ἐγκατατίθημι
lay or put in, mid. store up
Dictionaries
LSJ
(ἐγκατατίθημι)
Slater Pindar
(ἐγκατατίθημι)
Short Defs
(ἐγκατατίθημι)
Middle Liddell
(ἐγκατατίθημι)
Morphological Data
ἐγκατατίθημι
VERB