ἐγκατιλλώπτω

to scoff at

Dictionaries

LSJ (ἐγκατιλλώπτω)
Short Defs (ἐγκατιλλώπτω)
Middle Liddell (ἐγκατιλλώπτω)

Morphological Data

ἐγκατιλλώπτω VERB