ἐπιτριηραρχέω

to be trierarch beyond the legal time

Dictionaries

LSJ (ἐπιτριηραρχέω)
Short Defs (ἐπιτριηραρχέω)
Middle Liddell (ἐπιτριηραρχέω)

Morphological Data

ἐπιτριηραρχέω VERB