ἐπιπαρασκευάζομαι
to provide oneself with besides
Dictionaries
LSJ
(ἐπιπαρασκευάζομαι)
Short Defs
(ἐπιπαρασκευάζομαι)
Middle Liddell
(ἐπιπαρασκευάζομαι)
Morphological Data
ἐπιπαρασκευάζομαι
VERB