύναμιν <lb/>εἴτε ψυχὴν δεῖ λέγειν ταύτην, εἴτε καὶ ἄλλην τινὰ σωμάτων <lb/>μίξιν,
						ἣ δι’ αὐτῶν ποιεῖ τὴν τοιαύτην ὁλκήν. Ἡ <lb/>δὲ θρεπτικὴ δόξειεν ἂν ἀπὸ τῆς ἀναπνοῆς·
						αὕτη γὰρ ἀνταποδίδοται, <lb/>καὶ ὁμοία τῷ ἀληθεῖ. Εἰ δὲ μή, πᾶν ὁμαλίζει <lb/>τοῖς
						χρόνοις τὸ σῶμα κατὰ τὴν τοιαύτην κίνησιν. Ἢ <lb/>εἰ μηδὲν διαφέρει τὸ ἅμα, πάντα τὰ
						μέρη σκεπτέον. Ὁ <lb/>δὲ σφυγμὸς ἴδιός τις παρ’ αὐτάς, τῇ μὲν ἂν δοκῶν εἶναι <lb/>κατὰ
						συμβεβηκός, εἴπερ, ὅταν ἐν ὑγρῷ πλῆθος ᾖ θερμότητος, <lb/>ἀνάγκη τὸ ἐκπνευματούμενον διὰ
						τὴν ἐναπόληψιν <lb/>ποιεῖν σφυγμόν, ἐν τῇ ἀρχῇ δὲ καὶ πρῶτον, εἴπερ τοῖς <lb/>πρώτοις
						σύμφυτον· ἐν γὰρ τῇ καρδίᾳ μάλιστα καὶ πρῶτον, <lb/>ἀφ’ ἧς καὶ τοῖς ἄλλοις. Τάχα δὲ πρὸς
						τὴν ὑποκειμένην <lb/>οὐσίαν τοῦ ζῴου τὴν ἐκ τῆς ἐνεργείας ἀνάγκη τοῦτο παρακολουθεῖν.
						<lb/>Ὅτι δ’ οὐδὲν πρὸς τὴν ἀναπνοὴν ὁ σφυγμός, <lb/>σημεῖον· ἐάν τε γὰρ πυκνὸν ἐάν τε
						ὁμαλὸν ἐάν τε σφοδρὸν <lb/>ἢ πρᾶον ἀναπνέῃ τις, ὅ γε σφυγμὸς ὅμοιος καὶ ὁ αὐτός,
						<lb/>ἀλλ’ ἡ ἀνωμαλία γίνεται καὶ ἐπίτασις ἔν τε σωματικοῖς τισὶ <lb/>πάθεσι καὶ ἐν τοῖς
						τῆς ψυχῆς φόβοις ἐλπίσιν ἀγωνίαις. <lb/>Εἰ δὲ καὶ ἐν ταῖς ἀρτηρίαις ὁ σφυγμός, καὶ ὁ
						αὐτὸς ὢν <lb/>ῥυθμῷ καὶ ὁμαλὸς ᾖ, σκεπτέον· οὐκ ἔοικε δέ γε τοῖς μακρὰν
						<lb/>ἀπηρτημένοις. Ἥκιστα δ’ ἕνεκά του φαίνεται γίνεσθαι, <lb/>καθάπερ εἴρηται. Τὸ γὰρ
						αὖ τῆς ἀναπνοῆς καὶ τῆς ἐπαγωγῆς, <pb n="360"/> εἴθ’ ὡς ἕτερα πάμπαν ἀλλήλων εἴθ’ ὡς
						θάτερον <lb/>πρὸς θάτερον, ἕνεκά του φαίνεται καὶ ἔχει τινὰ λόγον. <lb/>Τριῶν δ’ οὐσῶν
						πότερον εὔλογον εἶναι τήν γε σφυγμώδη <lb/>καὶ τὴν ἀναπνευστικήν; Ἡ γὰρ τροφὴ
						προϋπάρχοντος. <lb/>Ἢ οὔ; Τὸ μὲν γὰρ ἀναπνεῖν, ὅταν ἀπολυθῇ τῆς κυούσης, <lb/>ἡ δ’
						ἐπιφορὰ καὶ ἡ τροφὴ καὶ ξυνισταμένου καὶ ξυνεστηκότος, <lb/>ὁ δὲ σφυγμὸς εὐθὺς ἐν τῇ
						ἀρχῇ ξυνισταμένης τῆς καρδίας, <lb/>καθάπερ ἐν τοῖς ᾠοῖς γίνεται φανερόν. Ὥστε αὕτη
						<lb/>πρώτη, καὶ ἔοικεν ἐνεργείᾳ τινὶ καὶ οὐκ ἐναπολήψει πνεύματος, <lb/>εἰ μὴ ἄρα τοῦτο
						πρὸς τὴν ἐνέργειαν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p>Τὸ δὲ πνεῦμα <lb/>τὸ ἐκ τῆς ἀναπνοῆς φέρεσθαι μὲν εἰς τὴν κοιλίαν, οὐ διὰ <lb/>τοῦ
						στομάχου (τοῦτο μὲν γὰρ ἀδύνατον), ἀλλὰ πόρον εἶναι <lb/>παρὰ τὴν ὀσφύν, δι’ οὗ τὸ
						πνεῦμα τῇ ἀναπνοῇ φέρεσθαι <lb/>ἐκ τοῦ βραγχίου εἰς τὴν κοιλίαν καὶ πάλιν ἔξω· τοῦτο δὲ
						<lb/>τῇ αἰσθήσει φανερόν. Ἔχει δ’ ἀπορίαν καὶ τὰ περὶ τὴν αἴσθησιν. <lb/>Εἰ γὰρ ἡ
						ἀρτηρία μόνον αἰσθάνεται, πότερα τῷ <lb/>πνεύματι τῷ δι’ αὐτῆς, ἢ τῷ ὄγκῳ, ἢ τῷ σώματι;
						Ἢ εἴπερ <lb/>ὁ ἀὴρ πρῶτον ὑπὸ τὴν ψυχήν, τῷ κυριωτέρῳ τε καὶ προτέρῳ; <lb/>Τί οὖν ἡ
						ψυχή; Δύναμίν φασι τὴν αἰτίαν τῆς κινήσεως <lb/>τῆς τοιαύτης. Ἢ δῆλον ὡς οὐκ ὀρθῶς
						ἐπιτιμήσεις <lb/>τοῖς τὸ λογιστικὸν καὶ θυμικόν· καὶ γὰρ οὗτοι ὡς δυνάμεις
						<lb/>λέγουσιν. Ἀλλ’ εἰ δὴ ἡ ψυχὴ ἐν τῷ ἀέρι τούτῳ, οὗτός <lb/>γε κοινὸς ἢ πάσχων γέ τι
						καὶ ἀλλοιούμενος, εὐλόγως ἂν <lb/>εὔψυχον ἡ ψυχή, πρὸς τὸ συγγενὲς φέρεται, καὶ τῷ ὁμοίῳ
						<lb/>τὸ ὅμοιον αὔξεται. Ἢ οὔ; Τὸ γὰρ ὅλον οὐκ ἀήρ, ἀλλὰ <lb/>συμβαλλόμενόν τι πρὸς
						ταύτην τὴν δύναμιν ὁ ἀήρ, ἢ οὐ τὸ <lb/>ταύτην ποιοῦν, καὶ τὸ ποιῆσαν τοῦτ’ ἀρχὴ καὶ
						ὑπόθεσις. <lb/>Τοῖς δὲ μὴ ἀναπνέουσιν, ἵνα ἀνεπίμικτος τῷ ἔξω. Ἢ οὔ, <pb n="361"/> ἀλλὰ
						κατ’ ἄλλον τρόπον μιγνύμενος; Τίς οὖν ἡ διαφορὰ <lb/>τοῦ ἐν τῇ ἀρτηρίᾳ πρὸς τὸν ἔξω;
						Διαφέρειν γὰρ εὔλογον, <lb/>τάχα δὲ καὶ ἀναγκαῖον, λεπτότητι. Ἀλλ’ ἔτι δὲ καθ’ αὑτὸν
						<lb/>θερμὸς ἢ ὑφ’ ἑτέρου; Φαίνεται γὰρ ὁ ἔσω καθά περ ὁ <lb/>ἔξω· βοηθεῖται δὲ τῇ
						καταψύξει. Πότερα δέ; Ἔξω μὲν <lb/>γὰρ πραΰς, ἐμπεριληφθεὶς δὲ πνεῦμα, καθάπερ πυκνωθεὶς
						<lb/>καὶ διαδοθείς πως. Ἢ μίξιν τινὰ ἀνάγκη λαμβάνειν, ἐν <lb/>ὑγρότητί τε καὶ
						σωματικοῖς ὄγκοις ἀναστρεφόμενον; Οὐκ <lb/>ἄρα λεπτότατος, εἴπερ μέμικται. Καὶ μὴν
						εὔλογόν γε <lb/>τὸ πρῶτον δεκτικὸν ψυχῆς, εἰ μὴ ἄρα καὶ ἡ ψυχὴ τοιοῦτον, <lb/>καὶ οὐ
						καθαρόν τι καὶ ἀμιγές, τὴν ἀρτηρίαν μόνον εἶναι <lb/>δεκτικὴν πνεύματος, τὸ δὲ νεῦρον
						οὔ. Διαφέρει δὲ καὶ ὅτι <lb/>τὸ μὲν νεῦρον ἔχει τάσιν, ἡ δ’ ἀρτηρία ταχὺ διαρρήγνυται,
						<lb/>καθάπερ καὶ ἡ φλέψ. Τὸ δὲ δέρμα ἐκ φλεβὸς καὶ νεύρου <lb/>καὶ ἀρτηρίας, ἐκ φλεβὸς
						μὲν ὅτι κεντηθὲν αἷμα ἀναδίδωσιν, <lb/>ἐκ νεύρου δὲ ὅτι τάσιν ἔχει, ἐξ ἀρτηρίας δὲ ὅτι
						διαπνοὴν <lb/>ἔχει. Μόνον γὰρ δεκτικὸν πνεύματος ἡ ἀρτηρία. Τὰς δὲ <lb/>φλέβας ἔχειν
						πόρους, ἐν αἷς τὸ θερμὸν ὂν ὥσπερ ἐν χαλκείῳ <lb/>θερμαίνειν τὸ αἷμα· φύσει γὰρ οὐκ
						εἶναι θερμόν, ἀλλ’ <lb/>ὥσπερ τὰ τηκτὰ καταδιαχεῖσθαι· διὸ καὶ πήγνυσθαι τὴν
						<lb/>ἀρτηρίαν, καὶ ἔχειν ὑγρότητα καὶ ἐν αὑτῇ καὶ ἐν τοῖς <lb/>χιτῶσι τοῖς περιέχουσι τὸ
						κοίλωμα. Φανερὸν δ’ ἔκ τε <lb/>τῶν ἀνατομῶν εἶναι, καὶ ὅτι εἰς τὸ ἔντερον καὶ εἰς τὴν
						<lb/>κοιλίαν αἵ τε φλέβες καὶ αἱ ἀρτηρίαι συνάπτουσιν, ἃς εἰκὸς <lb/>εἶναι τὴν τροφὴν
						ἕλκειν. Ἐκ δὲ τῶν φλεβῶν εἰς τὰς σάρκας <lb/>διαδίδοσθαι τὴν τροφήν, οὐ κατὰ τὰ πλάγια
						ἀλλὰ κατὰ τὸ <lb/>στόμα, καθάπερ σωλῆνας. Ἀποτείνει γὰρ ἐκ τῶν πλαγίων <lb/>φλεβῶν
						φλέβια λεπτὰ ἐκ τῆς μεγάλης φλεβὸς καὶ τῆς ἀρτηρίας <pb n="362"/> παρ’ ἑκάστην πλευράν,
						καὶ ἀρτηρίαν καὶ φλέβα παρακεῖσθαι· <lb/>καὶ τὰ ὀστέα δὲ καθάπτειν τὰ νεῦρα καὶ τὰς
						φλέβας <lb/>καὶ εἰς μέσα καὶ εἰς τὰς συμβολὰς τῶν κεφαλῶν, δι’ <lb/>ὧν τὴν τροφὴν
						δέχεσθαι τοὺς ἰχθύας καὶ ἀναπνεῖν· εἰ δὲ μὴ <lb/>ἀνέπνεον, ἐξαιρεθέντας ἂν ἐκ τοῦ ὑγροῦ
						εὐθὺς θνήσκειν. Τὰς <lb/>δὲ φλέβας καὶ τὰς ἀρτηρίας συνάπτειν εἰς ἀλλήλας καὶ τῇ
						<lb/>αἰσθήσει φανερὸν εἶναι. Τοῦτο δ’ οὐκ ἂν συμβαίνειν, εἰ μὴ <lb/>ἐδεῖτο καὶ τὸ ὑγρὸν
						πνεύματος καὶ τὸ πνεῦμα ὑγροῦ, τῷ <lb/>θερμὸν εἶναι ἐν νεύρῳ καὶ ἀρτηρίᾳ καὶ φλεβί,
						θερμότατον δὲ <lb/>καὶ οἷον φλεβωδέστατον τὸ ἐν τῷ νεύρῳ. Ἄτοπον οὖν τῇ <lb/>τοῦ
						πνεύματος χώρᾳ τὸ θερμόν, ἄλλως τε καὶ καταψύξεως <lb/>χάριν. Εἰ δὲ ποιεῖ καὶ οἷον
						ἀναζωπυρεῖ θερμῷ τὸ θερμόν, <lb/>γίγνοιτ’ ἄν. Ἔτι πάντων τῶν ἐχόντων θερμότητα σύμφυτόν
						<lb/>πως ἡ διαμονή, μηδενὸς ἀντικειμένου μηδὲ καταψύχοντος. <lb/>Ὅτι γὰρ πάντα δεῖται
						καταψύξεως, σχεδὸν φανερὸν τῷ <lb/>αἷμα κατέχειν ἐν τῇ φλεβὶ τὸ θερμὸν οἷον ἀποστέγον·
						διὸ <lb/>καὶ ὅταν ἐκρυῇ, μεθιέναι τε καὶ ἀποθνήσκειν, τῷ τὸ ἧπαρ <lb/>οὐκ ἔχειν οὐδεμίαν
						ἀρτηρίαν. </p></div></div></body></text></TEI>