<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:stoa0033a.tlg028.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><p>Περὶ δὲ τῶν ἀξιολογωτάτων ἐν αὐτῇ καὶ περὶ αὐτὴν παθῶν <lb/>νῦν λέγωμεν, αὐτὰ τὰ
						ἀναγκαῖα κεφαλαιούμενοι. <lb/>Δύο γὰρ δή τινες ἀπ’ αὐτῆς ἀναθυμιάσεις ἀναφέρονται
						συνεχῶς <lb/>εἰς τὸν ὑπὲρ ἡμᾶς ἀέρα, λεπτομερεῖς καὶ ἀόρατοι παντάπασιν, <lb/>εἴ τι μὴ
						κατὰ τὰς ἑῴας ἐστίν· αἵ τε διὰ ποταμῶν <lb/>τε καὶ ναμάτων ἀναφερόμεναι θεωροῦνται.
						Τούτων δὲ ἡ μέν <lb/>ἐστι ξηρὰ καὶ καπνώδης, ἀπὸ τῆς γῆς ἀπορρέουσα, ἡ δὲ νοτερὰ
						<lb/>καὶ ἀτμώδης, ἀπὸ τῆς ὑγρᾶς ἀναθυμιωμένη φύσεως. <lb/>Γίνονται δὴ ἀπὸ μὲν ταύτης
						ὁμίχλαι καὶ δρόσοι κὰι πάγων <lb/>ἰδέαι, νέφη τε καὶ ὄμβροι καὶ χιόνες καὶ χάλαζαι, ἀπὸ
						δὲ <lb/>τῆς ξηρᾶς ἄνεμοί τε καὶ πνευμάτων διαφοραί, βρονταί τε καὶ <lb/>ἀστραπαὶ καὶ
						πρηστῆρες καὶ κεραυνοὶ καὶ τἆλλα ἃ δὴ τούτοις <lb/>ἐστὶ σύμφυλα. Ἔστι δὲ ὁμίχλη μὲν
						ἀτμώδης ἀναθυμίασις <lb/>ἄγονος ὕδατος, ἀέρος μὲν παχυτέρα, νέφους δὲ <pb n="139"/>
						ἀραιοτέρα· γίνεται δὲ ἤτοι ἐξ ἀρχῆς νέφους ἢ ἐξ ὑπολείμματος. <lb/>Ἀντίπαλος δὲ αὐτῇ
						λέγεται καὶ ἔστιν αἰθρία, οὐδὲν <lb/>ἄλλο οὖσα πλὴν ἀὴρ ἀνέφελος καὶ ἀνόμιχλος. Δρόσος
						δ’ <lb/>ἐστὶν ὑγρὸν ἐξ αἰθρίας κατὰ σύστασιν λεπτὸν φερόμενον, <lb/>κρύσταλλος δὲ ἀθρόον
						ὕδωρ ἐξ αἰθρίας πεπηγός, πάχνη δὲ <lb/>δρόσος πεπηγυῖα, δροσοπάχνη δὲ ἡμιπαγὴς δρόσος.
						Νέφος <lb/>δ’ ἐστὶ πάχος ἀτμῶδες συνεστραμμένον, γόνιμον ὕδατος. <lb/>Ὄμβρος δὲ γίνεται
						μὲν κατ’ ἐκπιεσμὸν νέφους εὖ μάλα πεπαχυσμένου, <lb/>διαφορὰς δὲ ἴσχει τοσάσδε ὅσας καὶ
						ἡ τοῦ νέφους <lb/>θλίψις· ἠπία μὲν γὰρ οὖσα μαλακὰς ψακάδας διασπείρει, <lb/>σφοδρὰ δὲ
						ἁδροτέρας· καὶ τοῦτο καλοῦμεν ὑετόν, <lb/>ὄμβρου μείζω καὶ συνεχῆ συστρέμματα ἐπὶ γῆς
						φερόμενα. <lb/>Χιὼν δὲ γίνεται κατὰ νεφῶν πεπυκνωμένων ἀπόθραυσιν πρὸ <lb/>τῆς εἰς ὕδωρ
						μεταβολῆς ἀνακοπέντων· ἐργάζεται δὲ ἡ μὲν <lb/>κοπὴ τὸ ἀφρῶδες καὶ ἔκλευκον, ἡ δὲ
						σύμπηξις τοῦ ἐνόντος <lb/>ὑγροῦ τὴν ψυχρότητα οὔπω χυθέντος οὐδὲ ἠραιωμένου. <lb/>Σφόδρα
						δὲ αὕτη καὶ ἀθρόα καταφερομένη νιφετὸς ὠνόμασται. <lb/>Χάλαζα δὲ γίνεται νιφετοῦ
						συστραφέντος καὶ βρῖθος <lb/>ἐκ πιλήματος εἰς καταφορὰν ταχυτέραν λαβόντος· παρὰ δὲ
						<lb/>τὰ μεγέθη τῶν ἀπορρηγνυμένων θραυσμάτων οἵ τε ὄγκοι μείζους <lb/>αἵ τε φοραὶ
						γίνονται βιαιότεραι. Ταῦτα μὲν οὖν ἐκ <lb/>τῆς ὑγρᾶς ἀναθυμιάσεως πέφυκε
						συνεκπίπτειν.</p><p>Ἐκ δὲ τῆς ξηρᾶς ὑπὸ ψύχους μὲν ὠσθείσης ὥστε ῥεῖν ἄνεμος <lb/>ἐγένετο· οὐδὲν γάρ ἐστιν
						οὗτος πλὴν ἀὴρ πολὺς ῥέων <lb/>καὶ ἀθρόος· ὅστις ἅμα καὶ πνεῦμα λέγεται. Λέγεται δὲ
						<lb/>καὶ ἑτέρως πνεῦμα ἥ τε ἐν φυτοῖς καὶ ζῴοις καὶ διὰ πάντων <lb/>διήκουσα ἔμψυχός τε
						καὶ γόνιμος οὐσία, περὶ ἧς νῦν λέγειν <lb/>οὐκ ἀναγκαῖον. Τὰ δὲ ἐν ἀέρι πνέοντα πνεύματα
						καλοῦμεν <lb/>ἀνέμους, αὔρας δὲ τὰς ἐξ ὑγροῦ φερομένας ἐκπνοάς. <pb n="140"/> Τῶν δ’
						ἀνέμων οἱ μὲν ἐκ νενοτισμένης γῆς πνέοντες ἀπόγειοι <lb/>λέγονται, οἱ δὲ ἐκ κόλπων
						διεξάττοντες ἐγκολπίαι· τούτοις <lb/>δὲ ἀνάλογόν τι ἔχουσιν οἱ ἐκ ποταμῶν καὶ λιμνῶν. Οἱ
						δὲ <lb/>κατὰ ῥῆξιν νέφους γινόμενοι καὶ ἀνάλυσιν τοῦ πάχους πρὸς <lb/>ἑαυτοὺς ποιούμενοι
						ἐκνεφίαι καλοῦνται· μεθ’ ὕδατος δὲ ἀθρόως <lb/>ῥαγέντος ἐξυδρίαι λέγονται. Καὶ οἱ μὲν
						ἀπ’ ἀνατολῆς συνεχεῖς <lb/>εὖροι κέκληνται, βορέαι δὲ οἱ ἀπὸ ἄρκτου, ζέφυροι δὲ <lb/>οἱ
						ἀπὸ δύσεως, νότοι δὲ οἱ ἀπὸ μεσημβρίας. Τῶν γε μὴν <lb/>εὔρων καικίας μὲν λέγεται ὁ ἀπὸ
						τοῦ περὶ τὰς θερινὰς <lb/>ἀνατολὰς τόπου πνέων ἄνεμος, ἀπηλιώτης δὲ ὁ ἀπὸ τοῦ <lb/>περὶ
						τὰς ἰσημερινάς, εὖρος δὲ ὁ ἀπὸ τοῦ περὶ τὰς χειμερινάς. <lb/>Καὶ τῶν ἐναντίων ζεφύρων
						ἀργέστης μὲν ὁ ἀπὸ τῆς θερινῆς <lb/>δύσεως, ὅν τινες καλοῦσιν ὀλυμπίαν, οἱ δὲ ἰάπυγα·
						ζέφυρος <lb/>δὲ ὁ ἀπὸ τῆς ἰσημερινῆς, λὶψ δὲ ὁ ἀπὸ τῆς χειμερινῆς. <lb/>Καὶ τῶν βορεῶν
						ἰδίως ὁ μὲν ἑξῆς τῷ καικίᾳ καλεῖται βορέας, <lb/>ἀπαρκτίας δὲ ὁ ἐφεξῆς ἀπὸ τοῦ πόλου
						κατὰ τὸ μεσημβρινὸν <lb/>πνέων, θρασκίας δὲ ὁ ἑξῆς πνέων τῷ ἀργέστῃ, ὃν ἔνιοι καικίαν
						<lb/>καλοῦσιν. Καὶ τῶν νότων ὁ μὲν ἀπὸ τοῦ ἀφανοῦς πόλου <lb/>φερόμενος ἀντίπαλος τῷ
						ἀπαρκτίᾳ καλεῖται νότος, <lb/>εὐρόνοτος δὲ ὁ μεταξὺ εὔρου καὶ νότου· τὸν δ’ ἐπὶ θάτερα
						<lb/>μεταξὺ λιβὸς καὶ νότου οἱ μὲν λιβόνοτον οἱ δὲ λιβοφοίνικα <lb/>καλοῦσιν. Τῶν δὲ
						ἀνέμων οἱ μέν εἰσιν εὐθύπνοοι, ὁπόσοι <lb/>διεκπνέουσι πρόσω κατ’ εὐθεῖαν, οἱ δὲ
						ἀνακαμψίπνοοι, καθάπερ <lb/>ὁ καικίας λεγόμενος. Καὶ οἱ μὲν χειμῶνος, ὥσπερ οἱ
						<lb/>νότοι, δυναστεύοντες, οἱ δὲ θέρους, ὡς οἱ ἐτησίαι λεγόμενοι, <lb/>μίξιν ἔχοντες τῶν
						τε ἀπὸ τῆς ἄρκτου φερομένων καὶ ζεφύρων· <lb/>οἱ δὲ ὀρνιθίαι καλούμενοι, ἐαρινοί τινες
						ὄντες ἄνεμοι, <lb/>βορέαι εἰσὶ τῷ γένει. Τῶν γε μὴν βιαίων πνευμάτων καταιγὶς <lb/>μέν
						ἐστι πνεῦμα ἄνωθεν τύπτον ἐξαίφνης, θύελλα δὲ <lb/>πνεῦμα βίαιον καὶ ἄφνω προσαλλόμενον,
						λαῖλαψ δὲ καὶ <pb n="141"/> στρόβιλος πνεῦμα εἱλούμενον κάτωθεν ἄνω, ἀναφύσημα δὲ
						<lb/>γῆς πνεῦμα ἄνω φερόμενον κατὰ τὴν ἐκ βυθοῦ τινὸς ἢ ῥήγματος <lb/>ἀνάδοσιν· ὅταν δὲ
						εἱλούμενον πολὺ φέρηται, πρηστὴρ <lb/>χθόνιός ἐστιν. Εἱληθὲν δὲ πνεῦμα ἐν νέφει παχεῖ τε
						καὶ <lb/>νοτερῷ, καὶ ἔξωθεν δι’ αὐτοῦ βιαίως ῥηγνύον τὰ συνεχῆ <lb/>πιλήματα τοῦ νέφους,
						βρόμον καὶ πάταγον μέγαν ἀπειργάσατο, <lb/>βροντὴν λεγόμενον, ὥσπερ ἐν ὕδατι πνεῦμα
						<lb/>σφοδρῶς ἐλαυνόμενον. Κατὰ δὲ τὴν τοῦ νέφους ἔκρηξιν <lb/>πυρωθὲν τὸ πνεῦμα καὶ
						λάμψαν ἀστραπὴ λέγεται· ὃ δὴ <lb/>πρότερον τῆς βροντῆς προσέπεσεν, ὕστερον γενόμενον,
						<lb/>ἐπεὶ τὸ ἀκουστὸν ὑπὸ τοῦ ὁρατοῦ πέφυκε φθάνεσθαι, τοῦ <lb/>μὲν καὶ πόρρωθεν
						ὁρωμένου, τοῦ δὲ ἐπειδὰν ἐμπελάσῃ τῇ <lb/>ἀκοῇ, καὶ μάλιστα ὅταν τὸ μὲν τάχιστον ᾖ τῶν
						ὄντων, <lb/>λέγω δὲ τὸ πυρῶδες, τὸ δὲ ἧττον ταχύ, ἀερῶδες ὄν, ἐν τῇ <lb/>πλήξει πρὸς
						ἀκοὴν ἀφικνούμενον. Τὸ δὲ ἀστράψαν ἀναπυρωθέν, <lb/>βιαίως ἄχρι τῆς γῆς διεκθέον,
						κεραυνὸς καλεῖται· <lb/>ἐὰν δὲ ἡμίπυρον ᾖ, σφοδρὸν δὲ ἄλλως καὶ ἀθρόον, πρηστήρ·
						<lb/>ἐὰν δὲ ἄπυρον ᾖ παντελῶς, τυφών. Ἕκαστον δὲ τούτων <lb/>κατασκῆψαν εἰς τὴν γῆν
						σκηπτὸς ὀνομάζεται. Τῶν δὲ <lb/>κεραυνῶν οἱ μὲν αἰθαλώδεις ψολόεντες λέγονται, οἱ δὲ
						ταχέως <lb/>διάττοντες ἀργῆτες, ἑλικίαι δὲ οἱ γραμμοειδῶς φερόμενοι, <lb/>σκηπτοὶ δὲ
						ὅσοι κατασκήπτουσιν εἴς τι. Συλλήβδην <lb/>δὲ τῶν ἐν ἀέρι φαντασμάτων τὰ μέν ἐστι κατ’
						ἔμφασιν <lb/>τὰ δὲ καθ’ ὑπόστασιν, κατ’ ἔμφασιν μὲν ἴριδες καὶ <lb/>ῥᾶβδοι καὶ τὰ
						τοιαῦτα, καθ’ ὑπόστασιν δὲ σέλα τε καὶ <lb/>διάττοντες καὶ κομῆται καὶ τὰ τούτοις
						παραπλήσια. Ἶρις <lb/>μὲν οὖν ἐστὶν ἔμφασις ἡλίου τμήματος ἢ σελήνης, ἐν νέφει
						<lb/>νοτερῷ καὶ κοίλῳ καὶ συνεχεῖ πρὸς φαντασίαν ὡς ἐν κατόπτρῳ <lb/>θεωρουμένη κατὰ
						κύκλου περιφέρειαν. Ῥᾶβδος δ’ <pb n="142"/> ἐστὶν ἴριδος ἔμφασις εὐθεῖα. Ἄλως δ’ ἐστὶν
						ἔμφασις <lb/>λαμπρότητος ἄστρου περίαυγος· διαφέρει δὲ ἴριδος, ὅτι ἡ <lb/>μὲν ἶρις ἐξ
						ἐναντίας φαίνεται ἡλίου καὶ σελήνης, ἡ δὲ ἅλως <lb/>κύκλῳ παντὸς ἄστρου. Σέλας δ’ ἐστὶ
						πυρὸς ἀθρόου ἔξαψις <lb/>ἐν ἀέρι. Τῶν δὲ σελάων ἃ μὲν ἀκοντίζεται ἃ δὲ στηρίζεται.
						<lb/>Ὁ μὲν οὖν ἐξακοντισμός ἐστι πυρὸς γένεσις ἐκ παρατρίψεως, <lb/>ἐν ἀέρι φερομένου
						ταχέως καὶ φαντασίαν μήκους <lb/>ἐμφαίνοντος διὰ τὸ τάχος· ὁ δὲ στηριγμός ἐστι χωρὶς
						<lb/>φορᾶς προμήκης ἔκτασις καὶ οἷον ἄστρου ῥῦσις· πλατυνομένη <lb/>δὲ κατὰ θάτερον
						κομήτης καλεῖται. Πολλάκις δὲ τῶν <lb/>σελάων τὰ μὲν ἐπιμένει πλείονα χρόνον, τὰ δὲ
						παραχρῆμα <lb/>σβέννυται. Πολλαὶ δὲ καὶ ἄλλαι φαντασμάτων ἰδέαι <lb/>θεωροῦνται,
						λαμπάδες τε καλούμεναι καὶ δοκίδες καὶ πίθοι <lb/>καὶ βόθυνοι, κατὰ τὴν πρὸς ταῦτα
						ὁμοιότητα ὧδε προσαγορευθεῖσαι. <lb/>Καὶ τὰ μὲν τούτων ἑσπέρια τὰ δὲ ἑῷα τὰ δὲ
						<lb/>ἀμφιφαῆ θεωρεῖται, σπανίως δὲ βόρεια καὶ νότια. Πάντα <lb/>δὲ ἀβέβαια· οὐδέποτε γάρ
						τι τούτων ἀεὶ φανερὸν ἱστόρηται <lb/>κατεστηριγμένον. Τὰ μὲν τοίνυν ἀέρια τοιαῦτα.</p><p>Ἐμπεριέχει δὲ καὶ ἡ γῆ πολλὰς ἐν αὑτῇ, καθάπερ <lb/>ὕδατος, οὕτω καὶ πνεύματος καὶ
						πυρὸς πηγάς. Τούτων δὲ <lb/>αἱ μὲν ὑπὸ γῆν εἰσὶν ἀόρατοι, πολλαὶ δὲ ἀναπνοὰς ἔχουσι
						<lb/>καὶ ἀναφυσήσεις, ὥσπερ Λιπάρα τε καὶ Αἴτνη καὶ τὰ ἐν <lb/>Αἰόλου νήσοις· αἱ δὲ καὶ
						ῥέουσι πολλάκις ποταμοῦ δίκην, <lb/>καὶ μύδρους ἀναρριπτοῦσι διαπύρους. Ἔνιαι δὲ ὑπὸ γῆν
						<lb/>οὖσαι πλησίον πηγαίων ὑδάτων θερμαίνουσι ταῦτα, καὶ τὰ <lb/>μὲν χλιαρὰ τῶν ναμάτων
						ἀνιᾶσι, τὰ δὲ ὑπέρζεστα, τὰ δὲ εὖ <lb/>ἔχοντα κράσεως. Ὁμοίως δὲ καὶ τῶν πνευμάτων πολλὰ
						<lb/>πολλαχοῦ γῆς στόμια ἀνέῳκται, ὧν τὰ μὲν ἐνθουσιᾶν ποιεῖ <pb n="143"/> τοὺς
						ἐμπελάζοντας, τὰ δὲ ἀτροφεῖν, τὰ δὲ χρησμῳδεῖν, <lb/>ὥσπερ τὰ ἐν Δελφοῖς καὶ Λεβαδίᾳ· τὰ
						δὲ καὶ παντάπασιν <lb/>ἀναιρεῖ, καθάπερ τὸ ἐν Φρυγίᾳ. Πολλάκις δὲ καὶ συγγενὲς
						<lb/>πνεῦμα εὔκρατον ἐν γῇ παρεξωσθὲν εἰς μυχίους σήραγγας <lb/>αὐτῆς, ἔξεδρον γενόμενον
						ἐκ τῶν οἰκείων τόπων, <lb/>πολλὰ μέρη συνεκράδανεν. Πολλάκις δὲ πολὺ γενόμενον
						<lb/>ἔξωθεν ἐγκατειλήθη τοῖς ταύτης κοιλώμασι, καὶ ἀποκλεισθὲν <lb/>ἐξόδου μετὰ βίας
						αὐτὴν συνετίναξε, ζητοῦν ἔξοδον ἑαυτῷ, <lb/>καὶ ἀπειργάσατο πάθος τοῦτο ὃ καλεῖν
						εἰώθαμεν <lb/>σεισμόν. Τῶν δὲ σεισμῶν οἱ μὲν εἰς πλάγια σείοντες κατ’ <lb/>ὀξείας γωνίας
						ἐπικλίνται καλοῦνται, οἱ δὲ ἄνω ῥιπτοῦντες <lb/>καὶ κάτω κατ’ ὀρθὰς γωνίας βράσται, οἱ
						δὲ συνιζήσεις <lb/>ποιοῦντες εἰς τὰ κοῖλα χασματίαι· οἱ δὲ χάσματα ἀνοίγοντες <lb/>καὶ
						γῆν ἀναρρηγνύντες ῥῆκται καλοῦνται. Τούτων δὲ <lb/>οἱ μὲν καὶ πνεῦμα προσαναβάλλουσιν,
						οἱ δὲ πέτρας, οἱ δὲ <lb/>πηλόν, οἱ δὲ πηγὰς φαίνουσι τὰς πρότερον οὐκ οὔσας. Τινὲς
						<lb/>δὲ ἀνατρέποντες κατὰ μίαν πρόωσιν, οὓς καλοῦσιν ὤστας. <lb/>Οἱ δὲ ἀναπάλλοντες καὶ
						ταῖς εἰς ἑκάτερον ἐγκλίσεσι καὶ <lb/>ἀναπάλσεσι διορθοῦντες ἀεὶ τὸ σειόμενον παλματίαι
						λέγονται, <lb/>τρόμῳ πάθος ὅμοιον ἀπεργαζόμενοι. Γίνονται δὲ <lb/>καὶ μυκητίαι σεισμοί,
						σείοντες τὴν γῆν μετὰ βρόμου. Πολλάκις <lb/>δὲ χωρὶς σεισμοῦ γίνεται μύκημα γῆς, ὅταν τὸ
						πνεῦμα <lb/>σείειν μὲν μὴ ᾖ αὔταρκες, ἐνειλούμενον δ’ ἐν αὐτῇ κόπτηται <lb/>μετὰ ῥοθίου
						βίας. Συσσωματοποιεῖται δὲ τὰ εἰσιόντα πνεύματα <lb/>καὶ ὑπὸ τῶν ἐν τῇ γῇ ὑγρῶν
						κεκρυμμένων.</p><p>Τὰ δὲ ἀνάλογον συμπίπτει τούτοις καὶ ἐν θαλάσσῃ· <lb/>χάσματά τε γὰρ γίνεται θαλάσσης
						καὶ ἀναχωρήματα πολλάκις, <lb/>καὶ κυμάτων ἐπιδρομαί, ποτὲ μὲν ἀντανακοπὴν <lb/>ἔχουσαι,
						ποτὲ δὲ πρόωσιν μόνον, ὥσπερ ἱστορεῖται περὶ <pb n="144"/> Ἑλίκην τε καὶ Βούραν.
						Πολλάκις δὲ καὶ ἀναφυσήματα <lb/>γίνεται πυρὸς ἐν τῇ θαλάσσῃ, καὶ πηγῶν ἀναβλύσεις καὶ
						<lb/>ποταμῶν ἐκβολαὶ καὶ δένδρων ἐκφύσεις, ῥοαί τε καὶ δῖναι <lb/>ταῖς τῶν πνευμάτων
						ἀνάλογον, αἱ μὲν ἐν μέσοις πελάγεσιν, <lb/>αἱ δὲ κατὰ τοὺς εὐρίπους τε καὶ πορθμούς.
						Πολλαί τε <lb/>ἀμπώτεις λέγονται καὶ κυμάτων ἄρσεις συμπεριοδεύειν ἀεὶ <lb/>τῇ σελήνῃ
						κατά τινας ὡρισμένους καιρούς. Ὡς δὲ τὸ πᾶν <lb/>εἰπεῖν, τῶν στοιχείων ἐγκεκραμένων
						ἀλλήλοις, ἐν ἀέρι τε καὶ <lb/>γῇ καὶ θαλάσσῃ κατὰ τὸ εἰκὸς αἱ τῶν παθῶν ὁμοιότητες
						<lb/>συνίστανται, τοῖς μὲν ἐπὶ μέρους φθορὰς καὶ γενέσεις φέρουσαι, <lb/>τὸ δὲ σύμπαν
						ἀνώλεθρόν τε καὶ ἀγένητον <lb/>φυλάττουσαι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p>Καίτοι γέ τις ἐθαύμασε πῶς ποτέ, εἰ ἐκ τῶν ἐναντίων <lb/>ἀρχῶν συνέστηκεν ὁ κόσμος,
						λέγω δὴ ξηρῶν τε καὶ ὑγρῶν <lb/>ψυχρῶν τε καὶ θερμῶν, οὐ πάλαι διέφθαρται καὶ ἀπόλωλεν,
						<lb/>ὡς κἂν εἰ πόλιν τινὲς θαυμάζοιεν, ὅπως διαμένει συνεστηκυῖα <lb/>ἐκ τῶν ἐναντίων
						ἐθνῶν, πενήτων λέγω καὶ πλουσίων, <lb/>νέων γερόντων, ἀσθενῶν ἰσχυρῶν, πονηρῶν χρηστῶν.
						<lb/>Ἀγνοοῦσι δὲ ὅτι τοῦτ’ ἦν πολιτικῆς ὁμονοίας τὸ θαυμασιώτατον, <lb/>λέγω δὲ ὅτι ἐκ
						πολλῶν μίαν καὶ ὁμοίαν ἐξ ἀνομοίων <lb/>ἀποτελεῖ διάθεσιν, ὑποδεχομένη πἆσαν καὶ φύσιν
						<lb/>καὶ τύχην. Ἴσως δὲ καὶ τῶν ἐναντίων ἡ φύσις γλίχεται, <lb/>καὶ ἐκ τούτων ἀποτελεῖ
						τὸ σύμφωνον, οὐκ ἐκ τῶν ὁμοίων, <lb/>ὥσπερ ἀμέλει τὸ ἄρρεν συνήγαγε πρὸς τὸ θῆλυ καὶ οὐχ
						<lb/>ἑκάτερον πρὸς τὸ ὁμόφυλον, καὶ τὴν πρώτην ὁμόνοιαν διὰ <lb/>τῶν ἐναντίων συνῆψεν,
						οὐ διὰ τῶν ὁμοίων. Ἔοικε δὲ καὶ ἡ <lb/>τέχνη τὴν φύσιν μιμουμένη τοῦτο ποιεῖν· ζωγραφία
						μὲν γὰρ <lb/>λευκῶν τε καὶ μελάνων ὠχρῶν τε καὶ ἐρυθρῶν χρωμάτων <pb n="145"/>
						ἐγκερασαμένη φύσεις τὰς εἰκόνας τοῖς προηγουμένοις ἀπε <lb/>τέλεσε συμφώνους, μουσικὴ δὲ
						ὀξεῖς ἅμα καὶ βαρεῖς μακρούς <lb/>τε καὶ βραχεῖς φθόγγους μίξασα ἐν διαφόροις φωναῖς
						<lb/>μίαν ἀπετέλεσεν ἁρμονίαν, γραμματικὴ δὲ ἐκ φωνηέντων καὶ <lb/>ἀφώνων γραμμάτων
						κρᾶσιν ποιησαμένη τὴν ὅλην τέχνην <lb/>ἀπ’ αὐτῶν συνεστήσατο. Ταὐτὸ δὲ τοῦτο ἦν καὶ τὸ
						παρὰ <lb/>τῷ σκοτεινῷ λεγόμενον Ἡρακλείτῳ “συνάψειας οὖλα καὶ <lb/>οὐχὶ οὖλα,
						συμφερόμενον καὶ διαφερόμενον, συνᾷδον καὶ <lb/>διᾷδον· καὶ ἐκ πάντων ἕν, καὶ ἐξ ἑνὸς
						πάντα.”</p><p>Οὕτως οὖν καὶ τὴν τῶν ὅλων σύστασιν, οὐρανοῦ λέγω καὶ <lb/>γῆς τοῦ τε σύμπαντος κόσμου,
						διὰ τῆς τῶν ἐναντιωτάτων <lb/>ἀρχῶν κράσεως μία διεκόσμησεν ἁρμονία· ξηρὸν γὰρ
						<lb/>ὑγρῷ, θερμὸν δὲ ψυχρῷ βαρεῖ τε κοῦφον μιγέν, καὶ ὀρθὸν <lb/>περιφερεῖ, γῆν τε πᾶσαν
						καὶ θάλασσαν αἰθέρα τε καὶ ἥλιον <lb/>καὶ σελήνην καὶ τὸν ὅλον οὐρανὸν διεκόσμησε μία ἡ
						διὰ πάντων <lb/>διήκουσα δύναμις, ἐκ τῶν ἀμίκτων καὶ ἑτεροίων, ἀέρος <lb/>τε καὶ γῆς καὶ
						πυρὸς καὶ ὕδατος, τὸν σύμπαντα κόσμον <lb/>δημιουργήσασα καὶ μιᾷ διαλαβοῦσα σφαίρας
						ἐπιφανείᾳ, <lb/>τάς τε ἐναντιωτάτας ἐν αὐτῷ φύσεις ἀλλήλαις ἀναγκάσασα <lb/>ὁμολογῆσαι,
						καὶ ἐκ τούτων μηχανησαμένη τῷ παντὶ σωτηρίαν. <lb/>Αἰτία δὲ ταύτης μὲν ἡ τῶν στοιχείων
						ὁμολογία, <lb/>τῆς δὲ ὁμολογίας ἡ ἰσομοιρία καὶ τὸ μηδὲν αὐτῶν πλέον <lb/>ἕτερον ἑτέρου
						δύνασθαι· τὴν γὰρ ἴσην ἀντίστασιν ἔχει τὰ <lb/>βαρέα πρὸς τὰ κοῦφα καὶ τὰ θερμὰ πρὸς τὰ
						θάτερα, τῆς <lb/>φύσεως ἐπὶ τῶν μειζόνων διδασκούσης ὅτι τὸ ἴσον σωστικόν <lb/>πώς ἐστιν
						ὁμονοίας, ἡ δὲ ὁμόνοια τοῦ πάντων γενετῆρος <lb/>καὶ περικαλλεστάτου κόσμου. Τίς γὰρ ἂν
						εἴη φύσις τοῦδε <lb/>κρείττων; Ἢν γὰρ ἂν εἴποι τις, μέρος ἐστὶν αὐτοῦ. Τό <pb n="146"/>
						τε καλὸν πᾶν ἐπώνυμόν ἐστι τούτου, καὶ τὸ τεταγμένον, <lb/>ἀπὸ τοῦ κόσμου λεγόμενον
						κεκοσμῆσθαι. Τίς δὲ τῶν ἐπὶ <lb/>μέρους δύναιτ’ ἂν ἐξισωθῆναι τῇ κατ’ οὐρανὸν τάξει τε
						καὶ <lb/>φορᾷ τῶν ἄστρων ἡλίου τε καὶ σελήνης, κινουμένων ἐν ἀκριβεστάτοις <lb/>μέτροις
						ἐξ αἰῶνος εἰς ἕτερον αἰῶνα. Τίς δὲ γένοιτ’ <lb/>ἂν ἀψεύδεια τοιάδε, ἥν τινα φυλάττουσιν
						αἱ καλαὶ καὶ <lb/>γόνιμοι τῶν ὅλων ὧραι, θέρη τε καὶ χειμῶνας ἐπάγουσαι <lb/>τεταγμένως,
						ἡμέρας τε καὶ νύκτας, εἰς μηνὸς ἀποτέλεσμα <lb/>καὶ ἐνιαυτοῦ; Καὶ μὴν μεγέθει μὲν ὁ
						αὐτὸς πανυπέρτατος, <lb/>κινήσει δὲ ὀξύτατος, λαμπρότητι δὲ εὐαυγέστατος, δυνάμει
						<lb/>δὲ ἀγήρως τε καὶ ἄφθαρτος. Οὗτος ἐναλίων ζῴων καὶ πεζῶν <lb/>καὶ ἀερίων φύσεις
						ἐχώρισε καὶ βίους ἐμέτρησε ταῖς ἑαυτοῦ <lb/>κινήσεσιν. Ἐκ τούτου πάντα ἐμπνεῖ τε καὶ
						ψυχὴν ἴσχει <lb/>τὰ ζῷα. Τούτου καὶ αἱ παράδοξοι νεοχμώσεις τεταγμένως
						<lb/>ἀποτελοῦνται, συναραττόντων μὲν ἀνέμων παντοίων, πιπτόντων <lb/>δὲ ἐξ οὐρανοῦ
						κεραυνῶν, ῥηγνυμένων δὲ χειμώνων <lb/>ἐξαισίων. Διὰ δὲ τούτων τὸ νοτερὸν ἐκπιεζόμενον τό
						τε <lb/>πυρῶδες διαπνεόμενον εἰς ὁμόνοιαν ἄγει τὸ πᾶν καὶ καθίστησιν. <lb/>Ἥ τε γῆ
						φυτοῖς κομῶσα παντοδαποῖς, νάμασί τε <lb/>περιβλύζουσα καὶ περιοχουμένη ζῴοις, κατὰ
						καιρὸν ἐκφύουσά <lb/>τε πάντα καὶ τρέφουσα καὶ δεχομένη, μυρίας τε φέρουσα <lb/>ἰδέας
						καὶ πάθη, τὴν ἀγήρω φύσιν ὁμοίως τηρεῖ, καίτοι <lb/>καὶ σεισμοῖς τινασσομένη καὶ
						πλημυρίσιν ἐπικλυζομένη, <lb/>πυρκαϊαῖς τε κατὰ μέρος φλογιζομένη. Ταῦτα δὲ πάντα
						<lb/>ἔοικεν αὐτῇ πρὸς ἀγαθοῦ γινόμενα τὴν δι’ αἰῶνος σωτηρίαν <lb/>παρέχειν· σειομένης
						τε γὰρ διεξάττουσιν αἱ τῶν πνευμάτων <lb/>παρεμπτώσεις κατὰ τὰ ῥήγματα τὰς ἀναπνοὰς
						ἴσχουσαι, <lb/>καθὼς ἄνω λέλεκται, καθαιρομένη τε ὄμβροις ἀποκλύζεται <pb n="147"/>
						πάντα τὰ νοσώδη, περιπνεομένη δὲ αὔραις τά τε ὑπ’ αὐτὴν <lb/>καὶ τὰ ὑπὲρ αὐτὴν
						εἰλικρινεῖται. Καὶ μὴν αἱ φλόγες μὲν τὸ <lb/>παγετῶδες πιαίνουσιν, οἱ πάγοι δὲ τὰς
						φλόγας ἀνιᾶσιν. <lb/>Καὶ τῶν ἐπὶ μέρους τὰ μὲν γίνεται, τὰ δὲ ἀκμάζει, τὰ δὲ
						<lb/>φθείρεται· καὶ αἱ μὲν γενέσεις ἐπαναστέλλουσι τὰς φθοράς, <lb/>αἱ δὲ φθοραὶ
						κουφίζουσι τὰς γενέσεις. Μία δὲ ἐκ πάντων <lb/>περαινομένη σωτηρία διὰ τέλους,
						ἀντιπεριισταμένων ἀλλήλοις <lb/>καὶ τοτὲ μὲν κρατούντων τοτὲ δὲ κρατουμένων, φυλάττει
						<lb/>τὸ σύμπαν ἄφθαρτον δι’ αἰῶνος. </p></div></div></body></text></TEI>