ἐκκαρπίζομαι

to yield as produce

Dictionaries

LSJ (ἐκκαρπίζομαι)
Short Defs (ἐκκαρπίζομαι)
Middle Liddell (ἐκκαρπίζομαι)

Morphological Data

ἐκκαρπίζομαι VERB