ἐπιρραβδοφορέω

to urge

Dictionaries

LSJ (ἐπιρραβδοφορέω)
Short Defs (ἐπιρραβδοφορέω)
Middle Liddell (ἐπιρραβδοφορέω)

Morphological Data

ἐπιρραβδοφορέω VERB